Supreme Court dismisses appeal on labor dispute, upholding lower court's finding of employment contract validity.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific evidence proving the existence of an employment contract, including admissions and correspondence. The court ruled that the First Instance Court had properly evaluated all submitted evidence and correctly applied the law regarding the evidentiary weight of admissions.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 648, 681, 6 of the Civil Procedure Code; The Supreme Court holds that an appeal must be examined regarding admissibility and merits, and that a lower court's decision is valid if it demonstrates it has considered all evidence and applied the law correctly.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 957 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 957/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2 Πολιτικό Τμήμα .
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Λουκά Μόρφη - Εισηγητή, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β… Α… , κατοίκου .… , ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Λεωνίδα Μαραβέλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Δημοτικής Επιχείρησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ Α… ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑΣ "…"", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Γαβριηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/10/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3571/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 2083/2016 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26/6/2018 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, με την υπό κρίση από 26ης Ιουνίου 2018 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ' αριθμόν 2083/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Αρχικώς ο αναιρεσείων άσκησε κατά του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου - δημοτικής επιχει-ρήσεως την από 17ης Οκτωβρίου 2012 αγωγή, αφορώσα εργατική διαφορά. Εξεδόθησαν η υπ' αρ. 3571/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απερρίφθη η αγωγή ως μη νόμιμη, και, κατόπιν ασκήσεως της από 23ης Δεκεμβρίου 2014 εφέσεως του αναιρεσείοντος, η προαναφε-ρομένη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, αντιμωλία των διαδίκων, με την οποία έγινε δεκτή η έφεση και μετ' εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απερρίφθη η αγωγή κατ' ουσίαν.
Εν συνεχεία ο αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως. Η εν λόγω αίτηση έχει ασκηθεί νομίμως και εμπροθέσμως συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 552, 553, 556, 558, 564 και 566 ΚΠολΔ, και πρέπει, κατά την διάταξη του άρθρου 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, να εξετασθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 648 παρ. 1 και 681 ΑΚ και 6 Ν. 765/1943, ο οποίος έχει κυρωθεί με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρηθεί εν ισχύι συμφώνως προς την διάταξη του άρθρου 38 ΕισΝΑΚ, κατά τις οποίες αντιστοίχως, "Με τη σύμβαση εργασίας ο εργαζόμενος έχει υποχρέωση να παρέχει για ορισμένο ή αόριστο χρόνο, την εργασία του στον εργοδότη και αυτός να καταβάλει το συμφωνημένο μισθό", "Με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή" και "Δια του όρου "μισθωτός" νοούνται τα φυσικά πρόσωπα άτινα παρέχουσι εις έτερον φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον οιασδήποτε φύσεως εξηρτημένην εργασίαν έναντι αμοιβής.
Ως αμοιβή θεωρείται πάσα παροχή χορηγουμένη εις τον μισθωτόν (αμοιβή εις χρήμα ή εις είδος, φιλοδωρήματα κλπ) ανεξαρτήτως του τρόπου καθορισμού ταύτης (αμοιβή καθοριζομένη βάσει του αποτελέσματος της εργασίας ανεξαρτήτως χρόνου εργασίας - αμοιβή κατ' από-κοπήν)", συνάγεται ότι σύμβαση εξηρτημένης εργασίας υφί-σταται, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη, ο οποίος δικαιούται να δίδει δεσμευτικές εντολές και οδηγίες προς τον εργαζόμενο και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας, ενώ, εάν ελλείπει το στοιχείο της εξαρτήσεως, υφίσταται σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών, αντιδιαστέλλονται δε οι εν λόγω συμβάσεις από την σύμβαση μισθώσεως έργου, με την οποία οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, ο δε εργολάβος δεν δεσμεύεται από οδηγίες και εντολές του εργοδότη, υποχρεούμενος μόνον να εκτελέσει το έργο συμφώνως προς τους όρους της συμβάσεως.
Οι ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου, όπως οι περί αποζημιώσεως απολύσεως, χορηγήσεως αδείας, επιδομάτων εορτών κλπ, ως έχοντες θεσπισθεί εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξηρτημένη εργασία, έχουν εφαρμογή μόνον επί συμβάσεων εξηρτημένης εργασίας ή άλλων συμβάσεων υποκρυπτουσών σχέση εξηρτημένης εργασίας, και όχι και επί συμβάσεων ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή μισθώσεως έργου.
Ο χαρακτηρισμός δε της συμβάσεως ως εξηρτημένης εργασίας ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών ή μισθώσεως έργου εναπόκειται στο δικαστήριο, το οποίο, μετ' αξιολόγηση των αποδεικνυομένων πρα-γματικών περιστατικών προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό, χωρίς να δεσμεύεται από τον χαρακτηρισμό, τον οποίον έδωσαν οι συμβαλλόμενοι στην σύμβαση, ή τον οποίον προβλέπει ο κανονισμός του εργοδότη, έστω και εάν αυτός έχει ισχύν νόμου (ΟλΑΠ 7/2011, 8/2011), ενώ τούτο ισχύει και επί των εργασιακών σχέσεων του Δημοσίου και του ευρυτέρου δημοσίου τομέως (ΟλΑΠ 18/2006).
Ο αναγκαίος προς ύπαρξη σχέσεως εξηρτημένης εργασίας βαθμός προσωπικής εξαρτήσεως προκύπτει από την συνολική εκτίμηση όλων των συνθηκών της εξεταζομένης περιπτώσεως και εξαρτάται από τις ιδιαιτερότητες της συγκεκριμένης δραστηριότητος. Συνεκτιμάται το περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά αποφασιστική σημασία έχουν οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, οι οποίες δυνατόν να αποκλίνουν από τους συνωμολογημένους όρους.
Επίσης συνεκτιμώνται ως σχετικές ενδείξεις και άλλα κατά περίπτωση στοιχεία, όπως ο τρόπος της αμοιβής, η ασφάλιση σε ασφαλιστικό οργανισμό, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η δυνατότης του εργαζομένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε άλλον εργοδότη κλπ. Αφ' ετέρου, από τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, κατά τις οποίες, αντιστοίχως, "Κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις" και "Οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", προκύπτει ότι, όταν υφίσταται κενό στη σύμβαση ή γεννάται αμφιβολία ως προς την έννοια των δηλώσεων βουλήσεως, το δικαστήριο οφείλει να προσφύγει στους ως άνω ερμηνευτικούς κανόνες, προκειμένου να ανεύρει την πραγματική βούληση των συμβαλλομένων.
Ο πρώτος των ως άνω κανόνων εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο, την βούληση του δηλούντος, και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δηλώσεως αλλά να αναζητείται η αληθής βούληση, ο δε δεύτερος εξαίρει τα αντικειμενικά στοιχεία και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται ως απαιτεί η καλή πίστη, να λαμβάνονται δε υπ' όψιν και τα συναλλακτικά ήθη.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 57 παρ. 1, 2, 3 του Συντάγματος, όπως ίσχυε μετά την αναθεώρησή του από την Ζ' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων δια του από 6-4-2001 Ψηφίσματος και μέχρι της αναθεωρήσεώς του από την Η' Αναθεωρητική Βουλή των Ελλήνων δια του από 27-5-2008 Ψηφίσματος, ορίζονται τα εξής: "1. Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι ασυμβίβαστα με τα έργα ή την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ή εταίρου ή μετόχου ή διοικητή ή διαχειριστή ή μέλους του διοικητικού συμβουλίου ή γενικού διευθυντή ή των αναπληρωτών της επιχείρησης, η οποία:
α) Αναλαμβάνει έργα ή μελέτες ή προμήθειες του Δημοσίου ή παροχή υπηρεσιών προς το Δημόσιο ή συνάπτει με το Δημόσιο συναφείς συμβάσεις αναπτυξιακού ή επενδυτικού χαρακτήρα. β) Απολαμβάνει ειδικών προνομίων. γ) Κατέχει ή διαχειρίζεται ραδιοφωνικό ή τηλεοπτικό σταθμό ή εκδίδει εφημερίδα ... δ) Ασκεί κατά παραχώρηση δημόσια υπηρεσία ή δημόσια επιχείρηση ή επιχείρηση κοινής ωφέλειας.
ε) Μισθώνει για εμπορικούς λόγους ακίνητα του Δημοσίου. Για την εφαρμογή της παραγράφου αυτής, με το Δημόσιο εξομοιώνονται οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης, τα άλλα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τα κρατικά νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, οι δημόσιες επιχειρήσεις, οι επιχειρήσεις των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και οι άλλες επιχειρήσεις, τη διοίκηση των οποίων ορίζει άμεσα ή έμμεσα το Δημόσιο με διοικητική πράξη ή ως μέτοχος ...
Τα καθήκοντα του βουλευτή είναι επίσης, ασυμβίβαστα με την άσκηση οποιουδήποτε επαγγέλματος. Νόμος ορίζει τις δραστηριότητες, που είναι συμβατές με το βουλευτικό αξίωμα, καθώς και τα σχετικά ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά ζητήματα και τον τρόπο επανόδου των βουλευτών στο επάγγελμά τους μετά την απώλεια της βουλευτικής ιδιότητας.
Οι δραστηριότητες του προηγούμενου εδαφίου σε καμιά περίπτωση δεν μπορούν να περιλαμβάνουν την ιδιότητα του υπαλλήλου ή του νομικού ή άλλου συμβούλου σε επιχειρήσεις των περιπτώσεων α' έως δ' της παραγράφου αυτής. Η παράβαση των διατάξεων αυτής της παραγράφου συνεπάγεται έκπτωση από το βουλευτικό αξίωμα και ακυρότητα των σχετικών συμβάσεων ή πράξεων, όπως νόμος ορίζει. 2.
Βουλευτές που υπάγονται στις διατάξεις του πρώτου εδαφίου της προηγούμενης παραγράφου οφείλουν, μέσα σε οκτώ ημέρες αφότου η εκλογή τους γίνει οριστική, να επιλέξουν με δήλωσή τους μεταξύ του βουλευτικού αξιώματος και των παραπάνω έργων ή ιδιοτήτων. Αν παραλειφθεί αυτή η εμπρό-θεσμη δήλωση, εκπίπτουν αυτοδικαίως από το αξίωμα του βουλευτή. 3.
Βουλευτές που αποδέχονται οποιαδήποτε από τις ιδιότητες ή τα έργα που αναφέρονται σε αυτό ή στο προηγούμενο άρθρο και που χαρακτηρίζονται ότι αποτελούν κώλυμα για την υποψηφιότητα βουλευτή ή ότι είναι ασυμβίβαστα με το βουλευτικό αξίωμα, εκπίπτουν από το αξίωμα αυτό, όπως νόμος ορίζει", ενώ ο προβλεπόμενος νόμος περί του τρόπου επανόδου των βουλευτών στο επάγγελμά τους κλπ δεν έχει εκδοθεί.
Από τις ως άνω διατάξεις προκύπτει ότι υπό την ισχύν αυτών η βουλευτική ιδιότης δεν είναι συμβατή προς την άσκηση οιουδήποτε επαγγέλματος, κατά την διάρκεια δε αυτής τυχόν προϋφισταμένη σύμβαση εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου τελεί εν αναστολή, οπότε ο βουλευτής μετά την λήξη της θητείας του ή μετά την 27η Μαΐου 2008, οπότε κατόπιν του Ψηφίσματος της Η' Αναθεωρητικής Βουλής έπαυσε η ισχύς του εν λόγω ασυμβιβάστου, δύναται να δηλώσει εντός ευλόγου χρόνου προς τον εργοδότη ότι επιθυμεί να επαναλάβει την εργασία του, ο δε εργοδότης, εάν αρνηθεί να επαναπασχολήσει αυτόν, καθίσταται συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 349, 350 και 656 ΑΚ υπερήμερος και οφείλει μισθό υπερημερίας.
Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχω-ρείται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου, μεταξύ δε των κανόνων ουσιαστικού δικαίου περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.
Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ' ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.
Ο εν λόγω λόγος ιδρύεται, εάν αφορά ερμηνεία δικαιοπραξίας, και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ δέχεται κενό ή ασάφεια, έστω και εμμέσως, εν τούτοις δεν προσφεύγει στους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών, ή, ενώ δέχεται ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, εν τούτοις προβαίνει καθ' οιονδήποτε τρόπο σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας, όπως δια της λήψεως στοιχείων εκτός συμβάσεως ή της χρησιμοποιήσεως ενδοιαστικών στοιχείων, επιχειρημάτων κλπ.
Μόνη όμως η μη μνεία της διαπιστώσεως κενού ή ασαφείας και της εφαρμογής των ερμηνευτικών κανόνων, δεν δύναται να συστήσει παραβίαση αυτών, εάν το δικαστήριο της ουσίας προέβη πράγματι στην ορθή ερμηνεία της δηλώσεως βουλήσεως ή της συμβάσεως βάσει των αρχών της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών (ΑΠ 1022/2019, 355/2004).
Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε κανόνες δικαίου. Ο εν λόγω λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο εσφαλμένως χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει την αληθή έννοια κανόνος δικαίου ή να υπαγάγει ή μη σε κανόνα δικαίου τα πραγματικά περιστατικά της υποθέσεως, όχι δε και όταν παραβιάζει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία κατά την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ δεν ελέγχεται αναιρετικώς, οπότε ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Ωσαύτως, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους.
Εν προκειμένω, από την κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Μονομελές Εφετείο εδέχθη τα εξής: "Η εναγόμενη δημοτική επιχείρηση του Δήμου Α… με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ Α… ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΑΣ Α… " ... λειτούργησε διαθέτοντας ραδιοφωνικό σταθμό. Η εναγομένη, δια των νομίμων εκπροσώπων της και κατόπιν της υπ' αριθμ. 33/3-7-2003 απόφασης του Διοικητικού της Συμβουλίου, προσέλαβε τον ενάγοντα την 14-1-2003 με σύμβαση, η οποία επιγράφεται ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, για να προσφέρει σε αυτήν τις υπηρεσίες του ως Δημοσιογράφος- Μουσικός Παραγωγός.
Στη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκε μεταξύ άλλων, ότι α) ο εργαζόμενος υποχρεούται σε πενθήμερη εβδομαδιαία εργασία κατά το πλήρες νόμιμο ωράριο και σύμφωνα με τον νόμο και την ισχύουσα τυχόν οικεία συλλογική σύμβαση εργασίας. Οίκοθεν νοείται ότι αν προφορικά συμφωνηθεί μεταξύ των συμβαλλομένων άλλος τρόπος παροχής εργασίας τότε η συμφωνία αυτή είναι ισχυρή και νόμιμη (όρος 4), β) η αμοιβή του εργαζομένου ως Δημοσιογράφος-Μουσικός Παραγωγός θα ανέρ-χεται σήμερα σε 1.795 ευρώ μηνιαίως... (όρος 5), γ) η Δημοτική επιχείρηση ασκεί το Διευθυντικό της δικαίωμα επί της παρούσας εργασιακής σχέσης, όπως απαιτεί η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε εργαζόμενος υποχρεούται να εκτελεί τα καθήκοντά του με επιμέλεια και κατά τον τρόπο που υπαγορεύει η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να συμμορφώνεται με τις εντολές και οδηγίες των προϊσταμένων του καθώς και με τις αποφάσεις της Επιτροπής Προγράμματος του Ραδιοφωνικού Σταθμού και του Διοικητικού Συμβουλίου της δημοτικής Επιχείρησης ...(όρος 6), δ) ο εργαζόμενος θα πρέπει να κάνει καλή και σύμφωνη με τον προορισμό τους χρήση των τεχνικών εγκαταστάσεων και μηχανημάτων του Ραδιοφωνικού Σταθμού, τα οποία θα χρησιμοποιεί αποκλειστικά για τις ανάγκες της εργασίας του .. .(όρος 7), ε) τα συμβαλλόμενα μέρη συμφωνούν ότι η συνεργασία του εργαζομένου με τη Δημοτική Επιχείρηση θα είναι αποκλειστική και ότι απαγορεύεται η οποιαδήποτε συνεργασία του με τρίτο ραδιοφωνικό σταθμό καθ' όλη τη διάρκεια της παρούσας σύμβασης (όρος 11).
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, ο ενάγων παρήγαγε και παρουσίαζε στο ραδιοφωνικό σταθμό "Α… " εβδομαδιαία ραδιοφωνική εκπομπή με τον τίτλο "Α… της αγάπης, ο έρωτας στο μικρόφωνο", η οποία ήταν ενταγμένη στο βραδινό πρόγραμμα του σταθμού και συγκεκριμένα κάθε Κυριακή από ώρα 23.00 έως ώρα 24.00. Την εκπομπή αυτή επιμελείτο αυτοτελώς και αποκλειστικώς ο ενάγων και παρουσίαζε ο ίδιος, είχε την αρχισυνταξία, την οργάνωση, την ευθύνη της δημιουργίας των θεμάτων αυτής (εκπομπής) καθώς επίσης και τα ρεπορτάζ καθώς και το "κλείσιμο" των καλεσμένων της εκπομπής του, τους οποίους επέλεγε αποκλειστικά ο ίδιος με πλήρη ανεξαρτησία και πρωτοβουλία, χωρίς καμία παρέμβαση της εναγομένης.
Καθ' όλο το χρονικό διάστημα από 14-1-2003 έως τον Σεπτέμβριο του έτους 2007 ο ενάγων παρήγαγε το παραπάνω πρόγραμμα χωρίς να δεσμεύεται ως προς τον τόπο που έπρεπε να βρίσκεται για να συγκεντρώνει τα θέματα που παρουσίαζε στην εκπομπή του κάθε εβδομάδα, τον χρόνο που θα διέθετε για την προετοιμασία αυτής (εκπομπής), τον τρόπο της παρουσίασης και την επιλογή των θεμάτων, καθόσον αυτός δεν τηρούσε, το κατά τα ανωτέρω, πενθήμερο ωράριο εργασίας, αλλά αρκείτο στην παρουσίαση από το ραδιοφωνικό σταθμό, την καθορισμένη ανωτέρω ημέρα και ώρα, του προαναφερθέντος προγράμματος.
Ενόψει της φύσης αυτής του ανατεθέντος στον ενάγοντα "έργου", προκύπτει ότι οι διάδικοι δεν επιδίωξαν με την προαναφερθείσα σύμβαση την κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, αφού είναι σαφές, ότι η εναγομένη, ως εργοδότρια, απέβλεψε, κατά τα προανα-φερθέντα, στην από μέρους του ενάγοντος παροχή συγκεκρι-μένων υπηρεσιών για την επίτευξη ορισμένου αποτελέσματος.
Δηλαδή της παραγωγής και παρουσίασης από τον ενάγοντα στο Ραδιοφωνικό Σταθμό "Α… " του παραπάνω προγράμματος-εκπομπής, χωρίς πρόδηλα, κατά την παραγωγή και παρουσίαση αυτής της εκπομπής, να τελεί αυτός υπό την εξάρτηση της εναγομένης, με την έννοια της υποχρέωσης του να υπακούει στις εντολές και οδηγίες αυτής.
Αντίθετα, μάλιστα, από όσα ο ίδιος ο ενάγων εκθέτει στην αγωγή του αλλά και από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού προέκυψε ότι η παραγωγή και παρουσίαση της προαναφερθείσας εκπομπής από τον ενάγοντα ενείχε το στοιχείο της προσωπικής ανεξαρτησίας του τελευταίου. Κατά συνέπεια, η ανωτέρω μεταξύ των διαδίκων συναφθείσα σύμβαση έφερε τον χαρακτήρα της σύμβασης μίσθωσης έργου και όχι σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Ο χαρακτήρας της εν λόγω επίμαχης σύμβασης δεν μεταβάλλεται από το γεγονός ότι η αμοιβή (εργολαβικό αντάλλαγμα) που είχε συμφωνηθεί, καταβαλλόταν όχι εφάπαξ, αλλά κατά μήνα, γεγονός όμως που δεν ασκεί αποφασιστική επιρροή στο νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης, που συνδέει την εναγομένη με τον ενάγοντα ...
Η παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο ενάγων ήταν υποχρεωμένος να παρέχει το έργο του (την άνω εβδομαδιαία εκπομπή κάθε Κυριακή από ώρα 23.00 έως ώρα 24.00) στο χώρο της εναγομένης, όπου διατίθετο ο αναγκαίος για την εκτέλεση του έργου εξοπλισμός και επιβοηθείτο, ενδεχομένως και από ομάδα συνεργατών της εναγομένης.
Δεν μεταβάλλεται, δε αυτή η κρίση του Δικαστηρίου, από το ότι του είχε απαγορευθεί η απασχόληση του σε άλλη ομοειδή επιχείρηση. Τούτο δε, διότι η απαγόρευση αυτή όχι μόνο δεν αντιβαίνει στη φύση της σύμβασης έργου, αλλά προσιδιάζει σε αυτή, ενόψει και της φύσης του εκτελούμενου από τον ενάγοντα έργου, ενώ, και αν ακόμη δεν είχε συνομολογηθεί θα δέσμευε, αυτονόητα, τον ενάγοντα διότι δεν είναι νοητό να επιτρέπει η εναγομένη στους με αυτή συμβαλλομένους την απασχόλησή τους με ανταγωνιστικά των δικών της προγράμματα.
Αντίθετη με την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου δεν μπορεί να συναχθεί ούτε από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου Δ… Α…. πρώτου εξαδέλφου του ενάγοντος, ούτε από τις καταθέσεις των ενόρκως βεβαιούντων μαρτύρων Μ…. …., Ν… Α… συγγενών του ενάγοντος και των Α….
Γ… και Α… Κ… , δημοσιογράφου και ιδιωτικής υπαλλήλου, οι οποίοι κατέθεσαν για γεγονότα τα οποία δεν αμφισβητούνται από την εναγομένη και κάποια από αυτά δεν είναι κρίσιμα για την προκειμένη περίπτωση, όπως για τον χρόνο και τον τρόπο παρουσίασης των εκπομπών του για το γεγονός ότι οι εκπομπές του είχαν μεγάλη ακροαματικότητα, καθώς και για το γεγονός ότι μετά την κατάργηση του βουλευτικού ασυμβίβαστου πίεζε επιμόνως την εναγομένη να επανεντάξει την προαναφερθείσα εκπομπή στη νυχτερινή ζώνη του Σαββατοκύριακου, πλην όμως για τα κρίσιμα, στην προκειμένη περίπτωση, περιστατικά, όπως εάν υφίστατο υποχρέωση του ενάγοντος να ακολουθεί και να συμμορφώνεται προς τις δεσμευτικές οδηγίες και εντολές της εναγομένης ως προς τον χρόνο, τον τόπο και τον τρόπο παροχής της εργασίας του, αυτοί ουδέν κατέθεσαν.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη με την υπ' αριθμ. 1 απόφαση της 78ης συνεδρίασης του Διοικητικού της Συμβουλίου ενέκρινε την διακοπή συνεργασίας με τον ενάγοντα από 31-12-2007, λόγω αναμόρφωσης του προγράμματος του Ραδιοφωνικού Σταθμού "Α… ". Όμως, η απόφαση αυτή που δεν κοινοποιήθηκε στον ενάγοντα δεν υλοποιήθηκε και ο τελευταίος συνέχισε να προσφέρει, κατά τον προαναφερόμενο τρόπο, τις υπηρεσίες του στην εναγομένη μέχρι και το Σεπτέμβριο του έτους 2007, οπότε εξελέγη βουλευτής κατά τις εκλογές της 16-9-2007 στην εκλογική περιφέρεια Α' Π… και Ν….
με το κόμμα του … (… ), ενώ, λόγω του γενικού επαγγελματικού ασυμβίβαστου, που ίσχυε κατά τον ανωτέρω χρόνο σύμφωνα με το άρθρο 57 του Συντάγματος, με την υπ' αριθμ. … /… -2007 δήλωση του προς τον Πρόεδρο της Βουλής, που κοινοποιήθηκε στην εναγομένη την … -2007, επέλεξε και αποδέχθηκε την ιδιότητα του βουλευτή, δηλώνοντας συγχρόνως ότι δεν πρόκειται να ασκήσει κανένα επάγγελμα.
Το Διοικητικό Συμβούλιο της εναγομένης ενημερώθηκε για το γεγονός αυτό κατά την 81η συνεδρίαση του την … -2007, οπότε και έληξε η συνεργασία με τον ενάγοντα, λόγω του ισχύοντος τότε βουλευτικού ασυμβίβαστου. Μετά την επελθούσα συνταγματική αναθεώρηση (2-6-2008) στο νέο άρθρο 57 του Συντάγματος απαλείφθηκε η διάταξη περί ασυμβίβαστου του βουλευτικού αξιώματος και ο ενάγων με την από … -2008 επιστολή του προς την εναγομένη ζήτησε την επανένταξη της ραδιοφωνικής του εκπομπής στο πρόγραμμα του σταθμού "Α… ", αίτημα που δεν υλοποιήθηκε, καθόσον το κενό που δημιουργήθηκε από την αποχώρησή του ενάγοντος (το Σεπτέμβριο του έτους 2007 λόγω της εκλογής του κατά τις βουλευτικές εκλογές της 16-9-2007), στο ραδιοφωνικό σταθμό της εναγομένης κατά τις Κυριακές από ώρα 23.00 έως ώρα 24.00, καλύφθηκε από άλλες εκπομπές και συγκεκριμένα, από την Κυριακή 14-10-2007 έως την Κυριακή 25-09-2011 από την εκπομπή "Α… Ν… " με την Ε… Σ… εναλλάξ με την εκπομπή "Ωχ...και τι θα γίνει απόψε" με τον Α… Μ…. , από την Κυριακή 2-10-2011 έως την Κυριακή 7-10-2012 από την εκπομπή "Mix n' match" με τον Ν… ….
Λ… και από την Κυριακή 14-10-2012 έως την Κυριακή 6-10-2013 από την εκπομπή "Λαμπερός Κόσμος" με τον Ι…. Τ…. , η οποία συνεχίζεται. Ακολούθως, ο ενάγων με την από 10-7-2012 εξώδικη διαμαρτυρία - δήλωση, που επιδόθηκε στην εναγομένη την 24-7-2012, κάλεσε την τελευταία, όπως εντός πέντε ημερών από τη λήψη αυτής να επανεντάξει τη ραδιοφωνική του εκπομπή στο πρόγραμμα του σταθμού "Α… ", καθώς και να του καταβάλει μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα και επιδόματα αδείας από την επόμενη της ανωτέρω από 13-6-2008 επιστολής του προς αυτή, με την οποία προσέφερε πραγματικά και προσηκόντως, κατά τους ισχυρισμούς του, την εργασία του σε αυτή.
Και στις δύο ανωτέρω επιστολές του προς την εναγομένη ο ενάγων κάνει λόγο για επανένταξη της εκπομπής του στο πρόγραμμα του σταθμού "Α…. " και όχι για απασχόλησή του κατά τους όρους της από …. -2003 επιγραφόμενης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Υπό τα πραγματικά αυτά περιστατικά και χωρίς να έχουν αποφασιστική σημασία για τη φύση της συμβατικής σχέσης των διαδίκων, η έλλειψη ασφάλισης του ενάγοντος-εκκαλούντος στο ΙΚΑ, δεδομένου ότι αυτός ήταν ασφαλισμένος στον φορέα κοινωνικής ασφάλισης ιατρών (Τ.Σ.Α.Υ.) και είναι τώρα συνταξιούχος ιατρός, η πληρωμή του με δελτία παροχής υπηρεσιών, στα περισσότερα των οποίων, αξίζει να σημειωθεί ότι κάτω από την ένδειξη "περιγραφή εργασίας" αναφέρεται η φράση "συνεργασία', αλλά και η συμφωνία των παροχών αδείας και επιδομάτων εορτών, δεν αποδείχθηκε η νομική εξάρτηση του ενάγοντος- εκκαλούντος από την εναγομένη - εφεσίβλητη, κατά την παραπάνω έννοια του δικαιώματος αυτής να ασκεί έλεγχο και εποπτεία ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας του και να παρέχει δεσμευτικές εντολές και οδηγίες για την προσήκουσα εκτέλεση της παροχής του, ενώ δεν αποδείχθηκε ότι αυτός (ενάγων- εκκαλών) αποτελούσε μέλος του προσωπικού της εναγομένης.
Έτσι, η συνδέουσα τον ενάγοντα με την εναγομένη έννομη σχέση δεν έχει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, όπως αβασίμως χαρακτήρισαν αυτή οι διάδικοι, αλλά το χαρακτήρα της σύμβασης έργου, οπότε η υπό κρίση αγωγή με την οποία αξιώνονται, με βάση τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, μισθοί υπερημερίας λόγω άκυρης απόλυσης, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της οφειλόμενης αποζημίωσης, άλλως αποζημίωση λόγω καταγγελίας και επιπλέον επιδόματα εορτών και αδείας, κρίνεται απορριπτέα ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού, σύμφωνα με τα διαλαμβανόμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη δεν έχουν εφαρμογή οι διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".
Όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν σκεπτικό, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι η ως άνω καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είχε τον χαρακτήρα συμβάσεως μισθώ-σεως έργου και όχι συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως προέβαλλε ο ενάγων, επικαλούμενος ότι εδικαιούτο βάσει της εν λόγω συμβάσεως μισθούς υπερημερίας, επιδόματα εορτών και αδείας και επικουρικώς αποζημίωση απολύσεως, υπό την παραδοχή δε αυτή απέρριψε την αγωγή κατ' ουσίαν, αφού εξαφάνισε την απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, το οποίο είχε απορρίψει την αγωγή ως στερουμένη νομίμου ερείσματος.
Με την εν λόγω κρίση το Μονομελές Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 648 και 681 ΑΚ ως και τις προστατευτικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, διέλαβε δε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθιστώσες εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των εν λόγω διατάξεων.
Συγκεκριμένως, το Μονομελές Εφετείο, αφού διεπίστωσε εμμέσως κενό στην σύμβαση των διαδίκων, προέβη στην ερμηνεία αυτής και μετά προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, χωρίς να είναι κατά τα ανωτέρω αναγκαίο να διαλάβει και σχετική μνεία και ρητή επίκληση αυτών, έκρινε ως προσήκοντα στην εν λόγω σύμβαση τον προαναφερόμενο χαρακτηρισμό.
Η κρίση δε αυτή του Μονομελούς Εφετείου, βάσει όσων στοιχείων ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα, εναρμονίζεται πλήρως προς τις αρχές της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών των προαναφερομένων άρθρων, αφού από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι οι διάδικοι δεν επεδίωξαν την κατάρτιση συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, καθ' όσον η εναγομένη ως εργοδότρια απέβλεπε στην από μέρους του ενάγοντος παροχή συγκεκριμένων υπηρεσιών προς επίτευξη ωρισμένου αποτελέσματος, της παραγωγής και παρουσιάσεως της συγκεκριμένης εκπομπής, και ότι ο ενάγων παρήγε αποκλειστικώς ο ίδιος την εν λόγω εκπομπή, χωρίς να τελεί υπό την εξάρτηση της εναγομένης, υπό την έννοια της υποχρεώσεως υπακοής στις εντολές και οδηγίες αυτής, χωρίς να τηρεί ωράριο εργασίας, υποχρεούμενος μόνον στην εκφώνηση-παρουσίαση της εκπομπής από τον ραδιοφωνικό σταθμό την καθορισμένη ημέρα και ώρα, χωρίς να δεσμεύεται ως προς τον τόπο και τον χρόνο της προετοιμασίας ή τον τρόπο της παρουσιάσεως της εκπομπής και χωρίς καμία παρέμβαση της εναγομένης ως προς την επιλογή των θεμάτων και των προσκεκλημένων της εκπομπής προσώπων, προσδιορίζονται επαρκώς τα βασικά κριτήρια του χαρακτηρισμού της εν λόγω συμβάσεως ως συμβάσεως μισθώσεως έργου, ενώ, εν όψει του αντικειμένου και του σκοπού της εν λόγω συμβάσεως και των πραγματικών συνθηκών παροχής της εργασίας, ούτε ο δοθείς χαρακτηρισμός από τα μέρη ως συμβάσεως εργασίας, ούτε οι κατ' ιδίαν όροι αυτής περί καταβολής της αμοιβής κατά μήνα, περί απαγορεύσεως της απασχολήσεως του ενάγοντος σε άλλη ομοειδή επιχείρηση και περί απασχολήσεως αυτού κατά πλήρες νόμιμο ωράριο επί πενθήμερο εβδομαδιαίως υπό το διευθυντικό δικαίωμα της εναγομένης και την υποχρέωση συμμορφώσεως προς τις εντολές των προϊσταμένων του δεν εξαρκούν να προσδώσουν στην εν λόγω σύμβαση τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας.
Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγοι της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, δια των οποίων προσάπτονται οι αιτιάσεις ότι το Μονομελές Εφετείο παρεβίασε τις διατάξεις των άρθρων 173, 200, 648, 681 ΑΚ και 57 του Συντάγματος ως και τις διατάξεις του εργατικού δικαίου περί καταγγελίας της συμβάσεως εξηρτημένης εργασίας, καθ' όσον εδέχθη ότι ο αναιρεσείων παρείχε τις υπηρεσίες του υπό σύμβαση μισθώσεως έργου και όχι εξηρτημένης εργασίας, δεν έλαβε υπ' όψιν τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων και, παρ' ότι εμμέσως διεπίστωσε κενό στην σύμβαση των διαδίκων, παρέλειψε να προβεί σε ερμηνεία αυτής βάσει των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, προσέτι δε διέλαβε και ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.
Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 εδ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται και εάν το δικαστήριο παρά τον νόμο δεν έλαβε υπ' όψιν πράγματα προταθέντα και έχοντα ουσιώδη επιρροή ως προς την έκβαση της δίκης. Πράγματα κατά την έννοια της εν λόγω διατάξεως θεωρούνται οι ισχυρισμοί, οι οποίοι έχοντες αυτοτελή υπόσταση θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν την άσκηση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώ-ματος και στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως.
Όμως, εάν η μη λήψη υπ' όψιν των εν λόγω ισχυρισμών δεν ασκεί επίδραση επί του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, ο σχετικός λόγος αναιρέ-σεως είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής.
Εν προκειμένω, δια του τρίτου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτεται η αιτίαση ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν τους αγωγικούς ισχυρισμούς ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ των διαδίκων ότι μετά την κατάργηση του ασυμβιβάστου επρόκειτο να επαναπα-σχοληθεί ο αναιρεσείων και ότι κατά τα έτη 2009 και 2010 η εναγομένη τον διαβεβαίωνε ως προς την συνέχεια της συμβάσεώς του.
Ο εν λόγω λόγος όμως, εκ αριθμού 8 εδ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος ως αλυσιτελής και πρέπει να απορριφθεί, αφού και εάν ήθελαν γίνουν δεκτοί κατ' ουσίαν οι ως άνω ισχυρισμοί, δεν θα είχε τούτο επίδραση ως προς τον χαρακτηρισμό της συμβάσεως του αναιρεσείοντος ως συμβάσεως μισθώσεως έργου, τον οποίον εδέχθη το Μονομελές Εφετείο, και την εξ αυτού του λόγου απόρριψη των αγωγικών αξιώσεων, οι οποίες βάση έχουν την σύμβαση εξηρτημένης εργασίας.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του ως προς τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, οι οποίοι ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπ' όψιν πάντα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νομίμως επικαλούνται και προσκομίζουν.
Αφ' ετέρου, δεν απαιτείται να γίνεται στο σκεπτικό της αποφάσεως ειδική μνεία ενός εκάστου αποδεικτικού μέσου, αλλά αρκεί να αναφέρεται ότι ελήφθησαν υπ' όψιν πάντα τα νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος, χωρίς να υφίσταται ανάγκη και ειδικής αξιολογήσεως ενός εκάστου και διακρίσεως εάν παρέχει άμεση απόδειξη ή αποτελεί δικαστικό τεκμήριο, εάν όμως από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως καταλείπεται αμφιβολία εάν ελήφθη υπ' όψιν συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αφορών ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό, ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως της διατάξεως του άρθρου 559 αρ. 11 εδ.
γ' ΚΠολΔ, ότι το δικαστήριο δεν έλαβε υπ' όψιν νομίμως μετ' επικλήσεως προσκομισθέν αποδεικτικό μέσον. Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, συγχωρείται αναίρεση, εάν το δικαστήριο παρεβίασε τους ορισμούς του νόμου εν σχέσει προς την δύναμη των αποδεικτικών μέσων, ενώ από την διάταξη του άρθρου 352 παρ. 1 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η ομολογία του διαδίκου ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου, η οποία δύναται να περιέχεται και στα δικόγραφα των προτάσεων, αποτελεί πλήρη απόδειξη κατά του ομολογήσαντος.
Εν προκειμένω, δια του τετάρτου και τελευταίου λόγου της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προσάπτονται ωσαύτως οι πλημμέλειες ότι το Μονομελές Εφετείο δεν έλαβε υπ' όψιν την ομολογία της εναγομένης δια των προτάσεων αυτής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, την οποία επεκαλέσθη ο αναιρεσείων, ότι η σύμβαση των διαδίκων "ανεστάλη λόγω του ασυμβιβάστου και απλώς ανεστάλη η υποχρέωσή της να καταβάλει μισθό", ότι το έτος 2010 ο αναιρεσείων "εργαζόταν γι' αυτήν" και ότι "το Δ.Σ.
της έλαβε απόφαση να τον απολύσει προσφέροντάς του τη νόμιμη αποζημίωση", άλλως ότι το Μονο-μελές Εφετείο παρεβίασε τον ορισμό του νόμου ως προς την δύναμη του εν λόγω αποδεικτικού μέσου, επίσης ότι δεν έλαβε υπ' όψιν α) την υπογραφομένη από τον Γενικό Διευθυντή της εναγομένης Ι… Π… βεβαίωση, ότι ο αναιρεσείων συνέχιζε να εργάζεται κατά το τέλος του έτους 2008 - αρχές του έτους 2009 ως δημοσιογράφος στον ραδιοφωνικό σταθμό της εναγομένης, β) την από … ς Φεβρουαρίου 2010 επιστολή, υπογραφομένη από την Αναπληρώτρια Γενική Διευθύντρια Δ… Σ… , ότι ομοίως ο αναιρεσείων συνέχιζε να εργάζεται με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, γ) το απόσπασμα των πρακτικών της υπ' αρ.
… συνεδριάσεως του Διοικητικού Συμβουλίου της … ς Μαρτίου 2010 και δ) την απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της … ς Σεπτεμβρίου 2012 περί της εγκρίσεως της καταγγελίας της συμβάσεως του αναιρεσείοντος, τα οποία έγγραφα επεκαλέσθη και προσεκόμισε ο αναιρεσείων. Οι εν λόγω λόγοι όμως, εκ των αριθμών 11 εδ.
γ' και 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν, αφού, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, το Μονομελές Εφετείο μνημονεύει ότι έλαβε υπ' όψιν προς σχηματισμό της κρίσεώς του και όλα τα μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, από την εν λόγω δε μνεία και το όλο περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, στην οποία περιέχονται ειδικώτερες αιτιολογίες επί των προβαλ-λομένων ισχυρισμών, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Μονομελές Εφετείο έλαβε υπ' όψιν του προς σχηματισμό της κρίσεώς του και τα προαναφερόμενα αποδεικτικά μέσα και αναφορικώς προς την ομολογία της εναγομένης ότι προσέδωσε την κατά νόμο αποδεικτική δύναμη.
Κατ' ακολουθίαν, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, συμφώνως προς τις διατάξεις των άρθρων 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ πρέπει να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου - δημοτικής επιχειρήσεως, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματος αυτού, ως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26ης Ιουνίου 2018 αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ' αριθμόν 2083/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου νομικού προσώπου - δημοτικής επιχειρήσεως ποσού χιλίων οκτακοσίων (1800) ευρώ.- ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 12 Μαΐου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ