Supreme Court allows appeal against lower court's failure to apply contract interpretation rules regarding pre-contractual obligations.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding a construction contract dispute. The appellant argued the lower court erred by not applying specific statutory rules for interpreting contract content and intent. The court agreed, finding the lower court's refusal to use standard interpretation provisions a valid ground for reversal.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 166, 173, 200A of the Civil Code; A pre-contractual agreement to sign a specific contract constitutes an independent contract, and the lower court must apply statutory interpretation rules to determine the parties' true intent.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 957 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 957/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα - Εισηγήτρια, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... S.A.", η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό της. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Καραγκούνη, ο οποίος ανακάλεσε την από 25-1-2019 δήλωσή του για παράσταση με το άρθρο 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο. Της αναιρεσίβλητης: ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο ..., η οποία εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται σύμφωνα με το νόμο και το καταστατικό της. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σουβλή.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-3-2010 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1199/2013 του ίδιου Δικαστηρίου και 3189/2015 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13-7-2016 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά την έννοια του άρθρου 166 του Α.Κ., το προσύμφωνο, με το οποίο τα μέρη αναλαμβάνουν την υποχρέωση να συνάψουν ορισμένη σύμβαση, αποτελεί αυτοτελή σύμβαση, η αθέτηση δε της υποχρέωσης αυτής, εφόσον έχει τηρηθεί ο τύπος που ορίζει ο νόμος για τη σύμβαση που πρέπει να συναφθεί, μπορεί να θεμελιώσει υποχρέωση αποζημίωσης, λόγω αδυναμίας εκπληρώσεως της παροχής από την οριστική σύμβαση, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 380 επ.
του Α.Κ. Από τις διατάξεις εξάλλου, των άρθων 513,681 και 683ΑΚ,οι οποίες ορίζουν αντίστοιχα,<με τη σύμβαση της πώλησης ο πωλητής έχει την υποχρέωση να μεταβιβάσει την κυριότητα του πράγματος ή του δικαιώματος που αποτελούν το αντικείμενο της πώλησης και να παραδώσει το πράγμα και ο αγοραστής έχει την υποχρέωση να πληρώσει το τίμημα που συμφωνήθηκε>,<με τη σύμβαση έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή> και <όταν πρόκειται για σύμβαση κατασκευής έργου ,σε περίπτωση αμφιβολίας, αν την ύλη που απαιτείται για το σκοπό αυτό τη χορηγεί ο εργολάβος,εφαρμόζονται οι διατάξεις για την πώληση,και αν τη χορηγεί ο εργοδότης εφαρμόζονται οι διατάξεις για τη σύμβαση έργου>, προκύπτουν τα ακόλουθα:Η σύμβαση πώλησης διαφέρει από τη σύμβαση έργου στο ότι, στη μέν σύμβαση πώλησης ο πωλητής οφείλει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συνιστάμενο στη μεταβίβαση της κυριότητας ενός πράγματος,δεν υποχρεούται όμως στην κατασκευή του ακόμη και αν το πράγμα δεν υπάρχει κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης.
Αντίθετα, στη σύμβαση έργου, ο εργολάβος είναι υποχρεωμένος να παραγάγει ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα(έργο) στο οποίο αποβλέπουν τα μέρη, και όχι απλώς να παράσχει ένα συγκεκριμένο,ήδη έτοιμο, αντικείμενο. Εξάλλου, ο εισαγόμενος με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 683ΑΚ ερμηνευτικός κανόνας, δεν εφαρμόζεται, όταν οι συμβαλλόμενοι εκφράσθηκαν για την έννοια της σύμβασης σαφώς και δεν προκύπτει περί αυτής καμία αμφιβολία, οπότε δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής του(ΑΠ403/1992),όπως ,όταν, παρά τη χορήγηση της ύλης από τον εργολάβο ,στην καταρτισθείσα σύμβαση απαντούν τυπικά στοιχεία της σύμβασης έργου, που είναι ασυμβίβαστα με τη σύμβαση πώλησης, όπως τούτο συμβαίνει στην περίπτωση κατά την οποία ,κατά ρητή ή σιωπηρή συμφωνία των μερών, η εκτέλεση του έργου θα γίνει από τον εργολάβο και το επιτελείο των τεχνιτών που διαθέτει στο εργαστήριο του, όταν το κατασκευαστέο πράγμα έχει προσδιορισθεί στη σύμβαση με ατομικά γνωρίσματα ή ιδιαίτερες ιδιότητες, έτσι ώστε να προσαρμόζεται αποκλειστικά στις ιδιαίτερες προσωπικές ανάγκες και επιθυμίες του παραγγελέως και συνεπώς σε τυχόν περίπτωση άρνησής του να παραλάβει το πράγμα δεν μπορεί ή
δυσχερώς μπορεί να διατεθεί σε άλλον ενδιαφερόμενο. Περαιτέρω, κατά το άρθρο700 του ΑΚ, ο εργοδότης έχει το δικαίωμα να καταγγείλει οποτεδήποτε έως την αποπεράτωση του έργου τη σύμβαση και μάλιστα χωρίς ανάγκη να επικαλεσθεί και να αποδείξει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου, οπότε αυτή λύνεται για το μέλλον και υποχρεούται πλέον ο ίδιος να παραλάβει το έργο στην κατάσταση που αυτό βρίσκεται κατά την καταγγελία, καταβάλλοντας ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή, από την οποία πάντως, ύστερα από ένστασή του, αφαιρείται η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης, καθώς και ο,τιδήποτε άλλο ωφελήθηκε ο εργολάβος από άλλη εργασία του ή παρέλειψε με δόλο να ωφεληθεί.
Ειδικότερα με την καταγγελία της σύμβασης έργου από τον εργοδότη, που αποτελεί άσκηση διαπλαστικού δικαιώματος του και για το κύρος της οποίας δεν απαιτείται η από μέρους του προσφορά στον εργολάβο της συμφωνημένης αμοιβής του, δημιουργούνται αυτόματα για τα μέρη, με τη λύση της σύμβασης που η καταγγελία συνεπάγεται, οι αμοιβαίες υποχρεώσεις για μεν τον εργοδότη να καταβάλει στον εργολάβο ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή του, εφόσον δεν υπάρχουν οι παραπάνω κατ' ένσταση προτεινόμενοι λόγοι περιορισμού αυτής, για δε τον εργολάβο να παραδώσει στον εργοδότη το τμήμα του έργου που μέχρι την καταγγελία εκτέλεσε, ως οφειλόμενη συμβατική αντιπαροχή του, την οποία αν δεν εκπληρώνει, δικαιούται ο εργοδότης να αρνηθεί τότε την πληρωμή της εργολαβικής αμοιβής, προτείνοντας την ένσταση του μη εκπληρωθέντος συναλλάγματος (ΑΠ 1598/2011,1617/2009), οπότε η καταδίκη του στην καταβολή της εργολαβικής αμοιβής θα γίνει με τον όρο της ταυτόχρονης από τον εργολάβο εκπλήρωσης της αντιπαροχής του (άρθρ. 374 - 378 ΑΚ).
Διαφορετική από την καταγγελία του άρθρ. 700 ΑΚ είναι ως προς τις προϋποθέσεις, αλλά και ως προς τις συνέπειες, η υπαναχώρηση από τη σύμβαση έργου, που προβλέπεται από το άρθρ. 686 του ΑΚ, σύμφωνα με το οποίο αν ο εργολάβος δεν αρχίσει έγκαιρα την εκτέλεση του έργου ή αν επιβραδύνει, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, την εκτέλεση του έργου, στο σύνολο της ή εν μέρει, κατά τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, μπορεί ο εργοδότης, ανεξάρτητα από την ύπαρξη πταίσματος του εργολάβου, να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο της παράδοσης του έργου, σε περίπτωση δε υπερημερίας του εργολάβου, διατηρούνται ακέραια τα σχετικά δικαιώματα του εργοδότη.
Με την υπαναχώρηση, η οποία μπορεί να είναι ολική ή μερική, δηλαδή μόνον κατά το ανεκτέλεστο μέρος του έργου, η σύμβαση έργου καταργείται αναδρομικά, ολικά ή αναλόγως εν μέρει, και επέρχονται οι συνέπειες που ορίζονται στο άρθρ. 389§2 του ΑΚ, δηλαδή αποσβήνονται οι συμβατικές υποχρεώσεις προς παροχή και οι συμβαλλόμενοι έχουν αμοιβαία υποχρέωση να αποδώσουν κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τις παροχές που έλαβαν.
Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση μερικής υπαναχώρησης από τη σύμβαση ο εργοδότης οφείλει να καταβάλει στον εργολάβο αμοιβή αντίστοιχη με το μέρος του έργου που αυτός εκτέλεσε και παρέδωσε. Ο εργοδότης, εξάλλου, που ενάγεται από τον εργολάβο για καταβολή της αμοιβής του λόγω καταγγελίας της σύμβασης έργου, κατά το άρθρ. 700 του ΑΚ, μπορεί, αρνούμενος αιτιολογημένα την αγωγή, να ισχυρισθεί ότι δεν κατήγγειλε τη σύμβαση, αλλά ότι υπαναχώρησε απ' αυτή κατά το άρθρ. 686 του ΑΚ ή αναλόγως κατά τα άρθρ. 382, 383 - 385 του ΑΚ, και συνεπώς δεν υποχρεούται σε καταβολή αμοιβής στον εργολάβο, εναπόκειται δε στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει αν η σχετική δήλωση του εργοδότη, που μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, αποτελεί υπαναχώρηση ή καταγγελία, η κρίση του όμως ελέγχεται αναιρετικά από τον Άρειο Πάγο για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ338/2016,1665/2014).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559αριθμ.1ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται,αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου,στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται,αν δεν εφαρμοστεί,ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του,ή αν εφαρμοστεί,ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές,καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα,η δε παραβίαση εκδηλώνεται,είτε με ψευδή ερμηνεία,είτε με κακή εφαρμογή,δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή(Ολ.ΑΠ 10/2011,7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση,η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης,αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ24/2015).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ,αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες,ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή ,που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93παρ.3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απόαυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι τη κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του,όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση,στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων,εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος,αν αυτό διατυπώνεται σαφώς,δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ861/1984). Δηλαδή, αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε(ΑΠ74/2016).Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ,ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚπολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 του Κ.Πολ.Δ, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ2095/2009).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε,με την προσβαλλόμενη απόφαση,κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος,τα ακόλουθα: "Η ενάγουσα(ήδη αναιρεσίβλητη) είναι ανώνυμη βιομηχανική εταιρία, η οποία εδρεύει στο δήμο ..., και δραστηριοποιείται στον τομέα της κατασκευής και πωλήσεως μηχανημάτων και εξοπλισμού σε βιομηχανίες σκυροδέματος, ασφαλτομιγμάτων, τσιμεντοπροϊόντων και λατομεία, κατάρτισε με την εναγομένη, (ήδη αναιρεσείουσα) ανώνυμη εταιρία παραγωγής και εμπορίας προϊόντων επιστρώσεως εξωτερικών και εσωτερικών χώρων, η οποία εδρεύει στην πόλη του ..., σύμβαση έργου, δυνάμει της οποίας ανέλαβε να κατασκευάσει, με δικά της υλικά, για λογαριασμό της τελευταίας, έναντι αμοιβής, τρία παρασκευαστήρια σκυροδέματος, τα οποία θα χρησιμοποιούντο από την εναγομένη στις εγκαταστάσεις του νέου εργοστασίου της, στο ..., για την τροφοδοσία μηχανών παραγωγής τσιμεντοπροϊόντων.
Ειδικότερα, μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις, η ενάγουσα συνέταξε και απέστειλε στην εναγομένη, με βάση τις απαιτήσεις της τελευταίας, μια οικονομοτεχνική προσφορά συνοδευόμενη από σχετικό "προσύμφωνο παραγγελίας παρασκευαστηρίων παραγωγής σκυροδέματος για τσιμεντοπροϊόντα", τα οποία της επιστράφηκαν, στην …, υπογεγραμμένα από την εναγομένη στις 22-2- 2008.
Με την εν λόγω σύμβαση, όπως αυτή αποτυπώνεται και στην άνω οικονομική προσφορά, η ενάγουσα ανέλαβε να κατασκευάσει με δικά της υλικά, στις εγκαταστάσεις του εργοστασίου της, α) ένα παρασκευαστήριο κυβόλιθων - No 1 αποτελούμενο... (ακολουθεί η πλήρης περιγραφή του με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τα εξαρτήματά του), β) ένα παρασκευαστήριο Νο 2 για πλάκες πεζοδρομίου (άνω στρώσεως) αποτελούμενο.....(ακολουθεί η πλήρης περιγραφή του με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τα εξαρτήματά του) και γ) ένα παρασκευαστήριο Νο 3 για πλάκες πεζοδρομίου (κάτω στρώσεως) αποτελούμενο....(ακολουθεί η περιγραφή του με τα τεχνικά χαρακτηριστικά και τα εξαρτήματα του).
Η αρχική αμοιβή της ενάγουσας ορίσθηκε στο ποσόν των 900.000,00 Ευρώ πλέον Φ.Π.Α, χωρίς να συνυπολογίζονται στο ποσό αυτό οι πιθανές αλλαγές που μπορεί να προέκυπταν μέχρι να καταλήξει η εναγομένη ως προς την τελική διάταξη του εξοπλισμού και χωρίς πιθανές αναβαθμίσεις ή προσθήκες που ενδεχομένως ζητούσε η ίδια να γίνουν στοναρχικά προσφερόμενο εξοπλισμό.
Έτσι, με μεταγενέστερη συμφωνία των διαδίκων, συμφωνήθηκε η κατασκευή αναβαθμίσεων και προσθηκών για το ίδιο έργο και ειδικότερα, α) όσον αφορά το πρώτο εκ των άνωπαρασκευαστηρίων (κυβόλιθων), η αύξηση των διαμερισμάτων αδρανώναπό έξι σε οκτώ αντί αμοιβής ύψους 27.000,00 Ευρώ, η προσθήκη δεύτερουζυγού χημικών με δύο αντλίες, αντί αμοιβής ύψους 4.400,00 Ευρώ, ηδημιουργία μηχανισμού διαχειρίσεως δεύτερου ζυγού χημικών απόαυτοματισμό και ηλεκτρολογικά για το ίδιο παρασκευαστήριο αντί αμοιβής ύψους 1.200,00 Ευρώ, η προσθήκη τρίτης πόρτας έναντι αμοιβής 2.200,00 Ευρώ, β) όσον αφορά το δεύτερο παρασκευαστήριο (άνω στρώσης πλακών), η προσθήκη δύο επί πλέον ζυγιστηρίων χημικών με τέσσερεις αντλίες αντί αμοιβής 8.800,00 Ευρώ, η δημιουργία μηχανισμού διαχειρίσεως "των δύο ζυγιστηρίων χημικών από αυτοματισμό και ηλεκτρολογικά αντί αμοιβής 2.400,00 Ευρώ, γ) ο εξοπλισμός αποκονίωσης για το παρασκευαστήριο κυβόλιθων αντί αμοιβής 8.305,00 Ευρώ, δ) η κατασκευή συστήματος διανομής και τροφοδοσίας μέσω μεταφορικών ταινιών του υλικού παραγωγής από το παρασκευαστήριο κυβόλιθων στη μηχανή κυβόλιθων αντί αμοιβής 85.000,00 Ευρώ, ε) η κατασκευή συστήματος διανομής και τροφοδοσίας μέσω μεταφορικών ταινιών του υλικού παραγωγής από το παρασκευαστήριο άνω και κάτω στρώσης πλακών πεζοδρομίου στις μηχανές πλακών, αντί αμοιβής 44.255,00 Ευρώ και στ) η κατασκευή εξοπλισμού αποκονίωσης για τα παρασκευαστήρια υλικού άνω και κάτω στρώσης πλακών (ήτοι έξι φίλτρα, έξι βαλβίδες, έξι δείκτες στάθμης, δύο πίνακες και υλικά ηλεκτρικής εγκαταστάσεως) αντί αμοιβής 15.940,0Ευρώ.
Ήτοι η συνολική, επί πλέον αμοιβή της ενάγουσας για τις άνω πρόσθετες εργασίες ανήλθε στο συνολικό ποσόν των 200.000,00 Ευρώ. Στη συνέχεια επειδή η εναγομένη σκόπευε η επίδικη επένδυσή της, κατά το μέρος που αφορούσε το πρώτο εκ των άνω παρασκευαστηρίων (κυβόλιθων) να υπαχθεί σε αναπτυξιακό νόμο και να χρηματοδοτηθεί για ένα τμήμα του επίδικου έργου, ζήτησε από την ενάγουσα την έκδοση προτιμολογίου με αναλυτική περιγραφή του εξοπλισμού για το συγκεκριμένο τμήμα του έργου και της συμφωνηθείσας αντίστοιχης αμοιβής για την κατασκευή του.
Έτσι η τελευταία εξέδωσε δύο προτιμολόγια συνολικής αξίας 800.000,00 και 300.000,00 Ευρώ, αντίστοιχα, πλέον Φ.Π.Α. 19%, τα οποία και παρέδωσε για τον προαναφερθέντα σκοπό στην εναγόμενη, στα οποία η αμοιβή της ενάγουσας προσδιορίσθηκε στα ποσά των 345.300,00 Ευρώ για το πρώτο παρασκευαστήριο (κυβόλιθων), των 386.200,00 Ευρώ για το δεύτερο παρασκευαστήριο σκυροδέματος υλικού άνω στρώσεως πλακών πεζοδρομίου, των 215.000,00 Ευρώ για το παρασκευαστήριο σκυροδέματος υλικού κάτω στρώσεως πλακών πεζοδρομίου, των 8.305,00 Ευρώ για τον εξοπλισμό αποκονίωσης του σιλό τσιμέντου του πρώτου παρασκευαστηρίου (κυβόλιθων) και των 15.940,00 Ευρώ για τον αντίστοιχο εξοπλισμό αποκονίωσης των σιλό τσιμέντων των δεύτερου και τρίτου παρασκευαστηρίων (σκυροδέματος για πλάκες πεζοδρομίου)...Έναντι της άνω συνολικής αμοιβής η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα το συνολικό ποσόν των 420.000,00 Ευρώ και συγκεκριμένα, το ποσόν των 270.000,00 Ευρώ στις 22-2-2008, ήτοι κατά την υπογραφή του άνω προσυμφώνου και το ποσόν των 150.000,00 Ευρώ με μεταχρονολογημένες τραπεζικές επιταγές (με φερόμενη ημεροχρονολογία εκδόσεως την 31-10-2008) που της παραδόθηκαν στις 25-7-2008 και πληρώθηκαν, όπως άλλωστε, εκατέρωθεν δεν αμφισβητείται.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η σύμβαση που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων είχε σαφώς το χαρακτήρα της συμβάσεως έργου, λαμβανομένου υπόψη επί πλέον, ότι σ' αυτήν απαντώνται χαρακτηριστικά στοιχεία της εν λόγω συμβάσεως που δεν συμβιβάζονται με τη σύμβαση πωλήσεως, όπως η συμφωνία για την εκτέλεσή της με προσωπική εργασία του εργολάβου και των τεχνιτών που αυτός διαθέτει, το γεγονός ότι τα συμβαλλόμενα μέρη απέβλεψαν στην κατασκευή και παράδοση των επίδικων παρασκευαστηρίων ως κύρια παροχή, ότι οι επίδικες κατασκευές (παρασκευαστήρια κυβόλιθων, σκυροδέματος άνω και κάτω στρώσης πλακών πεζοδρομίου, μετά των προσθέτων αναβαθμίσεων και εξοπλισμού) προσδιορίσθηκαν στη σύμβαση με ατομικά γνωρίσματα και ιδιαίτερες ιδιότητες, έτσι ώστε να προσαρμοσθούν ειδικά στις συγκεκριμένες ανάγκες και επιθυμίες της εργοδότριας - εναγομένης και σε περίπτωση αρνήσεως εκ μέρους της να παραλάβει αυτές, η ενάγουσα να μην μπορεί να τις διαθέσει σε άλλο ενδιαφερόμενο ...Περαιτέρω, από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Η ενάγουσα άρχισε έγκαιρα την κατασκευή του πρώτου εκ των άνω παρασκευαστηρίων του οποίου η παράδοση είχε συμφωνηθεί να γίνει έως το τέλος Ιουλίου 2008 - η παράδοση των άλλων δύο παρασκευαστηρίων είχε συμφωνηθεί να γίνει έως τα τέλη Δεκεμβρίου του ίδιου έτους - πλην όμως συμφώνησε κατόπιν αιτήματος της εναγομένης, να παραταθεί η εν λόγω παράδοση έως το μήνα Οκτώβριο του ίδιου έτους, στις αρχές του οποίου πράγματι, άρχισε η παράδοσή του, η οποία και ολοκληρώθηκε στις 9-10-2008.
Κατά την παράδοση των πρώτων τμημάτων του παρασκευαστηρίου κυβόλιθων η εναγόμενη παρατήρησε ατέλειες και κακοτεχνίες τις οποίες διαπίστωσε,κατόπιν αυτοπροσώπου εξετάσεώς τους, και ο νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας. Η εναγόμενη ζήτησε τη διόρθωσή τους και ο τελευταίος συμφώνησε να γίνει αυτή, από το προσωπικό της εναγομένης και με την επίβλεψη ενός δικού της τεχνίτη, αναλαμβάνοντας έναντί της την κάλυψη του σχετικού κόστους.
Οι εργασίες αποκαταστάσεως των κακοτεχνιών και ατελειών και επί πλέον της εγκαταστάσεως του μηχανολογικού και ηλεκτρολογικού εξοπλισμού που απαιτούνταν για τη λειτουργία του άνω παρασκευαστηρίου διήρκεσαν έως το τέλος περίπου του έτους 2008, με τους διαδίκους να ερίζουν πλέον ως προς τα αίτια της εν λόγω καθυστερήσεως, την οποία η μεν ενάγουσα απέδιδε στην έλλειψη διαθέσεως από πλευρά της εναγομένης καταλλήλου από απόψεως αριθμού και τεχνικών γνώσεων προσωπικού για την αποκατάσταση των κακοτεχνιών, η δε εναγόμενη στην έκταση των τελευταίων (κακοτεχνιών).
Εν τέλει, και αφού προηγήθηκε η από 24-12-2008 επιστολή της ενάγουσας προς την εναγομένη - στην οποία η ενάγουσα δήλωνε ότι είναι πρόθυμη να αποκαταστήσει όσες ατέλειες υπήρχαν στο εξοπλισμό που είχε παραδοθεί, ενημερώνοντας όμως ταυτόχρονα, ότι προϋπόθεση για την ολοκλήρωση της μηχανολογικής ανεγέρσεως και ηλεκτρολογικής εγκαταστάσεως του παρασκευαστηρίου κυβόλιθων ήταν η προηγούμενη ηλεκτροδότησή του με κατάλληλης ισχύος ηλεκτρικό ρεύμα - η οποία αποδείχθηκε ότι εκκρεμούσε μέχρι τις 22-1-2008, οπότε και θα μετέβαιναν στις εγκαταστάσεις της εναγομένης στο ...
οι αυτοματιστές της για να αρχίσουν δοκιμαστική εργασίες -, η εναγομένη απηύθυνε προς την ενάγουσα την από 16-1-2009 επιστολή της, στην οποία αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, επί λέξει (χωρίς συντακτικές και ορθογραφικές διορθώσεις) τα εξής: "Στα πλαίσια της συνεργασίας μας και κατά τη διάρκεια παράδοσης των διαφόρων μερών αλλά και στη φάση συναρμολόγησης/εγκατάστασης του παρασκευαστηρίου κυβόλιθων που έχουμε συμφωνήσει να μας προμηθεύσετε, όπου είχαν παρουσιασθεί κατασκευαστικές ατέλειες και ουσιαστικές διορθώσεις του εξοπλισμού που μας παραδόθηκε, σας είχαμε ενημερώσει ότι: 1ον:
δεν θα προμηθευτούμε κανένα νέο παρασκευαστήριο από την ... παρά μόνον εφόσον εάν μας παραδοθεί πλήρης και σε λειτουργία το υπό κατασκευή παρασκευαστήριο κυβόλιθων, παραληφθεί εγγράφως από εμάς για το "καλώς έχειν" του εξοπλισμού και εάν μείνουμε πλήρως και απολύτως ικανοποιημένοι. 2ον: δεν θα παραγγείλουμε το 1°παρασκευαστήριο για πλάκες από την ...
αλλά θα μεταφέρουμε το αντίστοιχο δικό μας που λειτουργεί στις υφιστάμενες εγκαταστάσεις μας στο ... και 3ον: να μην προχωρήσετε προσωρινά σε καμία επιμέρους κατασκευή ούτε για το 2° παρασκευαστήριο για πλάκες και για τους λόγους αυτούς άλλωστε δεν προβήκαμε ποτέ στην παραγγελία και άλλου παρασκευαστηρίου.
Με την παρούσα και σε απάντηση σχετικού ερωτήματος που μας θέσατε με την από 29-12-2008 επιστολή σας, σας ενημερώνουμε ότι η απόφαση της εταιρίας μας προς το παρόν είναι να μην προβούμε πλέον σε καμμία παραγγελία για άλλο παρασκευαστήριο από την ... δια δεν απαιτείται να προχωρήσετε σε κανενός είδους προεργασία.
Σε περίπτωση κατά την οποία αποφασιστεί η προμήθεια ενός παρασκευαστηρίου για πλάκες, θα σας καλέσουμε για την διαπραγμάτευση και την υπογραφή σχετικής σύμβασης πριν από οποιαδήποτε ενέργειά σας". Στη συνέχεια της άνω επιστολής, η εναγομένη αναφέρεται αορίστως σε κακοτεχνίες του υπό παράδοση παρασκευαστηρίου και στην καθυστέρηση που υπήρξε για την διόρθωση τους, εκθέτει ότι ο σχεδιασμός εφαρμογής του συγκροτήματος του ίδιου παρασκευαστηρίου (κυβόλιθων) ήταν εσφαλμένος και μη εφαρμόσιμος στην πράξη, ότι μέχρι και την ημερομηνία συντάξεως της επιστολής διορθώνονταν θέσεις εξαρτημάτων του εν λόγω παρασκευαστηρίου με μηχανήματα άλλων προμηθευτών, για να καταλήξει όμως, ότι στην μονάδα κυβόλιθων "έχουν ολοκληρωθεί όλες οι επιμέρους εργασίες και προμήθειες μηχανημάτων εκτός του δικού σας εξοπλισμού, την κατασκευή του οποίου περιμένουμε να ολοκληρώσετε ώστε επιτέλους να μπορέσει να λειτουργήσει η μονάδα αυτή", καλώντας εν τέλει την εναγομένη "ότι πρέπει να κάνετε ότι είναι δυνατόν, για να ολοκληρώσετε το έργο που σας αναθέσαμε και αναλάβατε να εκτελέσετε".
Από το προεκτεθέν, κατά τα ενδιαφέροντα μέρη του, περιεχόμενο της άνω επιστολής, το οποίο είναι σαφές, με συνέπεια να μην απαιτείται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των αρ. 173 και 200 Α.Κ, αποδεικνύεται ότι η εναγομένη ζήτησε μεν την παράδοση του πρώτου παρασκευαστηρίου κυβόλιθων, εμμένοντας κατά το μέρος αυτό στην ένδικη σύμβαση, κατήγγειλε δε αυτή, χωρίς μάλιστα να επικαλείται ειδικούς λόγους λύσεως της συμβάσεως, με συνέπεια η τελευταία να λυθεί για το μέλλον, κατά το μέρος που αφορούσε τα λοιπά παρασκευαστήρια, σκυροδέματος πλακών πεζοδρομίου.
Ο προβαλλόμενος με τις από 12-9-2012 προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος επαναφέρεται με τους δεύτερο και τέταρτο λόγους της ένδικης εφέσεως, αντίθετος ισχυρισμός της εναγομένης, περί υπαναχωρήσεώς της, κατ'αρθρ.686 παρ. 1 εδ. α' Α.Κ, από την ένδικη σύμβαση, επειδή η ενάγουσα καθυστερούσε στην εκτέλεση του έργου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, διότι αυτή αφενός με την ένδικη επιστολή της και παρά τις διατυπούμενες αιτιάσεις της περί καθυστερήσεως της εκτελέσεως του έργου, οι οποίες όμως, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της τελευταίας, αφορούσαν μόνον το πρώτο παρασκευαστήριο (κυβόλιθων), εν τέλει ενέμεινε στην ένδικη σύμβαση ως προς αυτό, ζητώντας την ολοκλήρωση των σχετικών εργασιών από την πλευρά της ενάγουσας, αφετέρου δε, ουδένα λόγο συναπτόμενο με καθυστέρηση στην κατασκευή των λοιπών παρασκευαστηρίων σκυροδέματος πλακών πεζοδρομίου επικαλέσθηκε, εκθέτοντας απλώς ότι για τους αναφερόμενους στην άνω επιστολή της λόγους, οι οποίοι ανάγονταν σε επιλογές της που σχετίζονταν με την οικονομική - επιχειρηματική πολιτική της, ήτοι από λόγους που ενέπιπταν στη δική της επιχειρηματική σφαίρα εξουσίας και εξυπηρετούσαν το δικό της επιχειρηματικό συμφέρον, δεν επιθυμούσε πλέον την κατασκευή και παράδοσή τους.
Αποδείχθηκε δε ότι εν λόγω επιλογή της εναγομένης δεν ήταν άσχετη με την εκ μέρους της επιδίωξη καταρτίσεως συμφωνίας με άλλη εταιρία και συγκεκριμένα την τουρκική εταιρία "..." για την κατασκευή από αυτήν των εν λόγω παρασκευαστηρίων σκυροδέματος πλακών πεζοδρομίου, μετά της οποίας είχε ήδη έλθει σε διαπραγματεύσεις - πριν από την αποστολή της ένδικης επιστολής - και ειδικότερα, τουλάχιστον πριν από τις 6-1- 2009, οπότε η άνω εταιρία απέστειλε προς την εναγομένη την με την ίδια ημεροχρονολογία προσφορά της (Proforma Invoice) για την κατασκευή από αυτήν των άνω παρασκευαστηρίων αντί αμοιβής 555.000,00 Ευρώ.
Σημειώνεται ότι εν τέλει η εναγομένη συνεβλήθη με την άνω τουρκική εταιρία το μήνα Μάρτιο του έτους 2009 και η τελευταία εκτέλεσε το ανατεθέν σ' αυτή έργο. Επομένως, ...η εναγομένη μετά την καταγγελία της ένδικης συμβάσεως, κατά το άνω μέρος, οφείλει στην ενάγουσα το σύνολο της συμφωνηθείσας αμοιβής της για τα άνω δύο παρασκευστήρια σκυροδέματος πλακών πεζοδρομίου (άρθρ.700 Α.Κ)...Περαιτέρω,..., η εναγομένη οφείλει στην ενάγουσα και ολόκληρη τη συμφωνημένη αμοιβή της για τα δύο παρασκευαστήρια σκυροδέματος πλακών πεζοδρομίου μετά των επί πλέον αναβαθμίσεων και συστημάτων και ειδικότερα α) το ποσόν των 386.200 Ευρώ ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατασκευή του παρασκευαστηρίου σκυροδέματος Νο3 για την παραγωγή υλικού άνω στρώσεως για πλάκες πεζοδρομίου, β) το ποσόν των 44.255,00 Ευρώ ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατασκευή συστήματος διανομής από τα παρασκευαστήρια Νο2 και Νο3 στις μηχανές πλακών, γ) το ποσόν των 15.940,00 Ευρώ για την κατασκευή εξοπλισμού αποκονιώσεως για σιλό τσιμέντου των παρασκευαστηρίων Νο2 και Νο3 και δ) το ποσόν των 215.000,00 Ευρώ, ως συμφωνηθείσα αμοιβή για την κατασκευή του παρασκευαστηρίου σκυροδέματος Νο2 για την παραγωγή υλικού κάτω στρώσεως για πλάκες πεζοδρομίου και συνολικά από την άνω αιτία, το ποσόν των 661.395,00 Ευρώ (386.200 + 44.255,00 + 15.940,00 +215.000,00)...".Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές,το Εφετείο,ακολούθως,αφού δέχθηκε τις αντίθετες από 19-4- 2013 και 25-6-2013 εφέσεις των διαδίκων κατά της 1199/2013 απόφασης του πρωτοβαθμίου (Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών) Δικαστηρίου που είχε δεχθεί την από 1-3-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης για το ποσό των 27.344,78 ευρώ,την δέχθηκε για το ποσό των 667.573,71 ευρώ, το οποίο αναγνώρισε ότι της οφείλει ως εργολαβική αμοιβή η αναιρεσείουσα, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επίδοσης της αγωγής. 'Ετσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, ανελέγκτως, ότι οι διάδικοι συνήψαν στις 22-2-2008 σύμβαση δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει με δικά της υλικά για λογαριασμό της αναιρεσείουσας, έναντι αμοιβής, τρία παρασκευαστήρια σκυροδέματος που θα χρησιμοποιούνταν από την τελευταία στις εγκαταστάσεις του νέου εργοστασίου της, για την τροφοδοσία μηχανών παραγωγής τσιμεντοπροϊόντων, με την οποία κατά την σαφώς εκφρασθείσα βούλησή τους απέβλεψαν κυρίως στην κατασκευή των εν λόγω παρασκευαστηρίων ως κύρια παροχή, ενόψει του ότι αυτή είχε συμφωνηθεί να πραγματοποιηθεί με προσωπική εργασία της αναιρεσίβλητης και των τεχνιτών της ,ενώ και κατά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα είχαν προσδιορισθεί (στα παρασκευαστήρια) ατομικά γνωρίσματα και ιδιαίτερες ιδιότητες προσαρμοσμένες στις συγκεκριμένες ανάγκες της αναιρεσείουσας, ώστε να μην μπορούν να διατεθούν σε άλλον ενδιαφερόμενο,ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των έρθρων 681επ.ΑΚ,που ήταν εφαρμοστέες και δεν εφάρμοσε αυτές των άρθρων 166 και 513επ.ΑΚ,με την παραδοχή ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε σύμβαση μίσθωσης έργου και όχι (προσύμφωνο) πώλησης.
Με τον πρώτο με αριθμό 1 αναιρετικό λόγο από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 166ΑΚ,αφού με τις παραδοχές ότι "μετά από πολύμηνες διαπραγματεύσεις η ενάγουσα συνέταξε και απέστειλε στην εναγομένη ...μία οικονομοτεχνική προσφορά συνοδευόμενη από σχετικό προσύμφωνο παραγγελίας παρασκευαστηρίου παραγωγής σκυροδέματος ...τα οποία της επιστράφησαν ...υπογεγραμμένα από την εναγομένη στις 22-2-2008...με την εν λόγω σύμβαση όπως αποτυπώνεται και στην άνω οικονομική προσφορά η ενάγουσα ανέλαβε να κατασκευάσει ...τα εκεί αναφερόμενα τρία παρασκευαστήρια...ζήτησε από την ενάγουσα την έκδοση προτιμολογίου με αναλυτική περιγραφή του εξοπλισμού...έτσι η τελευταία ξέδωσε δύο προτιμολόγια...",δέχεται ρητά την κατάρτιση προσυμφώνου και όχι τελειωμένης σύμβασης.
Ο ανωτέρω λόγος, τον οποίο επιχειρεί να θεμελιώσει η αναιρεσείουσα με την αποσπασματική και μεμονωμένη έκθεση των παραδοχών της προσβαλλόμενης, είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση,αφού η αναφορά από το Εφετείο του "προσυμφώνου παραγγελίας"(όπως ήταν ο εντός εισαγωγικών τεθείς με την προσβαλλόμενη απόφαση τίτλος του εγγράφου), της οικονομοτεχνικής προσφοράς και της έκδοσης προτιμολογίων, δεν αναιρεί την σαφή παραδοχή του περί σύναψης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων.
Με τον δεύτερο λόγο της κρινόμενης αίτησης από το άρθρο 559αριθμ.1ΚΠολΔ,η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο πως με την παραδοχή του, ότι η αναιρεσίβλητη παράγει βιομηχανικά εργαστήρια τσιμέντου, όπως αυτά που παρήγγειλε η ίδια (αναιρεσείουσα) και παρά το ότι, δεν προκύπτει σημαντική διαφοροποίηση των παρασκευαστηρίων που αυτή παρήγγειλε από τους βασικούς τύπους νούμερο 1,2 και 3 που καλύπτουν τις συνήθεις ανάγκες μιάς βιομηχανίας κυβόλιθων και πλακών πεζοδρομίου ,χωρίς να υφίσταται διαφοροποίηση από τον καθορισμό ιδιαίτερων χαρακτηριστικών αυτών, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε, τουλάχιστον ως προς την αρχική συμφωνία των διαδίκων,την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 513ΑΚ.
Ο λόγος είναι προεχόντως απαράδεκτος, εφόσον η αναιρεσείουσα,με την κατ' επίφαση επίκληση της ανωτέρω αναιρετικής πλημμέλειας ,επιχειρεί να πλήξει την αναιρετικώς ανέλεγκτη επί της ουσίας αντίθετη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού από το Εφετείο, όπως αυτός εκτέθηκε παραπάνω. Το προαναφερθέν εξάλλου, αποδεικτικό πόρισμα της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με την κατάρτιση οριστικής σύμβασης μίσθωσης έργου μεταξύ των διαδίκων, έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί αναφέρονται σε αυτό με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς ενδοιαστικές κρίσεις, τα πραγματικά εκείνα γεγονότα που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής της προαναφερθεισών διατάξεων, απορριπτομένων όσων περί του αντιθέτου υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους πρώτο, κατά το δεύτερο σκέλος και τρίτο λόγους της κρινόμενης αίτησης.
Ειδικότερα, με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος, αναιρετικό της λόγο από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο, αφενός μεν για ενδοιαστική και αντιφατική αιτιολογία σχετικά με το εάν και πότε και με ποιο τρόπο καταρτίστηκε "η οριστική σε εκτέλεση του προσυμφώνου σύμβαση", αφετέρου δε για αντιφατική παραδοχή σύναψης οριστικής σύμβασης, σε σχέση με τη ρητή προηγηθείσα παραδοχή της, η οποία προκύπτει και από το εκτιθέμενο σε αυτή περιεχόμενο της από 16.1.2009 επιστολής, περί κατάρτισης προσυμφώνου.
Ο ανωτέρω λόγος είναι απαράδεκτος ως επί εσφαλμένης προϋποθέσεως, ως προς αμφότερες τις αιτιάσεις του. Συγκεκριμένα, δεν υφίσταται παραδοχή του Εφετείου περί σύναψης προσυμφώνου, ούτε αποτελεί τέτοια, η αναφορά, εντός μάλιστα εισαγωγικών, του τίτλου του αποσταλέντος από την αναιρεσίβλητη εγγράφου, ούτε και προκύπτει η ύπαρξη τέτοιας παραδοχής από το εκτεθέν περιεχόμενο της προαναφερθείσας επιστολής της αναιρεσείουσας, ώστε να απαιτείται η ανάγκη έκθεσης του τρόπου κατάρτισης της οριστικής σε εκτέλεση του προσυμφώνου σύμβασης και να δημιουργείται αντίφαση με την σαφή, περί κατάρτισης, στις 22-2-2008, σύμβασης μεταξύ των διαδίκων, παραδοχή του Εφετείου.
Περαιτέρω,για την πληρότητα της αιτιολογίας ως προς την παραδοχή του Εφετείου περί σύναψης μεταξύ των διαδίκων σύμβασης έργου και όχι πώλησης δεν χρειαζόταν η επί πλέον αναφορά του λόγου για τον οποίον οι διάδικοι δεν απέβλεψαν στη μεταβίβαση της κυριότητας των παρασκευαστηρίων με τις συγκεκριμένες ιδιότητες.
Επομένως,ο περί του αντιθέτου τρίτος από το άρθρο 559αριθμ.19ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος είναι αβάσιμος.Η περιλαμβανόμενη εξάλλου στον ίδιο αναιρετικό λόγο αιτίαση για εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 513και 681ΑΚ,διότι με βάση τις παραδοχές του Εφετείου τα παραγγελθέντα παρασκευαστήρια ανήκουν στους βασικούς τύπους αυτών που παράγει η αναιρεσίβλητη ,ενώ το ότι καθορίστηκαν με ακρίβεια τα μέρη αυτών,δεν καθιστά την συναφθείσα σύμβαση, σύμβαση μίσθωσης έργου, είναι απαράδεκτη, εφόσον με την κατ' επίφαση επίκλησή της πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη επί της ουσίας εκτίμηση των αποδείξεων.
Ο ίδιος, επίσης αναιρετικός λόγος, κατά την επικαλούμενη αντίφαση στην σχετική αιτιολογία της παραδοχής του Εφετείου περί σύναψης σύμβασης μίσθωσης έργου,είναι απαράδεκτος, εφόσον δεν αναφέρεται σε τι συνίσταται η αντίφαση.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, τα οποία οι διάδικοι νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, χωρίς να επιβάλλεται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, αρκεί να καθίσταται απολύτως βέβαιο από το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίστηκαν από τους διαδίκους, αρκεί δηλαδή η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου που έλαβε υπόψη το δικαστήριο (ΟλΑΠ2/2008).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αιτίαση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων κατά το άρθρο 561 παρ. 1ΚΠολΔ (ΑΠ600/2016).Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τον πρώτο κατά το τρίτο σκέλος του, αναιρετικό λόγο, από το άρθρο 559 αριθμ.11γ ΚΠολΔ, μέμφεται το Εφετείο,ότι προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα περί σύναψης σύμβασης δεν έλαβε υπόψη το έγγραφο με τίτλο "Ιδιωτικό συμφωνητικό προμήθειας και εγκατάστασης εξοπλισμού παραγωγής σκυροδέματος που θα τροφοδοτεί μηχανές παραγωγής τρσιμεντοπροιόντων"που είχε επικαλεσθεί και προσκομίσει ενώπιον του ,από την έλλειψη υπογραφής στο οποίο προέκυπτε ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση.
Ο ανωτέρω λόγος είναι αβάσιμος,εφόσον τόσο από τη ρητή βεβαίωση του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα,είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων,όσο και από τις παραδοχές και αιτιολογίες του καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και το ανωτέρω έγγραφο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο για εσφαλμένη εκτίμηση του περιεχομένου του εν λόγω εγγράφου συνεπεία της έλλειψης υπογραφής του νομίμου εκπροσώπου της είναι απαράδεκτος, εφόσον πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη ως προς την εκτίμησή του κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάσθηκαν οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Οι ερμηνευτικοί αυτοί κανόνες εφαρμόζονται από το δικαστήριο της ουσίας, όταν, κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό, κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση βούλησης των συμβαλλομένων.
Η διαπίστωση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας μπορεί είτε να αναφέρεται στην απόφαση ρητώς, είτε να προκύπτει απ' αυτήν εμμέσως, όταν, παρά τη μη ρητή αναφορά της διαπίστωσής της, ή ακόμα και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο προβαίνει σε ερμηνεία της σύμβασης, ερμηνεία η οποία αποκαλύπτει ότι το δικαστήριο βρέθηκε μπροστά σε κενό ή αμφιβολία σχετικά με τη δήλωση της βούλησης των συμβαλλομένων, τα οποία ακριβώς δημιούργησαν την ανάγκη να καταφύγει σε ερμηνεία της.
Εάν, παρά την άμεση ή έμμεση αυτή διαπίστωση της ύπαρξης κενού ή αμφιβολίας, το δικαστήριο της ουσίας,προβεί σε ερμηνεία, δεν προσφύγει όμως για να ανεύρει την αληθινή βούληση των συμβληθέντων, στους ερμηνευτικούς κανόνες που περιέχονται στις πιο πάνω διατάξεις, παραβιάζει, με τη μη εφαρμογή τους, τους κανόνες αυτούς, ο πρώτος από τους οποίους εξαίρει το υποκειμενικό στοιχείο της δήλωσης, δηλαδή την άποψη του δηλούντος και απαιτεί η ερμηνεία να μην προσκολλάται στις λέξεις της δήλωσης αλλά να αναζητεί την αληθινή βούληση του δηλούντος, ο δε δεύτερος εξαίρει το αντικειμενικό στοιχείο, δηλαδή την άποψη των συναλλαγών και επιβάλλει η δήλωση να ερμηνεύεται όπως απαιτεί η καλή πίστη, για τον προσδιορισμό της οποίας και μόνο θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 1503/2005, 185/2004).
Η διαπίστωση εξάλλου από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητώς στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα απ' αυτή, όπως συμβαίνει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε συσχετισμό των όρων αυτής ή αντλεί επιχειρήματα από το σκοπό της (ΑΠ 849/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση,με το αποδεικτικό πόρισμα του Εφετείου,ότι η αναιρεσείουσα με την από 16-1-2009 επιστολή που απηύθυνε προς την αναιρεσίβλητη, κατήγγειλε την μεταξύ τους καταρτισθείσα σύμβαση κατά το ανεκτέλεστο μέρος της και δεν υπαναχώρησε από αυτό, παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173 και 200ΑΚ.Ειδικότερα,ενώ δέχεται ότι το περιεχόμενο της ανωτέρω επιστολής "είναι σαφές με συνέπεια να μην απαιτείται η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200", προκειμένου να αντικρούσει τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί υπαναχώρησης από τη σύμβαση και όχι καταγγελίας αυτής, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσίβλητη, διατυπώνει ερμηνευτικούς συλλογισμούς και συμπεράσματα, αναζητεί επιχειρήματα για την κατανόηση της επίμαχης επιστολής και προσφεύγει για τον ίδιο λόγο και σε άλλο στοιχείο που βρίσκεται εκτός του κειμένου της.
Τούτο εξάγεται από το συσχετισμό του περιεχομένου της, στον οποίο καταφεύγει,την άντληση επιχειρημάτων από αυτό ,με την αναφορά ότι από την εν λόγω επιστολή προκύπτει, ότι οι αιτιάσεις της αναιρεσίβλητης για καθυστέρηση και κακοτεχνίες του έργου αφορούσαν μόνο το πρώτο παρασκευαστήριο ,ότι δεν επικαλείται ειδικούς λόγους λύσης της σύμβασης, ότι ουδένα λόγο συναπτόμενο με καθυστέρηση στην κατασκευή των λοιπών παρασκευαστηρίων σκυροδέματος πλακών πεζοδρομίου επικαλέσθηκε,ότι εκθέτει (με την επιστολή) απλώς πως για λόγους που ενέπιπταν στη δική της επιχειρηματική σφαίρα εξουσίας δεν επιθυμούσε πλέον την κατασκευή και παράδοση των λοιπών παρασκευαστηρίων.
Πλέον αυτού δε, το Εφετείο προσφεύγει και αξιολογεί, ως επιχείρημα, και το εκτός του περιεχομένου της επιστολής, στοιχείο, της επιδίωξης δηλαδή και τελικά πραγματοποίησης από την αναιρεσείουσα σύναψης σύμβασης με την τουρκική εταιρία "...",για την ολοκλήρωση του έργου. Με την προεκτεθείσα κατάστρωση του αποδεικτικού πορίσματος, εμμέσως πλην σαφώς η προσβαλλόμενη απόφαση προβαίνει σε ερμηνεία του περιεχομένου της από 16-1-2009 επιστολής, προκειμένου να αναζητήσει την πράγματι ηθελημένη και διατυπωθείσα με αυτή βούληση της αναιρεσείουσας ως προς την εξέλιξη της μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσας σύμβασης, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173, 200ΑΚ, τους οποίους, ούτε αυτούς τους ίδιους ,ούτε τις διατάξεις που τους περιέχουν, αναφέρει, (αντίθετα ρητώς αποκλείει την εφαρμογή τους), ούτε από το περιεχόμενό της συνάγεται ότι έκανε χρήση αυτών.
Επομένως, είναι βάσιμος ο τέταρτος κατά το τρίτο σκέλος του αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα, κατ' επίκληση πλημμέλειας από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη μη εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου ανωτέρω διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών,πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολο της (κατά το μέρος της βεβαίως που αφορά στην εξέλιξη της καταρτισθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης μίσθωσης έργου,όπως αμετάκλητα πλέον έγινε δεκτό),ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών αναιρετικών λόγων που αφορούν το μέρος αυτό,λόγω της πλήρους αναιρετικής εμβέλειας του γενόμενου δεκτού,και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές,εκτός εκείνων που την εξέδωσαν (αρθρ. 580 παρ. 3 ΚπολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του κατατεθέντος παραβόλου (άρθρ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα αυτής (αρθρ. 176 183 ΚΠολΔ) κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3189/2015 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Απριλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 30 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ