Supreme Court dismisses appeal against insurance liability judgment regarding mental distress damages and interest rates.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the insurance company's appeal against the Third Instance Court's judgment in a car accident liability case. The court upheld the lower court's refusal to apply a 2012 law limiting interest rates to 6% per annum, ruling it unconstitutional. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay legal costs and court fees.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559(1) of the Code of Civil Procedure; Art. 4, 20(1), 25 of the Constitution; Art. 6(1) of the ECHR; The court must not apply a statutory provision limiting interest rates if it violates constitutional rights and international treaties.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 957 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 957/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. χας Σ. Σ., το γένος Ι. Κ., κατοίκου ..., 2) Π. Σ. του Σ., 3) Σ. συζ. Π. Σ., το γένος Δ. Τ., 4) Ι. Σ. του Π., 5) Δ. Σ. του Π., κατοίκων ..., 6) Ι. Κ. του Γ., 7) Μ. συζ. Ι. Κ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Γλύκα με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 8) Φ. Σ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Ζέμπερη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2006 αγωγή των ήδη πέντε πρώτων των αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με τις από 4-12-2006 (αρ. εκθ. καταθ. ...2006) και 10-4-2007 (αρ. εκθ. καταθ. .../2007 και ...2007) παρεμπίπτουσες αγωγές της "... ΑΕΓΑ", στη θέση της οποίας έχει ήδη υπεισέλθει το αναιρεσείον "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", με την από 22-12-2006 αγωγή της "... ΕΠΕ", μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, με την από 30-1-2007 αγωγή του ήδη 8ου των αναιρεσιβλήτων, καθώς και με την από 26-3-2007 αγωγή των ήδη 6ου και 7ης των αναιρεσιβλήτων.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5416/2011 μη οριστική και 4282/2014 οριστική του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 14-4-2015 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 13-5-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της από 14-4-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4282/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του 8ου των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 14.4.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση διώκεται η αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4282/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού. Ειδικότερα, οι αναιρεσίβλητοι (ενάγοντες) άσκησαν εναντίον της ασφαλιστικής εταιρίας "..." Α.Ε.Γ.Α και εναντίον των Φ.
Γ. και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης ... ΕΠΕ τις παρακάτω αγωγές αποζημίωσης, απευθυνόμενες στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με τις οποίες οι επτά πρώτοι αναιρεσίβλητοι ζητούσαν αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής για τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Σ. Σ. στο τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 11-3-2006 στην Λ.
Βουλιαγμένης και ο όγδοος αναιρεσίβλητος, ο οποίος ήταν συνεπιβάτης στο αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Σ. Σ., ζητούσε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης για τον τραυματισμό του στο ως άνω τροχαίο ατύχημα. Πλέον συγκεκριμένα, οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 10-7-2006 (αριθμ. καταθ. .../2006) αγωγή, οι έκτος και έβδομη αναιρεσίβλητοι την από 26-3-2007 (αριθμ.
καταθ. .../2007) αγωγή και ο όγδοος αναιρεσίβλητος άσκησε την από 30-1-2007 (αριθμ. καταθ. .../2007) αγωγή. Με τις ως άνω αγωγές συνεκδικάσθηκαν και οι από 4-12-2006 (αριθμ. καταθ. .../...2006), 10-4-2007 (αριθμ. καταθ. .../07) και 10-4-2007 (αριθμ. καταθ. .../ 2007) παρεμπίπτουσες αγωγές της ... ΑΕΓΑ εναντίον των Φ. Γ. και της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης "...
Ε.Π.Ε." ως και η από 22.12.2006 (αριθμ. καταθ. .../2006) αγωγή της "... Ε.Π.Ε.". Επί των ως άνω αγωγών εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. .../2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία απέρριψε την αγωγή της εταιρίας "... Ε.Π.Ε." και δέχθηκε εν μέρει τις υπόλοιπες αγωγές. Κατά της ως άνω οριστικής απόφασης (.../07) ασκήθηκαν οι παρακάτω εφέσεις, αντεφέσεις και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως.
Ειδικότερα, οι πέντε πρώτοι αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 8-4-2009 έφεσή τους, η "..." Α.Ε.Γ.Α άσκησε την από 9-4-2009 έφεσή της και οι Φ. Γ. και "... Ε.Π.Ε." την από 8-5-2009 έφεσή τους. Με τις ως άνω εφέσεις συνεκδικάσθηκαν οι από 7-4-2011 και 7-4-2011 αντεφέσεις του όγδοου αναιρεσιβλήτου και οι από 5-4-2009, 7-4-2011 και 25-2-2014 πρόσθετοι λόγοι εφέσεως.
Επί των ως άνω εφέσεων, αντεφέσεων και προσθέτων λόγων εφέσεως εκδόθηκε κατ’ αρχήν η υπ’ αριθμ. 5416/2011 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία ανέβαλλε την έκδοση οριστικής αποφάσεως, προκειμένου να προσκομίσει η πρώτη αναιρεσίβλητη τα εις αυτήν αναφερόμενα έγγραφα, και στην συνέχεια εκδόθηκε η υπ’ αριθμ. 4282/2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία απέρριψε τις εφέσεις και αντεφέσεις των αναιρεσιβλήτων ως και τον από 25-2-2014 πρόσθετο λόγο εφέσεως, που το ήδη αναιρεσείον άσκησε με τις προτάσεις του, ως διάδοχος της αρχικώς εναχθείσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "...", δέχθηκε την έφεση της ..., ως και τον από 7-4-2011 πρόσθετο λόγο της εφέσεώς της, την έφεση των Φ.
Γ. και της εταιρίας "... Ε.Π.Ε." ως και τον από 5-4-2009 πρόσθετο λόγο της εφέσεώς τους, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε εν μέρει τις αγωγές των αναιρεσιβλήτων και υποχρέωσε το ήδη αναιρεσείον, εις ολόκληρο με τους Φ. Γ. και "... Ε.Π.Ε." να καταβάλουν στους αναιρεσιβλήτους τα αναφερόμενα σ’ αυτήν ποσά.
Στο άρθρο 3 § 1 της Οδηγίας 72/166/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 24.4.1972 "περί εναρμονίσεως των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων και με τον έλεγχο της υποχρεώσεως προς ασφάλιση της ευθύνης αυτής" προβλέπεται, ότι κάθε κράτος μέλος λαμβάνει...
όλα τα απαραίτητα μέτρα ώστε η αστική ευθύνη, σχετική με την κυκλοφορία οχημάτων με συνήθη στάθμευση στο έδαφός του να καλύπτεται από ασφάλιση". Η υποχρέωση αυτή καλύπτεται με την πρόβλεψη της υποχρεωτικής κάλυψης με ασφάλιση του κυρίου ή κατόχου του αυτοκινήτου της έναντι τρίτων αστικής ευθύνης (άρθρ. 2 επ.
Ν. 489/1976), καθώς και με την πρόβλεψη ποινικής και διοικητικής ευθύνης των προαναφερομένων κυρίου ή κατόχου σε περίπτωση κυκλοφορίας ανασφάλιστου αυτοκινήτου (άρθρ. 12 του ως άνω νόμου). Περαιτέρω, στο άρθρο 1 § 4 της 84/5/ΕΟΚ δεύτερης Οδηγίας του Συμβουλίου της 30.12.1983 "Για την προσέγγιση των νομοθεσιών των κρατών μελών των σχετικών με την ασφάλιση της αστικής ευθύνης που προκύπτει από την κυκλοφορία των αυτοκινήτων οχημάτων", ορίζεται ότι "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποκαθιστά, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από όχημα αγνώστων στοιχείων ή για το οποίο δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης της παραγράφου 1".
Στα πλαίσια του ελληνικού δικαίου το ζήτημα τούτο είχε ήδη προβλεφθεί στα άρθρα 16 επ. του προαναφερόμενου Ν. 489/ 1976, που κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986, με την ίδρυση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Επικουρικό κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων" και συντετμημένα "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", το οποίο τελεί υπό την εποπτεία και τον έλεγχο του Υπουργού Ανάπτυξης, εδρεύει στην Αθήνα και διέπεται από τις διατάξεις του άνω νόμου.
Στη συνέχεια, μέλη του Επικουρικού Κεφαλαίου καθίστανται υποχρεωτικά οι ασφαλιστικές επιχειρήσεις που ασκούν ασφάλιση αστικής ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, καθώς και τα Ν.Π.Δ.Δ. ή οι οργανισμοί κοινής ωφέλειας των οποίων τα οχήματα εξαιρούνται της υποχρεωτικής ασφάλισης (άρθρ. 18 Ν. 489/1976), για την εκπλήρωση δε του σκοπού του επιβάλλεται εκ του νόμου εισφορά υπέρ αυτού, το ανώτατο όριο της οποίας καθορίζεται με την εκάστοτε απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης, υπολογιζόμενη σε ποσοστό επί των καθαρών ασφαλίστρων (5% κατ’ ανώτατο όριο) του κλάδου αστικής ευθύνης από χερσαία οχήματα, η οποία βαρύνει κατά 70% τις ασφαλιστικές επιχειρήσεις και κατά 30% τους ασφαλισμένους (άρθρ. 20 § 1 Ν. 489/1976). Από την νομοθεσία λοιπόν που το διέπει, τον τρόπο λειτουργίας του και τους σκοπούς που εξυπηρετεί, προκύπτει ότι, παρά την ιδιωτικού δικαίου νομική μορφή του, το Επικουρικό Κεφάλαιο επιτελεί κοινωνικό έργο.
Με τις διατάξεις των άρθρων 5, 6 §§ 1, 2, 5, 6 και 10 § 1 του ΠΔ/τος 237/1986 καθιερώθηκε η υποχρεωτική ασφάλιση της από αυτοκινητικά ατυχήματα ευθύνης, η οποία καλύπτει την έναντι τρίτων αστική ευθύνη εξαιτίας θανάτωσης ή σωματικής βλάβης ή ζημιών σε πράγματα, στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική αξίωση για ψυχική οδύνη ή ηθική βλάβη το δε ασφαλιστικό ποσό είναι τουλάχιστον ίσο με αυτό που καθορίζει κάθε φορά με αποφάσεις της η ΕΠ.Ε.Ι.Α για κάθε είδος κινδύνου που υπάγεται στην υποχρεωτική ασφάλιση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 19 § 1 του ιδίου ως άνω ΠΔ/τος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν την κατά την παρ. 2 του άρθρου αυτού αποζημίωση λόγω θανάτωσης ή σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών από αυτοκινητικά ατυχήματα και σε περίπτωση που αυτά προκαλούνται από ανασφάλιστο όχημα ή από όχημα αγνώστων στοιχείων ή ασφαλισμένο σε ασφαλιστική εταιρία που πτώχευσε ή της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε. Κατά την παρ. 2 του ίδιου άρθρου, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του από το Ν. 4092/2012, η αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβεί τα κατά το άρθρο 6 παρ. 5 κατώτατα όρια ασφαλιστικών ποσών του χρόνου ατυχήματος.
Περαιτέρω, με το τέταρτο άρθρο του Ν. 4092/2012, ο οποίος σύμφωνα με το έβδομο άρθρο αυτού ισχύει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ 220 τ. Α/8.11.2012), εισήχθησαν περιορισμοί στις αποζημιώσεις που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο σε περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή ανάκλησης της άδειας λειτουργίας του, καθώς επίσης και περιορισμοί στο ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης.
Ειδικότερα, με το στοιχείο γ’ του άνω άρθρου, αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 19 του Π.Δ. 237/ 1986 και προβλέπεται πλέον, μεταξύ άλλων, α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των έξι χιλιάδων (6.000) ευρώ για κάθε δικαιούχο και β) ότι η αποζημίωση στην περίπτωση πτώχευσης του ασφαλιστή ή άκαρπης εκτέλεσης σε βάρος του ασφαλιστή ή τέλος ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ασφαλιστικής εταιρίας δεν καταβάλλεται ολόκληρη, αλλά με βάση τα ποσοστά που η διάταξη αυτή λεπτομερώς καθορίζει, κυμαινόμενα μεταξύ 70% έως 90%, μη δυνάμενη να υπερβεί, κατ’ ανώτατο όριο, το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ.
Με την ίδια δε αυτή διάταξη ορίστηκε περαιτέρω ότι η εν λόγω ρύθμιση "καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση" και ότι "οι τόκοι που στις περιπτώσεις της προηγουμένης παραγράφου του παρόντος άρθρου υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο υπολογίζονται σε κάθε περίπτωση με επιτόκιο έξι τοις εκατό (6%) ετησίως".
Πρέπει να σημειωθεί ότι με την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 1 παρ. 4 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημίες ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει ολοκληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1" καλύπτεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης (Oλ.ΑΠ 9/1993, ΔΕΕ, C-277/12 της 24-10-2013 στην υπόθεση ...).
Περαιτέρω, το άρθρο 9 παρ. 1 της Κωδικοποιητικής Οδηγίας 2009/103/ΕΚ ορίζει επακριβώς ποια είναι τα ελάχιστα αυτά ποσά ασφαλιστικής κάλυψης, τα οποία θα πρέπει να τηρούνται σε κάθε περίπτωση (ΔΕΚ ... thw 14-11-2000.
Ακολούθως, σύμφωνα με το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους, ενώ οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν να επιβληθούν κατά το Σύνταγμα στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας.
Τέλος, με το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει αυξημένη τυπική ισχύ έναντι των κοινών νόμων ορίσθηκε ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του. Ουδείς δύναται να στερηθεί της ιδιοκτησίας του, ει μη δια λόγους δημόσιας ωφέλειας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου ή των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους.
Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα κάθε κράτους να θέτει σε ισχύ νόμους, τους οποίους κρίνει αναγκαίους προς ρύθμιση της χρήσης αγαθών, σύμφωνα με το δημόσιο συμφέρον ή προς διασφάλιση της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων". Υπό τα δεδομένα αυτά οι προεκτεθείσες διατάξεις του Ν. 4092/2012 είναι ανίσχυρες για τους ακόλουθους λόγους.
Ο καθορισμός του ποσού των 6.000 ευρώ ως ανωτάτου ορίου για ψυχική οδύνη κάθε δικαιούχου προσκρούει ευθέως στην παρ. 4 του άρθρου 1 της δεύτερης Οδηγίας 84/5/ΕΟΚ, κατά την οποία "κάθε κράτος μέλος ιδρύει ή εγκρίνει οργανισμό, αποστολή του οποίου είναι να αποζημιώνει, τουλάχιστον εντός των ορίων της υποχρέωσης ασφάλισης, τις υλικές ζημιές ή τις σωματικές βλάβες που προκαλούνται από οχήματα αγνώστων στοιχείων ή για τα οποία δεν έχει εκπληρωθεί η υποχρέωση ασφάλισης που προβλέπεται στην παρ. 1", διάταξη η οποία καλύπτει και την χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης, κατά τα προεκτεθέντα.
Επίσης, το επιβληθέν ανώτατο όριο των 6.000 ευρώ είναι αντίθετο και προς την αρχή της stricto sensu αναλογικότητας (άρθρο 25 § 1 εδάφ. δ’ του Συντάγματος), διότι η παρέμβαση αυτή του νομοθέτη δεν είναι πρόσφορη για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού, ήτοι για την εξασφάλιση της βιωσιμότητας του Επικουρικού Κεφαλαίου, αλλά ούτε και αναγκαία για την επίτευξη του σκοπού αυτού, αφού θα μπορούσε να επιτευχθεί το αποτέλεσμα αυτό με ηπιότερο τρόπο, είτε με το να προβλεφθεί μία έκτακτη επιδότησή του από τον κρατικό προϋπολογισμό, είτε με το να υποχρεωθεί αυτό να εξυγιάνει τα οικονομικά του μέσω της αύξησης των εσόδων του και του περιορισμού των λειτουργικών του δαπανών.
Εξ ετέρου, η εφαρμογή της ανωτέρω ρύθμισης, η οποία περιορίζει με το ως άνω όριο την ευθύνη του Επικουρικού Κεφαλαίου και επί των ήδη γεγενημένων αξιώσεων είναι ανίσχυρη, διότι είναι αντίθετη προς το προαναφερθέν άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε (μαζί με τη σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, αυξημένη, έναντι των νόμων, ισχύ.
Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται όχι μόνο τα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα δικαιώματα "περιουσιακής φύσεως" και τα κεκτημένα "οικονομικά συμφέροντα".
Καλύπτονται έτσι τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεγενημένες κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία με βάση το ισχύον έως την προσφυγή στο δικαστήριο δίκαιο, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά (Ολ.ΑΠ 6/2007, Ολ.ΑΠ 40/1998).
Έτσι, η ανωτέρω διάταξη του Ν. 4092/2012, με το να περιορίσει δραστικά το ύψος της χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης καταργεί ουσιαστικά την αστική αυτή απαίτηση των δικαιούχων, που γεννήθηκε με το θάνατο συγγενικού προσώπου σε τροχαίο ατύχημα. Κατά συνέπεια, είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, αφού τείνει σε αδικαιολόγητη αποστέρηση περιουσιακού στοιχείου των ως άνω προσώπων χωρίς να συντρέχουν λόγοι δημόσιας ωφέλειας.
Και τέτοιο λόγο δεν συνιστά το ταμειακό απλώς συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου.
Ακολούθως, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης, κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών ή προσώπων, δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή δε των ειδικών περιστάσεων ή του κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων (Ολ.ΑΠ 3/2006, 38/2005, 30/2005, 23/2004, 11/2008).
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεσή του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα".
Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν. 2462/1997. Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείρισή τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες (Ολ.ΑΠ 12/2013, Ολ.ΑΠ 4/2012).
Κατά συνέπεια, οι διατάξεις με τις οποίες ορίζεται το ποσοστό τόκου υπερημερίας που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο σε 6% ετησίως, δηλαδή σε ποσοστό μικρότερο από εκείνο που υποχρεούνται να καταβάλλουν οι οφειλέτες αυτού και το οποίο ισχύει για όλους τους διαδίκους, έρχεται σε αντίθεση 1) με τα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, αφού με αυτές αναγνωρίζεται υπέρ του Επικουρικού Κεφαλαίου ευνοϊκή μεταχείριση ενώ τίθεται σε δυσμενέστερη θέση έναντι αυτού ο άλλος διάδικος και 2) με την διάταξη του προαναφερθέντος άρθρου 1 του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι με την ανωτέρω ευνοϊκή υπέρ αυτού ρύθμιση επέρχεται βλάβη της περιουσίας του δανειστή του Επικουρικού Κεφαλαίου (στην προκειμένη περίπτωση των αναιρεσιβλήτων) χωρίς να δικαιολογείται τούτο από λόγους δημοσίου συμφέροντος, ενόψει του ότι το απλό ταμειακό συμφέρον του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν ταυτίζεται με το δημόσιο ή το γενικό συμφέρον και δεν μπορεί να δικαιολογήσει την παραβίαση των δικαιωμάτων των παθόντων από τροχαία ατυχήματα να απαιτήσουν και να λάβουν τόκους για τις αξιώσεις τους σε ποσοστό ίδιο με εκείνο που καταβάλουν οι ιδιώτες, ενώ δεν συνιστά τέτοιο λόγο δημοσίου συμφέροντος το γεγονός ότι το Επικουρικό Κεφάλαιο, που είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, τελεί απλώς υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του κράτους (ΑΠ 1025/2015).
Τέλος, η ανωτέρω διάταξη έρχεται σε αντίθεση με την ήδη και συνταγματικώς κατοχυρωμένη (άρθρο 25 του Συντάγματος) αρχή της αναλογικότητας, κατά τα προεκτεθέντα. Η αρχή αυτή, η οποία υπαγορεύει την τήρηση της αναλογίας ανάμεσα στον επιδιωκόμενο σκοπό και τα μέσα που χρησιμοποιούνται προδήλως προσβάλλεται στην προκειμένη περίπτωση.
Και τούτο, διότι και αν θεωρηθεί ότι ο επιδιωκόμενος σκοπός είναι η προστασία του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ, το καταβαλλόμενο ποσοστό 6% ως τόκος υπερημερίας, δηλαδή το 1/2 από εκείνο που υποχρεούται να καταβάλλει ο οφειλέτης ιδιώτης, δεν είναι αναλογικό (Ολ.ΑΠ 3/2017, Ολ.ΑΠ 4/2017, Ολ.ΑΠ 5/2017, Ολ.ΑΠ 4/2012). Περαιτέρω, από την διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης αποφάσεως, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσιεύσεως της πρωτόδικης αποφάσεως και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ’ έφεση δίκη νεώτερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του.
Από τις διατάξεις όμως των άρθρων 533 παρ. 2, 535 παρ. 1 και 536 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δικ., προκύπτει, ότι αν το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κρίνοντας βάσιμο κάποιο λόγο εφέσεως, εξαφανίσει την πρωτόδικη οριστική απόφαση και προβεί στην εκδίκαση της υποθέσεως κατ’ ουσίαν, υποχρεούται να εφαρμόσει για την διάγνωση της νομικής και ουσιαστικής βασιμότητας της αγωγής το νόμο που ισχύει κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεώς του, είτε έχει αναδρομική δύναμη, είτε δεν έχει αναδρομική δύναμη, εφόσον όμως στην τελευταία περίπτωση καταλαμβάνει (χρονικά) την επίδικη έννομη σχέση (Ολ.ΑΠ 7/2011, ΑΠ 1025/ 2015).
Εξ άλλου, οι προαναφερόμενες επίμαχες διατάξεις του τέταρτου άρθρου του Ν. 4092/2012, με τις οποίες αντικαταστάθηκε η παράγραφος 2 του άρθρου 19 του Π.Δ/τος 237/1986, ήτοι εκείνες με τις οποίες ορίζεται α) ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο και β) ότι οι τόκοι που υποχρεούται να καταβάλει το Επικουρικό Κεφάλαιο, τόσο για την ως άνω χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης, όσο και για την συνολικά καταβαλλόμενη αποζημίωση για σωματικές βλάβες και υλικές ζημίες, όπως το ποσό αυτής ήδη ορίζεται με το εδάφιο γ’ του ως άνω τέταρτου άρθρου του παραπάνω νόμου (βλ.
για τα προ του νόμου τούτου ισχύοντα ποσά το άρθρο 6 § 5 Ν. 489/1976 που κωδικοποιήθηκε με το ΠΔ 237/1986), ρητά μνημονεύεται στο νόμο αυτό ότι καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική απόφαση. Από την τελευταία αυτή διάταξη (ήτοι την ορίζουσα ότι οι κατά τα άνω ρυθμίσεις του Ν. 4092/2012 καταλαμβάνουν και τις ήδη γεγεννημένες κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου αξιώσεις, χωρίς να θίγονται αξιώσεις που έχουν επιδικασθεί με οριστική απόφαση) συνάγεται, ότι εάν οριστική απόφαση επιδικάζουσα ορισμένα ποσά κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου εκδόθηκε πριν την έναρξη της ισχύος του Ν. 4092/2012, η δε κατ’ αυτής έφεση συζητήθηκε μετά την έναρξη της ισχύος του ως άνω νόμου και με την απόφαση του Εφετείου διαφοροποιούνται τα ποσά που επιδικάσθηκαν πρωτοδίκως, τότε δεν ισχύουν οι προαναφερόμενοι ποσοτικοί περιορισμοί, αφού έχει ήδη προηγηθεί η έκδοση σχετικής οριστικής απόφασης πριν την έναρξη ισχύος του Ν. 4092/2012.
Με τους πρώτο και δεύτερο λόγους της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την αιτίαση ότι παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 19 παρ. 2 του π.δ/τος 237/1986, με το οποίο κωδικοποιήθηκε ο ν. 489/76, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο τέταρτο του ν. 4092/2012 και ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως, με την μη εφαρμογή του, απορρίπτοντας την ένστασή του περί περιορισμού της ευθύνης του για χρηματικές ικανοποιήσεις, λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο και περί υπολογισμού των οφειλομένων από αυτό τόκων με επιτόκιο 6% ετησίως, ενώ έπρεπε, εφόσον εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, να εφαρμόσει το νέο νόμο 4092/2012, ο οποίος ίσχυε κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεώς του (8.7.2014), να δεχθεί την ένστασή του ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη και συνακολούθως να περιορίσει την ευθύνη του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης, μέχρι του προαναφερομένου ποσού (των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο), προσέτι δε να δεχθεί ότι ο υπολογισμός των οφειλομένων από αυτό τόκων γίνεται με επιτόκιο 6% ετησίως.
Από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Εφετείο σχετικώς με την προβληθείσα από το ήδη αναιρεσείον, ως ειδικό διάδοχο της αρχικώς εναχθείσας ασφαλιστικής εταιρίας, με την επωνυμία "... A.Ε.Γ.Α.", με τις προτάσεις του, της συζητήσεως εκείνης, ένσταση περιορισμού της ευθύνης του για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης και ψυχικής οδύνης των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με το άρθρο 4 του ν. 4092/2012 τροποποιήθηκαν οι διατάξεις του π.δ. 237/1986 και ειδικότερα με το στοιχείο γ’ του άρθρου αυτού αντικαταστάθηκε το άρθρο 19 παρ. 2 του άνω π.δ., το οποίο προβλέπει, μεταξύ άλλων ότι η αποζημίωση που καταβάλλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για χρηματικές ικανοποιήσεις λόγω ψυχικής οδύνης δεν μπορεί να υπερβεί το ποσό των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο και ότι σε περίπτωση που ο ασφαλιστής πτώχευσε ή απέβη άκαρπη η εις βάρος του εκτέλεση ή ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας ασφαλιστικής επιχείρησης λόγω παραβάσεως του νόμου, το συνολικό ποσό της αποζημίωσης που οφείλει το Επικουρικό Κεφάλαιο για υλικές ζημιές και σωματικές βλάβες (στην οποία περιλαμβάνεται και η χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης ή ηθικής βλάβης), καταβάλλεται με βάση τα ποσοστά που η διάταξη αυτή ορίζει.
Στην ίδια διάταξη ορίζεται επίσης ότι "Η ρύθμιση της παρούσας παραγράφου καταλαμβάνει και τις ήδη γεγενημένες αξιώσεις κατά του Επικουρικού Κεφαλαίου, χωρίς πάντως να θίγει αξιώσεις που έχουν επιδικαστεί με οριστική δικαστική απόφαση". Στην προκειμένη περίπτωση, το ν.π.ι.δ., με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", ως διάδοχος της αρχικώς εναχθείσας ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΕΝΩΣΗ", με τις έγγραφες προτάσεις του κατά των εφεσιβλήτων, τις οποίες κατέθεσε κατά την παρούσα συζήτηση της υποθέσεως, προβάλλει την ένσταση περί περιορισμού της ευθύνης του ως προς τις ένδικες αξιώσεις των κυρίως εναγόντων, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 4 στοιχ.
γ’ του ν. 4092/2012 και ζητεί η αποζημίωση να περιορισθεί κατά τις διατάξεις του νόμου αυτού. Ο ισχυρισμός αυτός, εκτιμώμενος ως πρόσθετος λόγος έφεσης, παραδεκτώς προβάλλεται κατά την παρούσα συζήτηση της υποθέσεως, ως οψιγενής, με τις προτάσεις του από το ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ κατά των εφεσιβλήτων, αφού ο πιο πάνω νόμος δημοσιεύθηκε μετά την άσκηση της εφέσεως της αρχικώς εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας (άρθρα 527 και 269 Κ.Πολ.Δ.).
Πλην όμως (και ανεξαρτήτως της αντιθέσεως ή μη της παραπάνω διατάξεως στο Σύνταγμα και την κοινοτική νομοθεσία) πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος, δοθέντος ότι οι προαναφερθείσες διατάξεις του άρθρου τέταρτου του ν. 4092/2012, με τις οποίες εισάγεται ποσοτικός περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, κατά τα προαναφερθέντα, δεν εφαρμόζονται, εν προκειμένω, αφού η εκκαλουμένη απόφαση, με την οποία επιδικάσθηκαν στους κυρίως ενάγοντες ορισμένα χρηματικά ποσά κατά της αρχικώς εναχθείσας ασφαλιστικής εταιρίας, στη θέση της οποίας υπεισήλθε αυτοδικαίως το Επικουρικό Κεφάλαιο συνεχίζοντας την εκκρεμή δίκη, εκδόθηκε πριν από την έναρξη ισχύος του πιο πάνω νόμου, ήτοι πριν από τις 8-11-2012 και συγκεκριμένα δημοσιεύθηκε στις 13-11-2007, ενώ ο ποσοτικός περιορισμός της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου δεν θίγει τις αξιώσεις οι οποίες έχουν ήδη βεβαιωθεί με οριστική απόφαση, όπως είναι και η εκκαλουμένη.
Κατά την κρίση δε του δικαστηρίου τούτου, αν και από την γραμματική διατύπωση της τελευταίας πιο πάνω διατάξεως ("αξιώσεις που έχουν επιδικασθεί με οριστική δικαστική απόφαση"), προκύπτει ότι απαιτείται καταψηφιστική διάταξη, αρκεί και απλώς αναγνωριστική απόφαση". Ακολούθως με βάση τις παραδοχές αυτές και μετά την εξαφάνιση της εκκληθείσας αποφάσεως, κατά παραδοχή άλλων λόγων εφέσεων και την διακράτηση από το ίδιο της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ’ ουσίαν, δέχθηκε τις αγωγές εν μέρει ως και κατ’ ουσίαν βάσιμες και επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη επτά πρώτους αναιρεσιβλήτους ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ψυχικής οδύνης και στον όγδοο τούτων ως χρηματική του ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης τα κατωτέρα αναφερόμενα ποσά, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως των αγωγών.
Ειδικότερα, με την προσβαλλομένη απόφαση επιδικάστηκαν: α) στην πρώτη αναιρεσίβλητη το ποσό των 52.000 ευρώ, β) στον δεύτερο αναιρεσίβλητο το ποσό των 60.000 ευρώ, γ) στον τρίτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 60.000 ευρώ, δ) στον τέταρτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 30.000 ευρώ, ε) στον πέμπτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 30.000 ευρώ, στ) στον έκτο αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.000 ευρώ, ζ) στον έβδομο αναιρεσίβλητο το ποσό των 5.000 ευρώ και η) και στον όγδοο αναιρεσίβλητο το ποσό των 12.000 ευρώ.
Σύμφωνα, επομένως, με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας και δεδομένου ότι α) ο Ν. 4092/2012 άρχισε να ισχύει από 8.11.2012, β) η υπ’ αριθμ. .../2007 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν εν μέρει δεκτές οι ως άνω αγωγές των ήδη αναιρεσιβλήτων, δημοσιεύθηκε στις 13.11.2007, ήτοι πριν την έναρξη της ισχύος του εν λόγω νόμου, γ) οι κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως ως άνω αναφερόμενες εφέσεις, αντεφέσεις και πρόσθετοι λόγοι εφέσεως συζητήθηκαν στις 27.2.2014, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του Ν. 4092/2012, και δ) η ήδη αναιρεσιβαλλομένη υπ’ αριθ. 4282/2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίσθηκε η ως άνω πρωτόδικη απόφαση και στη συνέχεια, αφού κρατήθηκε και δικάσθηκε κατ’ ουσίαν η υπόθεση, έγιναν δεκτές οι κατά τα άνω αγωγές και επιδικάσθηκαν στους ήδη αναιρεσιβλήτους ποσά χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης ίδια ή και μικρότερα των πρωτοδίκως επιδικασθέντων, δημοσιεύθηκε στις 8.7.2014, ήτοι μετά την έναρξη ισχύος του προαναφερομένου ν. 4092/2012, η ένδικη υπόθεση δεν καταλαμβάνεται από τις ρυθμίσεις του νόμου αυτού, και, συνεπώς, δεν τίθεται θέμα ελέγχου της συνταγματικότητας ή μη των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ως άνω νόμου ως προς τον ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου.
Όπως προκύπτει από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, το Εφετείο, για να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, ουδόλως προέβη στον έλεγχο της συνταγματικότητας ή μη των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του ως άνω νόμου ως προς το προεκτεθέν ζήτημα, δηλαδή τον ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης του ήδη αναιρεσείοντος Επικουρικού Κεφαλαίου (μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ ανά δικαιούχο, εφήρμοσε δε τον προαναφερόμενο νόμο, όπως αυτός ίσχυε κατά τον χρόνο δημοσιεύσεως της αποφάσεώς του (8.7.2014) και απέρριψε την προταθείσα ένσταση περιορισμού της ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου για χρηματικές ικανοποιήσεις, λόγω ψυχικής οδύνης και ηθικής βλάβης μέχρι του ποσού των 6.000 ευρώ για κάθε δικαιούχο, δεχόμενο ότι, σύμφωνα με τον ισχύοντα κατά τον χρόνο της δημοσιεύσεως της αποφάσεώς του νόμο 4092/2012, ο ως άνω περιορισμός δεν καταλαμβάνει τις ένδικες αξιώσεις, επί των οποίων έχει εκδοθεί οριστική απόφαση πριν από την έναρξη της ισχύος του (όπως εν προκειμένω), αιτιολογώντας, ως ανωτέρω έχει εκτεθεί, την τοιαύτη κρίση του.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την εφαρμογή της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διατάξεως και, επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ. αντίθετος πρώτος λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, κρίνεται αβάσιμος και απορριπτέος. Σε κάθε περίπτωση πάντως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, εφόσον, όπως έχει ήδη εκτεθεί, η επίμαχη διάταξη κρίθηκε στο σύνολό της αντισυνταγματική (Ολ.ΑΠ 4 και 5/2017).
Περαιτέρω και σχετικώς με το ποσοστό του οφειλομένου από το ήδη αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο τόκου, τόσο για τα παραπάνω αναφερόμενα ποσά, όσο και γενικότερα για την οφειλόμενη από αυτό (αναιρεσείον Επικουρικό Κεφάλαιο) αποζημίωση, το Εφετείο δέχθηκε ότι η προεκτεθείσα σχετική ρύθμιση του ν. 4092/2012, που περιορίζει το ποσοστό τόκου υπερημερίας, που καταβάλλεται από το Επικουρικό Κεφάλαιο, σε 6% ετησίως προσκρούει στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1, 20 παρ. 1 και 25 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α.
και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α. και για τον λόγο αυτό αρνήθηκε να την εφαρμόσει. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί παραπάνω, δεν παραβίασε το νόμο και, συνεπώς, ο συναφής δεύτερος, από το άρθρο 559 αριθμός 1 του Κ.Πολ.Δικ., λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παρισταμένων, κατά ομάδας, με διαφορετικό πληρεξούσιο δικηγόρο, αναιρεσιβλήτων, οι οποίοι κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 14.4.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτηση για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 4282/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης εκάστης ομάδας των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων, το ύψος της οποίας καθορίζει (για κάθε ομάδα) στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από το αναιρεσείον παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ