Supreme Court dismisses appeal against lower court's property ownership ruling due to insufficient reasoning and evidence evaluation.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the Government's appeal against the Patras Single Court of Appeal's decision regarding property ownership. The Government argued the lower court's reasoning was insufficient and failed to consider specific evidence, but the Court found the reasoning clear and comprehensive. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the Government was ordered to pay the appellant's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559 no. 19 K.Pol.D.; Art. 559 no. 11(g) K.Pol.D.: An appeal is inadmissible if the lower court's reasoning is sufficient and clear, and admissible grounds regarding evidence are rejected if the court explicitly considered all submitted proof.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 957 / 2015 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 957/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασιλική Θάνου - Χριστοφίλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Σακκά, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Μαρία Χυτήρογλου και Ειρήνη Καλού, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Απριλίου 2015, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Βασίλειο Κορκίζογλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Β. Α. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Μπουρμπούλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-3-2010 αίτηση του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας και συνεκδικάστηκε με την από 1-10-2010 κύρια παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 55/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 13/2014 του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-10-2014 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Καλαματιανός διάβασε την από 20-3-2015 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 13/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση χωρεί αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή όταν η απόφαση έχει ελλείψεις, όσον αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των κρίσιμων περιστατικών που έγιναν δεκτά.
Αντιφατικότητα δε αιτιολογιών υπάρχει όταν εξ αιτίας της δεν προκύπτει ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε το δικαστήριο για να στηρίξει το διατακτικό, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί αν σωστά εφάρμοσε το Νόμο. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 24/1992, Ολ.ΑΠ 1/1999, ΑΠ 9/2013).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των ορισμών του από 13/29 Δεκεμβρίου 1817 "Συντάγματος του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων" (Κεφ. Α άρθρο 2 Κεφ. Δ Τμήμα α’ άρθρο 1, 2, 4 και 6 και Τμήμα β’ άρθρο 6) των από 6 Ιουνίου και 7 Ιουνίου 1830 Πρωτοκόλλων του Λονδίνου, της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως του ν. ΡΝ/1866 "περί εισαγωγής εν Επτανήσω της εν τω λοιπώ Βασιλείω ισχυούσης νομοθεσίας" (άρθρο 10.11.13 και 14) του ν.
ΣΟΕ/1868 και του ΝΑΦΙ/1887, συνάγεται ότι επί των στην Επτάνησο δασών το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει δικαιώματα κυριότητας, αφού κατά την ένωση αυτής με την Ελλάδα, ουδέν έλαβε, ούτε σαν διάδοχο του Ηνωμένου Κράτους των Ιονίων Νήσων, το οποίο δεν είχε δημόσια κτήματα και μάλιστα δάση στην ιδιοκτησία του, ούτε στη συνέχεια από την επιχώριο (ή εγχώρια ή κοινή) καθεμιάς Νήσου περιουσία δεδομένου ότι αυτή διανεμήθηκε μεταξύ των δήμων καθεμιάς Νήσου.
Πράγματι δε, περί της, διανομής των εγχωρίων περιουσιών του ν. ΡΝ/1866 μερίμνησαν ακολούθως ο ν. ΥΙΓ/1871 για την Ζάκυνθο, ο ν. ΨΙ/1878 για την Κεφαλληνία, ο ν. ΨΞΣΤ/1879 για την Λευκάδα, ο ν. ΑΦΙ/1887 για την Κέρκυρα (η διαχείριση της εγχωρίου περιουσίας της οποίας είχε ρυθμισθεί ειδικότερα με το ν. ΣΟΕ/1868 "περί της διαχειριστικής επιτροπής της κοινής της νήσου Κερκύρας περιουσίας"), και ο ν. 2355/1920 για τα Κύθηρα.
Συνεπώς, επί των στην Επτάνησο Δασών, δεν μπορεί να έχει εφαρμογή του υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας, που θεσπίστηκε από το β.δ. της 16-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών", με το άρθρο 1 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 2 και 3 του οποίου αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των αποτελουσών δάση εκτάσεων, από την έναρξη της ισχύος του, με εξαίρεση τα δάση, τα οποία προ της ενάρξεως του απελευθερωτικού αγώνα ανήκουν σε ιδιώτες βάσει εγγράφου αποδείξεως της Τουρκικής Αρχής, ή σε ιδιωτικά χωριά, των οποίων οι τίτλοι ιδιοκτησίας θα αναγνωρίζονταν από την επί των Οικονομικών Γραμματεία, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν εντός του έτους από τη δημοσίευση του β.δ. αυτού. Τούτο άλλωστε καθιερώθηκε νομοθετικώς με το άρθρο 62 παρ. 1 εδαφ. β’ του Ν. 998/1979 "Περί προστασίας των δασών...", στο οποίο ορίζεται ότι: "Κατ’ εξαίρεσιν η διάταξις της παρ. 1 εδαφ. α’ του ίδιου άρθρου (που καθιερώνει τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου επί των δασών και των εν γένει δασικών εκτάσεων) δεν ισχύει εις τας περιφερείας των Πρωτοδικείων των Ιονίων νήσων...".
Συνεπώς, προκειμένου περί δασών στα Επτάνησα μόνη η υπό του Δημοσίου επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης, δεν αρκεί προς θεμελίωση δικαιώματος κυριότητας επ’ αυτής, αλλά απαιτείται, προς παραδοχή τέτοιας κυριότητας του Δημοσίου, η επίκληση και σε περίπτωση αμφισβήτησης, απόδειξη της κτήσεως κατά έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Αστικό Κώδικα ή από τις 23-2-1946, του Αστικού Κώδικα, ή ενδεχομένως κάποιου ειδικού νόμου, τρόπου κτήσεως κυριότητας (ΑΠ 340/1985 ΝοΒ 34.76).
Περαιτέρω κατά το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, η απόκτηση κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα κρίνεται κατά το δίκαιο που ίσχυε όταν έγιναν τα πραγματικά γεγονότα για την απόκτησή τους. Έτσι από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 593, 2092 και 2063 του Ιονίου Αστικού Κώδικα, που εφαρμόζονται σύμφωνα με τα άρθρα 64 και 65 του ΕισΝΑΚ στην έκτακτη χρησικτησία, όταν αυτή συμπληρώνεται πριν την εισαγωγή του ΑΚ ή μετά την εισαγωγή του ΑΚ, πριν όμως συμπληρωθεί εικοσαετία, προς κτήση κυριότητας ακινήτου με παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), απαιτείται διακατοχή συνεχής, αδιάκοπος, ειρηνική, δημοσία, αναμφίβολος και επί λόγω κυριότητας για μια τριακονταετία.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 1095 του Ιονίου Α.Κ., ο αποκτών με καλή πίστη και "δικαίω λόγω" ακίνητο, παραγράφει την κυριότητα αυτού διά της παρελεύσεως δεκαετίας, αν ο αληθής κύριος κατοικεί στη νήσο ή τα εξαρτήματα αυτής, όπου κείται το ακίνητο, διά παρελεύσεως δε είκοσι ετών αν κατοικεί εκτός της ως άνω νήσου ή των εξαρτημάτων αυτής.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι προς κτήση της κυριότητας ακινήτου στα νησιά του Ιονίου διά τριακονταετούς παραγραφής, αφ’ ενός μεν η καλή πίστη του διακατέχοντος είναι αδιάφορη, διότι διαφορετικά θα περιλαμβάνονταν και στο άρθρο 2063 του Ιονίου ΑΚ οι όροι καλή πίστη, οι οποίοι περιέχονται στο άρθρο 2095 αυτού, αφ’ ετέρου δε απαιτείται διακατοχή συνεχής και αδιάκοπος, ειρηνική, ήτοι ήσυχη και απηλλαγμένη βίας, δημόσια, ήτοι φανερώς ασκούμενη έναντι εκείνων, οι οποίοι έχουν συμφέρον να γνωρίζουν (για να αντιλέξουν) την ενέργεια των πράξεων διακατοχής, αναμφίβολος, ήτοι ασκούμενη όχι με πράξεις, που επιδέχονται διπλή ερμηνεία ως προς το χαρακτήρα τους και επί λόγω κυριότητας, ήτοι ασκούμενη με διάνοια κυρίου.
Τα στοιχεία αυτά, προκειμένου για κτήση κυριότητας σε ακίνητο υπό την ισχύ του Ιονίου ΑΚ με παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία) πρέπει να αναφέρονται, κατ’ άρθρο 216 ΚΠολΔ, στην αγωγή, διαφορετικά αυτή είναι αόριστη (ΑΠ 384/2010, ΑΠ 1346/ 2010). Εξ’ άλλου κατά τα άρθρα 2, 13, 14 και 16 του περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων του νόμου της 21.6.1837, που ίσχυε στα Ιόνια Νησιά μετά την έκδοση του ν.
ΡΝ/1866, με το άρθρο 2 του οποίου καταργήθηκαν τα έχοντα το ίδιο αντικείμενο άρθρα 402 - 409 του Ιόνιου Πολιτικού Κώδικα, δημόσια κτήματα είναι όσα ανήκουν στην Επικράτεια, όλα τα από ιδιώτες ή Κοινότητες μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα και τα κτήματα των αποθανόντων ακλήρων ή εγκαταλελειμμένα από τους κληρονόμους κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένες απαιτήσεις και συνεπώς και τα αδέσποτα δάση και εν γένει δασικές εκτάσεις ανήκουν στο Δημόσιο (σχετ.
ΑΠ 1478/2000). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι τα κατά την εισαγωγή του νόμου αυτού υπάρχοντα αδέσποτα περιήλθαν ex lege οτο Δημόσιο, στο οποίο περιέρχονται και τα εκάστοτε καθιστάμενα αδέσποτα ακίνητα εγκαταλελειμμένα από τους ιδιοκτήτες) καθώς και εκείνα των αποβιωσάντων χωρίς διαθήκη και κληρονόμους.
Έπεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα πρέπει να διακρίνονται από τα εγκαταλελειμμένα, τα οποία εξακολουθούν να ανήκουν στην κυριότητα κάποιου προσώπου αλλά ο κύριος αυτών εγκατέλειψε τη νομή ή κατοχή τους (δεδομένου ότι η κυριότητα ως απεριόριστο δικαίωμα περιλαμβάνει ακόμα και την ευχέρεια του κυρίου να μην κάνει καμία χρήση του ακινήτου) και είτε ουδείς τα κατέχει είτε κάποιος τρίτος τα κατέλαβε και τα κατέχει, χωρίς όμως ο κύριος να ασκήσει αγωγή κατά του κατόχου αυτού καθώς αυτά είναι δυνατόν να επανέλθουν στην ενεργό κυριότητα των εγκαίρως εμφανιζομένων ιδιοκτητών, είτε περιέρχονται στην κυριότητα των αληθώς και νομίμως χρησιδεσποσάντων αυτά, είτε τέλος καταλαμβάνονται από το δημόσιο προς δεκαετή διαχείριση, κατά τους όρους του σχετικού άρθρου 334 του α.ν. 1539/1938.
Με το άρθρο 49 του ΕισΝΑΚ ο εν λόγω νόμος "περί διακρίσεως κτημάτων" καταργήθηκε, αντ’ αυτού δε ισχύει η αποδίδουσα όμοιο δίκαιο διάταξη του άρθρου 972 ΑΚ, με την οποία ορίζεται ότι τα αδέσποτα ακίνητα καθώς και οι περιουσίες όσων πεθαίνουν χωρίς κληρονόμους ανήκουν στο Δημόσιο. Τέλος κατά το σύστημα του προαναφερόμενου νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων" καθώς και εκείνο του Αστικού Κώδικα, τα αδέσποτα ακίνητα διακρίνονται:
α) σε εκείνα τα οποία δεν υπήρξαν ποτέ στην κυριότητα κανενός, δηλ. τα εξ αρχής αδέσποτα και β) σε εκείνα τα οποία έγιναν μεταγενέστερα αδέσποτα με εγκατάλειψη του προηγουμένου κυρίου, οπότε, για το νομότυπο της εγκατάλειψης αυτής απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο ότι παραιτείται από την κυριότητα επί ορισμένου ακινήτου και μεταγραφή αυτής, δοθέντος ότι υπόκειται δικαιοπραξία που περιέχει κατάργηση της κυριότητας.
Ειδικότερα, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966 - 968, 972, 1033, 1134, 1169, 1192 εδ. α’ και 1319 Α.Κ. συνάγεται ότι απώλεια της κυριότητας ακινήτου επέρχεται και με παραίτηση (εγκατάλειψη) προς το σκοπό να καταστεί αυτό αδέσποτο ή κοινόχρηστο ή και με αναγνώριση της ιδιότητας του ακινήτου ως αδέσποτου ή κοινοχρήστου, για την παραίτηση δε αυτή, όπως και για την παραίτηση από κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί ακινήτου, απαιτείται μονομερής δήλωση του κυρίου με συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή της δικαιοπραξίας, που περιέχει κατάργηση του εμπράγματου δικαιώματος της κυριότητας.
Από και με τη μεταγραφή της σχετικής συμβολαιογραφικής πράξης αφενός απόλλυται η κυριότητα του μέχρι τούδε κυρίου και αφετέρου καθίσταται κύριος του πράγματος το Δημόσιο (ΑΠ 1335/2010). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε, ως αβάσιμους, τους προβληθέντες με λόγους έφεσης ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας του επίδικου ακινήτου, ως κατά τεκμήριο δημοσίου λόγω του δασικού χαρακτήρα αυτών, άλλως ως εξ υπαρχής αδέσποτου περιελθόντος στην κυριότητά του, του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου - κυρίως παρεμβαίνοντος στην ανοιγείσα με αίτηση του αναιρεσίβλητου δίκη για διόρθωση αρχικής εγγραφής στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ληξουρίου, ώστε να καταχωρηθεί αυτός ως κύριος του εν λόγω επίδικου ακινήτου, καθώς και την έφεση στο σύνολό της κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε κάνει δεκτή την αίτηση.
Ειδικότερα, το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του, ως αποδειχθέντα, σε σχέση με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο αιτών από κληρονομιά της μητέρας του Η. - Μ. - Α.
Μ., η οποία απεβίωσε στις 16-1-1996 χωρίς να αφήσει διαθήκη, καταλείποντας τον ανωτέρω ως μόνο πλησιέστερο συγγενή της και αποκλειστικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της, την οποία αποδέχθηκε με την υπ’ αρ. ...9.10.1997 συνταχθείσα ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά Καλλιόπης Πετροχείλου δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, η οποία μετεγράφη νομίμως στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ληξουρίου στον τόμο ...
και με αρ…, κατέστη κύριος, μεταξύ άλλων και ενός αγροτεμαχίου, που βρίσκεται στη θέση "..." της περιοχής "..." του τέως Δήμου και ήδη Δημοτικής Ενότητας ... του Δήμου Κεφαλληνίας, εκτάσεως κατά τον τίτλο 68.890,49 τ.μ. και κατά τη μέτρηση του Κτηματολογίου 74.641 τ.μ. Στη δικαιοπάροχο του αιτούντος το άνω ακίνητο είχε περιέλθει κατά κυριότητα δυνάμει κληρονομικής διαδοχής από την αποβιώσασα το έτος 1973 μητέρα της Μ.
χήρα Α. Δ., το γένος Ν. και Δ. Λ., την κληρονομιά της οποίας είχε αποδεχθεί με την υπ’ αρ. ...10.10.1973 συνταχθείσα ενώπιον του τότε συμβολαιογράφου Ληξουρίου Γεράσιμου Συνοδινού δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, νομίμως μεταγεγραμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ληξουρίου στον τόμο … και με αρ. ....
Από τον άνω τίτλο κτήσης κυριότητας προκύπτει ότι η ανωτέρω Μ. χήρα Α. Δ., το γένος Ν. και Δ. Λ., είχε αποκτήσει την κυριότητα του προαναφερόμενου ακινήτου από κληρονομιά του αποβιώσαντος το έτος 1989 πατρός της Ν. Λ., στην κληρονομιά του οποίου αναμείχθηκε, αποδεχόμενη αυτή. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι επί του ανωτέρω ακινήτου τόσο ο αιτών όσο και έκαστος εκ των δικαιοπαρόχων του ασκούσαν πράξεις νομής, και ειδικότερα επέβλεπαν και προστάτευαν αυτό από διεκδικήσεις τρίτων και το μίσθωναν σε τρίτους για καλλιέργεια βρώμης.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω ο αιτών και καθού η κυρία παρέμβαση κατέστη κύριος του ενδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο όσο και πρωτότυπο τρόπο [έκτακτη χρησικτησία] συνυπολογιζομένου στο χρόνο σύννομης αυτού του χρόνου νομής των ανωτέρω δικαιοπαρόχων του. Το κυρίως παρεμβαίνον - εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίστηκε ότι το ανωτέρω ακίνητο αποτελεί εν μέρει χορτολιβαδική έκταση και εν μέρει δασική έκταση, η οποία δεν έχει αναγνωριστεί αναμφισβήτητα ως ιδιωτική με έναν από τους νομίμους τρόπους και επομένως θεωρείται δημόσια, σύμφωνα με τα στοιχεία των προσωρινών δασικών χαρτών και ανήκει κατά κυριότητα στο ίδιο, έχοντας μάλιστα υποβάλει την από 13.2.2013 ένσταση στον Ο.Κ.Χ.Ε.
κατά των αναρτημένων στοιχείων Β’ ανάρτησης της Κτηματογράφησης του Ο.Τ.Α. ..., προκειμένου να αναγραφεί το ίδιο ως δικαιούχο. Σύμφωνα δε με την επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από το κυρίως παρεμβαίνον το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο [άρθρο 529 παρ. 1 του ΚΠολΔ] έκθεση αυτοψίας - φωτοερμηνείας της Δασολόγου Γ.
Α. το επίδικο ακίνητο έχει εν μέρει χορτολιβαδικό και εν μέρει δασικό χαρακτήρα και εμπίπτει αντίστοιχα στην παρ. 6β του άρθρου 3 και στην παρ. 2 του Ν. 998/1979. Επίσης από το μετ’ επικλήσεως προσκομιζόμενο από το κυρίως παρεμβαίνον υπ’ αρ. πρωτ. ...24.9.2010 έγγραφο της Διεύθυνσης Δασών Κεφαλληνίας προς την Κτηματική Υπηρεσία Κεφαλληνίας, που αναφέρεται στο επίδικο ακίνητο, προκύπτει ότι ο προσωρινός δασικός χάρτης της περιοχής όπου και το επίδικο δεν έχει θεωρηθεί από το Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας Ιονίων Νήσων, ούτε έχει κυρωθεί και αναρτηθεί, όπως προβλέπεται από το άρθρο 27 του Ν. 2664/1998 η διαδικασία κύρωσης και προβολής αντιρρήσεων κατά του δασικού χάρτη.
Όμως σύμφωνα με την παρ. 4 του άρθρου 27 του Ν. 2664/1998, μόνο από την ανάρτηση και την κύρωση των δασικών χαρτών, δημιουργείται αμάχητο τεκμήριο και για τη δικαστική αρχή για το χαρακτήρα μιας έκτασης ως δασικής. Περαιτέρω δε ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι το επίδικο είναι δασική - χορτολιβαδική έκταση, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στην νομική σκέψη, προκειμένου περί δασών και δασικών εκτάσεων που βρίσκονται στα Επτάνησα, δεν ισχύει το τεκμήριο κυριότητας υπέρ του Δημοσίου, που θεσπίστηκε με το β.δ.
της 16.11.1936, αλλά αντίθετα απαιτείται πέραν της δασικής μορφής της επίδικης έκτασης και η επίκληση της από μέρους του Δημοσίου κτήσης κυριότητας επ’ αυτής με έναν από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο ΑΚ ή από τον ΑΚ, είτε από κάποιο άλλο ειδικό νόμο τρόπους, που όμως, το κυρίως παρεμβαίνον όχι μόνο δεν απέδειξε αλλά ούτε καν επικαλέστηκε.
Επομένως κρίνεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο πρώτος λόγος έφεσης σύμφωνα με τον οποίο το κυρίως παρεμβαίνον ισχυρίζεται ότι το επίδικο είναι δημόσια δασική έκταση που του ανήκει κατά κυριότητα σύμφωνα με το β.δ. της 16.11.1936. Εξάλλου το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, από κανένα στοιχείο δεν απέδειξε ότι το επίδικο ακίνητο είναι δημόσιο ακίνητο ως εξ υπαρχής αδέσποτο περιελθόν στην κυριότητά του το έτος 1864, σε αντίθεση προς τον εφεσίβλητο, ο οποίος, κατά τα προεκτεθέντα, απέδειξε ότι το επίδικο ακίνητο περιήλθε στη κυριότητά του, τόσο με παράγωγο όσο και με πρωτότυπο τρόπο.
Μετά ταύτα κρίνεται απορριπτέος ως κατ’ ουσίαν αβάσιμος ο περί του αντιθέτου ισχυρισμός του κυρίως παρεμβαίνοντος που κατά περιεχόμενο συνιστά το δεύτερο λόγο έφεσης, σύμφωνα με τον οποίο το επίδικο από το χρόνο ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα [1864] μέχρι και το έτος 1946 ήταν "εξ υπαρχής αδέσποτο" ως μη ανήκον στην κυριότητα κανενός και ως εξ υπαρχής αδέσποτο περιήλθε σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 972 του ΑΚ στην κυριότητα του ιδίου.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι επειδή η θέση "...", στην οποία βρίσκεται το επίδικο αναφέρεται στην προαναφερθείσα υπ’ αρ. ...1997 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς ως ευρισκόμενη στην όμορη περιοχή "...", η οποία κείται εκτός κτηματογράφησης και όχι στην κτηματογραφούμενη περιοχή "...", το επίδικο ακίνητο, παρ’ ότι δηλώθηκε από τον αιτούντα, καταχωρήθηκε εν τέλει στα κτηματολογικά βιβλία του Κτηματολογικού Γραφείου Ληξουρίου Κεφαλληνίας με ...
με την ένδειξη ως "αγνώστου ιδιοκτήτη" κατά ποσοστό κυριότητας 100/100. Η ανωτέρω πρώτη εγγραφή είναι ανακριβής, καθόσον κατά τα προρρηθέντα αποκλειστικά κύριος του επιδίκου είναι ο εφεσίβλητος".
Το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε, εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου, ενώ διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες, ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς δεν στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα αιτιολόγησε πλήρως την απόρριψη της παρέμβασης του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν απέδειξε κατά τις παραδοχές του την ιδιότητα του επιδίκου, ως εξ υπαρχής αδέσποτου, ούτε κάποιον από τους προβλεπόμενους από τον Ιόνιο Α.Κ. ή από τον Α.Κ. είτε από κάποιον άλλον ειδικό νόμο τρόπους κτήσης της κυριότητας αυτού, αφού, όπως προαναφέρθηκε, δεν είναι αρκετή η επίκληση της δασικής μορφής αυτού για να αποκτήσει το Δημόσιο την κυριότητά του.
Περαιτέρω, διέλαβε με σαφήνεια τα περιστατικά εκείνα, από τα οποία έκρινε ότι ο αναιρεσίβλητος κατέστη κύριος του επίδικου ακινήτου. Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι οι αιτιολογίες της απόφασης αυτής είναι ανεπαρκείς και αντιφατικές, είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.
Όμως, καθ’ όσο μέρος υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ. 19 πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου ως προς πραγματικά ζητήματα (αξιολόγηση εγγράφων), τα οποία δεν ελέγχονται αναιρετικά, ο σχετικός λόγος είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ’ του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους. Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.) που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη (ΑΠ 1413/2010, 1763/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το ήδη αναιρεσείον, για να στηρίξει την παρέμβασή του προσκόμισε μετ’ επικλήσεως, μεταξύ άλλων και την από 9-9-2010 έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας αεροφωτογραφιών της δασολόγου Γ. Α.. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, για να καταλήξει στο αποδεικτικό πόρισμα, βεβαιώνει ότι έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν οι διάδικοι ενώπιον του Δικαστηρίου με επίκληση, μεταξύ αυτών δε ειδικότερα, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν. Κατά συνέπεια, ο εκ του άρθρου 559 αρ. 11γ’ Κ.Πολ.Δ. αντίθετος πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά συνέπεια, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης στο σύνολό της και να καταδικασθεί το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, τα οποία ορίζει μειωμένα κατ’ άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την υπ’ αρ. εκθ. κατάθεσης 7/13-10-2014 αίτηση για αναίρεση της 13/2014 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Πατρών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουνίου 2015.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ