Supreme Court allows appeal against dismissal of civil liability claim against public official for breach of non-execution of annulment decisions.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against a first-instance dismissal of a civil liability claim brought by a public official against a public prosecutor. The official argued that his personal liability arose from the prosecutor's failure to execute annulment decisions, violating constitutional and statutory duties. The court found the lower court erred in rejecting the claim and remanded the case for further proceedings.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 95(5) of the Constitution; Article 50(4) of Decree-Law 18/1989; Article 38 of the Civil Servant Code: A public official is personally liable to the State for damages caused by intentional misconduct or gross negligence, including the failure to execute annulment decisions, thereby creating a separate civil liability obligation independent of the State's liability.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 957 / 2013 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 957/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου, Γεράσιμο Φουρλάνο και Εμμανουήλ Κλαδογένη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 22 Οκτωβρίου 2012, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Θ. Α. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπαδάκη.
Της αναιρεσιβλήτου: Α. Π., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Παπανικολάου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-10-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών το οποίο εξέδωσε την 3369/2010 απόφαση του. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30-6-2011 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Εμμανουήλ Κλαδογένης, ανέγνωσε την από 12-10-2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης κατά παραδοχήν των πρώτου κατά το πρώτο σκέλος του και δευτέρου λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως και 2. την απόρριψη των λοιπών λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 38 παρ.1 τόσον του προϊσχύσαντος Υπαλληλικού Κώδικος (Ν.2683/1999) όσον και του ήδη από 9-2-2007 ισχύοντος νέου (Ν. 3528/9-2-2007), ο υπάλληλος ευθύνεται έναντι του Δημοσίου για κάθε ζημία την οποία προξένησε σε αυτό από δόλο ή βαρειά αμέλεια κατά την άσκηση των καθηκόντων του. Ο υπάλληλος ευθύνεται επίσης για την αποζημίωση την οποία κατέβαλε το δημόσιο σε τρίτους για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις του κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, εφόσον οφείλονται σε δόλο ή βαρειά αμέλεια.
Ο υπάλληλος δεν ευθύνεται έναντι τρίτων για τις ανωτέρω πράξεις ή παραλείψεις του, ενώ κατά την παρ.6 του ιδίου άρθρου αμφοτέρων των ως άνω νόμων, ειδικές διατάξεις για την προσωπική αστική ευθύνη των δημοσίων υπαλλήλων έναντι των τρίτων διατηρούνται σε ισχύ. Μεταξύ των διατάξεων αυτών περιλαμβάνεται και το άρθρο 50 παρ.4 του π.δ. 18/1989 (πρώην άρθρο 50 ν.δ. 170/1973), το οποίο, υλοποιώντας την συνταγματική επιταγή του άρθρου 95 παρ.5 του Συντάγματος, κατά την οποία η διοίκηση έχει υποχρέωση να συμμορφώνεται με τις ακυρωτικές αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και ότι η παράβαση της υποχρέωσης αυτής δημιουργεί ευθύνη για κάθε υπαίτιο όργανο, όπως νόμος ορίζει, ρυθμιστικά, εν προκειμένω, επιτάσσει τα εξής: "4.
Οι διοικητικές αρχές, σε εκτέλεση της υποχρέωσης τους κατά το άρθρο 95 παρ.5 του Συντάγματος, πρέπει να συμμορφώνονται ανάλογα με κάθε περίπτωση, με θετική ενέργεια προς το περιεχόμενο της απόφασης του Συμβουλίου ή να απέχουν από κάθε ενέργεια που είναι αντίθετη προς όσα κρίθηκαν από αυτό. Ο παραβάτης, εκτός από τη δίωξη κατά το άρθρο 259 του Ποινικού Κώδικα, υπέχει και προσωπική ευθύνη για αποζημίωση".
Η τελευταία αυτή διάταξη, κατά τη ρητή επιταγή του άρθρου 4 παρ.1 του ν.702/1977, εφαρμόζεται και στις ακυρωτικές διαφορές που εκδικάζονται από τα Διοικητικά Εφετεία, ενώ ως προσωπική ευθύνη για αποζημίωση του παραβάτη δημοσίου υπαλλήλου εννοείται η προβλεπόμενη και οριζόμενη από τα άρθρα 57, 59 , 297, 298, 299, 330, 914, 919 και 932 ΑΚ.
Όμοια είναι και η διάταξη του άρθρου 1 Ν. 3068/2002 (" Συμμόρφωση Διοίκησης προς δικαστικές αποφάσεις ..."), η οποία ορίζει, ότι "Το Δημόσιο, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και τα λοιπά νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου έχουν υποχρέωση να συμμορφώνονται χωρίς καθυστέρηση προς τις δικαστικές αποφάσεις και να προβαίνουν σε όλες τις ενέργειες που επιβάλλονται για την εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής και για την εκτέλεση των αποφάσεων.
Δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του προηγούμενου εδαφίου είναι όλες οι αποφάσεις των διοικητικών, πολιτικών, ποινικών και ειδικών δικαστηρίων που παράγουν υποχρέωση συμμόρφωσης ή είναι εκτελεστές κατά τις οικείες δικονομικές διατάξεις και τους όρους που κάθε απόφαση τάσσει. Δεν είναι δικαστικές αποφάσεις κατά την έννοια του παρόντος και δεν εκτελούνται οι εκτελεστοί τίτλοι που αναφέρονται στις περιπτώσεις των εδαφίων γ'-ζ' της παρ.2 του άρθρου 904 Κ.Πολ.Δικ.
πλην των κηρυχθεισών εκτελεστών αλλοδαπών δικαστικών αποφάσεων. Οι διατάξεις του παρόντος άρθρου ισχύουν και γα τα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου του ευρύτερου δημόσιου τομέα, τα οποία ανήκουν εξ ολοκλήρου στου Δημόσιο". Περαιτέρω, τo άνω άρθρο 50 του ΠΔ 18/1989 ("Κωδικοποίηση διατάξεως νόμων για το Συμβούλιο Επικρατείας") ορίζει στη μεν παρ.1 ότι η απόφαση που δέχεται την αίτηση ακυρώσεως απαγγέλλει την ακύρωση της προσβαλλόμενης πράξης και συνεπάγεται νόμιμη κατάργηση της έναντι όλων, είτε πρόκειται για κανονιστική είτε πρόκειται για ατομική πράξη, στη δε παράγραφο 5, ότι οι αποφάσεις της Ολομελείας, ακυρωτικές και απορριπτικές, καθώς και των Τμημάτων, αποτελούν μεταξύ των διαδίκων δεδικασμένο που ισχύει και σε κάθε υπόθεση ή διαφορά ενώπιον δικαστικής ή άλλης αρχής, κατά την οποία προέχει το διοικητικής φύσεως ζήτημα που κρίθηκε από το Συμβούλιο.
Από δε τον συνδυασμό των άρθρων 95 παρ.5 του Συντάγματος, 50 παρ. 1,4,5 του ΠΔ 18/1989, 1, 4 παρ.1 του ν.702/1977 και 1 Ν. 3068/2002 προκύπτει, ότι η Διοίκηση, μετά την έκδοση ακυρωτικής αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας ή του Διοικητικού Εφετείου επί αιτήσεως ακυρώσεως, υποχρεούται να συμμορφωθεί προς αυτήν και μάλιστα όχι μόνο να θεωρήσει ανίσχυρη και μη υφιστάμενη στον νομικό κόσμο την ακυρωθείσα διοικητική πράξη, αλλά να προβεί σε θετικές ενέργειες για την αναμόρφωση της νομικής καταστάσεως που προέκυψε, αμέσως ή εμμέσως, από την ακυρωθείσα πράξη, ανακαλούσα ή τροποποιούσα τις σχετικώς, στο μεταξύ, εκδοθείσες πράξεις ή εκδίδουσα άλλες με αναδρομική ισχύ, για να αποκαταστήσει τα πράγματα στη θέση στην οποία θα ευρίσκοντο αν από την αρχή δεν είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα πράξη.
Το ειδικότερο περιεχόμενο και η έκταση των υποχρεώσεων της Διοικήσεως προσδιορίζονται από το αντικείμενο της απαγγελλομένης ακυρώσεως, δηλαδή από το είδος και τη φύση της ακυρούμενης πράξης, καθώς και από την κρίση ή τις κρίσεις πάνω στα ζητήματα που εξέτασε και για τα οποία αποφάνθηκε το δικαστήριο στο αιτιολογικό της αποφάσεως του, δημιουργώντας δεδικασμένο ως προς αυτά στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Τέλος το άρθρο 36 παρ. 9 του ν.2190/1994 (που ίσχυσε μέχρι 8.4.1999) όριζε ότι: "Οι τοποθετούμενοι ως Προϊστάμενοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντα τους έως την τυχόν επανεπιλογή τους ή την τοποθέτηση νέου Προϊσταμένου", ενώ από 9.4.1999 ίσχυσε η διάταξη του άρθρου 85 παρ. 5 του Υπαλληλικού Κώδικα (ν. 2683/1999), η οποία όριζε ότι: "Όσοι επιλέγονται (ως προϊστάμενοι) τοποθετούνται σε οργανικές μονάδες αντίστοιχου επιπέδου με απόφαση του οικείου οργάνου και εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους έως την τοποθέτηση νέου προϊσταμένου".
Ήδη, από 9-2-2007 ισχύει ο Ν. 3528/2007, ο οποίος στο άρθρο 86 παρ.4 εδ. τελευταίο ορίζει, ότι " Οι τοποθετούμενοι ως προϊστάμενοι εξακολουθούν να ασκούν τα καθήκοντά τους και μετά τη λήξη της θητείας τους ως την τυχόν επανεπιλογή τους ή την τοποθέτηση του νέου προϊσταμένου".
Στην προκειμένη περίπτωση, ο εδώ αναιρεσείων ιστορεί στην αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, ότι διετέλεσε υπάλληλος του Ο.Α.Ε.Δ., του κλάδου ΠΕ διοικητικού-οικονομικού, από το έτος 1970 έως την 31-12-2005, ότε συνταξιοδοτήθηκε. Το έτος 1978 προήχθη στον βαθμό του διευθυντού, τον οποίο εξακολούθησε να κατέχει μέχρι και το έτος 1994, στην διετία δε 1992-1994 είχε τοποθετηθεί διευθυντής στην Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής και Νήσων.
Από το έτος 1995, η Διοίκησης του Ο.Α.Ε.Δ. με τα όργανά της δεν του ανέθεσαν καθήκοντα διευθυντού και τον είχαν "παροπλισμένο" και αδρανοποιημένο για λόγους πολιτικής και προσωπικής αντιπαλότητας και έκτοτε παραλήφθηκε από όλες τις επιλογές προϊσταμένων διεύθυνσης και τμήματος και από όλες τις προαγωγές στον βαθμό τμηματάρχου και διευθυντού και αντ' αυτού επελέγοντο άλλοι, τα ονόματα των οποίων αναφέρονται στην αγωγή και οι οποίοι ανήκαν σε κατώτερους κλάδους (Τ.Ε.
και Δ.Ε.) και υπελείποντο του ενάγοντος. Κατόπιν αιτήσεων του ενάγοντος εξεδόθηκαν επί του θέματος αυτού υπέρ εκείνου οκτώ αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και πέντε αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, με τις οποίες ακυρώθηκαν διαδοχικά όλες οι επιλογές προϊσταμένων διεύθυνσης και οι προαγωγές στον βαθμό του διευθυντού, οι οποίες έγιναν κατά παράλειψη του ενάγοντος, πλην όμως οι αποφάσεις αυτές ουδέποτε εκτελέσθηκαν.
Η μη συμμόρφωση στις δικαστικές αποφάσεις, εκτός από τον Ο.Α.Ε.Δ., βαρύνει και την εναγομένη, η οποία από 9-1-2001 μέχρι του χρόνου ασκήσεως της αγωγής κατείχε την θέση της Προϊσταμένης της Διεύθυνσης Διοικητικού και η οποία ήτο κατ' εξοχήν αρμόδια και υπεύθυνη για την εκτέλεση των ακυρωτικών δικαστικών αποφάσεων και ήτο λόγω της θέσεως αυτής εισηγήτρια στο Β' Υπηρεσιακό Συμβούλιο επί των θεμάτων υπηρεσιακής κατάστασης και εξέλιξης των υπαλλήλων του Ο.Α.Ε.Δ., μεταξύ των οποίων περιελαμβάνετο και ο ενάγων.
Ότι συγκεκριμένα, ώφειλαν ο Ο.Α.Ε.Δ. και η εναγομένη, μετά από την έκδοση κάθε φορά ακυρωτικής αποφάσεως, να τον επαναφέρουν αυτοδικαίως στην κατά τα άνω θέση διευθυντού αναδρομικώς από τον χρόνο κατά τον οποίο είχε εκδοθεί η ακυρωθείσα απόφαση μη επιλογής του και μέχρις ότου επιληφθεί εκ νέου του θέματος της επιλογής του ως διευθυντού το οικείο υπηρεσιακό συμβούλιο με νόμιμη σύνθεση και να του καταβάλουν αναδρομικώς τις ανάλογες αποδοχές.
Σχετικώς με την μη συμμόρφωση του Ο.Α.Ε.Δ. στις ακυρωτικές δικαστικές αποφάσεις εκδόθηκαν υπέρ του ενάγοντος δύο πορίσματα από τον συνήγορο του πολίτη, το δε πρώτο Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου με μία απόφαση και πέντε πράξεις του απεφάνθη, ότι πρόκειται για μη εφαρμογή και μη εκτέλεση των αποφάσεων του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και του Συμβουλίου της Επικρατείας και για υπαίτια μη επαναφορά της υπηρεσιακής καταστάσεως του ενάγοντος στον χρόνο εκδόσεως των ακυρωθεισών πράξεων και μέχρι την επανάκριση-επανεπιλογή των προϊσταμένων διεύθυνσης από τον Ο.Α.Ε.Δ.
και την εναγομένη. Ότι καίτοι εξεδόθησαν οι εν λόγω δικαστικές αποφάσεις (υπ' αριθ. 2389/1995, 516/1998, 1890/1999, 490/2001, 91/2002, 1143/2002, 326/2003 και 2359/2003 του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών και υπ' αριθμ. 3472/2001, 236/2002, 1477/2003, 1520/2003 και 3539/2003 του Συμβουλίου της Επικρατείας), οι οποίες έκριναν, ότι τόσον η εναγομένη όσον και τα λοιπά μέλη του Β' Υπηρεσιακού Συμβουλίου είχαν ακύρως προαχθεί στην θέση του διευθυντού και επομένως δεν μπορούσαν να μετέχουν νομίμως στο Συμβούλιο αυτό και ακολούθως ακυρώθηκαν οι περί προαγωγών αποφάσεις του Υπηρεσιακού Συμβουλίου, παρά ταύτα η εναγομένη παρέμενε στην θέση της και δεν επανέφερε, ως ώφειλε, στην θέση του διευθυντού τον ενάγοντα, την οποία αυτός κατείχε πριν από τις κρίσεις, στις οποίες μετείχε η εναγομένη και επί πλέον μετείχε στο ίδιο Συμβούλιο και εισηγείτο πάντοτε την μη προαγωγή του ενάγοντος.
Ότι καίτοι παρεπέμφθη από την εναγομένη στο Πειθαρχικό Συμβούλιο ο ενάγων με "ανυπόστατες κατηγορίες" τρεις φορές και σε πρώτο βαθμό τιμωρήθηκε με οριστική παύση, ενώ το δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΥΠΕΣΔΔΑ ακύρωσε και τις τρεις ποινές, εν τούτοις με ενέργειες της εναγομένης αι) δεν κατεβλήθη στον ενάγοντα ο μισθός του από 1-3-2002 και εφεξής, βι) δεν κατεβλήθη ο μισθός του από την αυτοδίκαιη επάνοδό του στην Υπηρεσία, γι) δεν αποδόθηκαν στο Ι.Κ.Α.
οι οφειλόμενες για τον ενάγοντα εισφορές, με αποτέλεσμα να είναι ανασφάλιστος, δι) δεν προήχθη αναδρομικά και ει) δεν του χορηγήθηκε το πρώτο μισθολογικό κλιμάκιο και δεν κατετάγη σε αυτό. Ότι την 3-11-2005, με το υπό ιδίαν ημερομηνίαν υπόμνημά της το οποίο κατέθεσε η εναγομένη στο δευτεροβάθμιο Πειθαρχικό Συμβούλιο του ΥΠΕΣΔΑ, ενώπιον του οποίου θα εξητάζετο η από 30-5-2005 ένσταση του ενάγοντος για την ακύρωση της τρίτης απολύσεώς του, αφ' ενός μεν προσέβαλε την τιμή του με όσα περιέλαβε σε αυτό, στην προσπάθειά της να μην ακυρωθεί η πειθαρχική ποινή της απολύσεως και αφ' ετέρου προσπάθησε να επηρεάσει τα μέλη του Πειθαρχικού Συμβουλίου υπαγορεύοντας σε αυτά τον τρόπο ενεργείας του Πειθαρχικού Συμβουλίου και την ποινή που έπρεπε να επιβληθεί, "όπως της αποδίδεται με την απόφ. 28/3-11-05, σελ. 6 και 9 του Δ.Π.Σ./ΥΠΕΣΔΔΑ".
Ότι δεν συμμορφώθηκε η εναγομένη με την αμέσως προηγουμένη απόφαση και δεν προέβη στις απαραίτητες ενέργειες, με αποτέλεσμα αι) να μην καταβληθούν στον ενάγοντα οι αποδοχές του από 1-3-2002 έως 31-12-2005, ύψους άνω των 150.000 ευρώ, εκτός από ένα μέρος τους, βι) κατεβλήθη στον ενάγοντα μόνον ένα μέρος του εφάπαξ, γι) δεν απεδόθησαν στο Ι.Κ.Α.
οι ασφαλιστικές εισφορές, με αποτέλεσμα ο ενάγων να μείνει ανασφάλιστος από 2-1-2006 έως τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, δι) δεν προήχθη ο ενάγων στον βαθμό του διευθυντού μετά την ακύρωση των τριών απολύσεών του και ει) δεν απεδόθησαν στο ΤΕΑΠΟΚΑ οι οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές του, με συνέπεια να μην καταβληθεί στον ενάγοντα μέχρι τον Μάρτιο 2007 η επικουρική σύνταξη από 410 ευρώ μηνιαίως.
Ότι η εναγομένη εζήτησε από την αρμόδια για την μισθοδοσία του ενάγοντος ΠΔΑΝ, να εισπράξει μέσω της Δ.Ο.Υ., όπως κα έγινε, πρόστιμο αποδοχών 3 μηνών, το οποίο επεβλήθη σε εκείνον με πρωτοβάθμια πειθαρχική ποινή, καίτοι η ιδία εγνώριζε, ότι δεν ήτο δυνατόν να εισπραχθεί πριν τελεσιδικήσει η απόφαση και ενώ ο ενάγων είχε ασκήσει σχετική προσφυγή, η οποία έγινε δεκτή και ακυρώθηκε εν τέλει το πρόστιμο.
Ζητεί δε εν τέλει ο ενάγων, όπως παραδεκτώς περιόρισε το αίτημα με δήλωση καταχωρηθείσα στα πρακτικά του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αλλά και με τις προτάσεις του, να αναγνωρισθεί, ότι η εναγομένη οφείλει να καταβάλει σε αυτόν ως χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης την οποία υπέστη από τις ως άνω πράξεις και παραλείψεις της, το ποσόν των 100.000 ευρώ.
Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 299, 330, 914, 932 ΑΚ, 95 παρ.5 του Συντάγματος, 50 παρ.4 Π.Δ. 18/1989 και 1 Ν. 3068/2002. Με αυτήν ενάγεται όχι το Ν.Π.Δ.Δ., δηλαδή ο Ο.Α.Ε.Δ., αλλά το αρμόδιο όργανο αυτού, ήτοι η εναγομένη ως προσωπικώς υπεύθυνη για την ζημία την οποία προκάλεσε, ύστερα από παράνομες και υπαίτιες ενέργειες και παραλείψεις της σε συνάρτηση προς την οργάνωση και λειτουργία του Ν.Π.Δ.Δ.
και εντός του κύκλου των καθηκόντων της, εισάγει δε διαφορά ιδιωτικού δικαίου, για την οποία έχουν δικαιοδοσία τα πολιτικά δικαστήρια, αφού ληφθεί υπόψη, ότι η εναγομένη νομιμοποιείται παθητικώς, εκ του λόγου ότι, κατά την αγωγή, αφ' ενός μεν προέβη σε παράνομες ενέργειες, αφ' ετέρου δε υπαιτίως και παρανόμως δεν εφάρμοσε ακυρωτικές αποφάσεις του Διοικητικού Εφετείου και του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Η παράλειψη αυτή, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και ιδίως το άρθρο 50 παρ.4 Π.Δ. 18/1999, (αληθής υποτιθέμενη) δημιουργεί προσωπική (ατομική) υποχρέωση του οργάνου του Ν.Π.Δ.Δ. προς αποζημίωση, αυτοτελή και ανεξάρτητη από την υποχρέωση προς αποζημίωση του Ν.Π.Δ.Δ. από την ίδια αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 105., 106 Εισ.
Ν. Α.Κ. (Α.Π. 542/2005). Το Πολυμελές Πρωτοδικείο επομένως, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, παραβίασε τις αναφερθείσες ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 914, 932 Α.Κ., 95 παρ.5 του Συντάγματος, 50 παρ.4 Π.Δ. 18/1989 και 1 Ν. 3068/2002, καθόσον ειδικότερα παρέλειψε να εφαρμόσει αυτές, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους.
Ως εκ τούτου, το δικαστήριο υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ.1 Κ.Πολ.Δικ. , η οποία προβάλλεται με το πρώτο μέρος του πρώτου λόγου αναιρέσεως, ο οποίος είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της ερεύνης των λοιπών λόγων. Ακολούθως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ.3 Κ.Πολ.Δ., στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο εξέδωσε την απόφαση, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 3369/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντες, τα οποία ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Ιανουαρίου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Μαΐου 2013.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ