Supreme Court dismisses appeal on property transfer via auction and evidence sufficiency grounds.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the second-instance court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court erred in accepting facts without evidence and failed to consider specific legal claims, but the court found these arguments baseless. The court ruled that the appellate court properly relied on legally admissible evidence, including witness testimonies and expert reports, thereby rejecting the appeal and ordering the appellant to pay the respondent's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 1005, 1017, 1033 of the Civil Code; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the admission of facts without proof or failure to consider a claim is inadmissible if the lower court's decision was grounded on legally admissible evidence.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 957 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 957/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελ-λόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Δεκεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Γκούβα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Βούλγαρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5-3-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 23/2004 του ίδιου Δικαστηρίου, 389/2006 μη οριστική και 316/2008 οριστική του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-6-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Αθανασίου ανέγνωσε την από 24-11-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 1033 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε (βλ.
ΑΠ 79/2007, ΑΠ 1568/1995). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 1005 παρ. 1 ΚΠολΔ, από τη στιγμή που ο υπερθερματιστής καταβάλλει το πλειστηρίασμα, ο υπάλληλος του πλειστηριασμού του δίνει περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης. Με την κατακύρωση και αφότου μεταγραφεί η περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης, ο υπερθερματιστής αποκτά το δικαίωμα που είχε εκείνος κατά του οποίου έγινε η εκτέλεση.
Δηλαδή με τη διάταξη αυτήν καθιερώνεται ρητώς η αρχή ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί αιτία παράγωγου τρόπου κτήσεως κυριότητος και συνεπώς ο υπερθεματιστής θεωρείται ειδικός διάδοχος του καθού η εκτέλεση, τον οποίο και διαδέχεται στο δικαίωμα. Ειδικότερα, ο υπερθερματιστής αποκτά το δικαίωμα αυτό "δυνάμει συμβάσεως", όπως είναι η εκποίηση με δημόσιο αναγκαστικό πλειστηριασμό, που αποτελεί, όπως με σαφήνεια συνάγεται από την άνω διάταξη (1005 παρ. 1 ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 1017 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα και 199, 513, 1192 και 1198 του ΑΚ, ιδιόρρυθμη σύμβαση πωλήσεως, η οποία ενεργεί υπό το κύρος της αρχής και τελειώνεται με την κατακύρωση, που αποδέχεται την τελευταία προσφορά του υπερθερματιστή.
Έτσι, με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέο δικαίωμα υπέρ του υπερθερματιστή, αλλά αυτός ως ειδικός διάδοχος παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σ' αυτό κατά το χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθού η εκτέλεση (ΑΠ 242/2000, ΑΠ 442/1993). Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς, από το αιτιολογικό της, τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του Δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην κρινομένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚπολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης και ειδικότερα για αντιφατική αιτιολογία ως προς το ουσιώδες ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου. Συγκεκριμένα, ενώ, σύμφωνα με τον αναιρεσείοντα, η προσβαλλομένη απόφαση δέχεται ότι το εκπλειστηριασθέν και κατακυρωθέν ακίνητο, μετά την μεταγραφή των υπ' αριθμ.8680/1997 και 8861/1997 περιλήψεων των κατακυρωτικών εκθέσεων, περιήλθε στην κυριότητα του υπερθεματιστή, δικαιοπαρόχου του αναιρεσείοντος, και συνακόλουθα στον τελευταίο, παράλληλα σε άλλο σημείο της διαλαμβάνει ως παραδοχή ότι το ανωτέρω ακίνητο δεν εκπλειστηριάσθηκε και έτσι με τη μεταγραφή των πιο πάνω κατακυρωτικών εκθέσεων δεν περιήλθε η κυριότητα του επίδικου ακινήτου στον υπερθεματιστή και συνακόλουθα σ' αυτόν (αναιρεσείοντα).
Το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε, ως προς το προεκτεθέν ζήτημα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Με το υπ' αριθμόν .../1931 συμβόλαιο, που συνέταξε ο τότε συμβολαιογραφών Ειρηνοδίκης Ζαγοράς Νικόλαος Μηλεφίνης και μεταγράφηκε νόμιμα, ο ΑΑ εν όψει του γάμου της θυγατέρας του ΒΒ μεταβίβασε λόγω προικός στον επί θυγατρί γαμπρό του ΔΔ την κυριότητα μίας οικίας μετά της περιοχής της κειμένης στην συνοικία ...
της κωμοπόλεως ... νομού ..., που συνόρευε γύρωθεν με δρόμο και ιδιοκτησίες ..., ... και ιδίου προικοδότη. Με το υπ' αριθ. .../1933 συμβόλαιο του τότε συμβολαιογραφούντος Ειρηνοδίκη Ζαγοράς Ηλία Τσιγκρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, ο ΑΑ μεταβίβασε στη θυγατέρα του ΓΓ, εκτός των άλλων, ένα οικόπεδο πρώην συκαμινότοπο εμβαδού ενός περίπου στρέμματος κείμενο στην συνοικία ...
της κωμοπόλεως ... που συνόρευε γύρωθεν με ιδιοκτησία ΔΔ-1, ... και κοινοτικό δρόμο, αμφότερα δε τα προπεριγραφόμενα ακίνητα είχαν περιέλθει στον μεταβιβάζοντα, ως αναφέρεται στα άνω συμβόλαια, δυνάμει του υπ' αριθ. .../1889 συμβολαίου. Με το υπ' αριθμ. .../1974 συμβόλαιο, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Ζαγοράς Αλέξανδρος Αγγελίνης και μεταγράφηκε νόμιμα, ο άνω ΔΔ συνέστησε υπέρ της έγγαμης θυγατέρας του ΕΕ και του συζύγου της ΣΤ προίκα και τους μεταβίβασε για την αιτία αυτή την κυριότητα "...
μίας παλαιάς ανώγειας οικίας μετά του υπ' αυτήν και μη οικοπέδου αυλής και περιοχής εκτάσεως εν όλω ημίσεως, 1/2, στρέμματος περίπου, κειμένη εις την συνοικίαν "..." ... και συνορευόμενη γύρωθεν με ιδιοκτησίες ..., ..., κληρον. ΑΑ και με κοινοτικόν δρόμον, περιελθούσα τω προικοδότη δυνάμει του υπ' αριθ. .../11-12-1931 συμβολαίου".
Στη συνέχεια η ΕΕ κύρια πλέον, μετά την ισχύ Ν. 1329/1983, του προπεριγραφομένου προικώου ακινήτου μεταβίβασε λόγω γονικής παροχής στη θυγατέρα της ΖΖ την ψιλή κυριότητα του ως άνω ακινήτου συνταγέντος προς τούτο του υπ' αριθμ. .../1992 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Βόλου Αθανασίας συζ. Αλεξάνδρου Αγγελίνη, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Στο συμβόλαιο αυτό το μεταβιβαζόμενο ακίνητο περιγράφεται ως ακολούθως "... μία παλαιά ανώγεια οικία, που αποτελείται από ισόγειο και το πρώτο πάνω από το ισόγειο όροφο, εμβαδού του κάθε ορόφου μέτρων τετραγωνικών σαράντα πέντε (45) περίπου, με το οικόπεδο της καλυμμένο και ακάλυπτο συνολικής εκτάσεως μέτρα τετραγωνικά πεντακόσια (500) περίπου που βρίσκεται, μέσα στον οικισμό της Κοινότητας ...
στην συνοικία ... και ειδικότερα στη θέση ... και συνορεύει γύρω με ιδιοκτησίες ..., ..., κληρονόμων ΑΑ και με κοινοτικό δρόμο". Με επίσπευση της Εθνικής Τράπεζας ΑΕ και με τίτλο εκτελεστό την υπ' αριθ. 1/1994 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου επεβλήθη αναγκαστική κατάσχεση στο παραπάνω ακίνητο τόσο επί του δικαιώματος της ψιλής κυριότητος όσο και σ' αυτό της επικαρπίας προς ικανοποίηση ενυπόθηκης χρηματικής απαιτήσεως της επισπεύδουσας σε βάρος της ΕΕ, δοθέντος ότι για την εξασφάλιση της χρηματικής αυτής απαίτησης είχε εγγραφεί επί του άνω ακινήτου προσημείωση υποθήκης, που ετράπη, στη συνέχεια σε υποθήκη.
Για την αναγκαστική αυτή κατάσχεση συνετάγησαν οι υπ' αριθμ. .../23-9-1994 και .../14-10-1994 εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητού Βόλου ..., σε αμφότερες δε τις εκθέσεις το κατασχεθέν ακίνητο περιγράφεται "ένα οικόπεδο με τη διώροφη οικία και το εφαπτόμενο σ' αυτή κτίσμα, το οποίο έχει έκταση 500 τ.μ, βρίσκεται μέσα στη συνοικία ...
της κοινότητος ... και συνορεύει γύρω Ανατολικά με κοινοτικό δρόμο. Βόρεια με ιδιοκτησία ..., Δυτικά με ιδιοκτησία ... και Νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων ΑΑ ...". Το προπεριγραφόμενο οικόπεδο είναι περιφραγμένο εν μέρει με τσιμεντολιθόκτιστο τοίχο πάνω στον οποίο υπάρχουν σιδερένια κάγκελα και εν μέρει με σίτα, η οποία στηρίζεται σε πασσάλους".
Με το υπ' αριθ. .../1994 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού του ίδιου δικαστικού επιμελητού επισπεύσθηκε πλειστηριασμός σε βάρος του άνω ακινήτου και μετά από ματαίωση αυτού εκδόθηκαν τα με αριθμ. .../1995, .../1995, .../1995, .../1996, .../1996, .../1996, .../1996, .../1997 προγράμματα αναγκαστικού πλειστηριασμού του ίδιου δικαστικού επιμελητή, στα οποία το πλειστηριαζόμενο ακίνητο περιγράφεται ως ανωτέρω.
Τελικώς ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε στις 11-6-1997 ενώπιον της συμ/φου Βόλου Αλεξ. Αγγελίνη ως επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου και υπερθεματιστής αναδείχθηκε ο ΗΗ, συνετάγησαν δε οι με αριθμό .../11-6-1997 και .../11-6-1997 εκθέσεις αναγκαστικού πλειστηριασμού από την άνω υπάλληλο αφορώσες αμφότερα τα πλειστηριασθέντα εμπράγματα δικαιώματα.
Στην συνέχεια συνετάγησαν οι υπ' αριθμ. .../1997 και .../1997 περιλήψεις κατακυρωτικής εκθέσεως, οι οποίες μεταγράφηκαν νόμιμα. Στις περιλήψεις αυτές το πλειστηριασθεν και κατακυρωθέν ακίνητο περιγράφεται ως ανωτέρω και έτσι ο υπερθεματιστής με την μεταγραφή των οικείων εκθέσεων κατέστη κύριος κατά πλήρες ιδιοκτησίας δικαίωμα του ακινήτου αυτού.
Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η προαναφερόμενη ΓΓ, αδελφή τη μητέρας του ενάγοντα ΒΒ, το έτος 1969 μεταβίβασε στον τελευταίο λόγω δωρεάς την νομή του προπεριγραφομένου ακινήτου εμβαδού ενός περίπου στρέμματος, το οποίο έκτοτε αυτός είχε στην φυσική του εξουσία με διάνοια κυρίου μέχρι το έτος 2001 περίπου ασκώντας επ' αυτού εμφανείς υλικές πράξεις νομής και συγκεκριμένα το επισκεπτόταν και το επέβλεπε, καλλιεργούσε δε σ' αυτό λαχανικά, χωρίς όμως στο μεταξύ να προβεί στην αξιοποίησή του.
Έτσι ο ενάγων με την υπερεικοσαετή νομή κατέστη κύριος του ακινήτου τούτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας. Το εν λόγω ακίνητο κατά πρόσφατη καταμέτρηση έχει εμβαδόν 1087,04 τμ. (βλ. έκθεση πραγματογνωμοσύνης) και σύμφωνα με το συνοδεύον την έκθεση αυτή τοπογραφικό διάγραμμα εμφανίζεται μεταξύ των στοιχείων 1, 2, 3, 4, 5, 6, 7, 30, 31, 32, 33, 34, 20, 21....29, 1, συνορεύει δε Ανατολικά με κοινοτικό δρόμο, Δυτικά με ιδιοκτησία ..., Νότια με ιδιοκτησία ...
και από την βόρεια πλευρά συνορεύει με το άνω ακίνητο εμβαδού 500 τ. μ. που πλειστηριάσθηκε και ανήκε η μεν επικαρπία του στην αδελφή του ΕΕ η δε ψιλή κυριότητα στην ανεψιά του επ' αδελφή ΖΖ. Το προπεριγραφόμενο ακίνητο, δηλαδή το επίδικο, σύμφωνα με την έκθεση πραγματογνωμοσύνης αλλά και από τα προαναφερόμενα συμβόλαια, είναι αυτό που περιγράφεται στο άνω υπ' αριθ. .../33 συμβόλαιο, με το οποίο περιήλθε η κυριότητα αυτού στην ΓΓ και το πλειστηριασθέν ακίνητο είναι αυτό που περιγράφεται στο άνω .../1931 συμβόλαιο, με το οποίο περιήλθε η κυριότητα αυτού στον πατέρα του ενάγοντα ΔΔ ή ΔΔ-1, όνομα (ΔΔ-1) που χρησιμοποιείτο ως "παρατσούκλι".
Τα δύο αυτά ακίνητα προήλθαν από την φυσική διαίρεση σε δύο τμήματα του ακινήτου που ανήκε αρχικά στην κυριότητα του απώτερου κοινού δικαιοπαρόχου του ενάγοντος και της αδελφής του ΕΕ ήτοι του ΑΑ, όταν ο τελευταίος προέβη στην κατάτμησή του και μεταβίβασε την κυριότητα του ενός τμήματος λόγω προικός στο σύζυγο της θυγατέρας του ΒΒ, ΔΔ και την κυριότητα του υπολοίπου τμήματος στην θυγατέρα του ΓΓ.
Βέβαια το πρώτο από αυτά αναφέρεται ότι βρίσκεται στην συνοικία ... και το δεύτερο στη συνοικία ..., όμως πρόκειται για την ίδια θέση ήτοι συνοικία ... θέση ..., στο συμπέρασμα δε αυτό καταλήγει ο ορισθείς με την άνω απόφαση πραγματογνώμων, αφού στη ... υπάρχουν τέσσερις συνοικίες μία εκ των οποίων είναι η συνοικία ... .
Άλλωστε στο πλέον πρόσφατο υπ' αριθ. .../1992 συμβόλαιο η θέση του μεταβιβαζομένου ακινήτου προσδιορίζεται ως ανωτέρω ήτοι συνοικία ... θέση ... . Τέλος στο μεν συμβόλαιο με αριθ. .../31 αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό συνορεύει από μία πλευρά με ακίνητο "προικοδότη" στο μεταγενέστερο δε .../1933 συμβόλαιο αναφέρεται ότι το ακίνητο αυτό συνορεύει με ακίνητο ΔΔ ή ΔΔ-1, αφού μετά την μεταβίβαση του ενός τμήματος στον ΔΔ το εναπομείναν τμήμα του μείζονος εκτάσεως ακινήτου συνόρευε πλέον με το ακίνητο του προικολήπτη.
Έτσι ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι το επίδικο ακίνητο και τo πλειστηριασθέν είναι όμορα ακίνητα και προήλθαν από τη γενομένη κατά τα άνω κατάτμηση του ανήκοντος στον ΑΑ μείζονος εκτάσεως ακίνητο, συμπέρασμα στο οποίο καταλήγει και ο πραγματογνώμων. Από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκε, ότι στο κοινό όριο των ακινήτων αυτών δεν υφίστατο περίφραξη λόγω και της συγγενικής σχέσεως αυτών, έτσι παρά το ότι πρόκειται περί διαφορετικών ακινήτων τα οποία είναι απλά όμορα, εμφανίζουν εικόνα ενιαίου ακινήτου, δοθέντος άλλωστε ότι στο επίδικο είχε δημιουργηθεί δίοδος για την εξυπηρέτηση του πλειστηριασθέντος ακινήτου, χρησιμοποιείτο δε επίσης αυτό με την ανοχή του ενάγοντος, ως χώρος στάθμευσης από την αδελφή του ενάγοντος και τους οικείους της.
Το επίδικο όμως ακίνητο ουδόλως περιλαμβάνεται στους άνω τίτλους των καθ' ων η εκτέλεση, συμπέρασμα στο οποίο και ο πραγματογνώμονας καταλήγει, ούτε, είχαν αυτό οι τελευταίοι στη φυσική τους εξουσία με διάνοια κυρίου από το έτος 1974 μέχρι της κατακυρώσεως ώστε να αποκτήσουν την κυριότητα του εν λόγω ακινήτου με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο εναγόμενος.
Συνεπώς, με την μεταγραφή των άνω κατακυρωτικών εκθέσεων δεν περιήλθε στον υπερθεματιστή η κυριότητα του επιδίκου, δοθέντος ότι με τον πλειστηριασμό δεν δημιουργείται νέo δικαίωμα υπέρ του υπερθερματιστή, αλλά αυτός ως ειδικός διάδοχος παραλαμβάνει το πράγμα με όσα δικαιώματα σ' αυτό κατά το χρόνο του πλειστηριασμού είχε ο καθ' ου η εκτέλεση και δεν είχαν δικαίωμα κυριότητος επί του επιδίκου".
Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο, εξαφανίζοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε την ένδικη διεκδικητική του ακινήτου αγωγή του αναιρεσιβλήτου, που είχε ως βάση την έκτακτη χρησικτησία, κρίνοντας ως αβάσιμη την ένσταση ιδίας κυριότητας του αναιρεσείοντος, για την επιστήριξη της οποίας αυτός είχε επικαλεσθεί ότι έγινε κύριος του επιδίκου με τη μεταγραφή των πιο πάνω περιλήψεων, καθώς και με έκτακτη χρησικτησία.
Με βάση αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν συμπεριέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές αιτιολογίες σε σχέση με το ζήτημα της κυριότητας του επιδίκου ακινήτου, αφού το δικαστήριο της ουσίας, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της άνω προσβαλλομένης απόφασης, δέχεται ότι το εκπληστηριασθέν ακίνητο δεν είναι το ίδιο με το επίδικο, ανεξάρτητα αν και τα δύο εμφανίζουν εικόνα ενιαίου ακινήτου, και ότι το τελευταίο (επίδικο) δεν περιλαμβάνεται στους τίτλους ιδιοκτησίας αυτών κατά των οποίων επισπεύσθηκε η προαναφερθείσα αναγκαστική εκτέλεση, στο ανωτέρω ακίνητο και οι οποίοι αποτελούν τους απώτατους δικαιοπαρόχους του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ. είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.
Όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθ.20 και 561 παρ.1 Κ.Πολ.Δικ., ο θεσπιζόμενος από την πρώτη απ' αυτές λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου αποδεικτικού εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος, όταν δηλαδή αποδίδει στο αποδεικτικό αυτό μέσο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενό του, το οποίο έχει σωστά αναγνωσθεί, συνάγει συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ως ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για πλημμέλεια, αναγόμενη, αποκλειστικά στην κυριαρχική εκτίμηση των αποδείξεων. Η εκτίμηση αυτή, κατά τη δεύτερη από τις προπαρατεθείσες διατάξεις, εκφεύγει, καθ' εαυτή, από τον αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας μόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν συνεκτίμησε αυτό μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται ιδιαίτερα το έγγραφο αναφορικώς με το πόρισμα για την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του αποδεικτέου γεγονότος.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 20 Κ.Πολ.Δικ. και συγκεκριμένα ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των υπ' αριθμ. .../23-9-1994 και .../14-10-1994 εκθέσεων αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Βόλου ..., με το να δεχθεί ότι η περιγραφή του κατασχεθέντος ακίνητου είχε ως εξής: "ένα οικόπεδο με τη διώροφη οικία και το εφαπτόμενο σ' αυτή κτίσμα, το οποίο έχει έκταση 500 τ.μ, βρίσκεται μέσα στη συνοικία ...
της Κοινότητας ... και συνορεύει γύρω Ανατολικά με κοινοτικό δρόμο, Βόρεια με ιδιοκτησία ..., Δυτικά με ιδιοκτησία ... και Νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων ΑΑ ... . Το περιγραφόμενο οικόπεδο είναι περιφραγμένο εν μέρει με τσιμεντολιθόκτιστο τοίχο πάνω στον οποίο υπάρχουν σιδερένια κάγκελα και εν μέρει σίτα, η οποία στηρίζεται σε πασσάλους", ενώ η ακριβής περιγραφή του ανωτέρω ακινήτου στις προαναφερθείσες εκθέσεις αναγκαστικής κατάσχεσης είχε ως ακολούθως: "Ένα οικόπεδο μαζί με την διώροφη οικία και το εφαπτόμενο σ' αυτή ισόγειο κτίσμα, το οποίο έχει έκταση 500 τετραγωνικά μέτρα περίπου, βρίσκεται μέσα στη συνοικία "..." της Κοινότητας ...
και συνορεύει γύρω ανατολικά με κοινοτικό δρόμο, βόρεια με ιδιοκτησία ..., δυτικά με ιδιοκτησία ... και νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων ΑΑ. Μέσα στο οικόπεδο του οποίου το έδαφος είναι οριζόντιο και επικλινές διέρχεται τσιμεντένιος δρόμος, ο οποίος αρχίζει από τον κοινοτικό δρόμο και καταλήγει μπροστά στην διώροφη οικία, υπάρχουν διώροφη οικία, ισόγειο κτίσμα εφαπτόμενο σ' αυτή, πεζούλες προς στήριξη των χωμάτων, χώρος σταθμεύσεως (PARKING), δεξαμενή νερού, ξύλινες κρεβατιές με αναρριχώμενες κληματαργιές και 19 μηλιές.
Μέρος του προαναφερομένου οικοπέδου καλλιεργείται με κηπευτικά είδη, δηλαδή: ντομάτες, αγγούρια, μελιτζάνες, πιπεριές, φασόλια και είναι περιφραγμένο με σίτα, η οποία στηρίζεται σε ξύλινους πασσάλους. Η περιγραφή της διώροφης οικίας και του εφαπτόμενου σ' αυτή ισογείου κτίσματος έχει ως εξής: Η διώροφη οικία η οποία είναι επιμελώς ανακαινισμένη, έχει εμβαδό (110) τετραγωνικά μέτρα περίπου, είναι τσιμεντολιθασβεστόκτιστη, πλακοσκεπής και φέρει τις ανάλογες πόρτες και παράθυρα, ως επίσης εγκαταστάσεις ηλεκτρική, υδραυλική και θερμάνσεως.
Το ισόγειο κτίσμα, το οποίο είναι εφαπτόμενο στην ανωτέρω οικία είναι τσιμεντολιθασβεστόκτιστο και η σκεπή του καλύπτεται εν μέρει με κεραμίδι και εν μέρει με πλάκες, φέρει τις ανάλογες πόρτες και παράθυρα, ως επίσης ηλεκτρική και υδραυλική εγκατάσταση. Μέσα σ' αυτό υπάρχει φούρνος και βοηθητικός χώρος.
Το περιγραφόμενο οικόπεδο είναι περιφραγμένο εν μέρει με τσιμεντολιθόκτιστο τοίχο πάνω στον οποίο υπάρχουν σιδερένια κάγκελα και εν μέρει σίτα, η οποία στηρίζεται σε πασσάλους. Λόγω δε της ελλειπούς αυτής ανάγνωσης κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το κατασχεθέν ακίνητο είναι διαφορετικό του εκπληστηριασθέντος και τελικά περιελθόντος στην κυριότητα του και ότι αυτός δεν απέκτησε την κυριότητα του ως άνω ακινήτου, αλλά ο αναιρεσίβλητος".
Ο λόγος όμως αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, καθόσον, με αυτά που εκτίθενται σ' αυτόν, δεν πρόκειται αληθώς για ελλειπή ανάγνωση των ως άνω εγγράφων από την προσβαλλομένη απόφαση, αλλά για συμπέρασμα διαφορετικό από αυτό που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, οπότε σ' αυτή την περίπτωση, πρόκειται για πλημμέλεια που ανάγεται στην αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων.
Πέραν δε αυτών, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, το δε αποδεικτικό του πόρισμα ότι το ανωτέρω κατασχεθέν ακίνητο δεν είχε καμία σχέση με το επίδικο, το οποίο ανήκε κατά κυριότητα στον αναιρεσίβλητο, δεν το στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στα ανωτέρω έγγραφα, αλλά απλώς τα ανέφερε, χωρίς να τα εξάρει ειδικώς, συνεκτίμησε δε αυτά μαζί με όλα τα άλλα αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, άλλα έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις και πραγματογνωμοσύνη).
Ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αρίθ.8 ΚΠολΔ. για λήψη ή μη υπόψη προταθέντος ουσιώδους πράγματος, προϋποθέτει πράγμα παραδεκτώς προταθέν, αφού διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν επιτρέπεται να το λάβει υπόψη (Ολ.ΑΠ 2/2001 και 12/2000). "Πράγματα" θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως και όχι οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή την εκτίμηση των αποδείξεων. "Πράγμα" επομένως αποτελεί και ο λόγος εφέσεως που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., ανεπαρκής ή αντιφατική αιτιολογία που έχει ως συνέπεια την αναίρεση για έλλειψη νομίμου βάσεως, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως δεν προκύπτουν κατά τρόπο σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε στη συγκεκριμένη περίπτωση, όχι όμως και όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον τούτο εκτίθεται σαφώς.
Ως "ζητήματα" των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί απ' την απόφαση τη νόμιμη βάση της, νοούνται μόνον οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, δηλαδή εκείνοι που τείνουν στη θεμελίωση ή την κατάλυση δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα απλά πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα, που δεν συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναιρέσεως.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 240 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 7 του ν.δ. 490/1974, για την επαναφορά ισχυρισμών που υποβλήθηκαν σε προηγούμενη συζήτηση στο ίδιο ή ανώτερο δικαστήριο, αρκεί η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης που τους περιέχουν και που προσκομίζονται απαραιτήτως σε επικυρωμένο αντίγραφο.
Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διατάξεως η επίκληση με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η προσβαλλόμενη απόφαση, ισχυρισμών με γενική αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις, το κείμενο των οποίων ενσωματώνεται στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, δεν αρκεί, ούτε είναι νόμιμη.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από τους αριθ. 8 περ. β' και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αιτιάσεις ότι αφενός, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα παρακάτω πραγματικά περιστατικά, τα οποία νομίμως προτάθηκαν σ' αυτό, από τον αναιρεσείοντα και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και αφετέρου στέρησε την ως άνω προσβαλλομένη απόφαση από νόμιμη βάση με το να μην απαντήσει καθόλου σ' αυτά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στο σχηματισμό δικανικής πεποίθησης: "1) Ότι ο ενάγων ουδέποτε άσκησε διεκδικητική ανακοπή (άρθρο 936 Κ.Πολ.Δικ.) κατά της έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης και του πλειστηριασμού, παρά το ότι από της κατασχέσεως μέχρι την διενέργεια του πλειστηριασμού παρήλθαν τέσσερα και πλέον έτη, μέσα στα οποία ουδεμία πράξη νομής και κατοχής άσκησε στο επίδικο, ούτε ποτέ ενόχλησε εμένα ή τον δικαιοπάροχο μου ή διαμαρτυρήθηκε για την παρουσία μας στο επίδικο, 2) Ότι οι καθών η αναγκαστική εκτέλεση αδελφή και ανηψιά του ενάγοντος, άσκησαν ανακοπές διόρθωσης του προγράμματος πλειστηριασμού ως προς την εκτίμηση της αξίας και την τιμή εκκίνησης του πλειστηριασμού, όχι όμως και διόρθωσης των δήθεν αληθών ορίων του προς εκπλειστηρίαση ακινήτου.
Αντιθέτως μάλιστα στις ανακοπές αυτές περιγράφεται ως δικό τους ακίνητο αυτό που κατεσχέθη και εκπλειστηριάσθηκε με όλη την λεπτομερή περιγραφή, 3) 'Οτι το εκπλειστηριασθέν ακίνητο έχει ενιαία περίφραξη και η εξωτερική καγκελόπορτα φέρει τα αρχικά ΑΠ, που αντιστοιχούν στα αρχικά του συζύγου της κυρίας ΕΕ, ΣΤ, στερούμενο άλλου διακριτικού σημείου, που να υποδηλώνει την ύπαρξη και άλλου ιδιοκτήτη. 4) Ότι από το Δεκέμβριο του 1997 μέχρι το Δεκέμβριο του 2001 ο ενάγων ουδέποτε εμφανίστηκε στο ακίνητο να ασκήσει τα δικαιώματά του, τα οποία δήθεν αρμόζουν στον κύριο και νομέα, όπως άλλωστε παρέλειψε να πράξει και στη συνέχεια ότι ο ενάγων ουδέποτε δήλωσε το ακίνητο ως ιδιοκτησία του στο έντυπο Ε9 και 6) Ότι ο ενάγων ουδέποτε στα 28 έτη της δήθεν άσκησης πράξεων νομής συνέταξε συμβολαιογραφική πράξη ή άσκησε διεκδικητική ανωγή, ώστε να αποκτήσει τίτλο με χρησικτησία".
Πλην, όμως, ο λόγος αυτός της αναίρεσης, και ως προς τα δύο μέρη του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις αναφέρονται σε πραγματικά επιχειρήματα του αναιρεσείοντος, που έχουν προκύψει από τις αποδείξεις, τα οποία δεν συνιστούν ούτε πράγματα υπό την έννοια του αριθμού 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., ούτε ζητήματα υπό την έννοια του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, για τα οποία η έλλειψη ειδικής αιτιολόγησης δεν ιδρύει το σχετικό αναιρετικό λόγο της έλλειψης νόμιμης βάσης.
Περαιτέρω, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την ένσταση του αναιρεσείοντος εναγόμενου περί καταχρηστικής άσκησης της αγωγής που προέβαλε αυτός στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου που δίκασε στον πρώτο βαθμό και επανέφερε στο Εφετείο Λάρισας που δίκασε στο δεύτερο βαθμό.
Όπως όμως προκύπτει από τις ενώπιον του Εφετείου υποβληθείσες έγγραφες προτάσεις του αναιρεσείοντος, η επαναφορά του πρωτοδίκως προταθέντος ως άνω ισχυρισμού του στο Εφετείο έγινε με γενική αναφορά και ενσωμάτωση των πρωτοδικών προτάσεων του στις προτάσεις του ενώπιον του Εφετείου, η οποία όπως προαναφέρθηκε δεν αρκεί ούτε είναι νόμιμη.
Επομένως η μη λήψη από το Εφετείο υπόψη του ως άνω ισχυρισμού του αναιρεσείοντος εναγόμενου δεν ιδρύει τον από το άρθρο 559 αριθ. 8 περιπτ. α' του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, τον οποίο, κατ' ορθή υπαγωγή, και όχι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, προβάλει ως πλημμέλεια της προσβαλλομένης ο αναιρεσείων, και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί ο λόγος αυτός ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 10 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά. Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο της αναιρέσεως από την πιο πάνω διάταξη, ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατέληξε στο αναφερόμενο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα, σε σχέση με τα όρια του επιδίκου ακινήτου, χωρίς η κρίση του αυτή να στηριχτεί σε κανένα αποδεικτικό μέσο, εκτός από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι αβάσιμος, γιατί όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, την κρίση του για το πιο πάνω ζήτημα το Εφετείο άντλησε από τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύονται στην απόφαση (καταθέσεις μαρτύρων στο ακροατήριο, ένορκες βεβαιώσεις, έγγραφα, και έκθεση πραγματογνωμοσύνης) και δεν δέχτηκε τα πιο πάνω περιστατικά χωρίς απόδειξη.
Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 25 Ιουνίου 2008 αίτηση του Χγια αναίρεση της 316/2008 αποφάσεως του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία καθορίζει σε χίλια οχτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ