Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds and substantive law errors regarding debt recognition contracts.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Court of First Instance's decision on April 3, 2007. The appellant argued that the lower court erred in applying civil law provisions regarding debt recognition contracts and admitted evidence outside the hearing. The court found these arguments unconvincing because the evidence was not intended for litigation and the contract's characterization did not affect the final judgment.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 527, 559, 573, 576, 578 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to appear at the hearing and when the alleged errors in applying substantive law do not affect the final judgment.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 957 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 957/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 23 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασπύρου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27-1-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4506/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 789/2006 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 10-2-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών ..., με τις κάτω από αυτή απόδειξη παραλαβής εγγράφου και βεβαίωση, σύμφωνα με το άρθρο 128 παρ.4 εδ. β'και γ' ΚΠολΔ, προκύπτει ότι με εντολή του νομίμως παρισταμένου ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της κρινόμενης από 03.04.2007 αίτησης για αναίρση της υπ' αριθμ.789/2006 απόφασης του Εφετείου Παιραιώς, ακριβές αντίγραφο της εν λόγω αίτησης, με τις συνημμένες σ' αυτή πράξεις κατάθεσης δικογράφου και ορισμού δικάσίμου για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο του Δικαστηρίου τούτου (23.2.2009), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα, με κλήση προς συζήτηση κατά την εν λόγω δικάσιμο. Κατά τη δικάσιμο όμως αυτή, που συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από τη σειρά του πινακίου η αναιρεσείουσα δεν εμφανίστηκε ούτε κατέθεσε δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ.1, 242 παρ.2 ΚΠολΔ Επομένως πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της αναιρεσείουσας, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ.
ΙΙ.Από το άρθρο 527 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο εναγόμενος, η εναντίον του οποίου αγωγή έγινε δεκτή με την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, μπορεί με το δικόγραφο της έφεσής του να επαναφέρει στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο τις ενστάσεις του που απορρίφθηκαν πρωτοδίκως, τις οψιγενείς και αυτές για τις οποίες, χωρίς να είναι οψιγενείς ή να είχαν προταθεί πρωτοδίκως συντρέχει λόγος από τους αναφερόμενους στο άρθρο 269 ιδίου κώδικα.
Η για πρώτη φορά προβολή στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο από τον εκκαλούντα εναγόμενο ενστάσεων, με το δικόγραφο της έφεσης, χωρίς αυτές να είναι οψιγενείς και χωρίς τη συνδρομή των αναφερομένων στο άρθρο 269 ΚΠολΔ προϋποθέσεων, είναι απαράδεκτες και, αν το εφετείο τις λάβει αυτές υπόψη, υποπίπτει στις από τους αριθμούς 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Η ήδη αναιρεσείουσα με την αγωγή της εναντίον του αναιρεσιβλήτου, όπως το αίτημα αυτής παραδεκτώς περιορίστηκε από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ζήτησε να αναγνωρισθεί ότι ο εναγόμενος υποχρεούται να της καταβάλει νομιμοτόκως ποσό 50.000 ευρώ, ως οφειλόμενο από αυτόν υπόλοιπο με τίτλο την εκδοθείσα εναντίον του -μετ' αίτηση της ενάγουσας- υπ' αριθμ. 797/2001 διαταγή πληρωμής του δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με βάση την αναφερόμενη στην αγωγή τραπεζική επιταγή εκδόσεως του εναγομένου, την καταβολή του οποίου υποσχέθηκε ο εναγόμενος με το χωρίς χρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, που υπογράφτηκε μεταξύ αυτού και του ενεργούντος ως αντιπροσώπου της ενάγουσας υιού της Χ1, κατά μήνα Σεπτέμβριο 2002.
Κατά τη συζήτηση της αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, και προς απόκρουση αυτής, ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, με τις εμπροθέσμως κατατεθείσες έγγραφες προτάσεις του, αφού ιστορεί την αιτία για την οποία εξέδωσε την τραπεζική επιταγή προς πληρωμή της οποίας εκδόθηκε η άνω διαταγή πληρωμής, προέβαλε τον ισχυρισμό ότι κατά μήνα Φεβρουάριο 2002, ο Φ1(τρίτος) κατέβαλε για λογαριασμό αυτού (εναγομένου) στον υιό της ενάγουσας Υ1, που ενεργούσε ως αντιπρόσωπός της, προς εξόφληση του οφειλομένου από τον εναγόμενο, με τίτλο την άνω διαταγή πληρωμής υπολοίπου, το ποσό των 116.000 δολαρίων ΗΠΑ, γεγονός που εναγόμενος αγνοούσε, κατά το καλοκαίρι του έτους 2002, όταν πράγματι καταρτίστηκε μεταξύ των διαδίκων η αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση αναγνώρισης χρέους, ο δε αντισυμβληθείς σ' αυτή αντιπρόσωπος της ενάγουσας υιός της Υ1, κατά την κατάρτιση της εν λόγω σύμβασης αναγνώρισης χρέους, μολονότι εγνώριζε την γενομένη από τον προαναφερόμενο τρίτο, για λογαριασμό του εναγομένου, καταβολή του παραπάνω ποσού, απέκρυψε το γεγονός αυτό και έτσι ο εναγόμενος παρασύρθηκε στη σχετική δήλωση βουλήσεως λόγω πλάνης αλλά και απάτης που μετήλθε ο αντιπρόσωπος της ενάγουσας υιός της.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, (ένσταση ακυρώσεως της σύμβασης αναγνώρισης χρέους λόγω πλάνης αλλά και απάτης), που απορρίφθηκε από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως αβάσιμος, επαναφέρθηκε παραδεκτώς στο από εκκαλούντα εναγόμενο, με τον πέμπτο λόγο της έφεσής του. Επομένως το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έλαβε αυτόν υπόψη και δεν τον απέρριψε ως απαράδεκτο δεν υπέπεσε στις προβλεπόμενες από το άρθρο 559 αρ.8 και 14 ΚΠολΔ πλημμέλειες, όπως αιτιάται με τους πρώτο και δεύτερο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους η αναιρεσείουσα και ως εκ τούτου οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 140,141,142,147 και 184 ΑΚ προκύπτει ότι, αν κατά την κατάρτιση δικαιοπραξίας, όπως είναι και η κατά το άρθρο 361 ΑΚ σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και η κατά το άρθρο 873 ΑΚ σύμβαση αφηρημένης υπόσχεσης ή αναγνώρισης χρέους, η δήλωση του οφειλέτη, δεν συμφωνεί από ουσιώδη πλάνη με τη βούλησή του ή αν αυτός παρασύρθηκε σε δήλωση με απάτη, ο πλανηθείς ή απατηθείς, έχει δικαίωμα να ζητήσει την ακύρωση, για τους λόγους αυτούς της δκαιοπραξίας, είτε με αγωγή είτε με ένσταση προς απόκρουση αγωγής του αντισυμβαλλομένου του, η συνδρομή δε κάθε μίας από τις περιστάσεις αυτές (πλάνης ή απάτης) θεμελιώνει χωριστή βάση αγωγής ή ένστασης.
Η πλάνη είναι ουσιώδης, όταν αναφέρεται σε σημείο ή ιδιότητά του προσώπου ή του πράγματος τέτοιας σπουδαιότητας για την όλη δικαιοπραξία, ώστε, αν ο πλανηθείς γνώριζε την πραγματική κατάσταση, δεν θα επιχειρούσε τη δικαιοπραξία. Πλάνη είναι η εσφαλμένη γνώση της απαιτουμένης για τον προσδιορισμό της βούλησης του δηλούντος πραγματική κατάσταση, προς την πλάνη δε με την παραπάνω έννοια εξομοιώνεται και η έλλειψη γνώσης (άγνοια) της πραγματικής κατάστασης, όταν δεν είναι συνειδητή εκ μέρους του δηλούντος, όταν δηλαδή αυτός δεν είναι εν γνώσει ότι αγνοεί την απαιτούμενη πραγματική κατάσταση, διότι αν έχει πλήρη επίγνωση της αγνοίας του δεν πλανάται.
Ως απάτη, κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, θεωρείται κάθε από πρόθεση (αρκεί και ενδεχόμενος δόλος) παραπλανητική συμπεριφορά ή τέχνασμα, με την οποία προκαλείται στον δηλούντα πλάνη ή ενισχύεται ή διατηρείται ορισμένη πεπλανημένη αντίληψη αυτού, ώστε η συμπεριφορά αυτή να υπήρξε αποφασιστική για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας ή για τη συνομολόγηση ορισμένων κρίσιμων σημείων αυτής.
Η παραπλανητική συμπεριφορά μπορεί να γίνει με διάφορους τρόπους, όπως με την παράσταση ψευδών γεγονότων ως αληθινών (παρελθόντων, παρόντων ή μελλοντικών), που μπορεί να επηρεάσουν τη βούληση του δηλούντος, με την ατελή ανακοίνωση αληθινών περιστατικών, με απόκρυψη ή αποσιώπηση της αλήθειας κλπ, εφόσον στη τελευταία αυτή περίπτωση ο αποσιωπών ή αποκρύπτων την αλήθεια έχει υποχρέωση να την αποκαλύψει, είτε από το νόμο, είτε από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, πράγμα που συμβαίνει ιδίως όταν τα μέρη τελούν σε ιδιαίτερη σχέση ή το είδος της δικαιοπραξίας επιβάλλει στα μέρη υποχρέωση πίστης.
Η συνεπεία της απάτης πλάνη του δηλούντος δεν είναι ανάγκη να είναι ουσιώδης, αν δε είναι ουσιώδης μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της δικαιοπραξίας και λόγω πλάνης. Ο δόλος του μετερχόμενου στην απάτη πρέπει να τείνει στη διατύπωση ορισμένης δήλωσης βουλήσεως από τον εξαπατηθέντα, δεν απαιτείται δε όπως ο εξαπατών επιδιώκει την απόκτηση παρανόμου περιουσιακού οφέλους.
Αρκεί μεταξύ της απατηλής συμπεριφοράς του δράστη και της δηλώσεως βουλήσεως του εξαπατηθέντος να υπάρχει αιτιώδης σύνδεσμος, με την έννοια ότι η παραπλανητική αυτή συμπεριφορά υπήρξε αποφασιστικό αίτιο για τη δήλωση βουλήσεως του συγκεκριμένου εξαπατηθέτος, με βάση τις προσωπικές ικανότητες και ιδιότητες αυτού (υποκειμενικό κριτήριο) και όχι με το αντικειμενικό κριτήριο, εκείνο δηλαδή του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.
Για την ακύρωση της δικαιοπραξίας συνεπεία απάτης δεν προσαπατείται και υπαιτιότητα (καταλογιστό) του δράστη, διότι λόγος ακύρωσης της δικαιοπραξίας συνεπεπεία απάτης είναι η ελαττωματική βούληση του απατθέντος. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία ) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές μεν αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, ότι το Εφετείο δέχτηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα και τα εξής κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: 'Ότι ο αναιρεσίβλητος, επειδή είχε ανάγκη δανείου από ημεδαπή τράπεζα, για τη χρηματοδότηση της επιχείρησής του, για τη λήψη όμως του οποίου απαιτείτο εγγυητική επιστολή, προς εξασφάλιση της τελευταίας αυτής απευθύνθηκε στον Φ2 και το συνεργάτη του Φ1, οι οποίοι του υποσχέθηκαν ότι μπορούσαν, έναντι αμοιβής, να του προμηθεύσουν την απαιτούμενη εγγυητική επιστολή αλλοδαπής τράπεζας. 'Ότι προς εξασφάλιση της αμοιβής αυτών ο αναιρεσίβλητος αφενός μεν έξέδωσε τραπεζική επιταγή μεγάλου ποσού, πληρωτέα εις διαταγήν του προαναφερομένου Φ1, το ποσό της οποίας αυτός και εισέπραξε, εξέδωσε δε και παρέδωσε στον Φ2 δύο μεταχρονολογημένες επιταγές ποσών 15.000.000 και 40.000.000 αντιστοίχως, με ημερομηνία έκδοσης 11 Ιουνίου 2001. 'Ότι οι εν λόγω Φ2 και Φ1 παρέδωσαν στον αναιρεσίβλητο εγγυητική επιστολή αλλοδαπής τράπεζας, πλήν όμως αυτή δεν είχε αντίκρισμα.
Παρ' ότι όμως ο Φ2 και ο συνεργάτης του Φ1 δεν εκπλήρωσαν την υποχρεώσή τους έναντι του αναιρεσιβλήτου, ο μεν Φ1 εισέπραξε το μεγάλο ποσό της επιταγής που είχε λάβει από τον αναιρεσίβλητο, ο δε Φ2 οπισθογράφησε τις άνω δύο επιταγές και παρέδωσε αυτές στην αναιρεσείουσα η οποία μεταβίβασε περαιτέρω αυτές με οπισθογράφηση στον υιό της Υ1, ο οποίος τις εμφάνισε προς πληρωμή στις 19 Ιουνίου 2001, οπότε και δεν πληρώθηκαν ελλείψει αντικρύσματος.
Ότι η αναιρεσείουσα ανέλαβε τις επιταγές αυτές από τον υιό της και ο αναιρεσίβλητος κατέβαλε σ' αυτή το ποσό των 15.000.000 δρχ. προς εξόφληση της πρώτης των άνω επιταγών. Επειδή όμως η επιταγή των 40.000.000 δρχ. δεν πληρώθηκε, μετ' αίτηση της αναιρεσείουσας εκδόθηκε εις βάρος του εκδότη της επιταγής αναιρεσιβλήτου η υπ' αριθμ.797/7.12.2001 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, με την οποία καταδικάστηκαν ο αναιρεσίβλητος και ο άνω Φ2 να καταβάλουν στην αναιρεσείουσα, εις ολόκληρο ο καθένας, το ποσό των 40.000.000 δρχ.
πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων 880.000 δρχ.'Ότι η αναιρεσείουσα με τίτλο την εν λόγω διαταγή πληρωμής επέσπευσε αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος του αναιρεσιβλήτου, με την επίδοση επιταγής προς πληρωμή την 14.12.2001, ποσού 126.939,39 ευρώ.'Ότι ο καθού η διαταγή πληρωμής αναιρεσίβλητος, έναντι του οφειλομένου από αυτόν με τίτλο την άνω διαταγή, κατέβαλε, στα μέσα του έτους 2002, στην αναιρεσείουσα το ποσό των 62.500 ευρώ. 'Ότι μετά την καταβολή του παραπάνω ποσού, το καλοκαίρι του έτους 2002, με έγγραφη σύμβαση που καταρτίστηκε μεταξύ του οφειλέτη αναιρεσιβλήτου και της αναιρεσείουσας, αντιπροσωπευομένης από τον υιό της Υ1, ρυθμίστηκε ο τρόπος εξόφλησης του οφειλομένου, με βάση την άνω διαταγή πληρωμής υπολοίπου.
Ειδικότερα ο οφειλέτης αναιρεσίβλήτος, εξέδωσε και παρέδωσε στον άνω αντιπρόσωπο της αναιρεσείουσας τρείς επιταγές ποσού 6.000 ευρώ η κάθε μία, οι οποίες και εισπράχθηκαν από την αναιρεσείουσα, συμφωνήθηκε δε όπως το εναπομένον υπόλοιπο, που καθορίστηκε στο ποσό των 50.000 ευρώ, καταβληθεί από τον οφειλέτη το αργότερο μέχρι 04.12.2002, που είχε ορισθεί δικάσιμος προς εκδίκαση της ποινικής υποθέσεως εναντίον του αναιρεσιβλήτου για έκδοση ακάλυπτης επιταγής.
Περαιτέρω το Εφετείο δέχεται, ότι πριν την κατάρτιση της άνω συμφωνίας μεταξύ του υιού της αναιρεσείουσας, και του αναιρεσιβλήτου, και ειδικότερα την 25 Ιανουαρίου 2002, ο Φ1 που υποχρεούτο να επιστρέψει την εισπραχθείσα αμοιβή του, αφού δεν είχε εκπληρώσει την υποχρέωσή του να προμηθεύσει στον αναιρεσίβλητο εγγυητική επιστολή, όπως προαναφέρθηκε, με σκοπό να εξοφλήσει την απαίτηση του αναιρεσιβλήτου εναντίον του, καθώς και άλλες απαιτήσεις του υιού της αναιρεσείουσας εναντίον του ιδίου (Φ1) συμφώνησε με τον υιό της αναιρεσείουσας Υ1 και κατέβαλε σ' αυτόν μετρητά 9.000 ευρώ, εξέδωσε δε τις υπ' αριθμ. ...
και ... επιταγές, ποσού 62.000 και 58.000 δολαρίων Η.Π.Α. αντιστοίχως, τις οποίες παρέδωσε στον Υ1, ο οποίος και τις εισέπραξε από την πληρώτρια τράπεζα κατά μήνα Φεβρουάριο 2002 και έτσι εξοφλήθηκε η απαίτηση της αναιρεσείουσας ενατίον του αναιρεσιβλήτου προς καταβολή του υπολοίπου των 50.000 ευρώ. 'Ότι κατά την κατάρτιση, το καλοκαίρι του έτους 2002, της άνω σύμβασης αναγνώρισης χρέους, που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του ενεργούντος ως αντιπροσώπου της αναιρεσείουσας υιού της Υ1, ο τελεταίος, μολονότι εγνώριζε πως η οφειλή του αναιρεσείοντος είχε εξοφληθεί, με τον προαναφερόμενο τρόπο από τον Φ1, γεγονός που ο αναγνωρίσας αναιρεσίβλητος αγνοούσε, διότι ο καταβαλών Φ1 δεν τον είχε ενημερώσει σχετικά, λόγω των συχνών απουσιών του στο εξωτερικό αλλά και διότι δεν είχαν εκκαθαρισθεί οι μεταξύ τους (αναιρεσίβλητου και Φ1) εκκρεμότητες, απέκρυψε αυτό από τον αναιρεσείοντα και έτσι ο τελευταίος, λόγω πλάνης αλλά και λόγω απάτης που μετήλθε ο αντισυμαβλλόμενος του Υ1, προέβη στη δήλωση βουλήσεως με την οποία αναγνώρισε την οφειλή του και υποσχέθηκε την καταβολή του χρέους του μέχρι 04.12.2002, ενώ κατά τον χρόνο εκείνο, (κατάρτισης της σύμβασης αναγνώρισης χρέους), το χρέος του είχε εξοφληθεί.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το εφετείο δεχθέν επιπλέον ότι οι συναλλαγές πράγματι έγιναν μεταξύ του αναιρεσιβλήτου και του υιού της αναιρεσείουσας Υ1, που χρησιμοποίησε τη μητέρα του ως παρένθετο πρόσωπο, αφού αυτή ήταν 73 ετών και δεν ασκούσε επιχειρηματική ή άλλη επαγγελματική δραστηριότητα, που να δικαιολογεί συναλλαγές της με τον αναιρεσίβλητο, έκρινε ότι η άνω, θεμελιωτική των αγωγικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας, σύμβαση αναγνώρισης χρέους είναι ακυρωτέα λόγω πλάνης αλλά και λόγω απάτης, ακολούθως δε δέχτηκε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου και αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, απέρριψε για τον λόγο αυτό την άνω αγωγή. 'Ετσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις, επάλληλες, αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 140,141,142,147 και 184 ΑΚ, και επομένως ο τέταρτος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στο Εφετείο, κατ' εκτίμηση η πλημμέλεια πως με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες δέχτηκε ότι η θεμελιωτική των αξιώσεων της αναιρεσείουσας σύμβαση αναγνώρισης χρέους είναι άκυρη λόγω πλάνης αλλά και απάτης, είναι αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 270 παρ.2 και 3 εδ.β' ΚΠολΔ, 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι στις υποθέσεις, που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία, οι μαρτυρίες τρίτων δίδονται είτε με εξέταση αυτών ενώπιον του δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο, είτε με ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου που γίνονται μετά από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον εργάσιμες ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Μαρτυρία, που δόθηκε με άλλο τρόπο, δεν λαμβάνεται υπόψη ούτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Αυτό ισχύει και για τις δηλώσεις ή βεβαιώσεις τρίτων προσώπων, που αποτελούν μαρτυρίες αυτών, εφόσον έγιναν για να χρησιμοποιηθούν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως αποδεικτικά μέσα σε ορισμένη μεταξύ άλλων πολιτική δίκη χωρίς να τηρηθούν οι ανωτέρω δικονομικές διατάξεις.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον έκτο λόγο από το άρθρο 559 αρ.11 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση, ότι για την κρίση του, πως ο Φ1 κατέβαλε στην ενάγουσα το χρέος του εναγομένου το οποίο ο τελευταίος αναγνώρισε μετέπειτα, παρά το νόμο έλαβε υπόψη την αποτελούσα μαρτυρία τρίτου, δοθείσα δε εκτός του ακροατηρίου του δικαστηρίου, από 2.4.2003 βεβαίωση του Φ1.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως ανελέγκτως δέχεται το Εφετείο, η βεβαίωση αυτή δεν δόθηκε επίτηδες για να χρησιμοποιηθεί στη δίκη μεταξύ των διαδίκων. Ο έβδομος λόγος, με τον οποίο, υπαγόμενο κατ'εκτίμηση στον αριθμό 8 (όχι 11) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο Εφετείο η πλημμέλεια ότι χωρίς αποδείξεις δέχθηκε ως εξοφληθείσες τις υπ' αρθμ....
και ... επιταγές της τράπεζας ARAB BANK είναι αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο την κρίση του αυτή περί εξοφλήσεως σχημάτισε από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες και έγγραφα) μεταξύ των οποίων και η άνω βεβαίωση του Φ1 που έχει θεωρηθεί για το γνήσιο της υπογραφής από την προαναφερόμενη πληρώτρια των επιταγών τράπεζα.
Επειδή, επί επαλλήλων αιτιολογιών (κυρίων ή επικουρικών), κάθε μία των οποίων στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αν έστω και μία δεν πλήττεται ή πλήττεται ανεπιτυχώς, οι λόγοι που πλήττουν τις υπόλοιπες είναι αλυσιτελείς. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο και τις εξής αιτιάσεις:α) ότι, με το να δεχθεί πως η μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση αναγνώρισης χρέους είναι ακυρωτέα λόγω πλάνης του αντισυμβληθέντος αναιρεσιβλήτου, εσφαλμένα εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 140,141 και 142, και έτσι υπέπεσε την αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (2ος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του) και β) ότι, με το να δεχθεί πως η εν λόγω σύμβαση είναι σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους και όχι αφηρημένη αναγνώριση χρέους, παραβίασε ευθέως, αλλά και εκ πλαγίου λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 173, 200, 361 και 873 ΑΚ, υποπίπτοντας στις προβλεπόμενες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες, (3ος και 5ος λόγοι).
Ως προς την πρώτη (υπό α') αιτίαση, ο δεύτερος λόγος, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία του Εφετείου ότι η παραπάνω αναφερόμενη σύμβαση αιτιώδους αναγνώρισης χρέους είναι ακυρωτέα λόγω πλάνης του αναιρεσιβλήτου, είναι αλυσιτελής, αφού, κατά τα παραπάνω εκτεθέντα, ανεπιτυχώς πλήττεται η αυτοτελώς στηρίζουσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίση του Εφετείου πως η σύμβαση αυτή είναι ακυρωτέα και λόγω απάτης του αντισυμβληθέντος Υ1.
Αλυσιτελείς είναι εξάλλου και οι λοιποί λόγοι (3ος και 5ος), καθόσον, μετά την κρίση του Εφετείου περί ακυρωσίας της επίμαχης αναγνωριστικής συμβάσεως λόγω πλάνης και απάτης, ο χαρακτήρα αυτής (συμβάσεως) ως αιτιώδους ή αφηρημένης δεν ασκούσε καμία επιρροή στην έκβαση της δίκης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03.04.2007 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της υπ' αριθμ.789/2006 απόφασης του Εφετείου Πειραιώς Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου από ευρώ χίλια διακόσια (1200).
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 27 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ