Legislator Giurisprudenza & Legislazione
956/2025 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against final judgment, remanding case for retrial due to procedural flaws.

Numero d'incarto 956/2025
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against the final judgment of the Athens Court of Appeal. The court found the lower court's decision procedurally flawed due to the improper admission of witness testimony and insufficient reasoning. Consequently, the case was remanded for a full retrial before a new panel of judges.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 393, 559, and 580 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must remand a case for retrial when the lower court violates procedural rules regarding evidence or fails to provide adequate reasoning for its decision.

Parole chiave

Generato dall'IA
Code of Civil Procedure procedural violation admissibility of evidence witness testimony remand for retrial insufficient reasoning appeal admissibility

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 577 § 1 of the Code of Civil Procedure
Article 562 § 2β of the Code of Civil Procedure
Article 562 § 2α of the Code of Civil Procedure
Article 559 No. 11α of the Code of Civil Procedure
Article 393 of the Code of Civil Procedure
Article 580 § 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 § 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180, 183, 191 § 2 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 956 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 956/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευτύχιο Νικόπουλο, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και το διακριτικό τίτλο "EUROBANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Τιμαγένη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Α. του Χ., 2) Ι. Α. του Χ., 3) Φ. Α. του Π., κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Έλλης Μελέμη και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9/6/2015 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2165/2020 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2022 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 24/6/2022 αίτησή της και τους από 1/11/2023 και 23/10/2024 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 24.6.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 266/2022 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 20-7-2020 έφεσης της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Τράπεζα Eurobank Ανώνυμη Εταιρεία" κατά της υπ' αριθ. 2165/2020 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η από 9.6.2015 αγωγή των αναιρεσίβλητων, Α.

Α., Ι. Α. και Φ. Α. κατά της ως άνω αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας. Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Τριμελές Εφετείο Αθηνών δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της νυν αναιρεσείουσας. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 24.6.2022, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στην αναιρεσείουσα, η οποία έλαβε χώρα την 26.5.2022, όπως τούτο αναφέρεται από την τελευταία στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από τους αναιρεσίβλητους (ΑΠ 731/2024).

Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ). Παραδεκτοί, εξάλλου, είναι και οι από 1.11.2023 και 23.10.2024 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν εμπρόθεσμα με ιδιαίτερα δικόγραφα από την αναιρεσείουσα Τράπεζα Eurobank και επιδόθηκαν νομότυπα στους αναιρεσίβλητους, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 § 2, όπως τροποποιήθηκε με τα άρθρα 37 και 120 του Ν. 4842/2021, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του Ν. 4912/17.3.2022 και την παρ. 2β' του άρθρου 116 Ν. 4842/2021.

Επομένως, τα ανωτέρω δικόγραφα, πρέπει να συνεκδικαστούν, κατά τα άρθρα 246, 573 § 1 ΚΠολΔ, καθόσον οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυτοτέλεια, αλλά συζητούνται, υποχρεωτικά, με την αίτηση αναίρεσης και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω η αίτηση και οι πρόσθετοι λόγοι ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους, κατ' άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 1239/2024, ΑΠ 520/2023, ΑΠ 1278/2023, ΑΠ 157/2022).

ΙΙ.Α. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 713 ΑΚ "Με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει χωρίς αμοιβή την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", κατά δε τη διάταξη του άρθρου 714 του ίδιου Κώδικα "Ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι ο εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σε αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του, ό,τι υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υπόθεσης, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα.

Επομένως, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης της σύμβασης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεων αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια του κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλομένη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα κατά τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ.

Η σύμβαση εντολής δύναται να καταρτισθεί και σιωπηρώς (άρθρα 158 και 173 ΑΚ), λόγω δε του προσωπικού και εμπιστευτικού χαρακτήρα αυτής ο εντολοδόχος δύναται να αναλάβει τη διεξαγωγή της υπόθεσης του εντολέα είτε κατόπιν παράκλησής του είτε και με δική του πρωτοβουλία, εφ' όσον ο εντολέας γνωρίζει τούτο και δεν αντιλέγει (ΑΠ 560/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 2212/2014).

Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας του εντολέα, αρνητική δε το, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων, με πιθανότητα, προσδοκώμενο κέρδος (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 1675/2014, ΑΠ 536/2004). Κατά συνέπεια, ο εντολοδόχος, κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο μέσος συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια.

Εξάλλου, το βάρος της απόδειξης της ευθύνης του εντολοδόχου ρυθμίζεται κατά τις γενικές διατάξεις και ο εντολέας υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία, την οποία υπέστη από την πράξη ή παράλειψη του εντολοδόχου, ενώ η ύπαρξη πταίσματος του εντολοδόχου τεκμαίρεται από τη μη εκπλήρωση των υποχρεώσεών του από τη σύμβαση εντολής (ΑΠ 560/2022, ΑΠ 112/2016, ΑΠ 637/2011).

Για τη θεμελίωση δε υποχρέωσης του εντολοδόχου προς αποζημίωση του εντολέα, κατά τα προεκτιθέμενα, απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Επομένως, εάν ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή εάν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν υποχρεούται σε αποζημίωση (ΑΠ 346/2018, ΑΠ 1675/2014, ΑΠ 637/2011, ΑΠ 118/2002).

Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε από το ότι ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ' αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι του άρθρου 919 ΑΚ ή ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λ.π.) οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 874/2022, ΑΠ 875/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1177/2018, ΑΠ 655/2011).

Τέτοια παράλειψη από τις προαναφερόμενες διατάξεις των άρθρων 714 και 330 ΑΚ, που δημιουργεί αντίστοιχη αξίωση αποζημίωσης του εντολοδόχου από τον εντολέα, συνιστά και η αποσιώπηση από τον πρώτο προς τον δεύτερο ουσιωδών πληροφοριών ή η παράλειψη ενημέρωσης για επικείμενο κίνδυνο, αφού η υποχρέωση αυτή του εντολοδόχου ευθέως προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 718 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να παρέχει πληροφορίες στον εντολέα σχετικά με την υπόθεση που του ανατέθηκε, εφόσον αυτές είναι αναγκαίες κατά την καλή πίστη.

Το πότε συμβαίνει τούτο εξαρτάται από τις ιδιαίτερες συνθήκες της εντολής, αν παραβεί δε την υποχρέωσή του αυτή ο εντολοδόχος, καθίσταται υπόχρεος σε αποκατάσταση της ζημίας, την οποία υφίσταται ο απληροφόρητος εντολέας του, εφόσον η ζημία του τελευταίου συνδέεται αιτιωδώς με την παράλειψη της πληροφόρησής του (ΑΠ 875/2022, ΑΠ 342/2021, 1082/2013).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 299, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 633/2024, ΑΠ 1866/2024, ΑΠ 790/2023, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).

Η παράλειψη ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 633/2024, ΑΠ 524/2024, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 63/2022, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 63/2022, ΑΠ 560/2022, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 1266/2022, ΑΠ 342/2021, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1182/2021.).

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα (ΑΠ 633/2024, ΑΠ 1866/2024, ΑΠ 790/2023, ΑΠ 1411/2022, ΑΠ 1009/2019, ΑΠ 459/2019, ΑΠ 1350/2018).

Επίσης, ο νόμος 2396/1996, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην προκειμένη περίπτωση χρόνο (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ακολούθως από 1-11-2007, με το άρθρο 85 Ν. 3606/2007), προέβλεπε στο άρθρο 1 παρ. 1 α' περ. αα' και ιι', ότι για τους σκοπούς του, κύρια επενδυτική υπηρεσία αποτελεί, μεταξύ άλλων, η λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα, στα οποία περιλαμβάνονται κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, και η εκτέλεση των παραγγελιών και εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, στην παρ. 2 περ.

στ' του ίδιου άρθρου, ότι παρεπόμενη επενδυτική υπηρεσία αποτελεί και η παροχή προς τους επενδυτές συμβουλών στον τομέα των επενδύσεων με αντικείμενο έναν ή περισσότερους τίτλους από τους αναφερόμενους στην παρ. 1 α, στην παρ. 6 περ. α' και β' του ίδιου άρθρου, ότι ως κινητές αξίες νοούνται οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών, καθώς και οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι, που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά, στο άρθρο 3, αναφερόμενο στο πεδίο εφαρμογής του νόμου, ότι σ' αυτόν υπάγονται οι Ε.Π.Ε.Υ.

και τα πιστωτικά ιδρύματα, με εξαίρεση τα άρθρα 23 έως και 31, καθώς και τα πρόσωπα, τα οποία παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες ως παρεπόμενη δραστηριότητα στο πλαίσιο επαγγελματικής τους δραστηριότητας, εφόσον η εν λόγω δραστηριότητα διέπεται από νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις ή επαγγελματικό Κώδικα Δεοντολογίας, που δεν απαγορεύουν την παροχή των υπηρεσιών αυτών, οπότε κατά την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών από αυτά τα πρόσωπα εφαρμόζονται αναλόγως και καταλλήλως οι διατάξεις του Κώδικα Δεοντολογίας του άρθρου 7, και στο άρθρο 7 παρ. 1-3 ότι με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας συγκροτείται επιτροπή από εκπροσώπους των αρμόδιων φορέων, έργο της οποίας θα είναι η κατάρτιση Κώδικα Δεοντολογίας, στον οποίο περιλαμβάνονται κανόνες, που θα ρυθμίζουν τη συμπεριφορά των Ε.Π.Ε.Υ.

και του προσωπικού τους και ότι κατά την εφαρμογή των κανόνων του Κώδικα Δεοντολογίας λαμβάνεται υπόψη η επαρκής ή μη γνώση του αντικειμένου των επενδυτικών υπηρεσιών λόγω επαγγελματικής ιδιότητας του προσώπου, στο οποίο παρέχεται η επενδυτική υπηρεσία, κύρια ή παρεπόμενη, ότι ο Κώδικας Δεοντολογίας κυρώνεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και αρχίζει να ισχύει εντός μηνός από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ότι αυτός ό κώδικας μπορεί να διαφοροποιείται μεταξύ πιστωτικών ιδρυμάτων, ανωνύμων χρηματιστηριακών εταιριών και λοιπών Ε.Π.Ε.Υ., αναλόγως των παρεχόμενων από αυτές υπηρεσιών και της οργάνωσης και εποπτείας τους, ότι περιεχόμενό του θα είναι κανόνες που θα διέπουν τη λειτουργία των Ε.Π.Ε.Υ., καθώς και τη συμπεριφορά και τις συναλλακτικές υποχρεώσεις των προσώπων, που απασχολούνται σ` αυτές, και ότι οι κανόνες αυτοί πρέπει να λαμβάνουν μέριμνα ούτως ώστε οι Ε.Π.Ε.Υ.:

α) Να λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και να ενεργούν κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς, β) Να χρησιμοποιούν αποτελεσματικά τόσο τους πόρους όσο και τις διαδικασίες και μεθόδους που είναι απαραίτητες για την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, γ) Να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές, δ) Να γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων με αυτούς....

ζ) Να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της ισχύουσας νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς.

Περαιτέρω, στο άρθρο 1 παρ. 1 ("σκοπός") και 2 ("Ορισμοί") του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (εφεξής Ε.Π.Ε.Υ.), που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ` αρ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε, κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 § 1 του προαναφερόμενου νόμου, προβλέπεται ότι σκοπός αυτού του Κώδικα είναι η θέσπιση κανόνων που θα διέπουν τις σχέσεις και τη συμπεριφορά των εταιριών και των απασχολουμένων σε αυτές ή συνεργαζομένων με αυτές προσώπων, κατά την άσκηση των δραστηριοτήτων τους εντός του πλαισίου της ισχύουσας νομοθεσίας και των κανονιστικών διατάξεων με τρόπο ώστε:... (β) να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού, (γ) να διασφαλίζεται η ασφάλεια και διαφάνεια των συναλλαγών...

και ότι ως "υπηρεσία" νοείται κάθε μία από τις κύριες και παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (2.3), ενώ ως "πελάτης" νοείται κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο προς το οποίο η εταιρία παρέχει κύριες ή παρεπόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, οι προβλεπόμενες δε υποχρεώσεις προς τους πελάτες αφορούν μόνο στις υπηρεσίες που παρέχουν οι εταιρίες στους αντίστοιχους πελάτες και στην περίοδο που αρχίζει με την έναρξη διαπραγματεύσεων για την παροχή υπηρεσιών στον συγκεκριμένο πελάτη ή την προσφορά προς τον συγκεκριμένο πελάτη παροχής υπηρεσιών από την εταιρία και λήγει με τη λύση των σχετικών διαπραγματεύσεων ή με την με οποιονδήποτε τρόπο νόμιμη λύση της συμβατικής σχέσης των μερών ή με τη ρητή καταγγελία της σχέσης από τον πελάτη.

Με τις περιλαμβανόμενες στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές ορίσθηκαν τα ακόλουθα: "Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν κατά την άσκηση των καθηκόντων τους έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς." ...

Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές." Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτού, του ήδη καταργηθέντος σήμερα, Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος κατά τον χρόνο συνομολόγησης των επίδικων συμβάσεων επί Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και απευθείας ή αναλόγως κατά το άρθρο 3 του ανωτέρω νόμου και επί πιστωτικών ιδρυμάτων, που ενέπιπταν στο πεδίο εφαρμογής του, εφόσον παρείχαν κύριες ή παρεπόμενες αντιστοίχως επενδυτικές υπηρεσίες, στις υποχρεώσεις αυτών ενέπιπταν, μεταξύ άλλων, εξειδικευόμενης της πρώτης αρχής (παρ. 4.2):

να διασφαλίζεται η διαρκής και τακτική ενημέρωση των πελατών από την εταιρία για σημαντικά γεγονότα τα οποία αφορούν στις παρεχόμενες από αυτήν υπηρεσίες στα πλαίσια συμβατικών σχέσεων και επηρεάζουν τα συμφέροντα των πελατών της.

Στην εξειδίκευση των υποχρεώσεων της ΕΠΕΥ, που απορρέουν από την τρίτη αρχή, και τα ενδεικνυόμενα μέτρα για την εκπλήρωσή τους (παρ. 6), προβλέπεται ότι όταν μία εταιρία παρέχει αμέσως ή εμμέσως επενδυτική συμβουλή σε πελάτες ευθύνεται, σύμφωνα με την τρίτη αρχή, για την καταλληλότητα της παρεχόμενης συμβουλής ως προς τον πελάτη.

Η καταλληλότητα της συμβουλής συναρτάται τόσο προς τον πελάτη όσο και προς τον επενδυτικό του στόχο για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση. Η εταιρία ευθύνεται για την ενημέρωση του πελάτη, με τρόπο εύλογα καταληπτό, ως προς τα ειδικά χαρακτηριστικά των επενδυτικών του επιλογών, εφιστώντας σε κάθε περίπτωση την προσοχή του στους αναλαμβανόμενους κινδύνους, το κόστος και τη ρευστότητα της επένδυσης, την επίπτωσή της στη διάρθρωση του χαρτοφυλακίου επενδύσεών του, τα χαρακτηριστικά που την διαφοροποιούν από άλλες επενδύσεις, τις οποίες έχει κάνει ο πελάτης προηγουμένως, καθώς και κάθε άλλο στοιχείο που θα ήταν απαραίτητο σε επενδυτή με τα χαρακτηριστικά του συγκεκριμένου πελάτη για τη διαμόρφωση της επενδυτικής του απόφασης (6.1).

Έτσι, η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ εντάσσονται πληροφορίες που αφορούν γενικά την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινόμενων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει σε αυτόν συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του ανωτέρω νόμου και κανονισμού, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με απολύτως σαφή τρόπο τον επενδυτή ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του παραπάνω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά και παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον αυτή η παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση. Συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.

Η υποχρέωση των τραπεζών προς ενημέρωση των πελατών τους για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα προβλέπεται και με τις διατάξεις της 2501/31.10.2002 Πράξης του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος (ΠΔ/ΤΕ) σχετικά με την "Ενημέρωση των συναλλασσομένων με τα πιστωτικά ιδρύματα για τους όρους που διέπουν τις συναλλαγές τους" (ΦΕΚ Α', 277), που έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (ΑΠ 875/2022, ΑΠ 1185/2021, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016, ΑΠ 1028/2015), ανεξαρτήτως αν αυτή αναφέρεται στις κυρώσεις, που επιβάλλει η Τράπεζα της Ελλάδος σε αυτά τα πιστωτικά ιδρύματα σε περιπτώσεις παραβίασης αυτών των υποχρεώσεών τους.

Με αυτή την πράξη προβλέπονται οι όροι της ελάχιστης απαιτούμενης ενημέρωσης: α) σε ό,τι αφορά τα σύνθετα τραπεζικά προϊόντα, των οποίων η απόδοση προσδιορίζεται βάσει στοιχείων και δεικτών και τα οποία προσιδιάζουν στο χαρακτήρα των επενδυτικών προϊόντων, οπότε η ενημέρωση των συναλλασσομένων πρέπει να περιλαμβάνει ειδικές πληροφορίες, ούτως ώστε να διευκολύνεται η συγκρισιμότητα των προϊόντων αυτών με ομοειδή, αμιγώς καταθετικά ή αμιγώς επενδυτικά προϊόντα, καθώς και η κατανόηση της αναμενόμενης απόδοσης και των πιθανών κινδύνων, για τη διευκόλυνση δε της κατανόησης και συγκρισιμότητας των παραπάνω προϊόντων, τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να προβαίνουν σε:

αναγωγή του ποσοστού απόδοσης σε ετήσια βάση κατά το χρόνο της επένδυσης, ανεξάρτητα από το χρονικό ορίζοντα της τοποθέτησης, σαφή και αναλυτική περιγραφή των παραγόντων που προσδιορίζουν την απόδοση των προϊόντων με εναλλακτικές παραδοχές ως προς τις κύριες συνιστώσες του προϊόντος (δείκτες χρηματιστηρίων, εξέλιξη συναλλαγματικής ισοτιμίας κλπ), παραθέτοντας δύο τουλάχιστον αντιπροσωπευτικά παραδείγματα (Β.1.στ) και β) σε ό,τι αφορά παράγωγα προϊόντα, ως προς τα οποία τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να ενημερώνουν για τα βασικά χαρακτηριστικά αυτού του είδους των προϊόντων, που διαθέτουν για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, θέτοντας στη διάθεση των συναλλασσομένων την αναγκαία πληροφόρηση για την κατανόηση του οφέλους και των κινδύνων που αναλαμβάνουν και των πιθανών ζημιογόνων επιπτώσεων από την αιφνίδια μεταβολή της αξίας τους, είτε ως μεμονωμένων πράξεων είτε σε συνδυασμό με άλλες (Β.4.β) (ΑΠ 874/2022, ΑΠ 875/2022).

Επί πλέον, από τις διατάξεις του Ν. 2251/1994 προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος.

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει επίσης ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης στο πλαίσιο παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 § 3 Ν. 2251/1994 (ΑΠ 796/2023, ΑΠ 1564/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1028/2015).

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή". Αυτή η υποχρέωση επιβάλλεται και στις τράπεζες ως "προμηθευτές" ιδιωτών επενδυτών, ώστε αυτοί να λαμβάνουν τεκμηριωμένα τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής, χωρίς να παραπλανώνται, αποφασίζοντας να ενεργήσουν συναλλαγή, την οποία διαφορετικά δεν θα αποφάσιζαν να ενεργήσουν.

Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα και κάθε συναλλαγή με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής τους.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι επομένως αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 63/2022, ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 1286/2021, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 974/2018). Από το συνδυασμό όλων των ανωτέρω διατάξεων και την καλή πίστη προκύπτει ότι, ακόμη και αν η σύμβαση πλαίσιο μεταξύ ΕΠΕΥ ή τράπεζας, που ενεργεί και ως ΕΠΕΥ, αφορά στην εκτέλεση κύριων επενδυτικών υπηρεσιών, δηλαδή στην εκτέλεση εντολών του πελάτη - επενδυτή - καταναλωτή για τη λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό του των εντολών και παραγγελιών, που εκείνος δίνει, προς κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα προαναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα (απλή σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών) και δεν προβλέπει και την παροχή επενδυτικών συμβουλών, υφίσταται ιδιαίτερη νομική υποχρέωση και ευθύνη της εντολοδόχου, όταν η σχετική εντολή αναφέρεται σε σύνθετα τραπεζικά προϊόντα ή παράγωγα προϊόντα προς πλήρη ενημέρωση του επενδυτή - εντολέα ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της επένδυσης, που του παρουσιάζει, και τις συγκεκριμένες προοπτικές της, καθώς και τους συγκεκριμένους για το καθένα από τα ανωτέρω προϊόντα κινδύνους, που η επένδυση αυτή μπορεί να συνεπάγεται σε σχέση με το εκ μέρους του διατιθέμενο κεφάλαιο.

Η ενημέρωση δε αυτή, παρότι δεν είναι αναγκαίο να γίνεται κατά την λεπτομερώς προβλεπόμενη για την παροχή επενδυτικών συμβουλών τυπική διαδικασία, επιβάλλεται να παρέχεται, προκειμένου να προστατεύονται τα συμφέροντα του επενδυτικού κοινού και των πελατών τους, από προστηθέντες των ως άνω εταιριών υπαλλήλους με εξειδικευμένες γνώσεις της κεφαλαιαγοράς και των εκάστοτε διατιθέμενων από αυτήν προϊόντων και γνώση του επενδυτικού προφίλ και των προσωπικών στοιχείων κάθε πελάτη (επίπεδο γνώσεων, ηλικία, επάγγελμα και μορφωτικό επίπεδο, οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, επενδυτική εμπειρία κλπ) (ΑΠ 140/2023, ΑΠ 874/2022, ΑΠ 875/2022).

Εξάλλου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 361 ΑΚ μπορεί να συναφθεί και σιωπηρή σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών μεταξύ της διαμεσολαβούσας τράπεζας και του πελάτη της, στοιχεία δε που φανερώνουν τη δικαιοπρακτική βούληση των μερών είναι πρώτον, ότι για τον παρέχοντα επενδυτικές υπηρεσίες είναι προφανές ότι η πληροφόρηση έχει μεγάλη σημασία για τον δυνητικό επενδυτή, αφού θα αποτελέσει γι' αυτόν τη βάση για τη λήψη σοβαρών αποφάσεων για την επένδυση των κεφαλαίων του.

Δεύτερο στοιχείο είναι ότι επειδή ο μέσος επενδυτής είναι συνήθως άπειρος, ενώ οι επιχειρήσεις αυτές διαθέτουν ειδικές γνώσεις για τις χρηματιστηριακές συναλλαγές, ο επενδυτής αποφασίζει με βάση τις συμβουλές των εν λόγω επιχειρήσεων, τις εμπιστεύεται και αναμένει μια υπεύθυνη πληροφόρηση, η παροχή της οποίας ανάγεται στην επαγγελματική τους ενασχόληση.

Οι ως άνω επιχειρήσεις έχουν και ίδιο άμεσο ή έμμεσο οικονομικό όφελος για την παροχή των συμβουλών τους. Από τη συναλλακτική σχέση που δημιουργείται μεταξύ τράπεζας και του πελάτη της προκύπτουν τόσο γενικής όσον και ειδικής φύσης υποχρεώσεις διότι α) η τράπεζα είναι επαγγελματίας γνώστης της αγοράς χρήματος, με ευρύτατη πληροφόρηση στον χρηματοπιστωτικό τομέα, λόγω δε της θέσης αυτής, μπορεί να προκύψει υποχρέωσή της να καταστήσει τον πελάτη της κοινωνό ορισμένων πληροφοριών ή να του παρέχει συμβουλές, β) από τη συμπεριφορά της τράπεζας εξαρτάται πολλές φορές ακόμη και η οικονομική κατάσταση του πελάτης της, γ) οι σχέσεις τράπεζας και πελάτη έχουν εμπιστευτικό χαρακτήρα, δεδομένου ότι η πρώτη γνωρίζει πολλά προσωπικά και ενδεχομένως απόρρητα στοιχεία του δεύτερου, δ) τα πιστωτικά ιδρύματα δεν είναι απλές εμπορικές επιχειρήσεις, αλλά επιτελούν σημαντικότατη λειτουργία στην εθνική οικονομία κάθε χώρας, διότι χρηματοδοτούν το εμπόριο και τη βιομηχανία, κάτι που τους επιβάλλει την υποχρέωση ομαλής και καλόπιστης συνεργασίας τους με τους πελάτες τους και ε) η τράπεζα έχει κατά κανόνα μεγαλύτερη οικονομική ισχύ από τον πελάτη της, πράγμα που δικαιολογεί τη δημιουργία αυξημένης υποχρέωσης προστασίας των συμφερόντων των πελατών της, η οποία εξειδικεύεται με βάση και τις ειδικές συνθήκες κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης, καθώς και σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ τους, Έτσι, η τράπεζα έχει υποχρέωση να μην επιδιώκει μονομερώς την ικανοποίηση των ατομικών της συμφερόντων, καθώς και ότι η παροχή της πρέπει να τελεί σε σχέση αναλογίας με την αιτούμενη από τον πελάτη της αντιπαροχή, υποχρεούται δε να παρέχει συμβουλές ανάλογα με τις συγκεκριμένες συνθήκες και το επίπεδο γνώσεων του πελάτη της, ιδίως όταν είναι πρόδηλο ότι ο συγκεκριμένος πελάτης της δεν αντιλαμβάνεται τους κινδύνους από την επιδιωκόμενη συναλλαγή ή όταν η τράπεζα γνωρίζει ορισμένα γεγονότα που αν τα γνώριζε ο πελάτης της, πιθανότατα δεν θα προέβαινε στη σύναψή της.

Το ίδιο δε συμβαίνει και για την παροχή επενδυτικών συμβουλών (ΑΠ 524/2024, ΑΠ 633/2024). Ειδικότερα δε η δήλωση βούλησης (άρθρο 361 ΑΚ) μπορεί να είναι ρητή ή σιωπηρή. Ρητή (άμεση) είναι αυτή που γίνεται με λέξεις ή νεύματα που εμφανίζουν και εκφράζουν κατευθείαν την βούληση και διακρίνεται σε τυπική ή άτυπη. Σιωπηρή (έμμεση) είναι εκείνη που συνάγεται από πράξεις που γίνονται για άλλον σκοπό αλλά συμπερασματικά εμφαίνουν ορισμένη βούληση.

Στην δεύτερη περίπτωση, δηλαδή, η δικαιοπρακτική βούληση συνάγεται εκ των υστέρων στην συγκεκριμένη περίπτωση σε συνδυασμό με το σύνολο των ειδικών περιστατικών και με κριτήριο την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, ο δε επικαλούμενος την σύναψη σιωπηρής συμφωνίας οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει την πρόταση προς κατάρτιση της σύμβασης και τα πραγματικά περιστατικά, από τα οποία συνάγεται η σιωπηρή αποδοχή εκείνου, προς τον οποίο απευθύνθηκε η πρόταση, ενώ αντίστοιχες παραδοχές πρέπει να περιλαμβάνει και η δεχόμενη την σύναψη τέτοιας σιωπηρής συμφωνίας δικαστική απόφαση, ώστε να έχει σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες για το ζήτημα αυτό (ΑΠ 138/2022, ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1936/2008).

Επομένως, η αρχική σύμβαση μπορεί με νεότερη συμφωνία, έστω και σιωπηρά, να τροποποιηθεί ή και να καταργηθεί (ΑΠ 776/2018, ΑΠ 1842/2013, ΑΠ 766/2003). Συγκεκριμένα, από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 185, 191 και 193 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι η σύμβαση καταρτίζεται με πρόταση και αποδοχή αυτής.

Η πρόταση πρέπει να είναι πλήρης, να περιέχει δηλαδή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται για τη σκοπούμενη σύμβαση, προπαντός μεν τα ουσιώδη, από δε τα επουσιώδη εκείνα τα οποία ο προτείνων νομίζει ότι πρέπει να εξαρθούν ιδιαίτερα. Αντίστοιχα, η αποδοχή της πρότασης για τη σύναψη σύμβασης, πρέπει να είναι σύμφωνη με το περιεχόμενο της πρότασης χωρίς επιφύλαξη ή τροποποίηση, να ακολουθεί την πρόταση και να περιέλθει σ' αυτόν που πρότεινε.

Δικαιοπρακτικός χαρακτήρας, με βάση την ακολουθούμενη από τα μέρη πρακτική, μπορεί ερμηνευτικά να δοθεί και στη σιωπή εκείνου προς τον οποίο απευθύνεται η πρόταση (ΑΠ 1073/2021, ΑΠ 600/2017, ΑΠ 884/2013, ΑΠ 1110/2013). Β. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 § 1 εδ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 5/2024, ΑΠ 56/2022, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/2017).

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 § 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία, με την οποία ισοδυναμεί εννοιολογικά και η ενδοιαστική αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006). Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 16/2024, ΑΠ 149/2024, ΑΠ 314/2024, ΑΠ 524/2024, ΑΠ 1251/2024).

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, καθιστώντας έτσι ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ή όταν η διαπίστωση της απόφασης είναι ενδοιαστική, ώστε το πόρισμα να μην είναι αναμφίβολο (ΑΠ 431/2024, ΑΠ 839/2024, ΑΠ 1640/2024, ΑΠ 603/2024, ΑΠ 1866/2024, ΑΠ 1708/2024).

Γ. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης του Εφετείου, προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν, μετ' ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, δεκτά ως προς τους αναιρεσίβλητους τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι, από τους οποίους οι δύο πρώτοι τυγχάνουν αδέλφια και η τρίτη σύζυγος του δευτέρου, διατηρούσαν οικογενειακή ξενοδοχειακή επιχείρηση στην Κέρκυρα, την οποία πώλησαν την 2-4-2007.

Λίγες μέρες αργότερα επικοινώνησε τηλεφωνικώς με αυτούς η Μ. Τ., διευθύντρια του Καταστήματος της εναγόμενης και ήδη εκκαλούσας, στην Κέρκυρα, επί της οδού ..., και τους πρότεινε να επενδύσουν τα κεφάλαια που απέκτησαν από την πώληση της επιχείρησής τους στην αγορά ενός ομολόγου της κυπριακής τράπεζας "CYPRUS POPULAR BANK".

Οι εφεσίβλητοι δήλωσαν ότι ενδιαφέρονταν να τοποθετήσουν τα χρήματά τους σε προθεσμιακή κατάθεση, καθώς δεν διέθεταν χρηματοοικονομικές γνώσεις και η υπάλληλος της εκκαλούσας τους ανέφερε ότι το συγκεκριμένο επενδυτικό προϊόν είναι μία ασφαλής τοποθέτηση, χωρίς κανένα ρίσκο, αφού η ονομαστική του αξία είναι 100% διασφαλισμένη.

Ακολούθησε συνάντηση με εκπρόσωπο του τμήματος Private Banking της εκκαλούσας στο γραφείο της άνω υπαλλήλου, που τους διαβεβαίωσε ότι η επένδυση δεν ενέχει κανένα κίνδυνο, ότι το κεφάλαιο είναι εγγυημένο και ότι η απόδοση είναι μεγαλύτερη της προθεσμιακής κατάθεσης. Κατά τον τρόπο αυτόν, την 5-4-2007, ο πρώτος εφεσίβλητος υπέγραψε την υπ' αρ. 05/860614 σύμβαση, ενώ οι λοιποί εφεσίβλητοι την υπ' αρ. 05/860612 σύμβαση με βάση τις οποίες η εκκαλούσα ανέλαβε επ' αμοιβή την υποχρέωση εκτέλεσης συναλλαγών για κάθε είδους κινητές αξίες, σύμφωνα με τις εντολές των εφεσιβλήτων, χωρίς κανένα έλεγχο.

Κατόπιν, με πρόταση των υπαλλήλων της εκκαλούσας, οι εφεσίβλητοι αποφάσισαν και της έδωσαν εντολή, την 17-4-2007, ο πρώτος και, την 18-4-2007, οι λοιποί, να επενδύσει τα κεφάλαιά τους σε ομόλογο της τράπεζας "CYPRUS POPULAR BANK". Σε εκτέλεση αυτής της εντολής η εκκαλούσα προέβη α) στην αγορά για λογαριασμό του πρώτου εφεσίβλητου του ομολόγου με διεθνή κωδικό εκκαθάρισης (ISIN) ..., με εκδότρια την "CYPRUS POPULAR BANK", με ημερομηνία έκδοσης την 26-5-2006 και λήξης την 26-5-2016, ονομαστικής αξίας 1.004.000 ευρώ, αντί συνολικού τιμήματος αγοράς 1.019.769,58 ευρώ, με επιτόκιο κυμαινόμενο, το οποίο θα διαμορφωνόταν επί της εκάστοτε τιμής του euribor τριών μηνών, πλέον περιθωρίου (spread) 0,75% αρχικώς και 1,75% μετά την 26-5-2011 και β) στην αγορά για λογαριασμό των λοιπών ιδίου ως άνω ομολόγου με διεθνή κωδικό εκκαθάρισης (ISIN) ..., με εκδότρια την "CYPRUS POPULAR BANK", με ημερομηνία έκδοσης την 26-5-2006 και λήξης την 26-5-2016, ονομαστικής αξίας 959.000 ευρώ, αντί συνολικού τιμήματος αγοράς 974.062,77 ευρώ, με το ίδιο ως άνω κυμαινόμενο επιτόκιο.

Το συγκεκριμένο ομόλογο, όπως προκύπτει από το έγγραφο τελικών όρων έκδοσής του την 24-5-2006 ήταν μειωμένης εξασφάλισης, ήτοι έρχεται τελευταίο σε προτεραιότητα ικανοποίησης σε περίπτωση ρευστοποίησης της εταιρείας. Λόγω της μειωμένης εξασφάλισης και κατά τον χρόνο έκδοσής του αξιολογούνταν από τον οίκο αξιολόγησης Moody's με Baa2, ήτοι ήταν μέσης ποιότητας και ενείχε πολύ σημαντικό πιστωτικό κίνδυνο.

Περαιτέρω, προς σκοπό βελτίωσης των αρνητικών δεικτών δανεισμού της, η εκδότρια του ομολόγου, την 14-5-2012 με δελτίο τύπου, πρότεινε στους κατόχους ομολόγων της, μεταξύ των οποίων και η σειρά έκδοσης του επιδίκου, είτε τη ρευστοποίηση των τίτλων στο 55% της αρχικής ονομαστικής τους αξίας είτε την αντικατάστασή τους με νέα ομόλογα υψηλής εξασφάλισης, αυξημένου τοκομεριδίου 8%, πληρωτέου κατ' έτος, λήξης 1-6-2016, με ονομαστική αξία μειωθείσα κατά ποσοστό 72,5% σε σχέση με αυτή των προς ανταλλαγή χρεογράφων.

Οι εφεσίβλητοι, αφού συνομίλησαν με τους προστηθέντες υπαλλήλους της εκκαλούσας, που δεν τους παρείχαν, όμως, σαφή συμβουλή για το τι πρέπει να πράξουν (αν πρέπει να πάρουν τα νέα ομόλογα, ή να ρευστοποιήσουν, προτρέποντας, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, στην αντικατάσταση, όπως έπραξαν, κυρίως, εντέλει οι εφεσίβλητοι), ανταποκρίθηκαν στην ως άνω προσφορά ως εξής:

Ο πρώτος εφεσίβλητος με την από 1-6-2012 επιστολή του δήλωσε ότι αποδέχεται την προσφορά και συμμετέχει στην εταιρική πράξη ανταλλάσσοντας το άνω ομόλογο, ονομαστικής αξίας 1.000.000 ευρώ με τον νέο Senior τίτλο CYPRUS POPULAR BANK σε τιμή 72,5%. Οι λοιποί εφεσίβλητοι με δύο επιστολές τους, την 1-6-2012, που υπογράφονται από τον δεύτερο ενάγοντα για λογαριασμό και της τρίτης, δήλωσαν ότι αποδέχονται την προσφορά και συμμετέχουν στην εταιρική πράξη για το άνω ομόλογο, ονομαστικής αξίας 959.000 ευρώ, για το ποσό των 595.000 ευρώ σε ανταλλαγή σε τιμή 72,5% με τον νέο Senior τίτλο CYPRUS POPULAR BANK και για το υπόλοιπο (364.000 ευρώ) δέχθηκαν την ρευστοποίηση του τίτλου στο 55% της αρχικής ονομαστικής αξίας, δηλαδή έλαβαν 200.200 ευρώ και υπέστησαν απώλεια 45%, ήτοι 163.800 ευρώ.

Ωστόσο, τον Μάρτιο του 2013 η εκδότρια του ομολόγου τράπεζα τέθηκε σε καθεστώς ειδικής εξυγίανσης, που θα λάμβανε χώρα με πλήρη συμμετοχή των μετόχων, των ομολογιούχων και των ανασφάλιστων καταθέσεων. Την 26-1-2013 το Χρηματιστήριο του Λουξεμβούργου ανέστειλε τη διαπραγμάτευση του νέου ομολόγου, με αποτέλεσμα η ρευστοποίησή του να είναι χρηματιστηριακά αδύνατη και η αξία του να έχει εκμηδενιστεί.

Επομένως, προκύπτει ότι το ομόλογο που αγόρασαν οι εφεσίβλητοι ήταν χρηματοοικονομικό προϊόν μειωμένης εξασφάλισης, και η απόδοσή του δεν ήταν εγγυημένη, ούτε το κεφάλαιο που επενδύθηκε, και για το λόγο αυτό δεν ήταν ασφαλές ούτε προσιδίαζε σε συντηρητικούς επενδυτές, όπως ήταν οι εφεσίβλητοι. Δεν είχε, δηλαδή, χαρακτηριστικά που να προσομοιάζουν με προθεσμιακή κατάθεση, όπως επιθυμούσαν οι τελευταίοι.

Λόγω των οικονομοτεχνικών χαρακτηριστικών του ομολόγου η παρέχουσα επενδυτικές συμβουλές εκκαλούσα, ως εν προκειμένω συνέβη με τη σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, είχε αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης των εφεσίβλητων, ώστε αυτοί να μην παραπλανηθούν ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία του ομολόγου.

Οι απαλλακτικές ρήτρες, περί απαλλαγής της από οποιαδήποτε ευθύνη, που περιέχονταν στις άνω συμβάσεις που κατήρτισαν οι διάδικοι στερούνται εγκυρότητας, διότι προϋποθέτουν την πλήρη και ειλικρινή ενημέρωση του επενδυτή. Οι υπάλληλοι της εκκαλούσας δεν παρείχαν επαρκή ενημέρωση στους εφεσίβλητους σχετικά με την φύση και τους κινδύνους του ένδικου ομολόγου και δεν επεσήμαναν σε αυτούς τον κίνδυνο απώλειας του επενδυθέντος κεφαλαίου, παρά το γεγονός ότι οι εφεσίβλητοι τους είχαν πει ότι ο κύριος στόχος τους είναι η διατήρησή του, και, κατά τον τρόπο αυτό, οι τελευταίοι δεν κατανόησαν τους πιθανούς κινδύνους που ενείχε η πράξη τους.

Δεν τους παρείχαν καμία έγγραφη και αναλυτική έκθεση των κινδύνων, που διέτρεχαν, από τις διακυμάνσεις της χρηματοπιστωτικής αγοράς και ιδίως τον κίνδυνο πτώχευσης της εκδότριας, δεν τους παρείχαν ενημερωτικό δελτίο, αλλά τους επεσήμαιναν ότι το κεφάλαιο ήταν εγγυημένο και προέτασσαν το προνομιακό επιτόκιο της επένδυσης.

Το ένδικο ομόλογο κατατασσόταν στα κερδοσκοπικά ομόλογα και οι υπάλληλοι της εκκαλούσας το γνώριζαν αυτό, άλλως έπρεπε να το γνωρίζουν, ως ασχολούμενοι με τα προϊόντα αυτά. Από την συμπεριφορά των υπαλλήλων της εκκαλούσας, οι εφεσίβλητοι πλανήθηκαν, θεώρησαν ότι το κεφάλαιό τους ήταν εξασφαλισμένο και για το λόγο αυτό έδωσαν την εντολή αγοράς του ομολόγου, στην οποία δεν θα προέβαιναν στην περίπτωση που είχαν ενημερωθεί για τους κινδύνους και τα χαρακτηριστικά του ομολόγου, δεδομένου ότι επρόκειτο για συντηρητικούς επενδυτές, που δεν είχαν ασχοληθεί με αγορά επενδυτικών προϊόντων.

Η εκκαλούσα με τους υπαλλήλους της καθοδήγησε τους εφεσίβλητους στην ένδικη αγορά παραλείποντας να τους ενημερώσει για τα χαρακτηριστικά της επένδυσης, όπως κίνδυνο απώλειας και μειωμένη εξασφάλιση, η γνώση των οποίων θα τους απέτρεπε από την αγορά αυτή. Δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της εκκαλούσας ότι οι εφεσίβλητοι επέλεξαν το ομόλογο αυτό, διότι αυτοί δεν είχαν γνώση από χρηματοοικονομικά προϊόντα.

Αντίκειται δε στην κοινή λογική να ανέλαβαν οι εφεσίβλητοι την ευθύνη απώλειας των κεφαλαίων τους, αφότου είχαν ενημερωθεί ότι υφίσταται τέτοιος κίνδυνος. Η άνω συμπεριφορά των υπαλλήλων της εκκαλούσας συνιστά πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τις συμβάσεις επενδυτικών συμβουλών, που στην ουσία καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, από την οποία οι εφεσίβλητοι υπέστησαν την επικαλούμενη ζημία του 1.004.000 ευρώ ο πρώτος και των 758.000 ευρώ, κατ' ισομοιρία, οι λοιποί (163.800 ευρώ μετά από την αποδοχή της πρότασης επαναγοράς του ομολόγου ως ανωτέρω αναφέρεται και 595.000 ευρώ την ονομαστική αξία του ενδίκου ομολόγου).

Η αξία των ομολόγων που έλαβαν οι εφεσίβλητοι έχει εκμηδενιστεί. Η ζημία αυτή συνδέεται αιτιωδώς με την πλημμελή εκπλήρωση της σύμβασης που συνέδεε τα μέρη και την παραβίαση της υποχρέωσης ενημέρωσης και δεν διακόπηκε από έκτακτα γεγονότα, διότι ο κερδοσκοπικός χαρακτήρας του ομολόγου ήταν γνωστός εξαρχής στους υπαλλήλους της εκκαλούσας, και η ευπάθειά του σε πιστωτικούς κινδύνους, όπως η πτώχευση του εκδότη, και η ζημία αποτελεί πραγμάτωση των κινδύνων αυτών, ήτοι της αδυναμίας της εκδότριας να καταβάλει την αξία τους λόγω της κεφαλαιακής της ανεπάρκειας, που μπορούσε να προβλεφθεί, το έτος 2012, όταν ζητήθηκε εκ νέου η συμβουλή των υπαλλήλων της εκκαλούσας (η άνω πρόταση της εκδότριας τράπεζας για την αντικατάσταση ομολόγων κλπ.

ήταν, κατά τον μάρτυρα της εκκαλούσας, άσκηση διαχείρισης παθητικού, οπότε μπορούσε να διαγνωσθεί ο κίνδυνος απώλειας και να ενημερωθούν οι επενδυτές για να προβούν σε ενέργειες περιορισμού ζημίας, όπως άμεση πώληση των νέων ομολόγων που έλαβαν), εφόσον οι υπάλληλοι ήταν εξειδικευμένοι να διαγιγνώσκουν τέτοιους κινδύνους και θα έπρεπε να τους έχουν διαγνώσει και να έχουν ενημερώσει προσηκόντως και όχι ασαφώς τους εφεσίβλητους.

Συντρέχον πταίσμα δεν βαρύνει τους εφεσίβλητους, οι οποίοι ήταν αδαείς περί τα χρηματοοικονομικά προϊόντα και ανέμεναν την σαφή πληροφόρηση και πλήρη ενημέρωση από τους υπαλλήλους της εκκαλούσας, που ουδέποτε έγινε καθ' όλο το επίδικο διάστημα, ενώ επανειλημμένως ζητήθηκε η συμβουλή από τους εφεσίβλητους, γεγονός που δεν αμφισβητείται ειδικά από την εκκαλούσα, ούτε αποδείχθηκε ότι οι υπάλληλοι της εκκαλούσας πρότειναν την εκποίηση των ομολόγων και οι εφεσίβλητοι την απέρριψαν.

Επομένως, ορθώς απερρίφθη ως αβάσιμη κατ' ουσίαν η σχετική ένσταση της εκκαλούσας από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο. Περαιτέρω, η προβληθείσα ένσταση συνυπολογισμού ζημίας κέρδους που προέβαλε η εκκαλούσα από την απόληψη των τόκων του επενδυτικού προϊόντος τύγχανε απορριπτέα ως μη νόμιμη, διότι οι αποδόσεις αυτές δεν συνιστούν κέρδος αυτών από τη ζημία τους, αλλά καρπούς της επένδυσής τους, από την παραχώρηση του κεφαλαίου τους στην τελευταία, η οποία το εκμεταλλεύθηκε με τον προσφορότερο γι' αυτήν τρόπο.

Εξάλλου, η απαίτηση εξ αδικοπραξίας (αντίθεση στην υποχρέωση πρόνοιας και ενημέρωσης απορρέουσα από την καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και την ιδιαίτερη σχέση εμπιστοσύνης ανάμεσα στην τράπεζα και τον πελάτη της, καθώς και την αντίθεση στον ΚΔΕΠΕΥ) δεν έχει παραγραφεί, διότι η ζημία των εφεσίβλητων και η έκτασή της έγινε γνωστή σ' αυτούς τον Μάρτιο του 2013 και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε, όπως αναφέρει και η εκκαλούσα, την 23-6-2015 (βλ.

την υπ' αρ. ...-2015 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Αθηνών Σ. Π.), οπότε η παραγραφή διακόπηκε και δεν παρήλθε χρονικό διάστημα πέραν της πενταετίας (άρθρ. 937 ΑΚ). Η συμπεριφορά της εκκαλούσας παραβιάζει και τις διατάξεις του ν. 2251/1994, στον οποίο υπάγονται οι εφεσίβλητοι, καθώς δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, δεδομένου ότι δεν είχαν συστηματική ενασχόληση με χρηματοπιστωτικές συναλλαγές ούτε ιδιαίτερες γνώσεις και εμπειρία.

Εξάλλου, οι εφεσίβλητοι δικαιούντο και χρηματικής ικανοποίησης λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστησαν από την άνω παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά της εκκαλούσας και της στεναχώριας που αυτή τους προκάλεσε, το δε εύλογο ποσό που απαιτούνταν, λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών τέλεσης της άδικης πράξης, του βαθμού του πταίσματος των προστηθέντων της εναγόμενης, του είδους και της έκτασης της ζημίας, της κοινωνικής και οικονομικής κατάστασης των διαδίκων και της αρχής της αναλογικότητας ανερχόταν τουλάχιστον στο ποσό των 7.000 ευρώ για τον πρώτο εφεσίβλητο και από 3.000 ευρώ σε καθέναν από τους λοιπούς.

Συνεπώς, ορθώς έκρινε το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, έστω και με εν μέρει διαφορετική αιτιολογία, που αντικαθίσταται και συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρ. 534 ΚΠολΔ) και πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι οι πρώτος έως και ενδέκατος λόγοι έφεσης...".

Κατόπιν αυτών των παραδοχών, το Εφετείο απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της 2165/2020 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αγωγή των αναιρεσίβλητων, η οποία θεμελιωνόταν, κατά παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της, στους ισχυρισμούς τους περί μη ενημέρωσής τους για τους κινδύνους των επενδύσεων, που πραγματοποιήθηκαν για λογαριασμό τους από την αναιρεσείουσα, στο πλαίσιο των αναφερομένων μεταξύ τους έγγραφων συμβάσεων, σε ομόλογα πιστωτικού ιδρύματος μειωμένης εξασφάλισης και μη εγγυημένης απόδοσης κατά την εποχή της αγοράς τους και η οποία (αγωγή) στηριζόταν στις διατάξεις περί εντολής και αδικοπραξιών του ΑΚ, στον Κώδικα ΕΠΕΥ και στον νόμο περί προστασίας του καταναλωτή.

Με όσα όμως δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών, αντιφατικών και ενδοιαστικών αιτιολογιών ως προς το κρίσιμο ζήτημα της σύναψης ή μη, μεταξύ των διαδίκων, σιωπηρής σύμβασης επενδυτικών συμβουλών και κατά συνέπεια της υποχρέωσης από μέρους της αναιρεσείουσας παροχής ειδικής, συγκεκριμένης και αυξημένης ενημέρωσης των αναιρεσίβλητων ως προς το είδος, τα χαρακτηριστικά και τους κινδύνους που συνεπαγόταν η επένδυσή τους στο συγκεκριμένο ομόλογο, το οποίο ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 361, 185, 191, 193, 713 επ και 914 επ.

ΑΚ και των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας απόφασης διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και του Ν. 2251/1994.

Ειδικότερα, η παραδοχή στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι "Την 5-4-2007, ο πρώτος εφεσίβλητος υπέγραψε την υπ' αρ. 05/860614 σύμβαση, ενώ οι λοιποί εφεσίβλητοι την υπ' αρ. 05/860612 σύμβαση με βάση τις οποίες η εκκαλούσα ανέλαβε επ' αμοιβή την υποχρέωση εκτέλεσης συναλλαγών για κάθε είδους κινητές αξίες, σύμφωνα με τις εντολές των εφεσίβλητων, χωρίς κανένα έλεγχο" αντιφάσκει με τις επόμενες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι "Λόγω των οικονομοτεχνικών χαρακτηριστικών του ομολόγου η παρέχουσα επενδυτικές συμβουλές εκκαλούσα, ως εν προκειμένω συνέβη με τη σιωπηρώς καταρτισθείσα σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, είχε αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης των εφεσίβλητων, ώστε αυτοί να μην παραπλανηθούν ως προς τη νομική φύση και τη λειτουργία του ομολόγου" και παρακάτω ότι "Η άνω συμπεριφορά των υπαλλήλων της εκκαλούσας συνιστά πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τις συμβάσεις επενδυτικών συμβουλών, που στην ουσία καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, από την οποία οι εφεσίβλητοι υπέστησαν την επικαλούμενη ζημία...".

Και τούτο διότι ενώ αρχικά η προσβαλλόμενη απόφαση αναφέρεται σε σύναψη έγγραφης σύμβασης μεταξύ των διαδίκων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, όπως εξάλλου αναφέρεται και στην αγωγή, με χαρακτηριστικό μάλιστα την εκτέλεση εκ μέρους της αναιρεσείουσας συναλλαγών για κάθε είδους κινητές αξίες, σύμφωνα με τις εντολές των αναιρεσίβλητων και χωρίς οποιονδήποτε έλεγχο, στη συνέχεια αξιώνει από την αναιρεσείουσα "αυξημένη υποχρέωση ενημέρωσης" των αναιρεσίβλητων, σύμφυτη με την σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, η οποία αναγκαία προϋποθέτει έλεγχο των δεδομένων από τους αναιρεσίβλητους και για το λόγο αυτό υπάρχει ανάγκη εξειδικευμένης πληροφόρησής τους από την παρέχουσα τις ως άνω υπηρεσίες τραπεζική εταιρεία, σύμφωνα και με την προηγηθείσα νομική σκέψη της παρούσας.

Έτσι, καθίσταται αμφίβολη η φύση της πραγματικής σχέσης μεταξύ των διάδικων μερών, ήτοι εάν αυτή περιελάμβανε, έστω και εάν αυτό δεν είχε διατυπωθεί στη μεταξύ τους έγγραφη σύμβαση, και την παροχή και επενδυτικών συμβουλών πέραν της παροχής επενδυτικών υπηρεσιών βάσει της υπογραφείσας (έγγραφης) σύμβασης, κατά την οποία, σε κάθε περίπτωση, υφίσταται επίσης εκ του νόμου υποχρέωση ενημέρωσης του επενδυτή (ΑΠ 874/2022, ΑΠ 875/2022).

Επιπρόσθετα, με τις παραπάνω παραδοχές το Εφετείο διέλαβε και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το έχον ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζήτημα της σύναψης ή μη σιωπηρής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων περί παροχής εκ μέρους της αναιρεσείουσας επενδυτικών συμβουλών στους αναιρεσίβλητους. Και τούτο διότι δεν αναφέρονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τα πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα τέτοια (περιστατικά) που συνιστούν αμοιβαία δικαιοπρακτική βούληση - συμφωνία των διαδίκων, από την οποία θα μπορούσε να συναχθεί η σύναψη τέτοιας σιωπηρής συμφωνίας ειδικά για το ζήτημα αυτό (πρόταση, αποδοχή), ούτε ποιό ήταν το κριτήριο κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη για να συναχθεί το συμπέρασμα αυτό ούτε αναφέρεται το περιεχόμενο της συμφωνίας αυτής καθώς και ο ακριβής χρόνος της κατάρτισής της (ΑΠ 845/2019, ΑΠ 1936/2008), ώστε να κριθεί περαιτέρω και το ζήτημα της παραγραφής ή μη της σχετικής από τις συμβάσεις αξίωσης των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, ενόψει και της σχετικής προβληθείσας, με τον δεύτερο λόγο έφεσης, ενώπιον του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, από την εναγομένη - εκκαλούσα ένστασης παραγραφής, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση, κατ' άρθρο 561 § 2 του ΚΠολΔ, των προτάσεων της αναιρεσείουσας ενώπιον του Εφετείου, για την σιωπηρή απόρριψη της οποίας (ένστασης παραγραφής ως προς την συμβατική σχέση) πλήττεται και η προσβαλλόμενη απόφαση με τον έβδομο λόγο αναίρεσης.

Επίσης, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση περιέχει και ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον περιέλαβε και ενδοιαστική αιτιολογία ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα της σύναψης ή μη παροχής επενδυτικών συμβουλών, αφού δέχεται ότι "Η άνω συμπεριφορά των υπαλλήλων της εκκαλούσας συνιστά πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεων που πηγάζουν από τις συμβάσεις επενδυτικών συμβουλών, που στην ουσία καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων, από την οποία οι εφεσίβλητοι υπέστησαν την επικαλούμενη ζημία του 1.004.000 ευρώ ο πρώτος και των 758.000 ευρώ, κατ' ισομοιρία, οι λοιποί...".

Με την ενδοιαστική, όμως, αυτή διατύπωση ("που στην ουσία καταρτίστηκαν μεταξύ των διαδίκων"), που εκφράζει αμφιβολία, δεν καθίσταται βέβαιο τι δέχθηκε το Δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκε πραγματικά, με αποτέλεσμα το αποδεικτικό πόρισμά του να μην είναι αναμφίβολο. Συγκεκριμένα, δεν καθίσταται βέβαιο αν πράγματι οι αναιρεσίβλητοι κατάρτισαν με την αναιρεσείουσα σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ή σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών ή και παροχής επενδυτικών συμβουλών καθώς και πότε συνήφθησαν αυτές ή εάν η αρχική έγγραφη σύμβαση επενδυτικών υπηρεσιών τροποποιήθηκε σε σύμβαση επενδυτικών συμβουλών και πότε, αφού σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης αποδίδεται υπαιτιότητα στην αναιρεσείουσα και για την μη σαφή ενημέρωση των αναιρεσίβλητων και το έτος 2012, σχετικά με την ρευστοποίηση ή την αντικατάσταση των ομολόγων.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 361, 185, 189, 192, 195, 713 επ, 914 επ. ΑΚ και των αναφερομένων στην αρχή της παρούσας απόφασης διατάξεων του Κώδικα Δεοντολογίας των Εταιρειών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και του Ν. 2251/1994,αναφορικά με το κρίσιμο ζήτημα της σύναψης ή μη σιωπηρής συμφωνίας περί παροχής από την αναιρεσείουσα επενδυτικών συμβουλών στους αναιρεσίβλητους, το οποίο συνέχεται ουσιωδώς και με τις περαιτέρω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης ότι δηλαδή α) η ζημιογόνος συμπεριφορά της αναιρεσείουσας χαρακτηρίζεται ως πλημμελής εκπλήρωση, από μέρους της, αυτής της "σιωπηρώς" συναφθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών και β) ότι η ζημία των αναιρεσίβλητων τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την πλημμελή εκπλήρωση αυτής της σιωπηρής συμφωνίας.

Κατόπιν τούτων, είναι βάσιμοι οι προβληθέντες σχετικοί πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 1-11-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης και έκτος (ΣΤ) πρόσθετος λόγος αναίρεσης του από 23-10-2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων λόγω της έλλειψης νόμιμης βάσης και της ανωτέρω ανεπάρκειας και αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.

Παραδεκτά δε προτείνονται οι λόγοι αυτοί στον Άρειο Πάγο, αφού οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστούν σφάλματα που προκύπτουν από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 § 2β του ΚΠολΔ, ΑΠ 5/2006) και σε κάθε περίπτωση, ο λόγος του αριθμού 19 στηρίζεται σε σφάλμα, που διαπράττεται με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και το οποίο, συνεπώς, δεν μπορούσε να προταθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, σύμφωνα με το άρθρο 562 § 2α του ΚΠολΔ (ΑΠ 5/2006, ΑΠ 198/2004, ΑΠ 1834/2001).

Σημειώνεται ότι ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11α του ΚΠολΔ, επειδή δήθεν με την προσβαλλόμενη απόφαση ελήφθησαν υπόψη αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες) για την απόδειξη της πρόσθετης συμφωνίας (δηλαδή της σιωπηρής συναφθείσας σύμβασης παροχής επενδυτικών συμβουλών), τα οποία ο νόμος δεν επιτρέπει, σύμφωνα με το άρθρο 393 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, επειδή βασίζεται καθαρά στην υποθετική κρίση ότι ελήφθησαν υπόψη τέτοια αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 428/2019).

ΙΙΙ. Κατόπιν τούτων, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου αναίρεσης, του πρώτου πρόσθετου λόγου αναίρεσης του από 1-11-2023 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης και του έκτου (ΣΤ) πρόσθετου λόγου αναίρεσης του από 23-10-2024 δικογράφου πρόσθετων λόγων αναίρεσης πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση, παρέλκει δε, καθιστάμενη αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης (κυρίου και δικογράφων προσθέτων λόγων), οι οποίοι σε κάθε περίπτωση διατυπώνονται επικουρικά, ενόψει της αναιρετικής εμβέλειας των ως άνω λόγων αναίρεσης που κρίθηκαν βάσιμοι, η οποία επιβάλλει την επί της ουσίας εκ νέου έρευνα της διαφοράς στο σύνολό της. Ακολούθως, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους, που δίκασαν προηγουμένως την υπόθεση, είναι εφικτή (άρθρο 580 § 3 του ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν, για το παραδεκτό της αίτησης, παραβόλου. Τέλος, πρέπει να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής, που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις (άρθρ. 176, 180, 183, 191 § 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 266/2022 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Αθηνών), το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην εκείνων που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.

Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος από αυτήν παραβόλου.

Επιβάλλει σε βάρος των αναιρεσίβλητων τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ