Supreme Court dismisses appeal for failure to cite witness affidavits in appellate briefs under Greek Civil Procedure Law.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding inheritance disputes. The appellant failed to properly cite specific witness affidavits obtained during the trial in their appellate briefs, relying instead on the lower court's initial submissions. The court ruled that since these evidentiary documents were not explicitly referenced or integrated into the appellate arguments, the appeal lacked a legal basis for re-examination.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 286(a), 287, 290 of the Code of Civil Procedure; The failure to specifically cite and integrate evidentiary documents obtained during the trial in the appellate briefs renders the appeal inadmissible for re-examination.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 956 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 956/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Δεκεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος Ι. Ζ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ευάγγελο Χατζή και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. χήρας Κ. Π., 2) Μ. συζύγου Ι. Π., οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό, εμφανίστηκε η δικηγόρος Ζωή Σπυροπούλου, η οποία, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι η πρώτη Ε. χήρα Κ. Π., απεβίωσε στις 4/1/2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../1/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικές εκ διαθήκης κληρονόμοι αυτής α) Π. Π. του Ι., κάτοικος Αθηνών, η οποία παραστάθηκε μετά της ως άνω δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις, β) Γ. Π. του Ι., κάτοικος Αθηνών, η οποία εκπροσωπήθηκε από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσε προτάσεις.
Ακολούθως, δήλωσε ότι η δεύτερη αναιρεσίβλητη Μ. σύζυγος Ι. Π., απεβίωσε στις 2/5/2020 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../11/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου της ληξιάρχου του Δήμου Αττικής, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι μοναδικοί εξ αδιαθέτου κληρονόμοι αυτής α) Π. Π. του Ι., κάτοικος Αθηνών, η οποία παραστάθηκε μετά της ως άνω δικηγόρου και κατέθεσε προτάσεις, β) Γ. Π. του Ι., γ) Ι. Π. του Π., κάτοικοι Αθηνών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την ίδια ως άνω δικηγόρο και κατέθεσαν προτάσεις.
Στην συνέχεια, ο πληρεξούσιος του ως άνω αναιρεσείοντος, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, ζήτησε την αναβολή της συζήτησης της κρινόμενης αίτησης σε μεταγενέστερη δικάσιμο, για τους λόγους που ανέπτυξε. Το Δικαστήριο, αφού διασκέφθηκε με την παρουσία και του Γραμματέα του, απέρριψε το αίτημα αναβολής και διέταξε την πρόοδο της δίκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/11/2009 αγωγή των αρχικών αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4005/2011 μη οριστική και 258/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 2481/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12/4/2019 αίτησή του και τους από 5/11/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των πρόσθετων λόγων αυτής, η πληρεξούσια των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 286 περ. α', 287 και 290 ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, συνάγεται ότι η δίκη διακόπτεται, εάν, εωσότου τελειώσει η προφορική συζήτηση, μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση, πεθάνει κάποιος διάδικος, ότι η διακοπή αυτή επέρχεται από τη γνωστοποίηση προς τον αντίδικο του λόγου της διακοπής με επίδοση δικογράφου ή με προφορική δήλωση στο ακροατήριο ή εκτός του ακροατηρίου κατά την επιχείρηση της διαδικαστικής πράξης από εκείνον που έχει το δικαίωμα να επαναλάβει τη δίκη και ότι η επανάληψη της δίκης που έχει διακοπεί, μπορεί να γίνει εκούσια με ρητή ή σιωπηρή δήλωση του διαδίκου υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή.
Ως διάδικος δε υπέρ του οποίου επήλθε η διακοπή της δίκης, στην περίπτωση του θανάτου του αρχικού διαδίκου, νοείται ο κληρονόμος αυτού, εκ διαθήκης ή εξ αδιαθέτου. Στην προκειμένη περίπτωση, μετά τον θάνατο της πρώτης αρχικώς αναιρεσίβλητης Ε. χήρας Κ. Π., που επήλθε, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../1/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων, την 4-1-2020, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, νομίμως συνεχίζεται η δίκη με τους: 1) Π.
Π. του Ι. και 2) Γ. Π. του Ι., υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών από διαθήκη κληρονόμων της άνω αποβιωσάσης θείας τους (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. ...16-6-2020 πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών του Δήμου ... Αττικής, υπ' αριθ. .../12-11-2020 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών και υπ' αριθ. 2726/15-6-2020 πρακτικό του Ειρηνοδικείου Αθηνών περί δημοσίευσης της από 25-4-2003 ιδιόγραφης διαθήκης της Ε.
χήρας Κ. Π.). Επίσης, μετά τον θάνατο της δεύτερης αρχικώς αναιρεσίβλητης Μ. συζ. Ι. Π., που επήλθε, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../11/2020 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων, την 2-5-2020, ήτοι μετά την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, νομίμως συνεχίζεται η δίκη με τους: 1) Π. Π. του Ι., 2) Γ. Π.
του Ι. και 3) Ι. Π. του Π., υπό την ιδιότητά τους ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων της άνω αποβιωσάσης μητέρας για τις δύο πρώτες και συζύγου για τον τρίτο εξ αυτών (βλ. υπ' αριθ. πρωτ. .../11-5-2020 πιστοποιητικό εγγύτερων συγγενών του Δήμου ... Αττικής και υπ' αριθ. .../12-11-2020 πιστοποιητικό της Γραμματέα του Ειρηνοδικείου Αθηνών).
Ειδικότερα, από τα πρακτικά συνεδρίασης του παρόντος Δικαστηρίου προκύπτει ότι, οι ως άνω κληρονόμοι, που παρέστησαν κατά τη συζήτηση μετά η πρώτη και δια οι λοιπές της πληρεξουσίας τους δικηγόρου, δήλωσαν την εκ του θανάτου των ανωτέρω επελθούσα βιαία διακοπή της δίκης και την επανάληψή της υπ' αυτών.
ΙΙ. Με την κρινόμενη από 12-4-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 2481/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των εναγουσών και αρχικώς αναιρεσιβλήτων κατά της υπ' αριθ. 258/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 5-11-2009 αγωγή τους περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας του αναφερόμενου γάμου, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και στη συνέχεια, διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της παραπάνω αγωγής, έκανε αυτήν δεκτή. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης ως προς τα ίδια κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης και ως προς εκείνα που αναγκαστικά συνέχονται με αυτά, ασκούνται με δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του Αρείου Πάγου τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρεις ημέρες πριν από τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αντίγραφο του δικογράφου αυτού, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση, επιδίδεται πριν από την ίδια προθεσμία στον αναιρεσίβλητο και στους άλλους διαδίκους.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 12 εδ. α' του ν. 1157/12.5.1981, η διαδρομή των υπό του νόμου ή των δικαστηρίων τεταγμένων προθεσμιών αρχίζει από την επόμενη της ημέρας της επίδοσης ή της ημέρας κατά την οποία συνέβη το αποτελούν την αφετηρία της προθεσμίας γεγονός και λήγει την 7 μ.μ. ώρα της τελευταίας ημέρας, εάν δε αυτή είναι κατά νόμο εξαιρετέα ή Σάββατο, την ίδια ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Από την αναμφίβολη διατύπωση της εν λόγω διάταξης, όπως και των όμοιων διατάξεων του άρθρου 144 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αυτές, ως προς τη λήξη της προθεσμίας που καθιερώνουν, εφαρμόζονται τόσο επί των προθεσμιών ενεργείας όσο και επί των προπαρασκευαστικών προθεσμιών, δηλαδή εκείνων που τάσσονται και είναι απαραίτητο να παρέλθουν πριν από την ενέργεια ορισμένης πράξης, έτσι ώστε, αν η τελευταία ημέρα των προθεσμιών αυτών συμπίπτει προς εξαιρετέα ή Σάββατο, αυτή δεν υπολογίζεται και η προθεσμία λήγει την ίδια ώρα, 7 μ.μ., της επόμενης εργάσιμης ημέρας.
Τέτοια προπαρασκευαστική προθεσμία είναι και εκείνη των τριάντα (30) τουλάχιστον πλήρων ημερών, οι οποίες πρέπει να έχουν περάσει από την κατάθεση και επίδοση των πρόσθετων λόγων αναίρεσης μέχρι την ημέρα της συζήτησης της αίτησης. Στην προθεσμία αυτή των 30 ημερών δεν υπολογίζονται οι ημέρες κατάθεσης και επίδοσης, καθώς και της συζήτησης της αναίρεσης.
Επομένως, αν η τελευταία (30ή), πριν από την αρχικώς ορισθείσα δικάσιμο, ημέρα (με αφετηρία την επομένη της επίδοσης) συμπίπτει με εξαιρετέα ημέρα ή Σάββατο, δεν υπάρχει εμπρόθεσμη άσκηση των λόγων αυτών, οι οποίοι απορρίπτονται, και αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτοι, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ (Ολ ΑΠ 33/1996, Ολ ΑΠ 266/1985, ΑΠ 522/2020, ΑΠ 762/2019, ΑΠ 1333/2019).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων άσκησε προσθέτους λόγους κατά των ως άνω νομίμως συνεχιζόντων τη δίκη, με το από 5-11-2020 δικόγραφο προσθέτων λόγων αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 6-11-2020 στο γραμματέα του Αρείου Πάγου (βλ. την 101/6.11.2020 πράξη κατάθεσης του αρμοδίου Γραμματέα του Αρείου Πάγου) και επιδόθηκε στους πιο πάνω συνεχίζοντες τη δίκη κληρονόμους των αρχικώς αναιρεσιβλήτων στις 6-11-2020, όπως προκύπτει από τη σχετική από 6-11-2020 επισημείωση στο δικόγραφο αυτών, που επικαλούνται και προσκομίζουν οι τελευταίοι, από τη δικαστική επιμελήτρια Ε.
Μ.. Ενόψει όμως των προαναφερθέντων και δεδομένου ότι ως ημέρα συζήτησης της αίτησης αναίρεσης ορίσθηκε η 7-12-2020 (Δευτέρα), μεταξύ αυτής και της ημέρας επίδοσης (που δεν λαμβάνονται υπόψη) δεν μεσολαβούν 30 πλήρεις ημέρες, αφού η τελευταία ημέρα της εν λόγω προπαρασκευαστικής προθεσμίας (6-12-2020) είναι κατά νόμο εξαιρετέα [Κυριακή] και συνεπώς αυτή έληγε την 7η μ.μ.
ώρα της επόμενης εργάσιμης ημέρας (7-12-2020), δηλαδή μετά τη συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η οποία είχε οριστεί για την 09.30 π.μ. ώρα της ημέρας αυτής (7-12-2020), κατά τα προεκτεθέντα.
Συνεπώς οι πρόσθετοι αυτοί λόγοι αναίρεσης, που συνεκδικάζονται με την αίτηση λόγω της μεταξύ τους συνάφειας (άρθρ. 246 ΚΠολΔ), είναι εκπρόθεσμοι και ως εκ τούτου απαράδεκτοι και απορριπτέοι. IV. Από τις διατάξεις των άρθρων 68 και 70 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αναγνωριστική αγωγή ασκείται, όταν ο ενάγων έχει έννομο συμφέρον, υλικής ή ηθικής φύσης, για αναγνώριση της ύπαρξης ή μη κάποιας έννομης σχέσης από την οποία δημιουργείται βλάβη ή κίνδυνος βλάβης στη νομική ή πραγματική κατάσταση του ενάγοντος, είτε ο κίνδυνος αυτός είναι άμεσος και επικείμενος, είτε εξαρτάται και από τη συνδρομή άλλου μελλοντικού περιστατικού, και προς αποτροπήν του οποίου τείνει και είναι πρόσφορη η αιτουμένη αναγνώριση. Η συνδρομή του αμέσου συμφέροντος, που επιτελεί νομιμοποιητική λειτουργία στην αναγνωριστική αγωγή και συνιστά ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής, πρέπει, για το ορισμένο αυτής, να εκτίθεται στο δικόγραφό της κατά τρόπο σαφή και συγκεκριμένο. Το έννομο συμφέρον και η νομιμοποίηση του διαδίκου αποτελούν, σύμφωνα με το άρθρο 68 ΚΠολΔ, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας.
Συνεπώς, η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και όχι εκείνο του αριθμού 14 του ιδίου Κώδικα, ο οποίος ανακύπτει μόνο όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν συγκεκριμενοποιούνται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκησή της (ΑΠ 441/2020, ΑΠ 850/2019, ΑΠ 471/2019, ΑΠ 1877/2014, Α.Π. 1881/06, 879/2004).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 74 του ΕισΝΑΚ (α.ν. 2783/1941), οι προ του ΑΚ τελεσθέντες γάμοι κρίνονται ως προς το κύρος και τα αποτελέσματα της ακύρωσης από το μέχρι της ισχύος αυτού προϊσχύσαν δίκαιο. Ειδικότερα, πριν από την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα με το ν.δ. της 7/10-5-1946 "περί αποκαταστάσεως του αστικού κώδικος και του εισαγωγικού αυτού νόμου", η τέλεση του γάμου διεπόταν από τις διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (Νεαρά 89 του Λέοντος ΣΤ' του Σοφού), που επέβαλλε την υποχρεωτική ιερολογία από ιερέα της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας (Ολ ΑΠ 1810/1986).
Εξάλλου, ο ανυπόστατος γάμος για τον οποίο προβλέπει το άρθρο 1372 εδ. γ' ΑΚ, σε αντίθεση με τον άκυρο (άρθρο 1372 εδ. α'ΑΚ), είναι ανύπαρκτος και ως τέτοιος δεν αναδίδει καμιά έννομη συνέπεια και η ανενέργειά του είναι αυτοδίκαιη, γι' αυτό δεν απαιτείται διαπλαστική δικαστική απόφαση για την ανατροπή του. Δεν αποκλείεται, όμως, η άσκηση αναγνωριστικής αγωγής από οποιονδήποτε έχει έννομο συμφέρον για την αναγνώριση της ανυπαρξίας του (ΑΠ 1428/2017, ΑΠ 608/2011, ΑΠ 547/1990).
Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 608 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή της με το ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση λόγω του χρόνου κατάθεσης της ένδικης αγωγής (2009), η αγωγή για την αναγνώριση της ύπαρξης ή της ανυπαρξίας ή της ακύρωσης γάμου, που ασκείται από τον ένα σύζυγο, απευθύνεται κατά του άλλου και αν αυτός έχει πεθάνει κατά του κληρονόμου του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη, κατά δε την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου η πιο πάνω αγωγή, όταν ασκείται από τον εισαγγελέα ή κάποιον άλλον που έχει έννομο συμφέρον, απευθύνεται και κατά των δύο συζύγων και αν έχει πεθάνει ο ένας, κατά των κληρονόμων του, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.
Από τις πιο πάνω διατάξεις συνάγεται ότι, όπως και η αγωγή περί ακύρωσης γάμου, έτσι και η αγωγή περί αναγνώρισης της ύπαρξης ή ανυπαρξίας αυτού, ασκείται από τον ένα των συζύγων ή απ' αυτόν που έχει έννομο συμφέρον, όπως ο σύζυγος από άλλο έγκυρο γάμο και τα νόμιμα τέκνα αυτού, οι οποίοι και νομιμοποιούνται ενεργητικά στην άσκησή της.
Ειδικότερα, για την άσκηση αγωγής αναγνωριστικής της ύπαρξης ή ανυπαρξίας γάμου απαιτείται η συνδρομή συμφέροντος ιδίου και άμεσου, δηλαδή να ανάγεται τούτο ευθέως στο πρόσωπο του διαδίκου και να είναι οικογενειακής ή περιουσιακής φύσης. Το έννομο συμφέρον μπορεί να είναι ηθικό, όπως συμβαίνει στην περίπτωση νόμιμων τέκνων αποβιώσαντος συζύγου, που γεννήθηκαν κατά τη διάρκεια έγκυρου γάμου του με τη μητέρα τους, τα οποία ζητούν την αναγνώριση της ανυπαρξίας δεύτερου γάμου του πατέρα τους, ο οποίος εμφανίζεται ως δίγαμος, ή και περιουσιακό, όταν τη σχετική αναγνωριστική αγωγή ασκούν οι κληρονόμοι του αποβιώσαντος, όπως τα τέκνα του, αιτούμενοι την αναγνώριση της ανυπαρξίας του δεύτερου τούτου γάμου, δεδομένου ότι το κληρονομικό τους δικαίωμα επηρεάζεται από την ύπαρξη και του άλλου (ανύπαρκτου) γάμου.
Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται η παράβαση για νομική αοριστία της αγωγής, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, αν το δικαστήριο για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια της αγωγής και την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αξίωσε περισσότερα στοιχεία από τα απαιτούμενα κατά νόμο ή αρκέσθηκε σε λιγότερα.
Αντίθετα η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών, που θεμελιώνουν κατ' αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 8 ή αναλόγως 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σ' αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ' αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σ' αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή εάν, παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών, την απέρριψε ως αόριστη.
Στο πλαίσιο αυτό αναγκαίο στοιχείο της αγωγής για να είναι αυτή ορισμένη αποτελεί κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, σε συνδυασμό με τα άρθρα 106, 117, 118, 335 και 338 του ίδιου Κώδικα, η πληρότητα της ιστορικής της βάσης, δηλαδή η σαφής έκθεση στο αγωγικό δικόγραφο όλων των γεγονότων, είτε του εξωτερικού είτε του εσωτερικού κόσμου, τα οποία σύμφωνα με τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου θεμελιώνουν την αιτούμενη έννομη συνέπεια (ΑΠ 5/2019, ΑΠ 266/2018, ΑΠ 339/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο ως προς το ζήτημα του επικαλούμενου από τις ενάγουσες (αρχικώς αναιρεσίβλητες) εννόμου συμφέροντός τους για την άσκηση της ένδικης αναγνωριστικής αγωγής δέχθηκε τα ακόλουθα "...οι ενάγουσες επικαλέστηκαν για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντός τους για την άσκηση της ένδικης αγωγής ότι είναι θυγατέρες και συνακόλουθα κληρονόμοι του αποβιώσαντος και φερομένου ως δίγαμου πατρός τους Γ.
Κ.. Η εν λόγω αναφορά της ιδιότητας των εναγουσών ως νομίμων τέκνων του αποβιώσαντος πατρός τους Γ. Κ. από το γάμο του με τη Μ.- Μ. Ν. και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, αρκούσε για την παραδεκτή θεμελίωση του ηθικής φύσεως εννόμου συμφέροντός τους, συνισταμένου στην δια της αναγνωρίσεως της ανυπαρξίας του επιδίκου γάμου του φερομένου (συνεπεία αυτού) ως δίγαμου πατρός τους, εξάλειψη της δημιουργηθείσας αβεβαιότητας και συνακόλουθα στη βεβαίωση και αποκατάσταση της διαταραχθείσας έννομης οικογενειακής τους τάξεως....
Τούτο δε ανεξαρτήτως και του συντρέχοντος στην προκειμένη περίπτωση περιουσιακής φύσεως εννόμου συμφέροντος των εναγουσών, καθόσον εκ της υπάρξεως και άλλου γάμου του αποβιώσαντος πατρός τους επηρεάζεται και η κληρονομική τους μερίδα. Σημειώνεται δε ότι ο σκοπός της ασκήσεως της ένδικης αγωγής δεν αποδοκιμάζεται από την έννομη τάξη, αλλά απεναντίας συμπορεύεται με τους σκοπούς του δικαίου, το οποίο δικαιολογεί το έννομο συμφέρον τους για την αναγνώριση της ανυπαρξίας του ως άνω γάμου του πατρός τους...Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το οποίο απέρριψε ως απαράδεκτη την ένδικη αγωγή, επειδή οι ενάγουσες δεν εξέθεταν σε τι συνίσταται το έννομο συμφέρον τους για την άσκησή της, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο". 'Ηδη δε ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης προβάλλει την από το άρθρο 559 αριθ. 14 αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το νόμο, έκρινε ως ορισμένη την αγωγή περί αναγνώρισης της ανυπαρξίας του αναφερόμενου γάμου, παρά το ότι δεν γίνεται σ' αυτήν ουδεμία εξειδίκευση στο έννομο συμφέρον των εναγουσών, ενώ επίσης ουδόλως γίνεται μνεία περιστατικών από τα οποία να συνάγεται με βεβαιότητα η τέλεση έγκυρου και υποστατού γάμου μεταξύ του Γ.
Κ. και της δικαιοπαρόχου μητέρας των εναγουσών. Επίσης, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η ένδικη αγωγή είναι αόριστη και γιατί οι ενάγουσες εντελώς αόριστα αναφέρουν ότι είναι νόμιμα τέκνα του Γ. Κ. και της Μ.-Μ. Ν., οι οποίοι τέλεσαν γάμο κατά τους θείους και ιερούς κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, χωρίς να εξειδικεύουν τον ακριβή χρόνο και τόπο τέλεσης αυτού, εάν η δήλωση βούλησης των παραπάνω έγινε έγκυρα και κατά τρόπο πανηγυρικό, ποιος ήταν ο τελέσας το μυστήριο και στο πλαίσιο ποιάς θρησκευτικής ενότητας (Αρχιεπισκοπής) ενεργούσε, εάν συντάχθηκε σχετική πράξη τέλεσης από τον αρμόδιο θρησκευτικό λειτουργό, που, πώς και πότε και από ποιους καταχωρήθηκε η πράξη αυτή και στην επικράτεια ποιάς πολιτείας τελέστηκε το μυστήριο.
Από το δικόγραφο όμως της ένδικης από 5-11-2009 αγωγής των αρχικώς αναιρεσιβλήτων προκύπτει ότι αυτό πληροί τους όρους των ως άνω διατάξεων του ΑΚ και του ΚΠολΔ σχετικά με τη σαφή έκθεση των γεγονότων και στοιχείων που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση αυτών και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον τους για την άσκησή της.
Ειδικότερα, αναφέρεται η ιδιότητα των εναγουσών ως νομίμων τέκνων του αποβιώσαντος πατέρα τους Γ. Κ. από το γάμο του με τη Μ.-Μ. Ν. και ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του, στοιχεία που είναι ικανά να θεμελιώσουν παραδεκτά το ως άνω αναφερόμενο ηθικής φύσης έννομο συμφέρον τους. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως της συνδρομής στην παρούσα περίπτωση και περιουσιακής φύσης εννόμου συμφέροντος των εναγουσών, καθόσον από την επικαλούμενη ύπαρξη του αναφερόμενου γάμου του αποβιώσαντος πατέρα τους και την αμφισβήτηση του γάμου αυτού με την ως άνω δικαιοπάροχο μητέρα τους επηρεάζεται το κληρονομικό τους δικαίωμα.
Επίσης, ουδόλως ήταν απαραίτητο να προσδιορίζονται στο εν λόγω δικόγραφο της αγωγής, όπως ο αναιρεσείων εσφαλμένα ισχυρίζεται, τα πιο πάνω αναφερόμενα από τον ίδιο στοιχεία. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την ένδικη αγωγή, δεν παρέλειψε παρά το νόμο να κηρύξει το απαράδεκτο λόγω αοριστίας αυτής και ως εκ τούτου είναι αβάσιμος ο από τον αριθ. 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίον προβάλλονται τα αντίθετα.
V. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται με πληρότητα και σαφήνεια και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 382/2020, ΑΠ 158/2019, ΑΠ 868/2018). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο Γ. Κ. του Ν. και της Ε., γεννηθείς το έτος 1903 στην Αθήνα, μέλος πολυμελούς οικογένειας, επειδή ήθελε να αποφύγει την στράτευσή του - σημειώνεται ότι περί τις αρχές του έτους 1921 κηρύχτηκε γενική επιστράτευση, στο πλαίσιο της συνεχιζόμενης Μικρασιατικής εκστρατείας - περί το έτος 1920 αναχώρησε για τη Γαλλία με πλαστά ταξιδιωτικά έγγραφα που έφεραν το όνομα του μεγαλύτερου αδελφού του Α.
Κ. (βλ. ιδίως τις 5979/17-2-2010 και 1851/30-4-2012 ένορκες βεβαιώσεις του Σ. Π., ο οποίος είχε άμεση πληροφόρηση των ανωτέρω από τον ίδιο τον Γ. Κ.), ο οποίος είχε γεννηθεί το έτος 1896 και προφανώς δεν είχε αντίστοιχες στρατιωτικές υποχρεώσεις. Με τα στοιχεία αυτά συνέχισε να εμφανίζεται ο Γ. Κ. κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Γαλλία, όπου και γνώρισε την κατωτέρω σύζυγο του.
Στις 18-8-1927 ο Γ. Κ. του Ν., εμφανισθείς ως Α. Κ. του Ν. στο Ληξιαρχείο του ..., στην Κομητεία του Λονδίνου, τέλεσε γάμο μετά της γαλλίδας υπηκόου M. - M. D. (βλ. το προσκομιζόμενο επικυρωμένο αντίγραφο καταχωρήσεως γάμου του Γενικού Ληξιαρχείου). Στις 20-8-1927 οι ανωτέρω τέλεσαν και θρησκευτικό γάμο, κατά τις διατυπώσεις της Ορθόδοξης Ανατολικής Εκκλησίας, ιερολογηθέντα από ορθόδοξο ιερέα στον Καθεδρικό Ναό της Αγίας Σοφίας στο Λονδίνο (βλ.
το προσκομιζόμενο .../1929 πιστοποιητικό γάμου του Ελληνικού Ορθόδοξου Ναού της του Θεού Σοφίας στο Λονδίνο). Στις 26-10-1929 ο Γ. Κ. εμφανίσθηκε ως Α. Κ. (εξ ανάγκης προφανώς, αφού με το όνομα Α. εμφανιζόταν και στο άνω πιστοποιητικό γάμου) στον Ληξίαρχο Αθηνών και δήλωσε ότι η σύζυγός του Μ., το γένος Ν., στις 31-1-1928 και 20-5-1929 γέννησε αντίστοιχα δύο θήλεα τέκνα (τις ενάγουσες), για τη βεβαίωση δε των ανωτέρω συντάχθηκαν οι .../1929 και .../1929 ληξιαρχικές πράξεις γεννήσεως των εναγουσών.
Μετά την επιστροφή του στην Ελλάδα ο Γ. Κ. ασχολήθηκε με επιτυχία με το εμπόριο χημικών προϊόντων (κυρίως με τις εισαγωγές από το εξωτερικό πρώτων υλών αρωμάτων και σαπουνιών) και απέκτησε σταδιακά μεγάλη ακίνητη περιουσία. Εγκαταστάθηκε μετά της ως άνω συζύγου του Μ. - Μ. στην περιοχή της .... Ειδικότερα το έτος 1934 αγόρασε στο όνομα της τελευταίας ένα οικόπεδο επί της οδού ..., στο οποίο ακολούθως ανήγειρε διώροφη οικοδομή στην οποία εγκαταστάθηκε μετά της αποτελούμενης από την ως άνω σύζυγό του και τα δύο ανήλικα τέκνα τους (ενάγουσες) οικογενείας του.
Αργότερα αγόρασε και το υπόλοιπο τμήμα του ίδιου οικοπέδου, με συνέπεια τούτο να καταστεί διαμπερές και να αποκτήσει πρόσωπο και επί της .... Στην ανεγερθείσα επί του ως άνω οικοπέδου κατοικία εξακολούθησε να διαμένει μαζί με την ως άνω σύζυγό του και τις ενάγουσες θυγατέρες του (και μετά τους γάμους των τελευταίων με τους γαμβρούς του Κ.
Π. και Ι. Π.) μέχρι το θάνατό του στις 11-5-1972. Σύμφωνα με το .../10-5-2012 πιστοποιητικό του Στρατολογικού Γραφείου Σ.Υ. Αθηνών, ο Γ. Κ. στις 12-1-1946 κατέβαλε "αντισήκωμα δρχ 7.500 έναντι ισόποσου κεκανονισμένου δια την αγοράν 4μήνου υποχρεώσεως". Από το εν λόγω πιστοποιητικό προκύπτει μεν η εξαγορά (μόνον) τετραμήνου υποχρεώσεως από το Γ.
Κ. σε ηλικία 43 ετών. Αντιθέτως δεν προκύπτει ότι αυτός εκπλήρωσε πραγματικά το σύνολο των στρατιωτικών του υποχρεώσεων - και ειδικότερα ότι εμφανίσθηκε κατά το χρόνο της κλήσεως του στις ένοπλες δυνάμεις και ότι υπηρέτησε πραγματικά σ' αυτές - αφού σε αντίθετη περίπτωση στο εν λόγω πιστοποιητικό πέραν του ότι δεν θα γινόταν λόγος για τετράμηνη υποχρέωση, θα αναφέρονταν στο πλαίσιο των στρατιωτικών μεταβολών του, τόσο οι στρατιωτικές μονάδες όπου εκπλήρωσε τη στρατιωτική του θητεία όσο και ο χρόνος που υπηρέτησε σε κάθε μία από αυτές, με συνέπεια το επιχείρημα του πέμπτου εναγομένου, περί κανονικής και πραγματικής εκπληρώσεως των στρατιωτικών υποχρεώσεών του - που προβάλλεται στο πλαίσιο του ισχυρισμού του, ότι το πρόσωπο, που τέλεσε στο Λονδίνο γάμο με την Μ.-Μ.
Ν. δεν ήταν ο Γ. Κ., αλλά κάποιο άλλο άγνωστο πρόσωπο που ονομαζόταν Α. Κ. του Ν. - να τυγχάνει αβάσιμο, αφού σε τέτοια περίπτωση α) θα αναγράφονταν επί του άνω πιστοποιητικού αυτού όλες οι ανωτέρω στρατιωτικές μεταβολές και β) δεν θα υπήρχε λόγος καταβολής του ως άνω αντισηκώματος. Η επιλογή όμως του Γ. Κ. να τελέσει τον ως άνω γάμο του με το όνομα "Α.", εξακολουθούσε να δημιουργεί αστικής - δημοτολογικής φύσεως προβλήματα τόσο σ' αυτόν όσο και στα μέλη της οικογένειάς του.
Έτσι το έτος 1961, προκειμένου να εγγραφεί ο ίδιος και η οικογένειά του (αποτελούμενη σύμφωνα με την κατωτέρω αίτησή του από τη σύζυγο και τις δύο θυγατέρες του), στο δημοτολόγιο του δήμου ... (όπου κατά τα προαναφερθέντα ήδη κατοικούσε από σειρά ετών) και να ανοίξει οικογενειακή μερίδα σ' αυτόν, αντί να επιλέξει την δια της δικαστικής οδού διόρθωση του αναφερομένου στην ληξιαρχική πράξη του γάμου του και στις αντίστοιχες της γεννήσεως των εναγουσών ονόματός του, αφού υπέβαλε την με αρ.
πρωτ. .../11-8-1961 αίτηση, ως Γ. Κ. του Ν., προσκόμισε στις αρμόδιες υπηρεσίες δημοτολογίου - μητρώου του εν λόγω δήμου, μεταξύ άλλων δικαιολογητικών αναγκαίων για τον εν λόγω σκοπό και αντίγραφο του ... πιστοποιητικού γάμου του Ελληνικού Ορθόδοξου Ναού της του Θεού Σοφίας στο Λονδίνο, στο περιθώριο του οποίου - προφανώς για να αποφύγει τις διοικητικής φύσεως εμπλοκές εκ της αναφοράς στο κείμενο του εν λόγω πιστοποιητικού του ονόματος του νυμφίου ως Α. - προσέθεσε κατόπιν σχετικής παραπομπής, μετά την αναφορά του εν λόγω ονόματος στο περιθώριο του ίδιου εγγράφου, τις λέξεις "ή Γεωργίου" (μάλιστα σε άλλο πιστοποιητικό καταγεγραμμένες σε δύο σειρές και σε άλλο σε μία σειρά), ώστε μέσω της εν λόγω παραπομπής να ξεπερασθεί η ασυμφωνία που εμφανιζόταν μεταξύ του αναφερομένου στο ως άνω πιστοποιητικό και της υποβληθείσας ως άνω αιτήσεως του ονόματος.
Η αίτηση του Γ. Κ. έγινε δεκτή και ενεγράφη μαζί με την οικογένειά του, ήτοι την άνω σύζυγό του και τις ενάγουσες (θυγατέρες τους) στο δημοτολόγιο του δήμου ..., ενώ ανοίχθηκε και η ... οικογενειακή μερίδα στο όνομά του. Κατά τις δεκαετίες του 1950 και 1960 ο Γ. Κ. αγόρασε διάφορα ακίνητα (οικόπεδα) σε κεντρικά σημεία των Αθηνών, όπως στην περιοχή "..." ή "..." πλησίον του ...
και πλησίον του ξενοδοχείου ..., επί της ..., όπως κατωτέρω αναφέρεται ειδικότερα, μαζί με τη σύζυγό του και ορισμένες φορές και στο όνομα αποκλειστικά της ίδιας, η οποία σημειωτέον δεν εργαζόταν, τα οποία στη συνέχεια κατόπιν σχετικών συμφωνιών με διάφορες οικοδομικές εταιρίες, εδόθησαν προς ανοικοδόμηση και συγκεκριμένα προς ανέγερση πολυκατοικιών.
Μάλιστα, στα πλαίσια της οικογενειακής εμπιστοσύνης που είχαν αναπτύξει κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς τους από το έτος 1927, με το .../24-6-1966 πληρεξούσιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Π. Π. η Μ. σύζυγος Γ. Κ. τον διόρισε για όλες τις υποθέσεις και διαφορές της γενικό και ειδικό πληρεξούσιο και αντίκλητό της.
Το πέραν πάσης αμφιβολίας γεγονός της τελέσεως νόμιμου θρησκευτικού γάμου, ιερολογηθέντος κατά τους ιερούς Κανόνες της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας μεταξύ του Γ. Κ. και της Μ.ς Ν. κατά τη διάρκεια του οποίου γεννήθηκαν οι ενάγουσες, αποδεικνύεται επί πλέον α) από την κοινή και συνεχή μέχρι το θάνατο του τελευταίου συμβίωση και συγκατοίκηση στην κατοικία τους στην περιοχή της ..., β) από τη σύνταξη κοινών φορολογικών δηλώσεων, γ) από τη σύμπραξη στις ως άνω αγοραπωλησίες και εκμεταλλεύσεις των ακινήτων που προαναφέρθηκαν, δ) από την αποδειχθείσα πέραν πάσης αμφιβολίας συμμετοχή του Γ.
Κ. στους γάμους των εναγουσών με τους Κ. Π. το έτος 1953 και Ι. Π. το έτος 1964 (βλ. τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες από τις γαμήλιες τελετές σε συνδυασμό με τις καταθέσεις τόσο του μάρτυρος που εξετάσθηκε στο ακροατήριο - συζύγου της δεύτερης ενάγουσας όσο και των ως άνω ενόρκως βεβαιούντων), ε) από τη σύσταση προικών εκ μέρους του Γ.
Κ. και της Μ.ς συζύγου Γ. Κ., το γένος Ν. υπέρ των εναγουσών και των συζύγων τους δυνάμει των 30701 και 30702/1969 νομίμως μεταγραφέντων συμβολαίων του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ. - ανεξαρτήτως του μεταγενεστέρου των αντίστοιχων γάμων των εναγουσών χρόνου της συντάξεως αυτών - επί πέντε διαμερισμάτων πολυκατοικίας στη θέση "..." ή "..." πλησίον του ...
για κάθε ζεύγος και επί οριζοντίων ιδιοκτησιών της προαναφερθείσας οικοδομής στην ..., στ) από την κήδευση του τελευταίου από τη σύζυγο και τις θυγατέρες του, μετά τον επισυμβάντα, συνεπεία εγκεφαλικού επεισοδίου, θάνατό του στις 11-5-1972, ζ) από τις αναφορές του αληθούς πατρώνυμου των εναγουσών ("Γ.") στις αντίστοιχες ληξιαρχικές πράξεις γάμου κάθε μίας από αυτές αλλά και στο Απολυτήριο που η πρώτη ενάγουσα έλαβε το έτος 1948, κατά την αποφοίτησή της από την όγδοη τάξη του Γυμνασίου Θηλέων ...
και η) από τις σαφείς και πειστικές καταθέσεις τόσο του γαμβρού του Ι. Π. όσο και των ενόρκως βεβαιούντων Ε. Κ.-Γ., Μ. Τ.- Π., Σ. Π., Γ. και Π. Α., οι οποίοι, σε αντίθεση με την αντίστοιχη κατάθεση της μάρτυρος που εξετάστηκε από την πλευρά του πέμπτου εναγομένου - συζύγου του, η οποία δεν είχε άμεση γνώση των όσων κατέθεσε αλλά στηρίχθηκε σε εξιστορήσεις τρίτων ήδη αποβιωσάντων προσώπων, όπως η Γ.
Β. Κ. - φερομένη δικαιοπάροχος του συζύγου της, είχαν άμεση και ιδία γνώση των όσων με ιδιαίτερη πειστικότητα και σαφήνεια κατέθεσαν, με συνέπεια το Δικαστήριο να μην έχει λόγους να αμφιβάλλει για την ειλικρίνειά τους. Ο αρνητικός ισχυρισμός του πέμπτου εναγομένου, ότι οι ενάγουσες δεν νομιμοποιούνται ενεργητικά και επί πλέον στερούνται και εννόμου συμφέροντος για την άσκηση της ένδικης αγωγής, διότι δεν είναι τέκνα του Γ.
Κ. του Ν., επειδή η μητέρα τους Μ.- Μ. Ν. δεν τέλεσε γάμο με αυτόν αλλά με κάποιον άγνωστο Α. Κ. του Ν. - του οποίου το ονοματεπώνυμο όπως και το πατρώνυμο τυχαία ταυτίζονταν με το αντίστοιχο του αδελφού του Γ. Κ. - αλλά υπήρξαν καρπός εκτός γάμου σχέσεως της μητέρας τους με άγνωστο πρόσωπο, ενόσω η τελευταία εργαζόταν ως οικιακή βοηθός στην πατρική οικία του Γ.
Κ. επί της οδού ..., στην Αθήνα, γεγονός που όταν ανακαλύφθηκε από τους εργοδότες της αποτέλεσε την αιτία της απομακρύνσεώς της από την ως άνω οικία, (συνοδευόμενος μάλιστα από τις εκτιμήσεις - αιτιολογίες ότι οι από κοινού προαναφερθείσες αγοραπωλησίες διαφόρων ακινήτων στην Αθήνα των γονέων των εναγουσών υπήρξαν αποτέλεσμα απλώς "επιχειρηματικής συναντήσεως" τούτων, εξ αφορμής και της γειτνιάσεως της οικίας στην οποία διέμενε η μητέρα των εναγουσών με αποθήκη που διατηρούσε πλησίον της οικίας της ο Γ.
Κ. και ότι οι προικοδοτήσεις των εναγουσών από τον πατέρα τους ήταν "εικονικές"), έρχεται σε αντίθεση με όσα πλήρως αποδείχθηκαν και δεν αντέχει στη λογική, αντίθετα δε, καταδεικνύει την επιχείρηση κατασκευής αβάσιμου αφηγήματος, προκειμένου να αμφισβητηθεί η τέλεση του γάμου των γονέων των εναγουσών, και συνακόλουθα η συγγένεια αυτών με τον Γ.
Κ., δια της εκμεταλλεύσεως α) της επιλογής του τελευταίου να αναχωρήσει για το εξωτερικό προκειμένου να αποφύγει την στράτευσή του και να εμφανίζεται με το όνομα του αδελφού του Α. - ο οποίος σημειωτέον απεβίωσε άγαμος και χωρίς τέκνα στις 29-10-1961 σε ηλικία 65 ετών, κληρονομηθείς από τα εν ζωή αδέλφια του μεταξύ των οποίων και ο Γ.
Κ. - και β) των συνακόλουθων διοικητικής - ληξιαρχικής φύσεως προβλημάτων που ανεφύησαν στη συνέχεια ως προς την αστική κατάσταση του ιδίου και της οικογενείας του, συνεπεία της άνω επιλογής του καθώς και των παρατυπιών που ακολούθησαν εκ μέρους του για την υπέρβαση των σχετικών προβλημάτων, με προφανή απώτερο σκοπό να κριθεί βάσιμος ο ισχυρισμός του ότι ο Γ.
Κ. είχε τελέσει θρησκευτικό γάμο με την κατωτέρω Ε.-Ι. Β. στις 7-1-1941.
Συνεπώς ο εν λόγω ισχυρισμός είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Όπως ήδη προεκτέθηκε ο Γ. Κ. απεβίωσε σε ηλικία 69 ετών στις 11-5-1972 στην κλινική ..., όπου είχε μεταφερθεί με την επιμέλεια των συγγενών του (της συζύγου και των εναγουσών), μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που υπέστη.
Με την 4280/24-6-1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών διατάχθηκε η παροχή πιστοποιητικού εμφαίνοντος ότι ο άνω αποβιώσας κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του Μ.-Μ., το γένος Α. Ν. και τις θυγατέρες του Μ. και Ε. (ενάγουσες) κατά ποσοστό 2/8 και 3/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμία από τις λοιπές, το οποίο (πιστοποιητικό κληρονομητηρίου) σημειωτέον, κατόπιν σχετικής από 4-7-2010 αιτήσεως του πέμπτου εναγομένου-δεύτερου εφεσίβλητου έχει κηρυχθεί, στον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας, ανίσχυρο, με την 919/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
Ακολούθως, οι ως άνω εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του αποδέχθηκαν ως εγγύτεροι συγγενείς του Γ. Κ. την κληρονομία του με τη νομίμως μεταγραφείσα .../21-10-1972 δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Αθηνών Χ. Κ.. Στην κληρονομία του ως άνω αποβιώσαντος περιλαμβάνονταν επτά (7) διαμερίσματα μεγάλης επιφανείας επί πολυκατοικίας που ανεγέρθηκε από την τεχνική ομόρρυθμη εταιρεία "Ν.
Δ. και Σ. Ε.Ε." στην περιοχή ... και ειδικότερα επί οικοπέδου που οριοθετείτο από τις οδούς ..., τέσσερα (4) διαμερίσματα επί πολυκατοικίας κειμένης επί της ... αρ. 4 στην ίδια περιοχή, το 1/2 εξ αδιαιρέτου δώδεκα (12) διαμερισμάτων πολυώροφης οικοδομής ανεγερθείσας επί της οδού ... στην περιοχή, κατά τον ως άνω τίτλο, "..." ή "..." (ήδη περιοχή ...), πλησίον του ...
Αθηνών, το 1/2 εξ αδιαιρέτου πέντε (5) διαμερισμάτων επί πολυκατοικίας επί της οδού ..., στην ίδια ως άνω περιοχή, το ήμισυ εξ αδιαιρέτου δύο συνεχόμενων οικοπέδων αποτελούντων ένα ενιαίο άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο επιφανείας 346,34 τμ στη θέση "..." ή "..." και ειδικότερα επί της συμβολής των οδών ..., το ήμισυ εξ αδιαιρέτου ενός αγρού εκτάσεως χιλίων (1.000) περίπου τμ κειμένου στην κτηματική περιφέρεια του ...
και ειδικότερα στη θέση "...", δύο αγροτεμάχια επιφανείας 231,40 και 192,50 τμ κειμένων στη θέση "..." της περιφέρειας της τότε κοινότητας ... Αττικής του τέως Δήμου ... Ν. Αττικής, το ήμισυ εξ αδιαιρέτου του υπογείου και ενός δωματίου ισογείου κατοικίας στη θέση "..." πλησίον του ... της περιφέρειας του ομώνυμου Δήμου επί της ...
και τέλος, ποσοστό 62,50% εξ αδιαιρέτου (των υπολοίπων 37,50% ποσοστών ανηκόντων στην κυριότητα της Ε.-Ι. Κ. Β.) μιας διώροφης οικίας ανεγερθείσας επί οικοπέδου επιφανείας 847,35 τμ περίπου, κειμένου στη θέση ... του δήμου ..., το οποίο περιήλθε στη συγκυριότητα των ως άνω ιδιοκτητών δυνάμει των νομίμων μεταγραφέντων .../30-4-1953 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ε.
Π. και .../20-12-1954 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Δ. Λ. Κ. Μετά της συγκυρίας του τελευταίου εκ των προαναφερθέντων ακινήτων, Ε.-Ι. Κ. Β., ο αποβιώσας Γ. Κ., διατηρούσε μέχρι το θάνατό του πολυετή εκτός γάμου σχέση, η οποία λόγω της διάρκειάς της είχε γίνει γνωστή τόσο στη σύζυγό του όσο και στις ενάγουσες θυγατέρες του.
Ουδέποτε όμως τελέσθηκε γάμος μεταξύ τους, ιερολογηθείς από ορθόδοξο ιερέα κατά τους ιερούς κανόνες της ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας και μάλιστα στις 7-1-1942 στον ιερό ναό ... ..., όπως αβάσιμα ισχυρίζεται ο πέμπτος εναγόμενος-δεύτερος εφεσίβλητος. Παρά ταύτα μετά το θάνατο του Γ. Κ. και κατόπιν της από 19-6-1972 αιτήσεως της Ε.-Ι.
Κ. Β., εκδόθηκε η 915/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία βεβαιώθηκε ότι η εν λόγω αιτούσα τέλεσε νόμιμο γάμο μετά του Γ. Κ. του Ν., στον ιερό ναό ... ..., στις 7-1-1942 και βάσει αυτής της αποφάσεως συντάχθηκε η .../Α/1972 ληξιαρχική πράξη γάμου της ως άνω Ε. - Ι. θυγατέρας Κ. Β. με τον Γ. Κ.. Όμως η τελευταία δεν έκανε χρήση της ως άνω αποφάσεως ούτε την γνωστοποίησε ποτέ στην οικογένεια του αποβιώσαντος Γ.
Κ.. Η οικογένεια του τελευταίου, μετά το θάνατό του, μεταβίβασε στην Ε.-Ι. θυγατέρα Κ. Β. την κυριότητα δύο διαμερισμάτων περιλαμβανομένων στην κληρονομιά του ως άνω αποβιώσαντος, εξ αυτών που είχαν ανεγερθεί επί της οδού ..., επί πλέον δε επέτρεψε σ' αυτήν να κατοικεί στον πρώτο όροφο της ευρισκομένης στην ...
ως άνω οικίας στην οποία η Ε.-Ι. Β., ήταν συγκύρια κατά ποσοστό 37,50% εξ αδιαιρέτου και να συνεχίζει να εκμισθώνει για λογαριασμό της τον ισόγειο όροφό της, ενέργεια που ο εξετασθείς με την επιμέλεια των εναγουσών μάρτυρας Ι. Π., τόσο στην κατάθεσή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου όσο και σ' αυτήν ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου κατά τη δικάσιμο της 24-9-2012 [κατά τη συζήτηση της από 13-2-2012 (αυξ.
αρ. εκθ. καταθ. δικογρ. 1250/2012) αγωγής του πέμπτου εναγομένου - δεύτερου εφεσίβλητου] αποδίδει στο γεγονός ότι η Ε. - Ι. Β., η οποία γνώριζε την παράτυπη χρησιμοποίηση εκ μέρους του Γ. Κ. του ονόματος του αδελφού του Α., κατά την τέλεση του γάμου του με την Μ.- Μ. Ν. και επί πλέον στερείτο εισοδημάτων, εκβίασε την οικογένειά του με την αποκάλυψή της και την εμπλοκή της σε διοικητικής, τουλάχιστον, φύσεως περιπέτειες.
Ανεξαρτήτως τούτου όμως, αποδείχθηκε πέραν πάσης αμφιβολίας, ότι ουδέποτε τελέσθηκε ο επίδικος γάμος του Γ. Κ. με την Ε. - Ι. Β.. Τούτο προκύπτει α) από το γεγονός ότι η τελευταία ουδέποτε γνωστοποίησε στην οικογένεια του Γ. Κ. την έκδοση της ως άνω αποφάσεως με την οποία βεβαιώθηκε η τέλεση του γάμου της με τον τελευταίο και ουδέποτε αμφισβήτησε τα κληρονομικά δικαιώματα των εναγουσών και της μητέρας τους στην κληρονομιά του Γ.
Κ., β) από την από 14-5-2012 βεβαίωση του Ενοριακού ιερού ναού ... ..., που προσκομίζεται από τον πέμπτο εναγόμενο, στην οποία βεβαιώνεται ότι "ως εξάγεται εκ των παρ' ημίν τηρουμένων αρχείων, στις 7-1-1942, δεν ευρέθη εγγεγραμμένος γάμος μεταξύ των Γ. Κ. του Ν. και της Ε. - Ι. Β. του Κ. και Δ." και ότι ιερέας με το ονοματεπώνυμο Λ.
Λ. - ο οποίος φέρεται σύμφωνα με την άνω .../Α/1972 ληξιαρχική πράξη γάμου ότι ιερολόγησε το γάμο της τελευταίας με τον Γ. Κ. - δεν υπήρχε κατά το χρόνο της φερομένης τελέσεως του επίδικου γάμου (αλλά υπήρχε ιερέας με το ονοματεπώνυμο Λ. Δ.), γ) από τη σαφή και πειστική κατάθεση της εξετασθείσας με την επιμέλεια του τέταρτου εναγομένου - πρώτου εφεσίβλητου μάρτυρος -μητέρας του, Ε.
Τ., ψυχοκόρης - οικιακής βοηθού της Ε. - Ι. Β. (η οποία σημειωτέον απεβίωσε χωρίς τέκνα) η οποία λόγω της συγκατοικήσεως με αυτήν έως το έτος 1973, οπότε παντρεύτηκε, στη διώροφη οικία επί της ... στην ..., είχε, άμεση γνώση των όσων συνέβαιναν εντός της άνω οικίας, και κατέθεσε ότι, ο Γ. Κ. επισκεπτόταν τακτικά την Ε.-Ι.
Β. τα μεσημέρια χωρίς να κοιμάται εκεί τα βράδια, ότι η σχέση τους ήταν γνωστή και στην οικογένεια του Γ. Κ., ότι ουδέποτε τελέσθηκε γάμος μεταξύ τους και ότι στην υποβολή αιτήσεως για τη βεβαίωση του επίδικου γάμου της σημαντικό ρόλο διαδραμάτισε η αδελφή της Ε.-Ι. Β., Γ. Κ., το γένος Β., η οποία δεν συμπαθούσε τον ως άνω αποβιώσαντα επειδή δεν παντρευόταν την αδελφή της, και ότι η έκδοση της 915/1972 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς σκοπό είχε την οικονομική εξασφάλιση της Ε.-Ι.
Β. από την κληρονομιά του Γ. Κ., ο οποίος, όσο ζούσε, συνέβαλε στη συντήρησή της, διότι δεν είχε άλλους εισοδηματικούς πόρους, χωρίς η ειλικρίνεια της καταθέσεώς της να αναιρείται από το γεγονός ότι η ίδια μάρτυρας υπήρξε το ένα από τα δύο πρόσωπα που, μετά την έκδοση της 915/1972 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, βεβαίωσε με την ίδια ιδιότητα, την τέλεση του επίδικου γάμου, ώστε να εκδοθεί η ως άνω .../Α/1972 ληξιαρχική πράξη γάμου, δ) από το γεγονός ότι η κηδεία του Γ.
Κ. έγινε με την επιμέλεια της οικογενείας του, χωρίς οιαδήποτε ανάμιξη της Ε.-Ι. Β., η οποία δεν παραβρέθηκε σ' αυτήν, ε) από την από "10 ή 11-5-1972" ιδιόγραφη επιστολή της τελευταίας προς τις ενάγουσες, η οποία συντάχθηκε ενόσω ο Γ. Κ. νοσηλευόταν στην ως άνω κλινική μετά το εγκεφαλικό επεισόδιο που είχε υποστεί, στην οποία, μεταξύ άλλων, φέρεται να ζητά συγνώμη από τις τελευταίες για τα προβλήματα που είχε δημιουργήσει με την εκτός γάμου σχέση της με τον πατέρα τους και στ) σε κάθε περίπτωση από το γεγονός ότι ο Γ.
Κ. ήταν ήδη παντρεμένος με τη μητέρα των εναγουσών από το έτος 1927, είχε δημιουργήσει οικογένεια μετά της οποίας και συμβίωνε κατά τα προεκτεθέντα ανελλιπώς, χωρίς ο γάμος του να έχει λυθεί, με συνέπεια ενδεχόμενη τέλεση και δεύτερου γάμου του, πέραν της ακυρότητας αυτού κατά τις διαλαμβανόμενες στους ν. 2.
Κώδ. (5.5). βασ. 35 (28.5) διατάξεις του ισχύοντος κατά το χρόνο της φερομένης τελέσεώς του (7-1-1942) βυζαντινορωμαϊκού δικαίου..., να καθιστούσε αυτόν δίγαμο και συνακόλουθα και ποινικά υπόλογο, ιδιότητα την οποία προδήλως δεν επιθυμούσε να αποκτήσει. Η γεννηθείσα στον ... το έτος 1918 Ε. - Ι. Β., απεβίωσε στις 19-2-1996 σε ηλικία 78 ετών.
Με την .../11-12-1995 δημόσια διαθήκη της που συντάχθηκε από την συμβολαιογράφο Αθηνών Γ. Π. - Θ., δήλωσε ότι η τελευταία θέλησή της είναι τα ανήκοντα σ' αυτήν 37,50% εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου μετά της οικίας στην ... να περιέλθουν, κατά μεν την ψιλή κυριότητα στον τέταρτο εναγόμενο - πρώτο εφεσίβλητο, Δ. Α., γιό της ψυχοκόρης της Ε.
Τ., κατά δε την επικαρπία εφ' όρου ζωής τους στις αδελφές της Γ., χήρα Α. Κ., το γένος Κ. Β.. και Μ., χήρα Ε. Λ., το γένος Κ. Β.. Μετά τον θάνατό της, οι αδελφές της εγκαταστάθηκαν στον πρώτο όροφο της ως άνω οικίας, τον οποίο οι ενάγουσες εκμίσθωναν κατά το ποσοστό τους, των 62,50% εξ αδιαιρέτου, στην Γ. χήρα Α. Κ. αντί μηνιαίου μισθώματος 100.000 δραχμών, ενώ στις 9.2.1999 απεβίωσε και η μητέρα των εναγουσών Μ.-Μ., σύζυγος Γ.
Κ., το γένος Α. Ν., συνταχθείσης προς τούτο της 135/Β/1999 ληξιαρχικής πράξεως θανάτου. Από τα ίδια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκαν και τα ακόλουθα: Η αδελφή της Ε.-Ι. Β., Γ. θυγατέρα Κ. Β.., γεννηθείσα το έτος 1915, ήταν σύζυγος του δικηγόρου Α. Κ., ο οποίος απεβίωσε αιφνιδίως στις 21-6-1972 (εντός του γραφείου του δικηγόρου Γ., κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων μεταξύ της Ε. - Ι.
Β. και του ως άνω γαμβρού της από τη μία πλευρά και της οικογενείας των εναγουσών από την άλλη, σχετικά με τις αξιώσεις της πρώτης εξ αυτών για να μην αποκαλύψει στις αρχές τη χρησιμοποίηση από τον Γ. Κ. του ονόματος του αδελφού του κατά την τέλεση του γάμου του με την μητέρα των εναγουσών, και να αποφευχθούν οι προαναφερθείσες συνέπειες).
Η ανωτέρω, η οποία απεβίωσε το έτος 2009, σε ηλικία 94 ετών, χωρίς να αποκτήσει τέκνα νόμιμα ή θετά τέκνα και χωρίς να αφήσει αδέλφια, καθόσον οι ως άνω αδελφές της είχαν προαποβιώσει αυτής, επίσης άτεκνες, ένα περίπου έτος προ του θανάτου της - και αφού προηγουμένως είχε γνωριστεί, μετά το έτος 2000 περίπου, ήτοι μετά το 85ο έτος της ηλικίας της, με τη σύζυγο του πέμπτου εναγομένου, και συνακόλουθα και με τον τελευταίο, λόγω της συμμετοχής τους στην πιο κάτω Μ.Κ.Ο - συνέταξε, σε ηλικία 93 ετών, την από 14-10-2008 ιδιόγραφη διαθήκη στην οποία ανέφερε ότι θέλει να διαθέσει στον πολύ καλό φίλο, συμπαραστάτη και συνοδοιπόρο στην επίτευξη κοινών στόχων και σκοπών Ι.
Ζ. (πέμπτο εναγόμενο), το σύνολο της περιουσίας της, που είναι το σύνολο της κινητής και ακίνητης και διεκδικούμενης περιουσίας του Γ. Κ., που απεβίωσε το 1972, σύζυγος και μοναδική κληρονόμος του οποίου ήταν η αδελφή της Ε.-Ι., η οποία απεβίωσε το 1996 με μόνη κληρονόμο του συνόλου της περιουσίας της αυτήν και μόνο και ότι είναι σίγουρη ότι ο ανωτέρω (πέμπτος εναγόμενος) θα τιμήσει με τον καλύτερο τρόπο, τόσο τη δική της μνήμη, όσο και τη μνήμη της αδελφής της, θα φροντίσει για την επίτευξη των σκοπών της Παγκόσμιας Οργανώσεως Ψυχικής Υγείας δια της Παιδείας, που είναι πνευματικό τέκνο τους...Στις 17.10.2008, ήτοι τρεις ημέρες μετά τη σύνταξη της ως άνω διαθήκης, η ίδια διαθέτις δήλωσε υπεύθυνα προς τη Δ.Ο.Υ. ..., εκτός των άλλων - και σε αντίθεση με τα αναφερόμενα στους ως άνω τίτλους κτήσεως συγκυριότητας της αδελφής της Ε.-Ι.
Β., ήτοι στα .../30-4-1953 και .../20-12-1954 συμβόλαια των συμβολαιογράφων Αθηνών Ε. Π. και Δ. Λ.. Κ., αντίστοιχα - ότι το ακίνητο στο οποίο διέμενε στην περιοχή της ...ς ..., επί ... αγοράστηκε το έτος 1948 από τον πατέρα της Κ. Β. ως προίκα δική της και της αδελφής της Ι., δήλωση την οποία επανέλαβε και στην 5901/6.11.2008 ένορκη βεβαίωσή της ενώπιον της συμβολαιογράφου ...
Ε. Κ. (ήτοι 23 ημέρες μετά τη σύνταξη της άνω διαθήκης), στην οποία βεβαίωσε ότι, το έτος 1948 ο πατέρας της Κ. Β. προίκισε την ίδια και την αδελφή της Ι. με το εν λόγω ακίνητο, τα διαδικαστικά της αγοράς του οποίου είχε ανέλαβε ο Γ. Κ., ως σύζυγος της αδελφής της, καταλήγοντας ότι ο τελευταίος και η αδελφή της ζούσαν στο ανωτέρω ακίνητο ανελλιπώς από το 1953 μέχρι το 1972 και ότι αυτή (η αδελφή της), υπήρξε η μόνη σύζυγός του και η μοναδική κληρονόμος του συνόλου της κινητής και ακίνητης και διεκδικούμενης περιουσίας του Γ.
Κ.. Μάλιστα με το αυθημερόν καταρτισθέν .../6-11-2008 πληρεξούσιο της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου, η Γ. Β. Κ. διόρισε ειδικό πληρεξούσιο και αντιπρόσωπό της τον πέμπτο εναγόμενο και του έδωσε την εντολή να προβεί σε όλες τις ενέργειες για να αποκατασταθεί ως μοναδική κληρονόμος της αδελφής της Ε.-Ι. Β., η οποία κατά τους προδήλως μη ανταποκρινόμενους στην πραγματικότητα ισχυρισμούς της άνω πληρεξουσιοδότιδας, ήταν η μόνη κληρονόμος του συνόλου της κινητής και ακίνητης και διεκδικούμενης περιουσίας του Γ.
Κ.. Όμως η ανωτέρω ιδιόγραφη διαθήκη, κατόπιν της από 7-1-2-2009 (αυξ. αρ. εκθ. καταθ. 12117/2009) αγωγής των εναγουσών, ακυρώθηκε τελεσίδικα με την 543/2014 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, με την οποία κρίθηκε με δύναμη δεδικασμένου ότι η ως άνω διαθέτις κατά το χρόνο της συντάξεώς της "εξαιτίας της γεροντικής άνοιας από την οποία έπασχε, βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς της, βρισκόταν δηλαδή σε σύγχυση καθόσον φανταζόταν μη υφιστάμενα γεγονότα του παρελθόντας ως αληθή".
Συνεπώς και κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, αποδεικνύεται ότι ο φερόμενος ως τελεσθείς στις 7-1-1941 στον ιερό ναό ... ... ... θρησκευτικός γάμος μεταξύ του Γ. Κ. και της Ε.-Ι. Β. είναι ανύπαρκτος. Τούτο δε πρέπει να αναγνωρισθεί έναντι τόσο του τέταρτου εναγομένου, κληρονόμου εκ διαθήκης της τελευταίας των 37,50% εξ αδιαιρέτου του ευρισκομένου επί της ...
στην ... ακινήτου (και ήδη, μετά την μεταγραφή της 11875/29-12-2006 δηλώσεως αποδοχής της κληρονομιάς της Ε.-Ι. Β. στην οποία προέβη ενώπιον της συμβολαιογράφου ..., Θ. Η. Σ., και συγκυρίου του ως άνω ακινήτου κατά το ως άνω εξ αδιαιρέτου ποσοστό, μετά και τη συνένωση, συνεπεία του θανάτου τους, της επικαρπίας των αδελφών της άνω κληρονομουμένης στο δικαίωμα της ψιλής κυριότητας, στο οποίο εγκαταστάθηκε με τη διαθήκη της ως άνω κληρονομουμένης), όσο και του πέμπτου εναγομένου, ο οποίος νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη, ανεξαρτήτως της εκδόσεως της άνω τελεσίδικης αποφάσεως του Εφετείου ... - και παρά τον περί του αντιθέτου, διαλαμβανόμενο στην ένδικη έφεση, στις από 21-9-2017 προτάσεις και την από 26-9-2017 αντίκρουσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου αβάσιμο ισχυρισμό των εναγουσών, περί απορρίψεως της (ιδίας της) αγωγής τους ως προς αυτόν ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεώς του μετά την έκδοση της αποφάσεως - καθόσον, πέραν του ότι δεν προέκυψε από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα ότι η εν λόγω τελεσίδικη απόφαση έχει καταστεί και αμετάκλητη, σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη, στην αγωγή αναγνωρίσεως ανυπαρξίας γάμου νομιμοποιείται παθητικά α) και ο φερόμενος (και όχι μόνον ο πραγματικός) κληρονόμος του αποβιώσαντος (άλλου συζύγου) καθώς και β) κάθε τρίτος που επικαλείται την ύπαρξη του (ανύπαρκτου) γάμου, όπως εν προκειμένω ο πέμπτος εναγόμενος, ο οποίος σημειωτέον έχει ήδη παραπεμφθεί (μετά της ως άνω συζύγου του) με το 589/2014 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Πειραιώς, το οποίο επικυρώθηκε με το 17/2015 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Πειραιώς, ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Κακουργημάτων ..., κατηγορούμενος για τις κακουργηματικές αξιόποινες πράξεις της απάτης στο δικαστήριο τελεσμένης και σε απόπειρα με περιουσιακό όφελος και ζημία που υπερβαίνει το ποσόν των 120000,00 Ευρώ κατ' εξακολούθηση.
Σημειώνεται τέλος ότι το κατ' άρθρο 250 ΚΠολΔ υποβληθέν με τις από 11-10-2010 προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (κατά την πρώτη συζήτηση της ένδικης αγωγής) αίτημα περί αναβολής της συζητήσεως αυτής μέχρι εκδόσεως αμετάκλητης αποφάσεως ποινικού δικαστηρίου επί εγκλήσεως του ιδίου αναφορικά με καταγγελλόμενη πλαστότητα του .../20-8-1929 πιστοποιητικού γάμου του Ελληνικού Ορθόδοξου Ναού της του Θεού Σοφίας στο Λονδίνο, το οποίο επανέλαβε και με τις από 26-9-2016 προτάσεις του ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, προσθέτοντας μάλιστα και αίτημα περί αναβολής της δίκης μέχρι την έκδοση αποφάσεως του Συμβουλίου της Επικρατείας επί της αιτήσεως των εναγουσών για την ακύρωση της .../2010 αποφάσεως του αντιδημάρχου ..., με την οποία, κατόπιν σχετικής παρεμβάσεως του πέμπτου εναγομένου-θεμελιωθείσας στην παράτυπη προσκόμιση από τον Γ.
Κ. του πιο πάνω πιστοποιητικού γάμου του με την μητέρα των εναγουσών-ανακλήθηκε το .../3-6-1972 πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του τελευταίου, το οποίο είχε χορηγηθεί στις ενάγουσες, κατόπιν όσων προαναφέρθηκε ότι πλήρως αποδείχθηκαν, τυγχάνουν αβάσιμα και απορριπτέα, διότι η έκβαση τόσο της ποινικής διαδικασίας επί της άνω εγκλήσεως όσο και αυτής της άνω διοικητικής δίκης, ουδόλως επηρεάζουν τη διάγνωση της ένδικης υποθέσεως και προβάλλονται, προδήλως, με σκοπό την παρέλκυση της δίκης.
Επομένως, και κατ' ακολουθίαν όσων προαναφέρθηκαν, η υπό κρίση αγωγή, η οποία είναι ορισμένη, απορριπτόμενου του ισχυρισμού του πέμπτου εναγομένου περί αοριστίας αυτής, επειδή δεν αναγράφεται στο δικόγραφό της η ημεροχρονολογία του γάμου των γονέων των εναγουσών, καθόσον το εν λόγω στοιχείο δεν ήταν αναγκαίο για την πληρότητά της και νόμιμη, στηριζομένη στις διατάξεις που αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, πρέπει να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη και να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία του φερομένου, ως τελεσθέντος στις 7-1-1942 στον Ιερό ναό ... ...
Πειραιώς, γάμου μεταξύ του Γ. Κ. και της Ε. - Ι. Β.". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, 1372, 1378 ΑΚ, 608 ΚΠολΔ, όπως ίσχυε πριν την αντικατάστασή του με το ν. 4335/2015, 68, 70 ΚΠολΔ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή τους.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι ο Γ. Κ. του Ν., που εμφανίστηκε για τους αναφερόμενους λόγους ως Α. Κ. του Ν., τέλεσε το έτος 1927 νόμιμο γάμο στο Λονδίνο με τη γαλλίδα υπήκοο Μ.-M. D., χωρίς να δημιουργείται κάποια ασάφεια από τη μη εξειδίκευση των ως άνω πλαστών ταξιδιωτικών εγγράφων που χρησιμοποίησε αυτός για να ταξιδεύσει από την Ελλάδα κατ'αρχάς στη Γαλλία, ούτε επίσης υφίσταται έλλειψη αιτιολογιών ως προς τη μετάβαση τούτου στην αλλοδαπή και ειδικότερα στο Λονδίνο.
Επιπλέον, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται στις παραδοχές της προσβαλλόμενης ως προς το ζήτημα της ανυπαρξίας του φερομένου ως τελεσθέντος στις 7-1-1942 στον Ιερό ναό ... ... Πειραιώς γάμου του Γ. Κ. με την Ε.-Ι. Β.. Τούτο δε διότι η αναφορά σ' αυτήν ότι μετά το θάνατο του Γ. Κ. και ύστερα από αίτηση της Ε.-Ι. Β. εκδόθηκε η υπ' αριθ. 915/1972 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία βεβαιώθηκε ότι η εν λόγω αιτούσα τέλεσε νόμιμο γάμο με το Γ.
Κ. στις 7-1-1942 και με βάση αυτή συντάχθηκε σχετική ληξιαρχική πράξη γάμου, δεν υποδηλώνει ότι αυτή (απόφαση) δέχεται ως υπαρκτό τον εν λόγω γάμο, αλλά εκθέτει ιστορικά το σύνολο των ενεργειών των διαδίκων και των αποδειχθέντων περιστατικών, για να καταλήξει στο ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα περί της ανυπαρξίας του εν λόγω γάμου.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και συγκεκριμένα των αναφερόμενων εγγράφων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
VΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον παραδεκτώς και νομίμως τα επικαλέστηκαν οι διάδικοι και ειδικότερα γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 616/2020, ΑΠ 1139/2019).
Περαιτέρω, από την ως άνω διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ, σε συνδυασμό και προς εκείνες των άρθρων 106, 237 παρ. 1β', 238, 346 και 453 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι οι διάδικοι είναι υποχρεωμένοι να επικαλούνται τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίζουν την απόδειξη των ισχυρισμών τους και δεν αρκεί το αποδεικτικό μέσο να είχε απλώς τεθεί μέσα στη δικογραφία.
Η επίκληση των αποδεικτικών μέσων μπορεί να γίνει είτε με τις προτάσεις της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, είτε με αναφορά αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζομένων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, στις οποίες γίνεται ειδική, σαφής και ορισμένη επίκληση των εν λόγω αποδεικτικών μέσων.
Δεν συνιστά δε κατά το άρθρο 240 του ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, "νόμιμη επίκληση" η ενσωμάτωση των προτάσεων της προηγούμενης συζήτησης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα και η γενική και μόνο αναφορά στα έγγραφα αυτά με τις προτάσεις που κατατέθηκαν στο Εφετείο (Oλ ΑΠ 23/2008, Ολ ΑΠ 9/2000, Oλ AΠ 14/2005, ΑΠ 179/2019, ΑΠ 180/2018, ΑΠ 953/2005, ΑΠ 1229/2002).
Δεν πρόκειται όμως για ανεπίτρεπτη ενσωμάτωση, όταν στο κείμενο των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης εμπεριέχεται, αυτούσιο ή μη, και το κείμενο των προτάσεων προηγούμενης συζήτησης ενοποιημένων σε ενιαίο συνολικό κείμενο, το οποίο χαρακτηρίζεται και υποβάλλεται μόνο ως προτάσεις ενώπιον του εφετείου με αίτημα την παραδοχή ή απόρριψη της έφεσης, καλύπτεται δε το ενιαίο κείμενο προτάσεων από την υπογραφή του συντάκτη τους ως πληρεξουσίου δικηγόρου του αντιστοίχου διαδίκου κατά τη δευτεροβάθμια δίκη.
Σε αυτή την περίπτωση είναι νόμιμη η επίκληση ενώπιον του εφετείου των εγγράφων, τα οποία αναφέρονται κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο στο μέρος του ενιαίου κειμένου των προτάσεων της κατ' έφεση δίκης, που έχει ληφθεί με τεχνική αναπαραγωγή από τις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης, αφού πρόκειται για άμεση επίκληση των εγγράφων απευθείας με τις εφετειακές προτάσεις και όχι για έμμεση επίκληση με αναφορά στις προτάσεις προηγούμενης συζήτησης ως αυτοτελή και διακριτή διαδικαστική πράξη (ΑΠ 1401/2019, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1625/2018, ΑΠ 1658/2017, ΑΠ 696/2017, ΑΠ 98/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του το πιο κάτω αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα την από 29-12-2012 γραφολογική γνωμοδότηση του ειδικού δικαστικού γραφολόγου Π.
Φ.. Από τη βεβαίωση όμως που περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση (7ο φύλλο, 1η και 2η σελίδα) ότι λήφθηκαν υπόψη και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νομίμως, για να χρησιμεύσουν είτε προς άμεση είτε προς έμμεση απόδειξη για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το ως άνω αποδεικτικό μέσο, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα σχετικά με την παραδοχή της ένδικης αγωγής των αρχικώς αναιρεσιβλήτων.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δεύτερος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του ο αναιρεσείων αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του και δεν μνημονεύει τα πιο κάτω αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων αυτού, που είχαν ληφθεί μετά από κλήτευση των αντιδίκων του, ήτοι :
α) υπ' αριθ. 6694/2010 του Λ. Φ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, β) υπ' αριθ. 96/2012 του Λ. Φ. και 97/2012 της Φ. Ε. ενώπιον του Ειρηνοδίκη ... Αττικής, γ) υπ' αριθ. 6693/2010 της Χ. Ν. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, δ) υπ' αριθ. 340/2014 του Λ. Φ. και 339/2014 της Δ. Φ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς και ε) υπ' αριθ. 1969/2011 της Β. Μ. και 1970/2011 του Ε.
Τ. ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών. Από την επισκόπηση όμως κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ του δικογράφου των από 20-9-2017 προτάσεων του αναιρεσείοντος (εφεσιβλήτου) ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, προκύπτει ότι ουδεμία επίκληση γίνεται στις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις, ενώ γίνεται απλώς αναφορά στις πρωτόδικες προτάσεις και τα έγγραφα που προσάγει και επικαλείται, χωρίς να γίνεται ουδεμία ενσωμάτωση των πρωτόδικων προτάσεων στις προτάσεις του Εφετείου.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον ο αναιρεσείων (εφεσίβλητος) δεν επικαλέστηκε νομίμως στο Εφετείο τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις), σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, κατά τρόπο ειδικό, σαφή και ορισμένο, με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε επίσης αναφέρθηκε σ' αυτά κατά τον προβλεπόμενο τρόπο ως προς τις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης.
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί και το ότι ο αναιρεσείων στον πιο πάνω λόγο αναίρεσης ουδόλως αναφέρει αν οι επικαλούμενες απ' αυτόν πιο πάνω ένορκες βεβαιώσεις είχαν ληφθεί για να χρησιμοποιηθούν στη συγκεκριμένη δίκη ή αν είχαν ληφθεί με αφορμή άλλη δίκη, οπότε αυτές αποτελούν απλά έγγραφα που συνεκτιμώνται για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων και δεν απαιτείται ειδική μνεία αυτών στην απόφαση (ΑΠ 1312/2019, ΑΠ 1464/2018, ΑΠ 1510/2018).
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα των συνεχιζόντων τη δίκη ως άνω κληρονόμων των αρχικώς αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει, κατά το σχετικό αίτημά τους να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 12-4-2019 αίτηση και τους από 5-11-2020 πρόσθετους λόγους του Ι. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 2481/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τoν αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των συνεχιζόντων τη δίκη ως άνω κληρονόμων των αρχικώς αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ