Supreme Court dismisses appeal on lack of reasoning and failure to consider evidence regarding property defects.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Third Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued the lower court failed to provide sufficient reasoning and ignored specific evidence, but the court found these claims unfounded. The court determined that the lower court properly considered the evidence and that the appellant's additional arguments were merely supportive of existing claims rather than independent grounds for reversal.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 537, 540, 543 of the Civil Code; Article 559, paragraphs 1 and 8 of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of reasoning or failure to consider evidence is inadmissible if the lower court relied on evidence not in the original complaint or if the additional arguments were merely supportive of existing claims rather than independent legal grounds.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 956 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 956/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 28 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Ζ. του Π., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Ιωάννα Γεωργούλια.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Φ. Δ. του Μ., 2) Γ. Δ. του Μ. και 3) Σ. Δ. του Μ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Ρηγάκο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Νάξου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 29/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2017 του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-12-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 537 εδ. α ΑΚ, "Ο πωλητής ευθύνεται ανεξάρτητα από υπαιτιότητά του αν το πράγμα, κατά το χρόνο που ο κίνδυνος μεταβαίνει στον αγοραστή, έχει πραγματικά ελαττώματα ή στερείται τις συνομολογημένες ιδιότητες, εκτός αν ο αγοραστής κατά τη σύναψη της σύμβασης γνώριζε ότι το πράγμα δεν ανταποκρίνεται στη σύμβαση ή η μη ανταπόκριση οφείλεται σε υλικά που χορήγησε ο αγοραστής".
Επομένως, η γνώση του αγοραστή, προβαλλόμενη ως ένσταση κατά της αγωγής αυτού κατά του πωλητή, αποκλείει την από τα άρθρα 540 και 543 ΑΚ ευθύνη του τελευταίου. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απο αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ομοίως, δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΟλομΑΠ 1/1999, ΟλομΑΠ 15/2006, ΑΠ 1420/2013).
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Δυνάμει του υπ' αριθμ. ….505/11-8-2008 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Φ. Ν. που μεταγράφηκε νόμιμα, οι εναγόμενοι πώλησαν στον ενάγοντα ένα οικόπεδο με την εντός αυτού υπάρχουσα οικία, κείμενο στη θέση ..., ήτοι "μία κάθετη ιδιοκτησία, ήτοι το τμήμα αποκλειστικής χρήσης ακινήτου, που φαίνεται στο από Αυγούστου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα του Αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Μ.
Μ., που έχει προσαρτηθεί στο υπ' αριθμ…..30/1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Φ. Ν. με τον αριθμό δύο (2) μέσα σε κύκλο και περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα Κ,Λ,Μ,Θ,I,Κ, έχει έκταση εννιακόσια πενήντα δύο (952) τετραγωνικά μέτρα, εδαφική αναλογία σε ολόκληρο το ακίνητο είκοσι τρία και σαράντα πέντε τοις εκατό (23,45%) εξ αδιαιρέτου, ποσοστό συμμετοχής επί του κοινοχρήστου χώρου μηδέν και πενήντα οκτώ τοις εκατό (0,58%) εξ αδιαιρέτου, που αντιστοιχεί σε είκοσι τρία και μηδέν επτά (23,07%) τετραγωνικά μέτρα και συνορεύει ...
Εντός του άνω ακινήτου υπάρχει ισόγειο κτίσμα επιφανείας ενενήντα οκτώ και εξήντα ενός εκατοστών (98,61) τετραγωνικών μέτρων, όπως απεικονίζεται στο από Δεκεμβρίου 1993 σχέδιο κάτοψης ισογείου που προσαρτάται στο παρόν. Η άνω κάθετη ιδιοκτησία αποτελεί τμήμα αγρού, ονόματι ... ή ..., που βρίσκεται στη θέση ...
της αγροτικής περιοχής της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας και σήμερα Δημοτικού Διαμερίσματος Εμπορείου του Δήμου ..., εκτάσεως τεσσάρων χιλιάδων πενήντα οκτώ και εξήντα εκατοστών (4.058,60) τετραγωνικών μέτρων, όπως απεικονίζεται στο αυτό από 26 Αυγούστου 1990 τοπογραφικό διάγραμμα, περιμετρικά με τα κεφαλαία αλφαβητικά γράμματα ΑΒΓΔΕΖΗΘΙΚΑ, συνορεύει ...
Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι η ως άνω Μ., σύζυγος Γ. Δ., το γένος Α. Δ., ολόκληρο το άνω ακίνητό της, με το με αριθμό ….30/8-5-1991 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Φ. Ν., το υπήγαγε στις διατάξεις του νόμου 3741/1929, του Ν.Δ.1024/1971 και των άρθρων 1002 και 1117 του Α.Κ. και δημιούργησε δύο επί μέρους τμήματα και κοινόχρηστο χώρο, μεταξύ των οποίων το ως άνω περιγραφόμενο υπ' αριθμ.
δύο (2) τμήμα. Εντός του ανωτέρω τμήματος ανεγέρθηκε η εν λόγω ισόγεια οικοδομή, αφού εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ….04/1996 άδεια από τον Νομαρχία ……της Πολεοδομίας …., που προσαρτάται στο ως άνω συμβόλαιο. Περαιτέρω απεδείχθη ότι για την αγορά του ως άνω ακινήτου ο ενάγων κατέβαλε στους εναγόμενους το ποσό των 250.000 ευρώ, ενώ στο σχετικό συμβολαιογραφικό έγγραφο αναγράφηκε τίμημα 74.025 ευρώ.
Εξάλλου, απεδείχθη ότι η επίδικη ισόγεια οικοδομή που είχε ανεγερθεί εντός του άνω οικοπέδου, είχε κατασκευασθεί καθ' υπέρβαση της υπ' αριθμ. ….04/1996 άδειας της Πολεοδομίας …., και συγκεκριμένα ενώ η άδεια είχε εκδοθεί για την ανέγερση καταστήματος ισογείου ορόφου 98,61 τ.μ., το κτίσμα που ανεγέρθηκε τελικά προορίστηκε για κατοικία, το εμβαδόν του ισογείου ορόφου υπερβαίνει αυτό της οικοδομικής άδειας κατά 25,17 τ.μ.
και επί πλέον κατασκευάστηκε υπόγειο εμβαδού 35,10 τ.μ. που δεν προβλεπόταν στην άνω οικοδομή άδεια, ήτοι το συνολικό εμβαδόν της ανεγερθείσας οικίας ανήλθε σε 158,88 τ.μ. περίπου αντί για 98,61 τ.μ. που είχε προβλεφθεί από την οικοδομική άδεια. Σημειώνεται ότι η έκδοση άδειας για επαγγελματικό χώρο και όχι για κατοικία αποσκοπούσε στην ανέγερση μεγαλύτερου οικήματος, αφού τα επαγγελματικά ακίνητα είχαν δικαίωμα μεγαλύτερου συντελεστή δόμησης από ότι οι κατοικίες.
Τις αυθαίρετες αυτές κατασκευές (υπόγειο και μεγαλύτερο μέρος του ισογείου) γνώριζαν ασφαλώς οι εναγόμενοι συγκύριοι από το 1996 (έτος έκδοσης της οικοδομικής άδειας), γεγονός το οποίο δεν αρνούνται, αλλά ασφαλώς το γνώριζε και ο ενάγων, ως μέλος της οικογένειας, μετά το γάμο με την τρίτη εναγομένη το έτος 2002 και τις αρμονικές σχέσεις τους μέχρι το έτος 2008 (έτος κατάρτισης του συμβολαίου), αφού η τρίτη εναγομένη σύζυγος του, αλλά και οι δύο πρώτοι εναγόμενοι, αδέλφια της, μέχρι τότε δεν είχαν κανένα λόγο δόλιας απόκρυψης των αυθαίρετων αυτών κατασκευών, ο δε ενάγων ευχερώς μπορούσε να διαπιστώσει ότι το ακίνητο που αγόρασε είχε υπόγειο χώρο και συνολικό εμβαδόν 158,88 τ.μ., ενώ η άδεια οικοδομής και το σχεδιάγραμμα που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο φέρουν την επίδικη οικία χωρίς υπόγειο και με εμβαδόν ισογείου 98,61 τ.μ.
Άλλωστε, το ακίνητο αυτό ο ενάγων το γνώριζε πολύ πριν το αγοράσει, αφού σε αυτό κατοικούσε ο πρώτος εναγόμενος αδελφός της συζύγου του και το είχε επισκεφθεί πολλάκις, γνωρίζοντας τόσο την έκτασή του, όσο και την ύπαρξη του υπογείου χώρου και δεν θα προέβαινε στην αγορά του ακινήτου αυτού στην περίπτωση που η σχέση του με τους εναγόμενους δεν ήταν αρμονικές μέχρι το 2008.
Επίσης, πλήρως αποδεικνύεται ότι ο ενάγων αγόρασε το επίδικο ακίνητο λαμβάνοντας δάνειο ποσού 250.000 ευρώ από την Τράπεζα Eurobank. Για την χορήγηση του δανείου αυτού και την αποτίμηση της αξίας του ακινήτου, η άνω Τράπεζα ανέθεσε στον πολιτικό μηχανικό Ι. Μ. να προβεί σε αυτοψία του υπό αγορά ακινήτου, προκειμένου να εκτιμηθεί η αξία του, ώστε ανάλογα με την αξία του να προβεί στην χορήγησε δανείου.
Πράγματι, με αίτηση του ενάγοντος ο πολιτικός μηχανικός Ι. Μ. μετέβη στο ακίνητο για αυτοψία, όπου και διαπίστωσε τις αυθαίρετες κατασκευές του ακινήτου αυτού, γεγονός που οπωσδήποτε πληροφορήθηκε ο ενάγων από τον ως άνω πολιτικό μηχανικό, αφού η έκθεση του τελευταίου ήταν καθοριστικής σημασίας για την χορήγηση ή μη του δανείου.
Χαρακτηριστικά ο ως άνω μηχανικός, που δεν εξαρτά συμφέρον από την δίκη, στην από 4-12-2012 προανακριτική του κατάθεση κατέθεσε τα ακόλουθα "κατά την αυτοψία διαπιστώθηκαν αυθαίρετα τμήματα και πιο συγκεκριμένα έχει γίνει υπέρβαση δόμησης με το "κλείσιμο" του χώρου μεταξύ των δύο όγκων του κτιρίου και την μετατροπή τους σε χώρο υποδοχής και υπνοδωματίου.
Η υπέρβαση αυτή είναι της τάξης των 19,66 τ.μ. Επίσης διαπιστώθηκε αυθαίρετη αλλαγή χρήσης από κατάστημα σε κατοικία. Το υπόγειο δεν περιγράφεται στην άδεια, αλλά ούτε και στα προσκομισθέντα σχέδια. Η εκτίμηση του ακινήτου η οποία ανέρχεται στα 298.000 ευρώ υπολογίσθηκε βάση συγκριτικών στοιχείων της κτηματαγοράς.
Βάσει των συγκριτικών αυτών οι νεόδμητες κατοικίες στην περιοχή της ... την περίοδο του 2008, πωλούνταν προς 2.500/τ.μ. Τέλος θέλω να αναφέρω ότι σχετικά με όσα αναφέρει ο κος Ζ. Ε. στην από 13-7-2012 έγγραφη μήνυσή του, ουδέποτε ενοχλήθηκα αλλά και ποτέ δεν πιέστηκα από κάποιο για να παραστήσω διαφορετικά στοιχεία για το ανωτέρω ακίνητο από αυτά που πραγματικά ισχύουν".
Με βάση την ανωτέρω κατάθεση ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι το τίμημα που κατέβαλε για την αγορά του ακινήτου το 2008 ήταν πολύ ψηλό, καταρρίπτεται, λαμβανομένης υπόψη της θέσης του ακινήτου (...), αλλά και της αξίας των ακινήτων το συγκριμένο χρονικό διάστημα. Στη συνέχεια απεδείχθη, ότι το έτος 2010 η έγγαμη σχέση του ενάγοντος και της τρίτης εναγομένης διασπάστηκε και άρχισε μεταξύ τους αντιδικία σχετικά με την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή της τρίτης εναγομένης και των ανηλίκων τέκνων τους...
Λόγω μη πληρωμής εκ μέρους του ενάγοντος του ποσού διατροφής με βάση τις ανωτέρω αποφάσεις επιβλήθηκε αναγκαστική κατάσχεση σε βάρος ακινήτου ιδιοκτησίας του με την υπ' αριθμ. ….49β/16-5-2012 έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Νάξου Β. Λ., καθώς και δήλωση επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης της τρίτης εναγομένης εις χείρας της Εμπορικής Τράπεζας και της ...
μέχρι του ποσού 21.909,04 ευρώ (από 1-6-2011 δήλωση). Κατά την διάρκεια της αντιδικίας του ενάγοντος με την τρίτη εναγομένη το έτος 2011 ο ενάγων επιχείρησε να πωλήσει το επίδικο ακίνητο, αναθέτοντας την πώλησή του στον μεσίτη Ε. Ω., με τίμημα 250.000 ευρώ, πλην όμως το ακίνητο δεν πωλήθηκε λόγω των αυθαίρετων κατασκευών που έπρεπε να νομιμοποιηθούν, αλλά και λόγω της οικονομικής κρίσης που στο μεταξύ είχε ενσκήψει στην χώρα, αφού είχε μειωθεί κατά πολύ το αγοραστικό ενδιαφέρον για την αγορά των ακινήτων, που είχε ως αποτέλεσμα την πτώση των τιμών τους...
Σημειώνεται ότι αυτές οι υπερβάσεις της οικοδομικής άδειας μπορούν να τακτοποιηθούν με βάση τον νόμο 4014/2011, καταβάλλοντας πρόστιμο 15.900 ευρώ το οποίο με εφάπαξ καταβολή έχει νόμιμη έκπτωση 20% ... Κατόπιν αυτών, πλήρως αποδεικνύεται η γνώση του ενάγοντος για την ύπαρξη των αυθαίρετων κατασκευών κατά τον χρόνο κατάρτισης του συμβολαίου αγοραπωλησίας, τόσο από τον άνω πολιτικό μηχανικό της ..., όσο και από τους εναγόμενους που τότε ήταν συγγενείς εξ αγχιστείας, αλλά και από το σχεδιάγραμμα της οικοδομής που προσαρτήθηκε στο συμβόλαιο..." Ακολούθως, το Εφετείο, δεχόμενο ως βάσιμη την από το άρθρο 537 εδάφ.
α ΑΚ ένσταση των εναγομένων και ήδη αναιρεσίβλητων πωλητών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί τα αντίθετα, και απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος αγοραστή περί επιστροφής του τιμήματος λόγω υπαναχωρήσεως για πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος, στην οποία είχε σωρευτεί και αίτημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, κεφάλαιο το οποίο δεν βάλλεται με λόγο αναιρέσεως.
Υπό τις παραδοχές αυτές, η προσβαλλομένη απόφαση διέλαβε στο σκεπτικό της πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω για την έκβαση της δίκης ζήτημα της γνώσης του αγοραστή για το πραγματικό ελάττωμα του πωληθέντος ακινήτου, δεχθείσα κατ' εφαρμογή των άρθρων 522, 534, 537 ΑΚ:
α) ότι τα υφιστάμενα επί του πωληθέντος ακινήτου κτίσματα ήταν αυθαίρετα από πολεοδομική άποψη λόγω υπέρβασης της οικοδομικής άδειας ως προς το εμβαδόν του κτίσματος και ως προς την επιτρεπόμενη χρήση αυτού, άρα το πωληθέν είχε πραγματικό ελάττωμα και β) ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων αγοραστής γνώριζε κατά τη σύναψη του πωλητηρίου συμβολαίου την ύπαρξη του ελαττώματος αυτού, κατέληξε δε στο πόρισμα ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι πωλητές δεν ευθύνονταν για το ως άνω ελάττωμα.
Επομένως, με το ως άνω σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, το οποίο το Εφετείο συνήγαγε, εκτός από τα άλλα, και από τα πραγματικά επιχειρήματα που παραθέτει, περιέλαβε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που δικαιολογούν στην προκείμενη περίπτωση την υπαγωγή του πραγματικού υλικού στις διατάξεις που εφάρμοσε (άρθρων 522, 534, 537 ΑΚ).
Αναφορικά με το περιεχόμενο της γνώσης του αναιρεσείοντος, η προσβαλλόμενη απόφαση σαφώς αναφέρει ότι η γνώση αυτή περιλάμβανε το αυθαίρετο τόσο του εμβαδού των κτισμάτων, όσο και της αλλαγής χρήσεως από κατάστημα σε κατοικία, ενώ ως πηγή της γνώσεως αυτής προσδιορίζεται όχι μόνο η προσωπική γνώση του ίδιου του αγοραστή λόγω τη συγγένειάς του με τους εναγόμενους πωλητές, από τους οποίους η τρίτη ήταν τότε σύζυγός του, αλλά και η πληροφόρηση που του παρείχε η συνημμένη στο πωλητήριο συμβόλαιο άδεια της οικοδομής, καθώς και οι -γνωστοποιηθείσες σ' αυτόν- διαπιστώσεις του πολιτικού μηχανικού της Τράπεζας που θα τον δανειοδοτούσε για την αγορά, σαφώς δε η γνώση του προσδιορίζεται (νοηματικά από την ανάγνωση συνολικά των παραδοχών για τις ως άνω πηγές γνώσεως) στο χρόνο κατάρτισης του πωλητηρίου συμβολαίου, αφού η προσωπική γνώση του ίδιου λόγω της συγγένειας προϋπήρχε και η εκ της επισυνάψεως στο συμβόλαιο της οικοδομικής άδειας είναι σύγχρονη με την κατάρτιση της σύμβασης, στον ίδιο δε χρόνο ανάγεται και η πληροφόρησή του από τον πολιτικό μηχανικό της Τράπεζας, σε κάθε δε περίπτωση αρκούσε η μία εξ όλων πηγή γνώσεως.
Τέλος, για την πληρότητα των αιτιολογιών δεν απαιτούνταν και η επί πλέον αναφορά των τετραγωνικών μέτρων του κτίσματος που πέτυχαν να κατασκευάσουν οι πωλητές με την αυθαίρετη αλλαγή της χρήσεως, διότι αυτό αφορά όχι αυτό καθαυτό το πραγματικό ελάττωμα, αλλά το λόγο για τον οποίο συντελέσθηκε απ' αυτούς η αλλαγή χρήσεως.
Επομένως, οι αντίθετες σχετικές αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλομένης, οι οποίες περιέχονται στους πρώτο, δεύτερο, τέταρτο και έβδομο λόγους της αιτήσεως, είναι αβάσιμες. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ.11 περ.
γ' ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων. Κατά την έννοια της προαναφερομένης διάταξης για την ίδρυσή του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για την λήψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 346 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη την υπ' αριθ. 53.467/2008 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών περί εγγραφής προσημειώσεως επί του πωληθέντος ακινήτου υπέρ της ..., που είχε προσκομιστεί νόμιμα με επίκληση.
Από τη βεβαίωση όμως του Εφετείου ότι έλαβε υπόψη πλην άλλων και όλα τα έγγραφα που οι διάδικοι προσκομίστηκαν και επικαλέστηκαν, αλλά και από όλο το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως αυτό αναλυτικά αναφέρεται πιο πάνω, στην οποία γίνεται αναφορά για τη διαδικασία δανειοδοτήσεως του αναιρεσείοντος από την Τράπεζα Eurobank με εμπράγματη εξασφάλιση, λόγος για τον οποίο ανατέθηκε η εκτίμηση της αξίας του πωληθέντος ακινήτου στον αναφερόμενο μηχανικό της Τράπεζας, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το εν λόγω Δικαστήριο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε με τα λοιπά στοιχεία και το αποδεικτικό μέσο που αναφέρει ο αναιρεσείων στο ανωτέρω λόγο, ο οποίος ως εκ τούτου είναι αβάσιμος.
Με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8α ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση ασκηθέντος ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, είτε ως επιθετικού, είτε ως αμυντικού, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι λόγοι εφέσεως κατά πρωτόδικης απόφασης. Οι παραπάνω ισχυρισμοί πρέπει να είναι ουσιώδεις, δηλαδή να έχουν επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο ως άνω λόγος όμως δεν ιδρύεται σε περίπτωση λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας διευκρινιστικών της αγωγής ή της ενστάσεως περιστατικών, που βεβαιώθηκαν από τους μάρτυρες ή άλλες αποδείξεις, παρόλο που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως (ΑΠ 1190/2017).
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση, στα πλαίσια της έρευνας της βασιμότητας της ενστάσεως των εναγομένων για τη γνώση του ενάγοντος αναφορικά με το αυθαίρετο των κτισμάτων του πωληθέντος ακινήτου, το δικαστήριο έλαβε υπόψη του και το προκύψαν από τις αποδείξεις γεγονός ότι ο ενάγων έλαβε γνώση των αυθαίρετων κατασκευών από τους ίδιους τους εναγομένους, καίτοι αυτό δεν το ισχυρίσθηκαν, αλλά απέδωσαν τη γνώση του σε άλλες πηγές. Με το να δεχθεί όμως το Εφετείο ότι συνέτρεχε και αυτή η πηγή γνώσεως, πλην εκείνων που οι εναγόμενοι υπέδειξαν, δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Τούτο διότι, όπως προαναφέρθηκε, η λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις (όπως εν προκειμένω), που δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της ενστάσεως (εν προκειμένω στην ένσταση των εναγόμενων από το άρθρο 537 περ. β' ΑΚ) και τα οποία δεν την μεταβάλουν δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο.
Συνεπώς, ο πέμπτος λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 8 περ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατά τη διάταξη του αριθμού 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διατάξεως, αποτελούν οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το ουσιαστικό δικαίωμα που αξιώνεται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, όχι όμως και οι μη αποτελείς ισχυρισμοί που προβάλλονται ως επιχειρήματα ενισχυτικά άλλου αυτοτελούς ισχυρισμού.
Εν προκειμένω, ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αιτήσεως από τον αριθμό 8β του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τον διαλαμβανόμενο στην αγωγή ισχυρισμό του ότι εξ αιτίας της αυθαίρετης αλλαγής της χρήσεως των κτισμάτων από κατάστημα σε κατοικία ενδεχομένως θα προέκυπτε σε βάρος του υποχρέωση αποζημιώσεως των λοιπών συνιδιοκτητών της κάθετης συνιδιοκτησίας λόγω υφαρπαγής του συντελεστή δόμησης σε βάρος τους. Ο ισχυρισμός όμως αυτός δεν είναι αυτοτελής, με την έννοια ότι στην αγωγή έγινε επίκληση, εκτός το πραγματικό ελάττωμα της πολεοδομικής αυθαιρεσίας που διαπίστωσε η προσβαλλόμενη απόφαση, και ένα άλλο επί πλέον ελάττωμα αναφερόμενο στην πιθανή υποχρέωση αποζημιώσεως τρίτων συνιδιοκτητών, αλλά πρόκειται για την επίκληση των οικονομικών έναντι τρίτων συνεπειών που ενδεχόμενα συνεπάγεται το (γενόμενο δεκτό) πραγματικό ελάττωμα της πολεοδομικής αυθαιρεσίας. Δηλαδή πρόκειται για την επίκληση ενός επιχειρήματος προς ενίσχυση του μεγέθους και της σημαντικότητας του πραγματικού ελαττώματος.
Συνεπώς, και ο ως άνω έκτος λόγος της αιτήσεως είναι αβάσιμος.
Κατόπιν τούτων, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, που κατέθεσαν προτάσεις, σε βάρος του αναιρεσείοντος λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28 Δεκεμβρίου 2017 αίτηση του Ε. Ζ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 19/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων ευρώ (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ