Legislator Giurisprudenza & Legislazione
956/2017 Generato dall'IA

Supreme Court allows appeal against traffic accident verdict due to insufficient reasoning on causation and liability.

Numero d'incarto 956/2017
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal against a lower court's judgment regarding a traffic accident. The appellant argued the lower court failed to adequately explain the causal link between the appellant's actions and the accident, specifically regarding visibility and driving maneuvers. The court found the lower court's reasoning insufficient to establish the necessary causal connection and liability, thus overturning the decision and remanding the case for retrial.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible when a lower court fails to provide sufficient reasoning to establish the causal link between parties' conduct and the accident outcome, requiring a retrial.

Parole chiave

Generato dall'IA
traffic accident liability causal connection reasoning insufficient justification appeal admissibility remittal for retrial civil procedure appeal negligence causation

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 27/2016
Supreme Court 28/2016

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 956 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 956/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ και Αλεξάνδρα Κακκαβά, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Μ. του Π., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παπασπύρου, που δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) M. P. του N., 2) T. P. του S., κατοίκων ... και 3) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... ... ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων οι 1ος και 2η εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευστράτιο Μαυραγάνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και η 3η από την πληρεξούσια δικηγόρο της Μεταξία Αντωνίου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-9-2008 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 12-2-2009 αγωγή των ήδη 1ου και 2ης των αναιρεσιβλήτων.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5000/2009 μη οριστική, 2880/2010 εν μέρει οριστική και 3552/2012 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2351/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5-12-2014 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αλεξάνδρα Κακκαβά διάβασε την από 10-11-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το δεύτερο τμήμα του και την απόρριψη των λοιπών.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνον αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με το λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ταυ ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559, αριθ. 19 λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσης με την έννοια της ανεπαρκούς αιτιολογίας αφορά ελλείψεις αναγόμενες αποκλειστικά στη διατύπωση του αιτιολογικού πορίσματος αναφορικά με τη συνδρομή ή μη γεγονότων, που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έτσι ώστε, από την ανεπαρκή ή αντιφατική έκθεσή τους, να μην μπορεί να κριθεί αν η απόφαση στηρίζεται ή όχι νομικώς (Ολ.ΑΠ 13/1995).

Η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο δε Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναιρέσεως ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της και όχι το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ.

Αντίθετα, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, που μπορεί να είναι και ο ζημιωθείς στην περίπτωση που συνετέλεσε και ο ίδιος την πρόκληση ή την επαύξηση της ζημιάς, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή, από το δικαστήριο της ουσίας, των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Αντίθετα, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, περί του ότι στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.

Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση του αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 1025/2015).

Ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ιδρύεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης λόγου έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1933/2006). Δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 2351/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, έγιναν ανελέγκτως δεκτά, ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Στο ... στις 17.1.2008 και περί ώρα 05.15, στη διασταύρωση της Λεωφόρου Κηφισίας και της οδού ... έλαβε χώρα τροχαίο ατύχημα με εμπλεκόμενα τα με αριθμούς κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Φ. και ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητα, οδηγούμενα από τους: Α. Ι. και Γ. Μ., αντίστοιχα. Ειδικότερα ο Α. Ι. οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. όχημα και εκινείτο επί της Λεωφόρου Κηφισίας και συγκεκριμένα στη δεξιά λωρίδα αυτής με κατεύθυνση από Αθήνα προς Κηφισιά, φθάνοντας δε στη διασταύρωση της ως άνω Λεωφόρου με την οδό ..., μολονότι στην πορεία του ο σηματοδότης έδειχνε ερυθρό φως, δεν ακινητοποίησε το όχημά του αλλά συνέχισε την πορεία του παραβιάζοντας τον ερυθρό σηματοδότη.

Την ίδια χρονική στιγμή ο ενάγων, Γ. Μ., ο οποίος οδηγούσε το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. όχημα και του οποίου οι σηματοδότες έδειχναν πράσινο φως, εκινείτο επί της οδού ... με πρόθεση να διασχίσει το ρεύμα πορείας της Λεωφόρου Κηφισίας προς Κηφισιά για να εισέλθει, διενεργώντας αριστερή στροφή, στο ρεύμα πορείας της ως άνω Λεωφόρου προς Αθήνα.

Ενώ ο τελευταίος είχε εισέλθει στην διασταύρωση και σχεδόν είχε διασχίσει την δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας της Λεωφόρου Κηφισίας προς Κηφισιά, το οδηγούμενο από τον Α. Ι. φορτηγό αυτοκίνητο επέπεσε με σφοδρότητα με την εμπρόσθια αριστερή γωνία του επί του οπίσθιου τμήματος της αριστερής πλευράς του ΙΧΕ αυτοκινήτου, το οποίο, αφού πρώτα πραγματοποίησε στροφή 180 μοιρών, ακινητοποιήθηκε στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Κηφισιά της Λεωφόρου Κηφισίας, με το εμπρόσθιο τμήμα του να έχει μέτωπο προς Αθήνα και σε ελαφρώς διαγώνια θέση.

Αμέσως μετά τη σύγκρουση, ο Α. Ι. ακινητοποίησε το φορτηγό όχημά του επάνω στη νησίδα ασφαλείας που βρίσκεται στο δεξιό άκρο του ρεύματος πορείας προς Κηφισιά της Λεωφόρου Κηφισίας. Ο Γ. Μ., φορώντας μαύρο μπουφάν και την κουκούλα, βγήκε από το αυτοκίνητό του και στάθηκε όρθιος στην κεντρική νησίδα ασφαλείας που χωρίζει τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Κηφισίας και έμπροσθεν κολώνας φωτισμού που υπήρχε, προκειμένου να ειδοποιήσει τις αρμόδιες αστυνομικές αρχές και την οδική βοήθεια, χωρίς όμως προηγουμένως να επιμεληθεί, είτε για την απομάκρυνση του αυτοκινήτου του από το οδόστρωμα, μολονότι εκλήθη από τον Α.

Ι. να "σπρώξουν" το αυτοκίνητο σε σημείο που να μην εμποδίζει τα λοιπά κινούμενα επί της Λεωφόρου οχήματα πλην όμως αρνήθηκε να το πράξει, είτε για την τοποθέτηση προειδοποιητικής τριγωνικής πινακίδας μπροστά από αυτό και χωρίς να θέσει σε λειτουργία τα φώτα έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) ή άλλα φώτα του αυτοκινήτου του.

Κατά τον παραπάνω χρόνο το οδόστρωμα της Λεωφόρου Κηφισίας ήταν ξηρό, η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή, η ορατότητα στο σημείο δεν περιοριζόταν, ο τεχνητός φωτισμός ήταν επαρκής και η επιτρεπόμενη ταχύτητα για τα κινούμενα επί της Λεωφόρου Κηφισίας οχήματα ορίζεται σε 70 χλμ/ώρα βάσει ρυθμιστικής πινακίδας.

Μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος 8-10 λεπτών, ο ενάγων M. P., κάτοχος αλβανικής άδειας ικανότητας οδήγησης, οδηγώντας το με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Ε. αυτοκίνητο, συνιδιοκτησίας του ιδίου και της δεύτερης ενάγουσας T. P., η οποία επέβαινε σ’ αυτό, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική του ευθύνη στην ασφαλιστική εταιρία με την επωνυμία "... ...

ΑΣΦΑΛΕΙΩΝ", και βαίνοντας με ταχύτητα τουλάχιστον 80 χλμ/ώρα και κινούμενος στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του ρεύματος πορείας προς Κηφισιά της Λεωφόρου Κηφισίας, πλησίασε στο σημείο όπου ήταν ακινητοποιημένο το όχημα του Γ. Μ.. Φθάνοντας ο M. P. στη συμβολή των προαναφερομένων οδών αντιλήφθηκε καθυστερημένα το ακινητοποιημένο αυτοκίνητο του Γ.

Μ., αφενός μεν λόγω της έλλειψης οποιουδήποτε μέσου προειδοποίησης, αφετέρου δε λόγω της έλλειψης προσοχής που όφειλε και μπορούσε να καταβάλλει ως μέσος συνετός οδηγός και της υπερβολικής για τις περιστάσεις ταχύτητας που είχε αναπτύξει, και μη λαμβάνοντας υπόψη ότι λόγω της νυκτερινής ώρας ο φωτισμός ήταν τεχνητός.

Έτσι, ο M. P., προκειμένου να μην προσκρούσει στο ακινητοποιημένο όχημα του Γ. Μ. ενήργησε καθυστερημένα αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, δεδομένου ότι ο προς δεξιά αποφευκτικός ελιγμός ήταν αδύνατος λόγω των κινουμένων στη μεσαία λωρίδα της Λεωφόρου οχημάτων, με αποτέλεσμα το αυτοκίνητό του να ανέβει επάνω στη νησίδα ασφαλείας της Λεωφόρου Κηφισίας, να παρασύρει τον Γ.

Μ. που στεκόταν εκεί και στη συνέχεια να τον εγκλωβίσει ανάμεσα στο εμπρόσθιο τμήμα του αυτοκινήτου του και σε κολώνα φωτισμού, στην οποία τελικά προσέκρουσε, με αποτέλεσμα να τον τραυματίσει σοβαρά. Με βάση τις ανωτέρω περιγραφόμενες συνθήκες του ατυχήματος η σύγκρουση μεταξύ του με αριθμό κυκλοφορίας ...

Ι.Χ.Ε. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Γ. Μ. και του με αριθμό κυκλοφορίας ... Ι.Χ.Φ. αυτοκινήτου που οδηγούσε ο Α. Ι., οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του τελευταίου, αφού δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 ΑΚ) και ειδικότερα δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του και δε συμμορφώθηκε με τον ερυθρό σηματοδότη ώστε να ακινητοποιήσει προ αυτού το όχημά του, αλλά αντίθετα, συνέχισε την πορεία του, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 § 1, 6 § 1 και 26 §§ 1, 4 και 6 του Κ.Ο.Κ., κατά το κεφάλαιο δε αυτό δεν προσβάλλεται η εκκαλούμενη απόφαση που δέχθηκε τα παραπάνω.

Με βάση τα ίδια ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά η παράσυρση του Γ. Μ. οφείλεται σε συνυπαιτιότητα, τόσο του ιδίου του τελευταίου, όσο και του M. P., η οποία κατανέμεται σε ποσοστό 50% για τον καθένα. Ειδικότερα, ο Γ. Μ. δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 ΑΚ), αφού, μετά την εμπλοκή του στη σύγκρουση με το αυτοκίνητο που οδηγούσε ο Α.

Ι., δεν φρόντισε να απομακρύνει το όχημά του από το σημείο του ατυχήματος και να το μεταφέρει στο διάκενο των δύο ρευμάτων της Λεωφόρου Κηφισίας ώστε να μην δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους στην κυκλοφορία, ούτε έλαβε μέτρα κυκλοφοριακής ασφάλειας, δηλαδή την τοποθέτηση προειδοποιητικής τριγωνικής πινακίδας, δεδομένου ότι ήταν επαρκής ο χρόνος που μεσολάβησε από την πρώτη σύγκρουση μέχρι την παράσυρσή του (δέκα ολόκληρα σχεδόν λεπτά της ώρας) ώστε να προβεί στην τοποθέτηση της πινακίδας αυτής, ή την ενεργοποίηση των φώτων έκτακτης ανάγκης (αλάρμ) ή των φώτων θέσης του αυτοκινήτου του, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 34 παρ. 9, 36 παρ. 1δ’ , 43 παρ. 1α’ και β’ , 71 παρ. 2 και 81 παρ. 16 του Κ.Ο.Κ.

Ο ισχυρισμός του Γ. Μ. ότι λόγω υλικών ζημιών που είχε υποστεί το αυτοκίνητό του, ήταν αδύνατο να μετακινηθεί αυτό από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας της Λεωφόρου Κηφισίας σε άλλο ασφαλέστερο σημείο είναι απορριπτέος και τούτο διότι και αληθής υποτιθέμενος δεν δύναται να δικαιολογήσει την αδράνειά του να αναμένει την Τροχαία και να μην μετακινήσει (σπρώξει) δύο μέτρα μόλις το όχημά του στο διάκενο των δύο ρευμάτων της Λεωφόρου Κηφισίας ώστε να ελευθερώσει την αριστερή λωρίδα της Λεωφόρου, η οποία σημειωτέον είναι η λωρίδα ταχείας κυκλοφορίας.

Συνυπαίτιος όμως, κατά το προαναφερόμενο ποσοστό 50%, είναι και ο M. P., ο οποίος δεν κατέβαλε την επιμέλεια και προσοχή που θα κατέβαλε ο μέσος συνετός οδηγός κάτω από ανάλογες περιστάσεις (άρθρο 330 ΑΚ) και ειδικότερα δεν οδηγούσε με σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή του, δεν είχε τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς, έβαινε με μεγαλύτερη της επιτρεπομένης ταχύτητας και δεν είχε ρυθμίσει την ταχύτητα του αυτοκινήτου του λαμβάνοντας υπόψη του τις συνθήκες που επικρατούσαν και ότι, λόγω της νυκτερινής ώρας, ο φωτισμός ήταν τεχνητός και όχι φυσικός, έτσι ώστε να είναι σε θέση να διακόψει την πορεία του μπροστά από οποιοδήποτε εμπόδιο το οποίο βρισκόταν στο ορατό από αυτόν μπροστινό τμήμα της οδού, παραβιάζοντας τις διατάξεις των άρθρων 12 παρ. 1, 19 παρ. 1 και 2 του Κ.Ο.Κ.

Οι ισχυρισμοί δε του M. P. ότι οδηγούσε το αυτοκίνητό του με κανονική για τις περιστάσεις ταχύτητα, ότι στην ένδικη διασταύρωση δεν υπήρχε καθόλου φωτισμός, ότι δεν κατόρθωσε να τροχοπεδήσει με επιτυχία λόγω του ότι το οδόστρωμα ήταν βρεγμένο και ότι μοναδική αιτία της πρόσκρουσής του στη νησίδα της λεωφόρου Κηφισίας ήταν το γεγονός ότι ο Γ.

Μ. παρέλειψε να τοποθετήσει οποιοδήποτε προειδοποιητικό σήμα για το ακινητοποιημένο όχημά του, δεν αποδείχθηκαν βάσιμοι. Ειδικότερα, από την ως άνω αναγραφόμενη με ημερομηνία 18.1.2008 προανακριτική ένορκη κατάθεση του Α. Ι., προκύπτει ότι ο M. P. κινούνταν με υπερβολική για τις περιστάσεις ταχύτητα, αλλά και από την κατάθεση της συζύγου και συνεπιβάτιδός του προκύπτει ότι έβαινε με ταχύτητα τουλάχιστον 80 χλμ/ώρα, ενώ από την έκθεση αυτοψίας τροχαίου ατυχήματος που συνέταξαν τα αρμόδια αστυνομικά όργανα του Τμήματος Τροχαίας Κηφισιάς, προκύπτει, αφενός μεν ότι κατά το χρόνο άφιξής της επικρατούσε καλοκαιρία και το οδόστρωμα της Λεωφόρου Κηφισίας ήταν στεγνό, αφετέρου δε ότι ο τεχνητός φωτισμός στο σημείο της σύγκρουσης ήταν τεχνητός και επαρκής.

Κατά συνέπεια, πρέπει να γίνουν εν μέρει δεκτές, ως ουσιαστικά βάσιμες, οι παραδεκτώς προβληθείσες από τους εναγομένους της από 10.9.2008 αγωγής σχετικές νόμιμες ενστάσεις συνυπαιτιότητας του ενάγοντος Γ. Μ., στον τραυματισμό του και στις εξ αυτού επελθούσες συνέπειές του (άρθρο 300 ΑΚ) που είχαν προβάλει και επαναφέρουν νομίμως οι αντεκκαλούντες της κάθε αντέφεσης, ενώ ελέγχονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι οι ισχυρισμοί των προαναφερομένων ότι αποκλειστικά υπαίτιος του τραυματισμού του ενάγοντος, Γ.

Μ., είναι είτε ο τελευταίος είτε ο οδηγός του ... Ι.Χ.Ε. M. P.. To πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, επομένως, το οποίο κατέληξε στην ίδια κρίση, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και οι σχετικοί λόγοι της υπό κρίση έφεσης και των από 5.9.2013 και 19.2.2014 αντεφέσεων ελέγχονται απορριπτέοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι, απορριπτέος δε ως αβάσιμος κρίνεται μετά ταύτα και ο σχετικός λόγος της έφεσης που αφορά την καθ’ ολοκληρία απόρριψη της από 12.2.2009 αγωγής λόγω αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου M.

P.". Από τις παραδοχές αυτές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι δεν έχει νόμιμη βάση, ούτε την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί δεν καλύπτεται με πληρότητα και σαφήνεια, αλλά με λογικά κενά και αντιφάσεις το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί η συνυπαιτιοτητα του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου στο ένδικο ατύχημα.

Ειδικότερα, με τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν αιτιολογείται επαρκώς η αναγκαία αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της διαπιστούμενης συμπεριφοράς, αμέσως πριν από το ατύχημα του πρώτου αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος για τους ακολούθους λόγους: 1) Δεν αναφέρεται στην απόφαση από πόση απόσταση μπορούσε ο ανωτέρω οδηγός να αντιληφθεί, τόσο το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος, όσο και τον ίδιο, ιστάμενο στην κεντρική νησίδα ασφαλείας, αφού όπως αναφέρεται σ’ αυτή, η ορατότητα δεν περιοριζόταν και ο φωτισμός ήταν επαρκής τεχνητός. 2) Από πόση απόσταση από το αυτοκίνητο του αναιρεσείοντος επιχείρησε αποφευκτικό ελιγμό. 3) Για ποιο λόγο δεν τροχοπέδησε παρόλο που, όπως αναφέρεται στην απόφαση, επικρατούσε καλοκαιρία, το οδόστρωμα ήταν στεγνό και ο φωτισμός επαρκής. 4) Αν ήταν εφικτή και με ποιο τρόπο η άμεση μετακίνηση του αυτοκινήτου του αναιρεσείοντος από την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας του προς Κηφισιά ρεύματος της λεωφόρου Κηφισίας, στην οποία βρέθηκε μετά την πρόσκρουση επ’ αυτού του φορτηγού αυτοκινήτου του Α.

Ι.. Επομένως, τα όσα συναφώς υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως κατά το δεύτερο τμήμα του, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κρίνονται βάσιμα. Η αποδιδόμενη με τον ίδιο λόγο, κατά το πρώτο τμήμα του, πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου, διότι το Εφετείο δεν ασχολήθηκε με το λόγο της εφέσεώς του, ότι η αδυναμία μετακινήσεως του αυτοκινήτου του οφείλετο στο ψυχικό σοκ που υπέστη από την πρώτη σύγκρουση, είναι αβάσιμη και απορριπτέα, διότι ο ισχυρισμός αυτός δεν συνιστά πράγμα με την προεκτεθείσα έννοια, αλλά αρνητικό ισχυρισμό.

Ενόψει του ότι η παραδοχή του παραπάνω λόγου της αναιρέσεως συνεπάγεται την αναίρεση της προσβαλλομένης αποφάσεως στο σύνολό της, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της ανωτέρω αιτήσεως αναιρέσεως. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η από 5-12-2014 αίτηση αναιρέσεως, να παραπεμφθεί η υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), να διαταχθεί η απόδοση στον καταθέσαντα των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 2351/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.

Διατάσσει την απόδοση στον καταθέσαντα των παραβόλων που κατατέθηκαν για την άσκηση της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Ιουνίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ