Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to failure to appear and improper new claims.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn lower court judgments, ruling the hearing inadmissible because the unrepresented party failed to appear. The appellant argued for a set-off claim regarding legal fees, which the court rejected as inadmissible since it was not raised before the court of first instance. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the represented respondent.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576 and 552-562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must examine appeals sua sponte for non-appearance and rejects new claims not previously raised, limiting review to procedural legality and established facts.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 956 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 956/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Μιχαήλ Αυγουλέα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Μαρτίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαρίδημο Βεργούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σταμάτιο Χατζηδανιήλ με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και 2) Ε. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 12-4-2005 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 15-10-2007 ανακοίνωση δίκης με προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του ήδη αναιρεσείοντος. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 24953/2009 του ίδιου Δικαστηρίου, 32940/2011 οριστική του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και 1187/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση των δύο τελευταίων αποφάσεων ζητεί ο αναιρεσείων με την από 3-9-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Αυγουλέας διάβασε την από 24-2-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης, για την αναίρεση των υπ' αριθμ. αποφάσεων: 1) 1187/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 2) 32940/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Aπό τις διατάξεις του άρθρου 576 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολιπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως.
Στην περίπτωση που η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση. Εξάλλου, από την παρ. 3 εδ. β' του ίδιου άρθρου 576, όπως το εδάφιο τούτο προστέθηκε με το άρθρο 62 του νόμου 4139/2013, και ισχύει από τις 23-3-2013, ενώ (σύμφωνα με το άρθρο 98 του αυτού νόμου) καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, ορίζεται "Σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην κρινόμενη υπόθεση, φέρεται για συζήτηση η από 3-9-2013 αίτηση για αναίρεση των υπ' αρ. 1187/2013 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 32940/2011 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την συζήτηση της υπόθεσης επισπεύδει ο αναιρεσείων. Κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσης, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά της στο πινάκιο, δεν εμφανίστηκε και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση η δεύτερη των αναιρεσίβλητων.
Όμως, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι η αναιρεσίβλητη αυτή κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως για να λάβει μέρος στη συζήτηση της υπόθεσης. Πρέπει λοιπόν, ως προς αυτήν να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση και συνακόλουθα, αφού πρόκειται για απλή ομοδικία, να χωρισθεί η συζήτηση, ως προς αυτήν και να συζητηθεί για τον πρώτο τούτων.
2. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 522, 553 και 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, με τις οποίες καθορίζεται η έκταση του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, οι υποκείμενες σε αναίρεση αποφάσεις και τα της ασκήσεως αναιρέσεως κατά περισσότερων αποφάσεων, προκύπτει ότι σε υπόθεση η οποία διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, μόνο η οριστική απόφαση που εκδόθηκε από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, εφόσον τούτο υπεισήλθε στην εξέταση της ουσίας, υπόκειται σε αναίρεση, όχι δε και η πρωτόδικη, η οποία ενσωματώνεται στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 του ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά. Η παράβαση της διάταξης αυτής, η οποία συμπληρώνει τη γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 του ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο της άσκησης των ένδικων μέσων, επάγεται την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης ως απαράδεκτης, κατά το μέρος που αυτή στρέφεται κατά της απόφασης ως προς την οποία το δικόγραφό της δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο αντίγραφο της 1187/2013 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με αυτήν το Εφετείο, απέρριψε ως απαράδεκτη την έφεση κατά της 32940/2011 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσον αφορά τις διατάξεις της, με τις οποίες απορρίφθηκε, ως μη νόμιμη η προσεπίκληση, που είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της Ε.
Ρ. (β' αναιρεσίβλητης), ενώ κατά το μέρος, που η έφεση αυτή απευθυνόταν κατά του πρώτου αναιρεσίβλητου την δέχτηκε τυπικά και την απέρριψε στη συνέχεια κατ' ουσία. Όπως προκύπτει, όμως, από την επισκόπηση του προσκομιζόμενου αντιγράφου της αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη κατάθεσης, το δικόγραφό της κατατέθηκε μόνο στη γραμματεία του Εφετείου Θεσσαλονίκης, ενώ δεν κατατέθηκε και στη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης.
Επομένως, η κρινόμενη αίτηση, κατά το μέρος, που πλήττει την πρωτοβάθμια απόφαση, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. 3. Κατά μεν την παρ. 3 του άρθρου 92 του Κώδικα περί Δικηγόρων (ν.δ. 3026/1954) επιτρέπεται συμφωνία που εξαρτά την αμοιβή ή το είδος αυτής από την έκβαση της δίκης ή του αποτελέσματος ή από οποιαδήποτε άλλη αίρεση, κατά δε την παρ. 5 του ίδιου άρθρου, η συμφωνία, που εξαρτά την αμοιβή από την έκβαση της δίκης, τότε μόνο ισχύει, όταν ο δικηγόρος ανέλαβε την υποχρέωση να διεξαγάγει τη δίκη μέχρι τελεσιδικίας, χωρίς σε περίπτωση αποτυχίας να λάβει κάποια αμοιβή.
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αμοιβή του δικηγόρου, ο οποίος ανέλαβε εργολαβικώς τη διεξαγωγή της δίκης ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, μπορεί να συμφωνηθεί και σε ποσοστό επί του αντικειμένου της διεξαχθησομένης δίκης και συνάγεται περαιτέρω ότι η σχετική απαίτηση τελεί υπό αναβλητική αίρεση και γεννιέται όταν επιτυχώς διεξαχθεί η δίκη ή επιλυθεί με συμβιβασμό η διαφορά ή περαιωθεί η εργασία.
Η σύμβαση αυτή, γνωστή ως "εργολαβία δίκης", είναι υποσχετική και κατά συνέπεια ο δικηγόρος, μετά την πλήρωση της πιο πάνω αναβλητικής αίρεσης, δεν αποκτά αυτοδικαίως το ποσοστό επί του αντικειμένου της δίκης που αποτελεί την αμοιβή του, αλλά έχει ενοχική αξίωση έναντι του εντολέα του για τη μεταβίβαση ή την καταβολή του ποσοστού αυτού.
Σε περίπτωση που ο εντολέας ανακαλέσει την εντολή κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας, πριν δηλαδή από την έκδοση τελεσίδικης απόφασης ή την εξωδικαστική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς ή τη διεκπεραίωση της εργασίας, εφαρμόζονται όσα στο άρθρο 170 του πιο πάνω Κώδικα ορίζονται, δηλαδή αν η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη, ο εντολέας υποχρεούται να καταβάλει στον δικηγόρο τη συμφωνημένη αμοιβή του, αν δε αυτή είναι δικαιολογημένη, αλλά από λόγους που δεν παρέχουν δικαίωμα άσκησης αγωγής κατά το άρθρο 73 ΕισΝΚΠολΔ, έχει υποχρέωση να καταβάλει στον δικηγόρο τις δαπάνες που αυτός έχει πραγματοποιήσει προς εκτέλεση της εντολής και μέχρι την ανάκληση αυτής, καθώς και την υπολογιζόμενη σύμφωνα με τον ίδιο Κώδικα αμοιβή αυτού για τις μέχρι τότε ενέργειές του.
Το δικαίωμα, εξ άλλου, του εντολέα να άρει την εμπιστοσύνη του από τον εντολοδόχο δικηγόρο και να αφαιρέσει από αυτόν την ανατεθείσα υπόθεση ασκείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 167 και 724 του Α.Κ., με μονομερή και απευθυντέα προς τον αντισυμβαλλόμενο δικηγόρο δήλωση βούλησης, η οποία και επιφέρει τη λύση της εντολής από και με την περιέλευσή της στον τελευταίο, της ανάκλησης της εντολής δυναμένης ασφαλώς να λάβει χώρα και σιωπηρά, αρκεί βέβαια ο εντολέας να καταστήσει γνωστή τη βούλησή του αυτή στον εντολοδόχο, εναποκειμένου, πάντως, στο δικαστήριο της ουσίας να κρίνει κάθε φορά πότε υπάρχει ανάκληση της εντολής.
Η ανάκληση της εντολής είναι αδικαιολόγητη με βάση α) γενικότερα κριτήρια αξίας που αντλούνται από τις εκάστοτε κρατούσες αντιλήψεις πολιτισμού και β) τους κανόνες της κοινής πείρας. Πάντως από τη διάταξη του άρθρου 170 του "Κώδικα περί Δικηγόρων" συνάγεται ότι ο εντολέας, ενόψει της απόλυτης προσωπικής σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ αυτού και του δικηγόρου του, δύναται κατά πάντα χρόνο να ανακαλέσει την εντολή, είτε υφίστανται λόγοι που δικαιολογούν την ανάκληση, είτε όχι.
Σε καθεμιά από τις περιπτώσεις αυτές γεννώνται οι αντίστοιχες υποχρεώσεις του εντολέα που προβλέπει η εν λόγω διάταξη. Στην περίπτωση αυτή, εάν δηλαδή ο εντολέας ανακάλεσε την εντολή και αρνείται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εντολοδόχου του δικηγόρου, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε για παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του δικηγόρου κατ' άρθρο 57 Α.Κ.
ούτε για αδικοπραξία κατά την έννοια των άρθρων 914 και 932 Α.Κ. Εκτός εάν η ανάκληση έγινε με πρόθεση και υπό περιστάσεις προσβολής της προσωπικότητας του δικηγόρου ή σε όλως εξαιρετικές περιπτώσεις κατά κατάχρηση δικαιώματος όπως όταν η ανάκληση γίνεται χωρίς οποιοδήποτε συμφέρον του δικαιούχου, αυθαίρετα και αδικαιολόγητα από καθαρή κακοβουλία και επιφέρει βλάβη στα συμφέροντα του εντολοδόχου δικηγόρου, για την προστασία των οποίων μάλιστα σε παρεμφερείς περιπτώσεις λαμβάνεται μέριμνα από τον Κώδικα Δικηγόρων (άρθρα 94 και 170 του ν.δ. 3026/1954), υπό των οποίων τάσσονται περιορισμοί υπό μορφή περιουσιακών κυρώσεων στην άσκηση του δικαιώματος της ανάκλησης.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋπόθεσες εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτους δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, μολονότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, αν και τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται.
Περαιτέρω, κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται έτσι εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, μετά από εκτίμηση των μετ' επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε ανελέγκτως, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων (ήδη α' αναιρεσίβλητος), έχοντας διενέξεις οικονομικής φύσεως με τον αδελφό του Δ. Β. και την εδρεύουσα στη Λητή ομόρρυθμη εταιρία παραγωγής σκυροδέματος με την επωνυμία "…" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΣΦΑΛΤΟΜΠΕΤΟΝ", που τελούσε σε αδράνεια και της οποίας αμφότεροι ήταν ομόρρυθμα μέλη (με συμμετοχή στο κεφάλαιό της κατά 50% ο καθένας), με το από 15-6-1999 ιδιωτικό συμφωνητικό ανέθεσε στον εναγόμενο (ήδη αναιρεσείοντα), δικηγόρο του Δ.Σ.
Θεσσαλονίκης και στη δικηγόρο του Δ.Σ. Χαλκιδικής Ε. Ρ. την εντολή να διεκπεραιώσουν δικαστικώς ή εξωδίκως τις διαφορές του κατά των ως άνω αδελφού του και ομόρρυθμης εταιρίας, από τις οποίες προσδοκούσε οικονομικά οφέλη, καθώς και την περαίωση της λήψεως της αποζημιώσεως απαλλοτριώσεως, για το απαλλοτριωθέν, λόγω διανοίξεως της Εγνατίας Οδού, αγροτεμάχιο, κείμενο στη Λητή Θεσσαλονίκης, με τις επικείμενες σ' αυτό εργοστασιακές εγκαταστάσεις, ανήκον στη συγκυριότητά του κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου.
Συμφωνήθηκε δε, ότι όλα τα έξοδα των απαραίτητων ενεργειών, δαπανημάτων και δικών θα βαρύνουν τους δικηγόρους και σε περίπτωση που επιδικασθεί κάποιο ποσό τελεσίδικα στον ενάγοντα, είτε δικαστικώς, είτε εξωδίκως με συμβιβασμό, θα τους καταβάλει αμοιβή ανερχόμενη σε ποσοστό 20% εξ ημισείας επί του ποσού αυτού, ενώ σε περίπτωση που δεν επιδικασθεί κάποιο ποσό στον ενάγοντα, οι ως άνω δικηγόροι δεν θα δικαιούνται αμοιβής.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι για το ως άνω απαλλοτριωθέν ακίνητο, είχε ήδη εκδοθεί, η με αριθμό 28844/2-12-1998 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία είχε καθοριστεί η τιμή μονάδας αποζημιώσεως και εκκρεμούσε η αναγνώριση του ενάγοντος ως δικαιούχου αυτής, καθώς και ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδας από το Εφετείο Θεσσαλονίκης.
Μετά από ενέργειες του εναγομένου, στα πλαίσια της ανωτέρω εντολής, την 12-3-2001 εκδόθηκε η με αριθμό 6716/ 2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία ο ενάγων αναγνωρίστηκε δικαιούχος της αποζημιώσεως, κατά ποσοστό 50%, που ορίστηκε με την ως άνω (28844/2-12-1998) απόφαση, ανερχόμενης, για το ποσοστό συγκυριότητάς του επί του απαλλοτριωθέντος ακινήτου, στο ποσό των 204.943.268 δραχμών και ήδη 601.447,60 ευρώ, δικαιούμενος, κατά το νόμο, να εισπράξει από το Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων ποσοστό 60% επ' αυτής και συγκεκριμένα το ποσό των 121.583.668 δραχμών και ήδη 356.811,94 ευρώ.
Τότε ο εναγόμενος δικηγόρος απαίτησε από τον ενάγοντα να του καταβάλει έναντι των αμοιβών του, το ποσό των 60.000.000 δραχμών, το οποίο μετά περιόρισε στο ποσό των 50.000.000 δραχμών, απειλώντας τον ότι θα παρακρατούσε τα νομιμοποιητικά, για την είσπραξη του 60% της προσωρινής αποζημιώσεως, έγγραφα και με αυτόν τον τρόπο δεν θα μπορούσε αυτός να εισπράξει κάποιο ποσό.
Ο ενάγων, κάτω από αυτήν την απειλή, αναγκάστηκε να του καταβάλει, την 18-6-2001, το ποσό των 50.000.000 δραχμών και ήδη 146.735,14 ευρώ, ποσό που δεν αμφισβητεί ο εναγόμενος (μάλιστα για την μη έκδοση αποδείξεως ο ενάγων, την 17-7-2002, τον κατήγγειλε στο ΣΔΟΕ). Από το ποσό αυτό των 50.000.000 δραχμών και δη 146.735,14 ευρώ, αυτό των 40.988.654 δραχμών και ήδη 120.289,52 ευρώ αφορούσε την υπόθεση της απαλλοτριώσεως (και δη αντιστοιχεί στο 20% του συνόλου της αποζημιώσεως, βάσει της προσωρινής τιμής μονάδας, που εδικαιούτο ο ενάγων και όχι το 60% αυτής που θα εισέπραττε (204.943.268 δραχμές ή 601.447,60 ευρώ Χ 20% = 120.289,52 ευρώ) το υπόλοιπο ποσό των 9.011.346 δραχμών ή 26.445,62 ευρώ αφορούσε στην υπόθεση της αντιδικίας σχετικά με την προαναφερθείσα ομόρρυθμη εταιρία.
Ήδη όμως οι σχέσεις τους είχαν κλονιστεί με αποτέλεσμα ο ενάγων, την 29-3-2002, να ανακαλέσει, προφορικά, την εντολή που είχε δώσει στον εναγόμενο με το ανωτέρω ιδιωτικό συμφωνητικό, ακολούθως δε την 4-4-2002 παρέλαβε από τον τελευταίο όλα τα έγγραφα που αφορούσαν τις υποθέσεις του, υπογράφοντας και το σχετικό από 4-4-2002 έγγραφο, με το οποίο ο ενάγων δηλώνει ότι παρέλαβε τα έγγραφα από τον εναγόμενο και ότι δεν έχει άλλη απαίτηση κατ' αυτού, αναφορικά με τα έγγραφα.
Η ανάκληση της εντολής του ενάγοντος υπήρξε δικαιολογημένη, αφού ο εναγόμενος δικηγόρος, παρά τα συμφωνηθέντα, πριν δηλαδή εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση επί της υποθέσεως της απαλλοτριώσεως, απαίτησε και έλαβε το ως άνω ποσό των 146.735,14 ευρώ, γνωρίζοντας ότι δεν το δικαιούται, καθώς επίσης απαίτησε και έλαβε και το ποσό των 26.445,62 ευρώ, αναφορικά με την εντολή για την υπόθεση της αντιδικίας σχετικά με την προαναφερθείσα εταιρία, παρόλο που και αυτή στο χρονικό σημείο λήψεως του ποσού δεν είχε τελειώσει δικαστικά ή εξώδικα, τελεσίδικα και οριστικά, όπως είχε συμφωνηθεί, απορριπτομένων ως αβασίμων των δευτέρου και τρίτου λόγων εφέσεώς του.
Μετά δε αυτήν την ανάκληση της εντολής ο εναγόμενος σε καμία ενέργεια δεν προέβη για καμία από τις δύο υποθέσεις που αφορούσε η εντολή, τόσο στην υπόθεση διευθετήσεως των διαφορών σχετικά με την εταιρία, όσο και στην υπόθεση ολοκληρώσεως της διαδικασίας απαλλοτριώσεως, για την οποία εκκρεμούσε ο καθορισμός της οριστικής τιμής μονάδας, η οποία ολοκληρώθηκε στη συνέχεια, χωρίς τη συμμετοχή του εναγομένου και εκδόθηκε η με αριθμό 540/2003 απόφαση του Εφ.
Θεσσαλονίκης, που μείωσε το ποσό της αποζημιώσεως και με βάση την καθορισθείσα από αυτήν αποζημίωση ο ενάγων όχι μόνο δε θα εισπράξει το υπόλοιπο ποσοστό 40% που δεν εισέπραξε από την προσωρινή, αλλά είναι και υποχρεωμένος να επιστρέψει στο Ελληνικό Δημόσιο από το ποσό των 356.811,94 ευρώ, που ήδη εισέπραξε με την προσωρινή τιμή (μέρος του οποίου, ήτοι 120.289,52 κατέβαλε στον εναγόμενο) το ποσό των 178.518,48 ευρώ.
Με βάση την παραπάνω απόφαση του Εφετείου, το σύνολο της δικαιούμενης από τον ενάγοντα αποζημιώσεως για την απαλλοτρίωση του ακινήτου του, κατά το ποσοστό συγκυριότητάς του, ανέρχεται στο ποσό των 178.293,46 ευρώ και επομένως, κατά τη συμφωνία τους, η καθορισθείσα, με βάση αυτό, αμοιβή του εναγομένου ανέρχεται στο ποσό των 35.658,69 ευρώ (178.293,46 Χ 20%).
Ο ενάγων με την αγωγή του αποδέχεται ότι ο εναγόμενος δικαιούται το ως άνω ποσό, παρόλη τη δικαιολογημένη εκ μέρους του ανάκληση της εντολής. Όπως προαναφέρθηκε, με βάση την καταρτισθείσα μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εντολής, η αμοιβή του εναγομένου, για την υπόθεση απαλλοτριώσεως, ανέρχεται στο παραπάνω ποσό των 35.658,69 ευρώ και επομένως ο ενάγων, που αναγκάστηκε να καταβάλει, πριν την έκδοση της αποφάσεως του Εφετείου για καθορισμό οριστικής μονάδας αποζημιώσεως, για την αιτία αυτή, το ποσό των 120.289,52 ευρώ, ήτοι επιπλέον 84.630,69 ευρώ (120.289,52 - 35.658,69), δικαιούται να ζητήσει την επιστροφή του ποσού που κατέβαλε επιπλέον του δικαιούμενου, ήτοι αυτό των 84.630,69 ευρώ, κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, αφού κατά το ποσό αυτό κατέστη πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος του ενάγοντος.
Περαιτέρω, αναφορικά με την ανάκληση της εντολής ως προς την έτερη υπόθεση, σχετικά με την ως άνω εταιρία, όπως αποδείχθηκε η ανάκληση της εντολής ήταν δικαιολογημένη και επομένως σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, ο εναγόμενος δικαιούται αμοιβής για τις ενέργειες μέχρι το χρόνο ανακλήσεως, τη σχετική δε αξίωση μπορεί να την προβάλλει είτε με την άσκηση σχετικής αγωγής ή με την προβολή σχετικής ενστάσεως συμψηφισμού ή ανταγωγής στην παρούσα δίκη.
Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση των ταυτάριθμων με την εκκαλουμένη πρακτικών συνεδριάσεως του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και των προτάσεων του εναγομένου, της πρωτοβάθμιας δίκης, ο εναγόμενος ουδόλως προέβαλε τέτοια ένσταση (αλλά ούτε και με το δικόγραφο της εφέσεώς του) και ούτε άσκησε σχετική ανταγωγή.
Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως εκ περισσού διέλαβε σκέψεις αναφορικά με τις επί μέρους ενέργειες που έκανε ο εναγόμενος στα πλαίσια της εντολής και μέχρι την ανάκλησή της, χωρίς ωστόσο να διαλάβει και σχετική διάταξη στο διατακτικό και επομένως ενόψει και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος δεν προέβαλε κατά τα άνω το σχετικό ισχυρισμό για αμοιβή του για νόμιμες ενέργειες στα πλαίσια της εντολής, ο σχετικός πέμπτος λόγος της εφέσεως, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, που αφορά στις επί μέρους ενέργειες και εργασίες του εναγομένου, αλυσιτελώς προβάλλεται.
Περαιτέρω, ενόψει του γεγονότος ότι η ανάκληση της εντολής είναι δικαιολογημένη, καθώς και του γεγονότος ότι ο εναγόμενος δεν προέβαλε παραδεκτά ούτε και προβάλλει ισχυρισμό για δικαιούμενη από αυτόν αμοιβή για ενέργειες που έκανε μέχρι το χρόνο ανακλήσεως της εντολής, καθώς και του γεγονότος ότι αυτός έλαβε, κατά τα άνω, για την αιτία αυτή, ως προκαταβολή το ποσό των 26.445,62 ευρώ, το ποσό αυτό ο εναγόμενος το κατέχει χωρίς νόμιμη αιτία και επομένως πρέπει να το επιστρέψει στον ενάγοντα με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που έκρινε ότι ο εναγόμενος πρέπει να καταβάλει στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των 111.076,45 ευρώ (το οποίο και ζητούσε με την αγωγή), έστω και με διαφορετική αιτιολογία που αντικαθίσταται με την παρούσα, δεν έσφαλε, απορριπτόμενων των σχετικών λόγων εφέσεως". Με βάση τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε την έφεση του εναγομένου αναιρεσείοντος, όσον αφορά το κεφάλαιο της πρωτοβάθμιας απόφασης για το δικαιολογημένο της ανάκλησης της εντολής.
Με τις κρίσεις του αυτές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ως προς το άνω κρίσιμο ζήτημα ορθώς ερμήνευσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου. Τούτο διότι, τα πιο πάνω, ανελέγκτως, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας της δικαιολογημένης ανάκλησης της εντολής εκ μέρους του αναιρεσίβλητου, λόγω της προηγηθείσης αντισυμβατικής συμπεριφοράς του αναιρεσείοντος και εναντίον των χρηστών ηθών να απαιτήσει την μη καταστάσα εισέτι απαιτητή αμοιβή του, καθ' όσον δεν είχε πληρωθεί η αίρεση υπό την οποία τελούσε.
Εξάλλου, με όσα πιο πάνω διέλαβε στην απόφασή του το Εφετείο, δεν στέρησε αυτήν νόμιμης βάσης, αφού με σαφείς πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, προέβη στην εξειδίκευση της ως άνω νομικής έννοιας. Ειδικότερα, η ως άνω επιδειχθείσα συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, όπως με σαφήνεια περιγράφεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, είναι αντίθετη προς στις κρατούσες κοινωνικές αντιλήψεις για τους τρόπους ενέργειας που γενικώς ακολουθείται στις εντίμως διεξαγόμενες συναλλαγές, και συνεπώς, σύμφωνα με τους κανόνες της κοινής πείρας και λογικής, κλόνισε την εμπιστοσύνη του εντολέως (αναιρεσίβλητου) στο πρόσωπο του εντολοδόχου (αναιρεσείοντος), έτσι ώστε να δικαιολογείται, η γενόμενη εκ μέρους του πρώτου ανάκληση.
Τα περιστατικά αυτά, που δέχτηκε η προσβαλλόμενη δικαιολογούσαν, χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη παραδοχή, την ένδικη από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αξίωση του αναιρεσίβλητου. Επομένως οι συναφείς αιτιάσεις από τους αρ. 1 και 19, που περιέχονται σε όλους τους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, όσον αφορά το πιο πάνω κρίσιμο ζήτημα (της αδικαιολόγητης ανάκλησης της εντολής), είναι αβάσιμες και πρέπει να απορριφθούν.
Περαιτέρω, ενόψει του ότι ο αναιρεσείων, κατά τη διεξαγωγή της δίκης τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο δευτεροβάθμιο δεν υπέβαλλε αίτημα (με ανταγωγή ή ένσταση) για την ικανοποίηση των αξιώσεών του για την οφειλόμενη αμοιβή του, μέχρι την ανάκληση της εντολής, το Εφετείο ως περισσού ασχολήθηκε με τον καθορισμό του ύψους αυτής.
Επομένως οι λοιπές αιτιάσεις που αποδίδονται με το αναιρετήριο, για παραβίαση ευθέως και εκ πλαγίου των ουσιαστικών διατάξεων, για τον καθορισμό της οφειλόμενης αμοιβής του, είναι απαράδεκτες. Τέλος, οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, ως προς τις υπόλοιπες αιτιάσεις τους που αναφέρονται σε αυτούς, κατά το άλλο μέρος τους, από τις διατάξεις των άρθρων 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, και 561 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών, σχετικά με ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων, που αφορούν τα ίδια πιο πάνω αναφερόμενα κρίσιμα ζητήματα, και τα επί του αντιθέτου επιχειρήματα του αναιρεσείοντα, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον αναιρεσείοντα σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς που προέβαλε στο δικαστήριο της ουσίας, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, αφού, κατά τα πιο πάνω αναφερόμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, με τους ίδιους δε λόγους, κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου των οποίων δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του αναιρεσείοντα, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. 4.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρ. 106 ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρ. 110 § 2 ΚΠολΔ), ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο και εκτιμώντας προφανώς εσφαλμένα τα διαδικαστικά έγγραφα (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔ) είτε έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, νοούνται δε ως πράγματα οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, δηλαδή οι ισχυρισμοί που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, θα πρέπει δε, αν πρόκειται για ισχυρισμούς που δεν λήφθηκαν υπόψη, ενώ έπρεπε να ληφθούν, να προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας και μάλιστα από τον ήδη αναιρεσείοντα.
Ειδικότερα αν προσβάλλεται για τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ' έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης, η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους. Από αυτό συνάγεται ότι, αν το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε την αγωγή ενόλω ή εν μέρει, κατά παραδοχή αυτοτελούς ισχυρισμού (ένστασης) του εναγομένου, τη δε απόφαση αυτή εκκαλεί ο ενάγων, η υπόθεση ή το σχετικό κεφάλαιο αυτής μεταβιβάζονται με την άσκηση της έφεσης στο Εφετείο, αδιαίρετα και ως σύνολο, τόσο δηλαδή ως προς την αγωγή ή το οικείο μέρος αυτής, όσο και ως προς την ένσταση και δεν υπάρχει ανάγκη να επαναφέρει την τελευταία και ο εναγόμενος, με τις προτάσεις του στο Εφετείο, κατά τους ορισμούς του άρθρου 240 ΚΠολΔ.
Στην αντίστροφη περίπτωση, αν δηλαδή η αγωγή έγινε δεκτή και απορρίφθηκε ένσταση του εναγομένου κατ' αυτής, ο τελευταίος εκκαλώντας την απορριπτική απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, μπορεί να επαναφέρει στο Εφετείο την ένσταση αυτή μόνο με λόγο έφεσης ή με πρόσθετο λόγο και όχι απλά με τις προτάσεις του.
Ο εκκαλών - εναγόμενος, όμως, μπορεί με τις προτάσεις του στο Εφετείο να προτείνει ενστάσεις όχι προς εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, αλλά προς απόρριψη της αγωγής μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης και τη διακράτηση της υποθέσεως από το Εφετείο, υπό την προϋπόθεση όμως ότι οι ενστάσεις αυτές είχαν προταθεί παραδεκτώς και στην πρωτόδικη δίκη, ή γεννήθηκαν μετά την τελευταία συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (οψιγενείς) ή συντρέχουν γι' αυτές οι προϋποθέσεις του άρθρου 269 ΚΠολΔ που επιτρέπουν τη βραδύτερη προβολή τους.
Κατά τη διάταξη δε, του άρθρου 240 ΚΠολΔ, για την επαναφορά ισχυρισμών που προβλήθηκαν στην πρωτόδικη δίκη, απαιτείται η επανυποβολή τους με σύντομη περίληψη και αναφορά στις σελίδες των πρωτόδικων προτάσεων που τους περιέχουν καθώς και η προσκομιδή σε επικυρωμένο αντίγραφο των τελευταίων και δεν αρκεί η ενσωμάτωση ολόκληρου του κειμένου των προτάσεων που είχαν υποβληθεί στον πρώτο βαθμό, στις προτάσεις για το Εφετείο με γενική αναφορά στις τελευταίες σε όλους αορίστως τους ισχυρισμούς που προβλήθηκαν πρωτοδίκως.
Επομένως δεν ιδρύει τον παραπάνω λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να απαντήσει σε ισχυρισμό εκπρόθεσμο, αόριστο και γενικώς απαράδεκτο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή ή σε απλώς αρνητικό ή διευκρινιστικό ισχυρισμό, δηλαδή σε ισχυρισμό που δεν καταλήγει στην επίκληση έννομης συνέπειας και βέβαια το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει ούτε στα πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων που αντλούν αυτοί από τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης, ούτε στα νομικά επιχειρήματά τους, που σε αντίθεση με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι μιας έννομης συνέπειας, αλλά προβάλλονται με σκοπό να συμβάλλουν στον καθορισμό του αληθινού νοήματος του επικαλούμενου ή αποκρουόμενου στη συγκεκριμένη περίπτωση κανόνα δικαίου.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο έλαβε μεν υπόψη του τον κρίσιμο ισχυρισμό, όμως τον απέρριψε, ρητά ή και σιωπηρά, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, το δικαστήριο της ουσίας, οφείλει, κατά τον σχηματισμό της κρίσης του, για τους ουσιώδεις πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, διαφορετικά υποπίπτει στην πλημμέλεια που ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 11γ' του άρθρ. 559 ΚΠολΔ.
Ειδικότερα ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη του υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους προς άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή λυσιτελών ισχυρισμών κατά την ανωτέρω έννοια, δηλαδή νόμιμων ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, εφόσον βέβαια προτάθηκαν παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (πρωτοβάθμιο ή δευτεροβάθμιο) κατά τις παρακάνω διακρίσεις.
Για την ίδρυση του ως άνω λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, τα οποία όφειλε αυτό να λάβει υπόψη. Στην προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση κάθε αποδεικτικού μέσου, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασης ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου.
Για την πληρότητα όμως του ίδιου λόγου αναίρεσης πρέπει στο αναιρετήριο να καθορίζεται το αποδεικτικό μέσο που δεν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, μολονότι ήταν παραδεκτό και νόμιμο και να εκτίθεται ότι έγινε επίκληση και παραδεκτή προσαγωγή του στο δικαστήριο της ουσίας προς απόδειξη ή ανταπόδειξη κρίσιμου, κατά τα προεκτεθέντα, ισχυρισμού, ο οποίος πρέπει επίσης να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο με παράλληλη αναφορά ότι υπήρξε παραδεκτή επίκλησή του στο δικαστήριο της ουσίας.
Τέλος, ο από το άρθρ. 559 αρ. 20 του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο κάνει διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση) και αποδίδει σε ορισμένο αποδεικτικό έγγραφο, με την έννοια των άρθρ. 439 και 432 επ.
του ΚΠολΔ, περιεχόμενο διαφορετικό από το πραγματικό, όχι όμως όταν εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο προβαίνει σε αξιολόγησή του. Η παραμόρφωση πρέπει να είναι προφανής και το έγγραφο να προσκομίζεται για την απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, το δε δικαστήριο πρέπει να μόρφωσε τη γνώμη του αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το περιεχόμενο του εγγράφου που παραμόρφωσε.
Έγγραφα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, είναι εκείνα που χρησιμεύουν, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ ως αποδεικτικά μέσα, τα οποία περιέχουν δηλώσεις των διαδίκων ή και τρίτων, που έγιναν πριν από τη δίκη ή και ανεξάρτητα από αυτήν. Στην κρινόμενη υπόθεση, με επί μέρους αιτιάσεις που περιέχονται στο αναιρετήριο, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες, από τους αρ. 8, 11γ' και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Μεταξύ των άλλων, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι δεν οφείλει κανένα ποσό στον αντίδικό του, διότι ο τελευταίος στις 4-4-2001, όταν παρέλαβε, από το γραφείο του, του φακέλους των υποθέσεών του, υπέγραψε το υπό ιδία ημερομηνία έγγραφο στο οποίο δήλωνε ότι παρέλαβε από τον αναιρεσείοντα όλα τα έγγραφα καθώς και ότι δεν έχει άλλη απαίτηση κατ' αυτού.
Ότι η δήλωσή του αυτή, κατ' εκτίμηση των ιστορουμένων στην αίτηση, ενέχει έγκυρη σιωπηρή δήλωση άφεσης χρέους, και ως προς τις επίδικες αξιώσεις του. Με βάση τα ως άνω, υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο της ουσίας 1) αγνόησε τη δήλωση αυτή του ενάγοντος, 2) δεν έλαβε υπόψη το συγκεκριμένο έγγραφο και 3) παραμόρφωσε το περιεχόμενό του με το να δεχτεί ότι "...δεν έχει άλλη απαίτηση" αφορούσε τα έγγραφα και όχι τις λοιπές αξιώσεις του.
Οι αιτιάσεις αυτές, είναι απαράδεκτες και πρέπει να απορριφθούν. Τούτο διότι ο αναιρεσείων δεν ισχυρίζεται, ότι, τον επί της αφέσεως χρέους, αποσβεστικό λόγο της απαίτησης του ενάγοντος προέβαλε παραδεκτώς στο δικαστήριο της ουσίας, ούτε άλλωστε από την επισκόπηση του δικογράφου της έφεσης και των προτάσεών του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκύπτει ότι προβλήθηκε τέτοιος ισχυρισμός και συνακόλουθα δεν θεμελιώνονται οι αποδιδόμενες αναιρετικές πλημμέλειες.
Σημειώνεται εξάλλου ότι, οι υπό στοιχείο 2 και 3 αιτιάσεις είναι απορριπτέες, προεχόντως, διότι αντιφάσκουν μεταξύ τους αφού δεν νοείται δικαστήριο, το μεν να μην έλαβε υπόψη το έγγραφο, το δε να το έλαβε και να παραμόρφωσε το περιεχόμενό του. Οι λοιπές αποδιδόμενες επί μέρους αιτιάσεις, υπό την επίκληση των αρ. 8, 11γ' και 20 της ίδιας πιο πάνω διατάξεως, είναι απαράδεκτες, και διότι οι ισχυρισμοί του, όπως εκτίθενται και φέρονται ως αγνοηθέντες από το δικαστήριο της ουσίας, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προεκτεθείσα έννοια, αλλά το μεν αιτιολογημένες αρνήσεις, το δε, επιχειρήματα που άντλησε ο αναιρεσείων από τα αποδεικτικά στοιχεία, καθώς και νομικά επιχειρήματα, και συνακόλουθα δεν περιέχουν κρίση ως προς την επέλευση ή όχι κάποιας έννομης συνέπειας.
Σε κάθε περίπτωση, όσον αφορά τις υπό στοιχείο 2 αιτιάσεις, είναι αβάσιμες, διότι από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, στην περί πραγμάτων κρίση του, κατέληξε, αφού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε τις ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου μαρτυρικές καταθέσεις και όλα τα νομίμως επικαλούμενα και προσκομιζόμενα, από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται ουδεμία αμφιβολία, αλλ' αντιθέτως καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και αξιολογήθηκαν τα εν λόγω αποδεικτικά στοιχεία. 5.
Ο από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παράβαση των ορισμών του νόμου για τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων ιδρύεται προκειμένου περί αποδεικτικών μέσων τα οποία έχουν ορισμένη από το νόμο αποδεικτική δύναμη και όχι ως προς τα ελευθέρως κατά τον κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔ εκτιμώμενα από το δικαστήριο αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, οι από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ επί μέρους αιτιάσεις της κρινόμενης αίτησης, κατά τις οποίες το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων, και συγκεκριμένα των εγγράφων, είναι απαράδεκτες, αφού από κανένα από τα αποδεικτικά αυτά στοιχεία δεν έχει αυξημένη, έναντι των λοιπών, από το νόμο αποδεικτική δύναμη, αλλά εκτιμώνται ελεύθερα.
Ωσαύτως, και οι λοιπές, αιτιάσεις, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες αποδίδεται η πλημμέλεια ότι το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχτηκε χωρίς απόδειξη πράγματα τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά είναι απορριπτέες ως αβάσιμες, καθόσον το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο αποδεικτικό του συμπέρασμα, όπως πιο πάνω αναφέρθηκε μετά από συνεκτίμηση όλων, των μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομιζόμενων αποδεικτικών στοιχείων (μαρτυρικές καταθέσεις, έγγραφα κ.λπ.). 6.
Από τα άρθρα 552 και 553 § 1 του ΚΠολΔ, κατά τα οποία αναίρεση επιτρέπεται κατά των οριστικών και τελεσιδίκων αποφάσεων των δικαστηρίων της ουσίας για τους αναφερόμενους στα άρθρα 559 και 560 του ιδίου Κώδικα περιοριστικώς λόγους αναιρέσεως, σε συνδυασμό προς το άρθρο 562 § 2 αυτού, κατά το οποίον είναι απαράδεκτος λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, εκτός των αναφερομένων εξαιρέσεων, προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται προβολή ενώπιον του Αρείου Πάγου ενστάσεων που στηρίζονται σε λόγους αποσβεστικούς της επιδίκου απαιτήσεως, είτε αυτοί γεννήθηκαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είτε προϋπήρχαν, αλλά δεν τέθηκαν υπόψη του δικαστηρίου της ουσίας.
Τούτο διότι ο Άρειος Πάγος δικάζει όχι την υπόθεση, αλλά την απόφαση και λαμβάνει ως βάση τη συζήτηση όπως αυτή διεξήχθη ενώπιον του ουσιαστικού δικαστηρίου, χωρίς την παρεμβολή νέων στοιχείων περί των οποίων δεν κλήθηκε να κρίνει τούτο. Η άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως, καθώς και η επ' αυτής δίκη δεν αναβιώνει την εκκρεμοδικία, αφού με το ένδικο μέσο αυτό δεν ανοίγεται νέος βαθμός δικαιοδοσίας, ούτε κρίνεται η ουσία της διαφοράς, αλλά ερευνάται το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αναιρέσεως.
Επομένως, η περιεχόμενη στην κρινόμενη αίτηση, ένσταση περί συμψηφισμού των απαιτήσεων του αναιρεσείοντος, από την αμοιβή του μέχρι την καταγγελία της εντολής από τον αναιρεσίβλητο, την οποία, όπως ο ίδιος υποστηρίζει δεν προέβαλλε στο δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτη και πρέπει να απορριφθεί.
Ενόψει όλων αυτών, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση. Τέλος, η δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσίβλητων, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος του ηττηθέντος αναιρεσείοντα (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης όσον αφορά την αναιρεσίβλητη Ρ. Ε..
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση για την ως άνω αναιρεσίβλητη.
Απορρίπτει την κρινόμενη αίτηση, για την αναίρεση των υπ' αρ. αποφάσεων: 1) 1187/2013 του Εφετείου Θεσσαλονίκης και 2) 32940/2011 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Και
Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντα τη δικαστική δαπάνη του πρώτου των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων εκατό (1.100) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014. Και
Δημοσιεύτηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ