Supreme Court dismisses appeal against lower court ruling on financial transaction validity and damages calculation.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the company's request to overturn the Athens Court of Appeal's decision regarding a securities transaction dispute. The appellant argued the lower court erred in interpreting the law and failed to provide sufficient reasoning for rejecting defenses on partial payment and damages. The court found these appeals inadmissible due to vagueness and lack of clarity in the appellant's submissions, ultimately upholding the lower court's judgment.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court dismisses an appeal when the appellant fails to clearly and fully substantiate their claims regarding legal interpretation or factual findings, rendering the appeal vague and inadmissible.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 956 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 956/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρίας με την επωνυμία "ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΑΕ" (πρώην ΑΛΚΗ ΧΡΗΜΑΤΙΣΤΗΡΙΑΚΗ ΑΕ") που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φραγκάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-9-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3854/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7668/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 19-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 13-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την προσκομιζόμενη υπ' αριθμ. ... έκθεση του δικαστικού επιμελητού Αθηνών ... προκύπτει ότι επίσημο αντίγραφο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, με κλήση προς συζήτηση αυτής κατά την δικάσιμο που σημειώνεται στην αρχή της παρούσας, επιδόθηκε, με επιμέλεια του αναιρεσιβλήτου, νομότυπα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσείουσα (ενεχειρίσθη σε πρόσωπο εντεταλμένο για την παραλαβή δικογράφων). Η αναιρεσείουσα δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου, η συζήτηση όμως θα χωρήσει παρά την απουσία της ( άρθρο 576§2 εδ. γ Κ.Πολ.Δ.).
Η νομική αοριστία της αγωγής ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αριθμ. 1 Κ.Πολ.Δ., αν το δικαστήριο, για την κρίση του ως προς τη νομική βασιμότητα της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος, είτε αρκέσθηκε σε λιγότερα. Η ποσοτική δε αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δε συγκεκριμενοποιούνται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη θεμελίωση του αιτήματος της αγωγής, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 8 ή 14 Κ.Πολ.Δ.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 15 παρ. 1, 16 και 17 παρ. 1 του Ν. 3632/1928, όπως διαμορφώθηκε με το άρθρο 5 του ΑΝ 2341/1940 και το άρθρο 20 του Ν 1806/1988, χρηματιστηριακή συναλλαγή είναι η πώληση και η αγορά χρηματιστηριακών πραγμάτων και κάθε παρεπόμενη δικαιοπραξία, όπως είναι η σύμβαση παραγγελίας χρηματιστηριακής παραγγελίας.
Η τελευταία αυτή σύμβαση έχει ως αντικείμενο αφενός μεν την ανάληψη, από τον παραγγελιοδόχο-χρηματιστή, της υποχρέωσης να εκτελέσει την παραγγελία (εντολή) του πελάτη του- παραγγελέως για αγορά ή πώληση (τοις μετρητοίς) χρηματιστηριακών πραγμάτων, με την κατάρτιση της κύριας χρηματιστηριακής σύμβασης για λογαριασμό του πελάτη, αφετέρου δε την ανάληψη από τον δεύτερο της υποχρέωσης να καταβάλει στον παραγγελιοδόχο την αμοιβή (προμήθεια) για τη διεκπεραίωση της χρηματιστηριακής συναλλαγής.
Κατά το άρθρο 719 ΑΚ, το οποίο έχει εφαρμογή και επί εμπορικής παραγγελίας, ειδικότερη μορφή της οποίας είναι και η χρηματιστηριακή παραγγελία: "Ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να αποδώσει στον εντολέα καθετί που έλαβε για την εκτέλεση της εντολής ή απέκτησε από την εκτέλεσή της". Κατά το άρθρο 914 ΑΚ : "Όποιος ζημειώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει".
Κατά το άρθρο 922 ΑΚ : "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μια υπηρεσία ευθύνεται για τη ζημία που υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Κατά το άρθρο 932 εδ. α' ΑΚ : "Σε περίπτωση αδικοπραξίας, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το δικαστήριο μπορεί να επιδικάσει εύλογη κατά την κρίση του χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης".
Στην προκειμένη περίπτωση, η αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση είχε, κατά το ουσιώδες μέρος της και κατά λέξη ως εξής : "Aνάμεσα σε μένα και την εναγομένη καταρτίσθηκε από το 1996 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, κατά την οποία η τελευταία θα αγόραζε και θα πωλούσε για λογαριασμό μου μετοχές, στην τιμή που θα καθοριζόταν από εμένα έναντι προμήθειας.
Με βάση τη σύμβαση αυτή εγώ αναλαμβάνω την υποχρέωση να παραδίδω στην εναγομένη τους προς πώληση τίτλους (πριν την πώλησή τους), η δε εταιρία με τη σειρά της αναλάμβανε την υποχρέωση να μου παραδίδει τους τίτλους που αγόραζε για μένα ή να μου καταβάλλει το τίμημα από την πώληση των τίτλων, εντός τριημέρου από την κατάρτιση της συναλλαγής.
Αρχικά κατέθεσα στην εναγομένη το ποσό των 16.311.131 δρχ. με σκοπό να αγοράσει μετοχές για λογαριασμό μου. Από το Φεβρουάριο του 1999, η εναγομένη έπαψε να είναι, συνεπής στις συναλλαγές της μαζί μου, με αποκορύφωμα την άρνηση της να μου παραδώσει το τίμημα από την πώληση 6.910 μετοχών της Τράπεζας Πίστεως, που της είχα παραδώσει, παρ' όλες τις επίμονες οχλήσεις μου.
Η εναγομένη, δια των εκπροσώπων και υπαλλήλων της και ιδίως δια του Δ1-διευθυντή του Υποκαταστήματος της εναγομένης στη ..., έβρισκε συνεχώς δικαιολογίες και μετέθετε το χρόνο παράδοσης των χρημάτων ή των νέων μετοχών, που είχε αγοράσει με το τίμημα από την πώληση μετοχών μου, που της είχα παραδώσει. Λίγους μήνες αργότερα, αποκαλύφθηκε το σκάνδαλο, που έλαβε μεγάλη δημοσιότητα στον τύπο και τα άλλα ΜΜΕ, και μαζί με αυτό και το μέγεθος της εις βάρος μου απατηλής και ζημιογόνου συμπεριφοράς της εναγομένης.
Από τον έλεγχο που έκανα προέκυψαν στοιχεία παράνομης συμπεριφοράς της εναγόμενης για τις παρακάτω συναλλαγές, που ειδικότερα αναφέρω και για τις οποίες έχω πλήρη αποδεικτικά στοιχεία. Συγκεκριμένα:: 1) Ενώ κατέβαλα στην εναγομένη για αγορά τίτλων 14.000.000 δρχ.(αριθ. Απ. ...)-υπάρχει και η σχετική κατάθεση μου στην Τράπεζα Πίστεως στις 17.07.97- αυτή όχι μόνο δεν προέβη στην αγορά τίτλων αλλά και δεν μου επέστρεψε τα 14.000.000 δρχ που τις κατέβαλα.
Επιπλέον στις 14.08.97 και στις 27.08.97 στην χρηματιστηριακή καρτέλα της εναγομένης εμφανίζεται υποθετική καταβολή προς εμένα 14.750.476 δρχ. χωρίς ποτέ να έχει γίνει κάτι τέτοιο στην πραγματικότητα. 2) Στις 18.03.98 παρέδωσα προς πώληση στο γραφείο της εναγομένης στη ... 5.000 μετοχές της ΑlΡΗΑ Τράπεζας Πίστεως (αρ. Απόδειξης Παραλαβής τίτλων ...) και υποτίθεται ότι καταβλήθηκε σε μένα το ποσό των 104.786.269 δρχ, χωρίς όμως να μου έχει πράγματι ποτέ καταβληθεί 3) Στις 29.09.98 παρέδωσα προς πώληση στο γραφείο της εναγόμενης στη ...1.500 μετοχές της ALPHA Τράπεζας Πίστεως (αρ.
Απόδειξης Παραλαβής τίτλων ...) και υποτίθεται ότι καταβλήθηκε σε μένα το ποσό των 32.696.471 δρχ, χωρίς και πάλι να μου έχει ποτέ καταβληθεί.. 4) Στις 04.02.99 και στο γραφείο της εναγόμενης στη ... παρέδωσα προς πώληση 6.910 μετοχές της ΑLΡΗΑ Τράπεζας Πίστεως (αρ. Απόδειξης Παραλαβής τίτλων ...), για τις οποίες η εταιρεία ισχυριζόταν ότι μου κατέβαλε το ποσό των 247.452.634 δρχ, ενώ και πάλι ουδέποτε μου κατέβαλε ταχρήματα αυτά.
Πιο συγκεκριμένα, ενώ φαινόταν στις καταστάσεις της εναγομένης ότι μου είχε καταβάλει τα ανωτέρω ποσά, στην πραγματικότητα δεν είχα εισπράξει ούτε δραχμή. Όπως αναλυτικότερα αναφέρεται και πιο κάτω, τα χρήματα αυτά τα ιδιοποιήθηκε παράνομα ο Δ1, που ήταν υπάλληλος της εναγομένης και, πιο συγκεκριμένα, διευθυντής του Υποκαταστήματος της στη ..., στην κατοχή του οποίου βρίσκονταν και έτσι έγιναν αντικείμενο υπεξαίρεσης.
Από τις παραπάνω συναλλαγές η εναγομένη δεν μου κατέβαλε συνολικά το ποσό των 398.935.374 δρχ., όπως είχε υποχρέωση. Η εναγομένη ευθύνεται τόσο για το δικό της πταίσμα, όσο και για το πταίσμα των υπαλλήλων που χρησιμοποιεί κατά την εκπλήρωση των υποχρεώσεών της στο πλαίσιο της συμβατικής της σχέσης μαζί μου.
Επιπλέον ευθύνεται και ως προστήσασα τον υπάλληλό της, τον Δ1, για τη ζημία που ο προστηθείς από αυτήν προξένησε παρανόμως, κατά την υπηρεσία του, στην περιουσία μου λόγω αδικοπραξίας. Η εναγομένη αθέτησε τις υποχρεώσεις της προς εμένα που απορρέουν από τη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας..... Η συμπεριφορά της εναγομένη μου προκάλεσε....
και σοβαρή ηθική βλάβη, δεδομένου ότι τα χρήματα και τις μετοχές που της εμπιστεύθηκα ήταν προϊόν της εργασίας μου, ανέρχονταν δε σε υψηλό χρηματικό ποσό, η απώλεια του οποίου μου προκάλεσε... σοβαρό ψυχικό κάματο και θλίψη....Για την αποκατάσταση της ηθικής μου βλάβης, εύλογο είναι το ποσόν των 100.000.000 δρχ.... ".
Με το περιεχόμενο αυτό η αγωγή είναι επαρκώς ορισμένη τόσο κατά την εκ συμβάσεως όσο και κατά την εξ αδικοπραξίας βάση της, αφού διαλαμβάνονται σ' αυτή όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία -αληθή υποτιθέμενα- συγκροτούν το πραγματικό των προαναφερομένων διατάξεων και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά της εναγομένης. Εξάλλου, οι ιδιαίτερες περιστάσεις, με βάση τις οποίες καθορίζεται το ύψος της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης (η φύση και το είδος της προσβολής που φέρεται ότι έγινε δια του αδικήματος στον ενάγοντα , η ψυχική ταλαιπωρία που αυτό του προκάλεσε, η ένταση του δόλου του υπαιτίου φυσικού προσώπου -προστηθέντος από την αναιρεσείουσα- και η οικονομική και κοινωνική κατάσταση των μερών) δεν διαλαμβάνονται μεν συγκεντρωτικώς σε ειδικό αγωγικό κεφάλαιο, προκύπτουν όμως σαφώς από το όλο περιεχόμενο της αγωγής. Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου ( εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ.), με τον οποίο ψέγεται το Εφετείο ότι παρά τον νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως αόριστη.
Από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ συνάγεται ότι ο προστήσας ευθύνεται για τις ζημίες που προξένησε ο προστηθείς σε τρίτον, όχι μόνο κατά την εκτέλεση της ανατεθείσης σ' αυτόν υπηρεσίας, αλλά και κατά κατάχρηση της υπηρεσίας του, η οποία υφίσταται, όταν η ζημιογόνος πράξη τελέσθηκε εντός των ορίων των καθηκόντων που ανατέθηκαν στον προστηθέντα ή επ' ευκαιρία ή εξ αφορμής της υπηρεσίας, αλλά κατά παράβαση των εντολών και οδηγιών που δόθηκαν σ' αυτόν ή καθ' υπέρβαση των καθηκόντων του, εφόσον μεταξύ της ζημιογόνου ενεργείας του προστηθέντος και της υπηρεσίας που ανατέθηκε σ' αυτόν υπάρχει εσωτερική συνάφεια. Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ, ιδρύονται, αντιστοίχως, λόγοι αναιρέσεως, αν παραβιάσθηκαν κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, ιδίως δε αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, τα ακόλουθα: "Ο εφεσίβλητος (σημ. δηλ. ο νυν αναιρεσίβλητος), στο πλαίσιο της επιχειρηματικής δραστηριότητάς του και με σκοπό την επένδυση κεφαλαίων του μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών [ΧΑΑ], απευθύνθηκε στην εκκαλούσα χρηματιστηριακή εταιρεία, με την οποία συνήψε από το έτος 1996 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, σύμφωνα με την οποία η τελευταία θα αγόραζε και θα πωλούσε για λογαριασμό του [εφεσίβλητου] μετοχές στην τιμή που θα καθοριζόταν από αυτόν, έναντι προμηθείας.
Η εκκαλούσα χρηματιστηριακή εταιρεία, η οποία είναι μέλος του Χ.Α.Α. και εδρεύει στην Αθήνα, ίδρυσε και έθεσε σε λειτουργία δύο υποκαταστήματα στη ..., στο ένα από τα οποία .... τοποθέτησε υπεύθυνο και διευθυντή, δυνάμει της από 2-12-1994 συμβάσεως, τον Δ1, στον οποίο ανέθεσε την πλήρη αντιπροσωπευτική εξουσία της [εκκαλούσας] στη ..., την πρωτοβουλία δράσεως και τον έλεγχο σχετικά με τις χρηματιστηριακές πράξεις που γίνονταν από το υποκατάστημα.
Ο άνω υπάλληλος τελούσε κατά τη σύμβαση υπό τις γενικές οδηγίες και εντολές της προστήσασας αυτόν εκκαλούσας ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, υποκείμενος στον έλεγχο του Διοικητικού Συμβουλίου της εταιρείας στο οποίο και λογοδοτούσε για τη διαχείριση των υποθέσεών της, υποχρεούμενος σε συμμόρφωση προς τον Κανονισμό Λειτουργίας του υποκαταστήματος.
Σύμφωνα με τον εν λόγω κανονισμό [άρθρο 5] και κατά τα αναφερόμενα στις πρωτόδικες προτάσεις της εκκαλούσας, ο Δ1 ορίσθηκε αντικρυστής της εταιρείας και του παρασχέθηκε η εξουσία να εκπροσωπεί αυτήν κατά την σύναψη των συμβάσεων χρηματιστηριακής παραγγελίας με τους επενδυτές-πελάτες, αλλά και έναντι του Χ.Α.Α, να εισπράττει χρηματικά ποσά σχετικά με τις επενδυτικές εντολές, να παραλαμβάνει τίτλους από τους πελάτες, να αποδίδει σ' αυτούς χρηματικά ποσά ή τίτλους και σχετικές αποδείξεις που θα έφεραν την επωνυμία της εναγομένης με δικαίωμα υπογραφής κάτω από την επωνυμία της εναγομένης εταιρείας.
Αρχικά η συνεργασία των διαδίκων ήταν ομαλή, πλην όμως από τα μέσα του έτους 1997 σταμάτησε η εκκαλούσα να τον ενημερώνει λεπτομερώς, όπως στο παρελθόν, για την κίνηση των κεφαλαίων του, μη αποστέλλοντάς του τα πινακίδια εκτελέσεως των εντολών του, παρά μόνο τον διαβεβαίωνε δια του ως άνω Διευθυντή του υποκαταστήματός της ότι εκτελούνταν οι εντολές του και δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας, από τον Φεβρουάριο όμως του 1999 και εντεύθεν σταμάτησε εντελώς την ενημέρωσή του.
Αργότερα, και συγκεκριμένα τον Ιούνιο του 1999 αποκαλύφθηκε η διάπραξη υπεξαιρέσεως, μεταξύ άλλων, και των χρημάτων του εφεσίβλητου από τον παραπάνω υπάλληλο της εκκαλούσας Δ1 επ' ευκαιρία της διεκπεραιώσεως των ανατεθέντων σ' αυτόν καθηκόντων, ο οποίος λόγω της εργασιακής σχέσεως που τον συνέδεε με την εκκαλούσα, όπως και παραπάνω αναφέρθηκε, τελούσε σε σχέση προστήσεως μ' αυτήν.
Στη συνέχεια ο εφεσίβλητος, μετά από έρευνα που πραγματοποίησε, διαπίστωσε την παρακράτηση των παρακάτω χρηματικών ποσών από τον εν λόγω υπάλληλο της εκκαλούσας, τα οποία αυτή αρνείται να του καταβάλει. Συγκεκριμένα ο εφεσίβλητος στις 17/7/1997 είχε καταβάλει στην τελευταία το ποσόν των 14.000.000 δραχμών με ανάλογη κατάθεση στην Τράπεζα Πίστεως με εντολή αγοράς από αυτήν τίτλων, το οποίο, αν και εισπράχθηκε, υπεξαιρέθηκε από τον Δ1 χωρίς αυτός να προβεί στην αγορά τίτλων .......
Στις 18/3/1998 ο εφεσίβλητος παρέδωσε στο υποκατάστημα της εκκαλούσας στη ..., προς πώληση 5000 μετοχές της ΑΛΦΑ Τράπεζας Πίστεως ΑΕ ... οι οποίες, ενώ πωλήθηκαν αυθημερόν, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... πινακίδιο εκτελέσεως εντολής, έναντι των κατωτέρω αναφερομένων τιμών και το τίμημα αυτών συνολικού ποσού 104.786.269 δραχμών, όπως προκύπτει από την χρηματιστηριακή καρτέλα της εκκαλούσας, φέρεται ότι καταβλήθηκε στον εφεσίβλητο στις 18-3-1998, στην πραγματικότητα υπεξαιρέθηκε από τον παραπάνω υπάλληλό της.
Ειδικότερα πωλήθηκαν 1290 μετοχές προς 20.800 δραχμές εκάστη, 350 μετοχές προς 20.800 δραχμές εκάστη, 1920 μετοχές προς 21.000 δραχμές εκάστη, 80 μετοχές προς 21000 δραχμές εκάστη, 860 μετοχές προς 21420 δραχμές εκάστη και 500 μετοχές προς 21420 δραχμές εκάστη. Στις 29-9-1998 ο εφεσίβλητος παρέδωσε προς πώληση στο ίδιο υποκατάστημα της εκκαλούσας 1500 μετοχές της ίδιας παραπάνω Τράπεζας, ....
οι οποίες πωλήθηκαν αυθημερόν, έναντι των παρακάτω αναφερομένων τιμών, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... πινακίδιο εκτελέσεως εντολής, και ενώ το τίμημα αυτών συνολικού ποσού 32.696.471 δραχμών φέρεται ότι καταβλήθηκε στον εφεσίβλητο στις 28-9-1998, στην πραγματικότητα υπεξαιρέθηκε από τον ίδιο ως άνω υπάλληλο της [εκκαλούσας].
Ειδικότερα πωλήθηκαν 510 μετοχές προς 22000 δραχμές εκάστη, 330 μετοχές προς 22005 δραχμές εκάστη, 610 μετοχές προς 22010δρχ. εκάστη και 50 μετοχές προς 22015 δρχ. εκάστη. Στις 4-2-1999 παρέδωσε ο εφεσίβλητος προς πώληση στο υποκατάστημα της εκκαλούσας 6910 μετοχές της ίδιας ως άνω Τράπεζας .... οι οποίες πωλήθηκαν έναντι των παρακάτω αναφερομένων τιμών, όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ....
και ...πινακίδια εκτελέσεως εντολής, και ενώ το τίμημα αυτών, συνολικού ποσού 49.933.880 και 197.513.090 δραχμών αντίστοιχα, φέρεται ότι καταβλήθηκε στον εφεσίβλητο στις 2-2-1999 και 5-2-1999 αντίστοιχα, στην πραγματικότητα υπεξαιρέθηκε από τον ίδιο παραπάνω υπάλληλο της εκκαλούσας. Ειδικότερα πωλήθηκαν 1000 μετοχές της ίδιας ως άνω Τράπεζας προς 36.550 δραχμές εκάστη, 410 μετοχές προς 36.700 δραχμές εκάστη, 2000 μετοχές προς 36.870 δραχμές εκάστη και 2000 μετοχές προς 36.995 δραχμές εκάστη.
Έτσι, το σύνολο του υπεξαιρεθέντος από τον προστηθέντα υπάλληλο της εκκαλούσας Δ1 ποσού ανήλθε σε 398.935.374 δραχμές και ήδη το ισάξιο του των 1.170.756,78 ευρώ, αφού ο υπάλληλος αυτός εκδήλωσε αμέσως πρόθεση παρανόμου ιδιοποιήσεως του τιμήματος πωλήσεως των άνω μετοχών, το οποίο μετά την είσπραξή του καρπώθηκε παράνομα και το ενσωμάτωσε στην περιουσία του, αντί να το αποδώσει όπως είχε υποχρέωση στον εφεσίβλητο.
Για τις ως άνω παράνομες και υπαίτιες πράξεις του ως άνω υπαλλήλου της υπέχει, ανεξάρτητα από τη συμβατική ευθύνη της με βάση τη σύμβαση χρηματιστηριακής παραγγελίας [εντολής], και αντικειμενική ευθύνη η εκκαλούσα εταιρεία ως προστήσασα αυτόν, καθόσον, δυνάμει της εργασιακής σχέσεως που τους συνέδεε, τον χρησιμοποιούσε στην υπηρεσία της για τη διεκπεραίωση των χρηματιστηριακών συναλλαγών της με τρίτους, και συνεπώς υποχρεούται σε αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη ο εφεσίβλητος από την εις βάρος του τελεσθείσα αδικοπραξία από τον εν λόγω υπάλληλό της".
Στη συνέχεια το Εφετείο απέρριψε την περί παραγραφής ένσταση της αναιρεσείουσας εταιρείας, δεχόμενο ως βάσιμη την αντένσταση του αναιρεσιβλήτου περί αναστολής της παραγραφής (κατά τα άρθρα 255, 257 ΑΚ) με τις ακόλουθες σκέψεις: "Η θεμελιούμενη στην παραπάνω διάταξη του άρθρου 15 παρ. 6 του ν. 3632/1928 ένσταση παραγραφής προαποδεικνύεται και ουσιαστικά βάσιμη, πλην όμως ο εφεσίβλητος, απαντώντας στην περί παραγραφής ένσταση της εκκαλούσας, προέβαλε την νόμιμη αντένσταση περί αναστολής της παραγραφής [άρθρα 255, 257 ΑΚ], διότι οι νόμιμοι εκπρόσωποι της [εκκαλούσας], κατά το τελευταίο εξάμηνο του χρόνου της παραγραφής και συγκεκριμένα από αρχές Δεκεμβρίου 1999, τον απέτρεψαν με δόλο να ασκήσει την ένδικη αξίωσή του.
Από τα ίδια δε παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά σχετικά με την ουσιαστική βασιμότητα του ισχυρισμού αυτού: Από τις αρχές Δεκεμβρίου 1999 η εφεσίβλητη δια των νομίμων εκπροσώπων της προήλθε σε διαπραγματεύσεις με τον εφεσίβλητο, εκπροσωπούμενο από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ιάσωνα Δούμπη, με σκοπό την εξώδικη επίλυση της διαφοράς τους, χωρίς όμως πραγματική πρόθεση της εκκαλούσας για συμβιβασμό, αλλά με σκοπό να τον παρεμποδίσει με την παρέλευση του χρόνου, από την άσκηση, προ της παραγραφής, της ενδίκου αξιώσεώς του.
Τούτο δε διότι, μετά από συζητήσεις και ανταλλαγή αλληλογραφίας, συνετάγη ένα σχέδιο ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των διαδίκων, όπου η εκκαλούσα αναγνώριζε την οφειλή της προς τον εφεσίβλητο, ύψους 284.000.000 δραχμών, από το οποίο, κατόπιν συμβιβασμού, θα κατέβαλε το ποσό των 170.000.000 δραχμών τον Ιανουάριο του 1999 αρχικά, και στη συνέχεια κατόπιν αιτήματός της, μετατέθηκε ο χρόνος καταβολής στις 4-4-2000, προφασιζόμενη ότι έπρεπε να προηγηθεί οικονομικός έλεγχος από διεθνή ελεγκτικό οίκο, για τον οποίο [έλεγχο], παρά τις συνεχείς τηλεφωνικές επικοινωνίες, δεν διευκρίνιζε αν πραγματοποιήθηκε, ενώ με διάφορες δικαιολογίες επεδίωκε την αναβολή της υπογραφής του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού, δεδομένου μάλιστα ότι οι εκκρεμότητες που υπήρχαν σχετικά με διακανονισμό των οφειλών άλλων εντολέων της -πελατών- που συμφώνησαν σε εξώδικο συμβιβασμό είχαν διεκπεραιωθεί μέχρι τέλους Δεκεμβρίου 1999, ημερομηνία κατά την οποία είχαν ήδη γίνει γνωστά και τα πρόσωπα με τα οποία είχε συνάψει ο Δ1 προσωπικές παραχρηματιστηριακές συναλλαγές καθ' υπέρβαση της δοθείσας σ' αυτόν εξουσίας, χωρίς να περιλαμβάνεται στα πρόσωπα αυτά και ο εφεσίβλητος.
Την ως άνω τακτική των αναβολών συνέχισε η εκκαλούσα εταιρεία μέχρι την 4-4-2000, οπότε και διέκοψε, χωρίς αιτιολογία κάθε επαφή και επικοινωνία με τον εφεσίβλητο και τον δικηγόρο του.
Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφασή του στην ίδια κρίση κατέληξε, κάνοντας δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν την αντένσταση περί αναστολής της παραγραφής, δεν έσφαλε".
Με τις παραδοχές αυτές, το ουσιαστικό δικαστήριο διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικώς τόσο με τους λόγους ευθύνης της αναιρεσείουσας εταιρείας, ως προστήσασας το ζημιώσαν τον αναιρεσίβλητο πρόσωπο, όσο και με την βασιμότητα της αντενστάσεως περί αναστολής της παραγραφής, που είχε προτείνει η αναιρεσείουσα. Καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, οι οποίες ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου παραβιάσθηκαν. Επομένως, είναι αβάσιμοι οι έκτος και πέμπτος λόγοι (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα.
Με τον τέταρτο λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ) αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "εσφαλμένη ερμηνεία του νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 298 ΑΚ, καθώς και έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας ως προς το ζήτημα του υπολογισμού της ζημίας και της μη αφαίρεσης των καταβληθέντων από τον Δ1 στον αντίδικο".
Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον σχετικό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, χωρίς να προβεί σε ερμηνεία της ανωτέρω ουσιαστικής διατάξεως και σε παραδοχή ότι η καταβολή υπό του Δ1, ως ενός εκ των εις ολόκληρον συνοφειλετών, μέρους του ενδίκου χρέους δεν επέφερε αντίστοιχη μείωση της ζημίας του αναιρεσιβλήτου (δανειστού), αλλά με την παραδοχή ότι η αναιρεσείουσα δεν εξέθετε "με σαφήνεια και πληρότητα", ότι οι επικαλούμενες καταβολές χρημάτων έγιναν προς εξόφληση του ενδίκου χρέους.
Με τον τρίτο λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ), αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι την περί (μερικής) εξοφλήσεως του ενδίκου χρέους ένσταση της αναιρεσείουσας απέρριψε με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, δεχθέν αφενός μεν ότι οι επιταγές και οι αποδείξεις είσπραξής τους δεν έφεραν την υπογραφή του αναιρεσιβλήτου, αφετέρου δε "ότι ο αντίδικος είχε εξουσιοδοτήσει εγγράφως τον Δ1 να υπογράφει για λογαριασμό και στο όνομά του".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, καθόσον δεν διευκρινίζεται αν με τη σχετική περί εξοφλήσεως ένσταση η αναιρεσείουσα ισχυρίζετο ότι η άνω υπογραφή είχε τεθεί από τον αναιρεσίβλητο ιδιοχείρως ή από τον εκ μέρους αυτού εξουσιοδοτημένο Δ1. Με τον δεύτερο λόγο (εκ του άρθρου 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ) αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο κρίσιμου αποδεικτικού εγγράφου και δη της "χρηματικής καρτέλας" του αναιρεσιβλήτου, αφού, αν και από αυτή (καρτέλα) δεν προκύπτει καταβολή του τιμήματος πωλήσεως των μετοχών, εντούτοις το Εφετείο δέχθηκε ότι, όπως προκύπτει από την ως άνω καρτέλα, το εν λόγω τίμημα φέρεται ως καταβληθέν στο αναιρεσίβλητο και μάλιστα σε χρόνο προγενέστερο από εκείνον κατά τον οποίο πράγματι αυτό καταβλήθηκε.
Ο λόγος αυτός ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος, καθόσον, ενόψει και της παραδοχής του Εφετείου ότι το φερόμενο ως καταβληθέν τίμημα υπεξαιρέθηκε από τον Δ1, δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο το επιζήμιο για την αναιρεσείουσα συμπέρασμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο από την αποδιδόμενη σ' αυτό παραμόρφωση του άνω εγγράφου.
Κατόπιν τούτων η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 19-4-2007 αίτηση της εταιρίας "Αλκή Χρηματιστηριακή Ανώνυμη Εταιρία Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών ΑΕ" για αναίρεση της 7668/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στα χίλια οχτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 24 Φεβρουαρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ