Legislator Giurisprudenza & Legislazione
955/2025 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against tax collection finality in bankruptcy proceedings, upholding lower court's rejection of appeal.

Numero d'incarto 955/2025
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Olympias Airlines against the Third Instance Court's decision rejecting the State's tax collection appeal. The court held that the finality of tax claims in bankruptcy proceedings does not require a prior public announcement of the debt to the debtor. Consequently, the appeal was deemed baseless as it relied on the erroneous premise that such an announcement is a mandatory condition for the validity of tax enforcement actions.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 2, 85, 559 of the Code of Civil Procedure; Articles 2, 85 of the Enforcement Code: The finality of tax claims in bankruptcy proceedings does not require a prior public announcement of the debt to the debtor, and the absence of such announcement does not invalidate the tax enforcement actions.

Parole chiave

Generato dall'IA
bankruptcy proceedings tax collection finality public announcement requirement enforcement code provisions civil procedure appeal state revenue enforcement validity of tax claims ritiro della domanda di esecuzione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 number 3 of the Code of Civil Procedure
Article 2 paragraph 2 of Law 356/1974 Enforcement Code
Article 85 paragraph 4 of the new Enforcement Code Law 4978/2022
Articles 106, 176, 183, 189 number 1, 191 number 2 of the Code of Civil Procedure
Articles 22 paragraph 1 and 3 of Law 3693/1957
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 955 / 2025 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 955/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Δέσποινα Βασιλοδημητράκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γ. Φ., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ ΑΕ", τελούσας υπό εκκαθάριση, που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από την Ειδική Εκκαθαρίστρια Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Καράμπελα με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από τον Διοικητή της Ανεξάρτητης Αρχής Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και στην προκειμένη περίπτωση και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Πειραιώς, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Όλγα Παπαχρήστου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/9/2016 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4576/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 622/2021 του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 21/3/2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα, κατά την τακτική διαδικασία, υπ' αριθμ. 622/2021 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, που απέρριψε την έφεση της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 4576/2017 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, με την οποία είχε απορριφθεί η ανακοπή της αναιρεσείουσας για την ακύρωση των από 28-9-2016 δύο Πράξεων Ταμειακής Βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Πειραιώς. Η αίτηση αναίρεσης, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 αριθμ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του Ν.Δ. 356/1974 "Κώδικας Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε.)", όπως το ΝΔ αυτό ίσχυε κατά τον χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης ταμειακής βεβαίωσης και εφαρμόζεται στην κρινόμενη περίπτωση κατά το άρθρο 85 παρ. 4 του νέου ΚΕΔΕ (Ν. 4978/7-10-2022), που τον κατήργησε, νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:

α) Η βεβαίωση κατά τον νόμο και ο προσδιορισμός από τις αρμόδιες διοικητικές ή άλλες αρχές του εισπρακτέου ποσού, του είδους του εσόδου και της αιτίας για την οποία αυτό οφείλεται, δηλαδή η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού σε βάρος διοικουμένου με δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, β) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή και γ) τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Περαιτέρω, κατά μεν το άρθρο 73 παρ. 1 του ιδίου Ν.Δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ` ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ` ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ` όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου", κατά δε το άρθρο 4 παρ. 1 του ιδίου Ν.Δ., όπως αυτό ίσχυε κατά τον ανωτέρω κρίσιμο χρόνο, "1.

Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, καθώς και των δημοσίων εσόδων της περίπτωσης β` της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος Κώδικα, μετά την καταχώριση του χρέους ως δημοσίου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παράγραφος 3, η Φορολογική Διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία, είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα είτε την κοινοποιεί σε αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 5 του ν. 4174/2013.

Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος.", κατά δε τις παραγράφους 2 και 3 του ιδίου άρθρου "2.

Η κατά την προηγούμενην παράγραφον κοινοποιουμένη ατομική ειδοποίησις δεν εξομοιούται προς την επιταγήν προς πληρωμήν..3. Η παράλειψης αποστολής της κατά την παράγραφον 1 του παρόντος άρθρου ειδοποιήσεως ουδεμίαν ασκεί επίδρασιν επί του κύρους των κατά του οφειλέτου λαμβανομένων αναγκαστικών μέτρων.".

Εξάλλου, κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 4 του Κώδικα Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε., ν.δ. 356/1974, Α' 90), 217, 224 παρ. 1 και 3, 225, 228 του ν. 2717/1999 (Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, Α' 97) και 20 παρ. 1 του Συντάγματος και όπως έχει ήδη κριθεί, η ατομική ειδοποίηση ακολουθεί τη νομότυπη ταμειακή βεβαίωση του ποσού του χρέους του οφειλέτη του Δημοσίου και αποσκοπεί στο να γνωστοποιηθεί στον οφειλέτη το χρέος του και η αιτία του, ούτως ώστε να δυνηθεί αυτός να στραφεί με τα ένδικα μέσα που προβλέπει ο Κώδικας Διοικητικής Δικονομίας, (ανακοπή και αναστολή εκτέλεσης), κατά της πράξης ταμειακής βεβαίωσης ή να προβεί σε ρύθμιση του χρέους του.

Δεδομένου τούτου και του ότι η διάταξη του άρθρου 4 παρ. 3 του Κ.Ε.Δ.Ε., (ν.δ. 356/1974), πρέπει να ερμηνεύεται σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, η μη περιέλευση ή η καθυστερημένη περιέλευση της ατομικής ειδοπoίησης στον οφειλέτη, η οποία θα είχε ως αποτέλεσμα να απωλέσει ο τελευταίος στάδιο δικονομικής προστασίας πριν από τη λήψη συγκεκριμένου μέτρου εκτέλεσης, όπως η κατάσχεση κινητών ή ακινήτων του, οδηγεί σε ακύρωση της πράξης αυτής εκτέλεσης, εφόσον ο οφειλέτης επικαλεσθεί το γεγονός αυτό της μη περιέλευσης ή της μη έγκαιρης περιέλευσης σ' αυτόν της ατομικής ειδοποίησης (ΣτΕ 1864/ 2018, 1074/2017).

Αν δεν υπάρχει ο από το άρθρο 2 του ΚΕΔΕ προβλεπόμενος νόμιμος τίτλος ή αυτός είναι άκυρος, τότε δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη η διοικητική εκτέλεση. Η απόδειξη της ύπαρξης του νόμιμου τίτλου βαρύνει εκείνον που επισπεύδει τη διοικητική εκτέλεση, ο οποίος οφείλει να αποδείξει στη δίκη των άρθρων 73 επ.

ΚΕΔΕ τη νόμιμη συγκρότηση των εγγράφων, που θεμελιώνουν τον τίτλο (νομιμότητα της διαδικασίας διοικητικής και ταμειακής βεβαίωσης της οφειλής) καθώς και ότι από τα έγγραφα αυτά αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βέβαιη, εκκαθαρισμένη και ληξιπρόθεσμη απαίτηση, δηλαδή τη συνδρομή των προϋποθέσεων για την κίνηση της διοικητικής εκτέλεσης (άρθρα 1, 2, 5, και 7 ΚΕΔΕ) (ΑΠ 780/2023, ΑΠ 488/2017).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 55 του Π.Δ. 16/1989 "Κανονισμός λειτουργίας Δ.Ο.Υ.": "Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α) ..., ε). Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες", ενώ κατά τη διάταξη του άρθρου 61 του ιδίου Π.Δ. "η βεβαίωση πραγματοποιείται με την καταχώριση των στοιχείων του τίτλου είσπραξης στις αντίστοιχες ενδείξεις των στηλών του διπλότυπου βιβλίου παραλαβής και βεβαίωσης εισπρακτέων εσόδων, από το οποίο παίρνει τον αύξοντα αριθμό και τη χρονολογία, η οποία είναι και της βεβαίωσης".

Από το συνδυασμό όλων των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου", όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ` αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθ`ου (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, της οποίας το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Επίσης, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ νόμιμο τίτλο αποτελεί η πράξη καταλογισμού χρηματικού ποσού εις βάρος διοικουμένου, που εντοπίζεται σε δημόσιο έγγραφο, το οποίο εκδίδεται από την αρμόδια αρχή και ενσωματώνει την ατομική διοικητική πράξη, από αυτόν δε τον τίτλο, με τη συνδρομή των δημοσίων ή ιδιωτικών εγγράφων, που τον συνοδεύουν, αποδεικνύεται ή πιθανολογείται βεβαία και εκκαθαρισμένη απαίτηση.

Στο νόμιμο τίτλο πρέπει να αναφέρεται η ακριβής αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος.

Τούτο δε, διότι με βάση τον "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους. Η ανάγκη αυτή καθίσταται εντονότερη, όταν ο ουσιαστικός καθορισμός του χρέους δεν έγινε από το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας), αλλά από τρίτο πρόσωπο, όπως είναι ο αρχικός δανειστής, προς τον οποίο το Δημόσιο είχε παράσχει εγγύηση και στη θέση του οποίου αυτό υποκαταστάθηκε, λόγω μη εξόφλησης του δανείου από τον οφειλέτη, αναλόγως δε και στην περίπτωση που το Δημόσιο ενεργεί ως εκδοχέας απαιτήσεων.

Από τη βεβαίωση, ως νόμιμο τίτλο είσπραξης (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, ώστε να συνιστά αυτή τίτλο εκτέλεσης. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαίωσης στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσης με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής, ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στην ως άνω διάταξη στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν άσκησης ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, αλλά μόνο με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.

σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη του Δημοσίου, δηλαδή, αν και εφόσον η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξης, ιδίως λόγω της ύπαρξης περισσοτέρων χρεών με διαφορετικές το καθένα συνέπειες για τον οφειλέτη.

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης, τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 175/2024, ΑΠ 780/ 2023, ΑΠ 824/2022, ΑΠ 667/2021, ΑΠ 1405/2021, ΑΠ 1519/ 2018).

'Όπως δε συνάγεται από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 5, 6 παρ. 1 και 2 και 7 του Κ.Ε.Δ.Ε., συνάγεται ότι απαραίτητη προϋπόθεση για την επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, οι οποίες συνιστούν κύρωση λόγω της μη εμπρόθεσμης εξόφλησης βεβαιωμένου χρέους προς το Δημόσιο, είναι να έχει καταστεί το χρέος ληξιπρόθεσμο κατά την έννοια του άρθρου 5 του Κ.Ε.Δ.Ε., ήτοι όχι μόνο να είναι ληξιπρόθεσμο και απαιτητό κατά το ουσιαστικό δίκαιο, αλλά να έχει περιέλθει στο δημόσιο ταμείο και να έχει βεβαιωθεί ταμειακώς σ' αυτό, καθώς και να έχει παρέλθει η προβλεπόμενη στο εν λόγω άρθρο 5 προθεσμία, μετά την συμπλήρωση της οποίας η απαίτηση αυτή μπορεί να εισπραχθεί με διοικητική εκτέλεση. Αναγκαστικά μέτρα δε της διοικητικής εκτέλεσης αποτελούν σύμφωνα με το άρθρο 9 του ΚΕΔΕ 1) η κατάσχεση κινητών, είτε στα χέρια του οφειλέτη είτε κινητών και απαιτήσεών του εν γένει, στα χέρια τρίτου και 2) η κατάσχεση ακινήτων, της οποίας έπεται ο αναγκαστικός πλειστηριασμός. Η ταμειακή όμως βεβαίωση της οφειλής (που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης) αποτελεί το νόμιμο τίτλο υπό στενή εννοία για την είσπραξη των απαιτήσεων, καθώς και την επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής (ΣτΕ 2279/2017, 311/2016, 2378/2015, 1874/2015).

Προσέτι σύμφωνα με την παράγραφο 14 του άρθρου 14Α του Ν. 3429/2005 (ειδική εκκαθάριση δημοσίων επιχειρήσεων), όπως το έβδομο εδάφιο αυτής προστέθηκε με το άρθρο 50 παρ. 3 του Ν. 4313/2014 (ΦΕΚ Α 261/17.12.2014) "Ο εκκαθαριστής, εντός δεκαπέντε ημερών από τη μεταβίβαση του ενεργητικού κατά τα προαναφερόμενα, υποχρεούται να δημοσιεύσει σε δύο ημερήσιες εφημερίδες, μία αθηναϊκή και μία της πρωτεύουσας του νομού της καταστατικής έδρας της επιχείρησης, πρόσκληση αναγγελίας απαιτήσεων προς ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών.

Ειδική πρόσκληση απευθύνεται ατομικώς στους γνωστούς πιστωτές, το περιεχόμενο της οποίας έχει όπως ορίζεται στο άρθρο 40 παρ. 2 του Κανονισμού 1346/2000 "Περί των διαδικασιών αφερεγγυότητας". Σχετικώς εφαρμόζονται και τα άρθρα 41 και 42 του Κανονισμού αυτού. Η πρόσκληση μπορεί να γίνει και αμέσως μετά τη θέση της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση.

Οι δανειστές, εντός ενός μηνός από τη δημοσίευση της πρόσκλησης, έχουν δικαίωμα να αναγγείλουν τις απαιτήσεις τους. Στη συνέχεια ο εκκαθαριστής συντάσσει πίνακα κατάταξης, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 975 έως 979 και 1007 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας, εντός δεκαπέντε ημερών από τη λήξη της παραπάνω προθεσμίας αναγγελίας.

Η πρόσκληση για αναγγελία των απαιτήσεων του Δημοσίου επιδίδεται στον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και η προθεσμία του ενός μηνός προς αναγγελία των απαιτήσεων του αρχίζει από την επίδοση της πρόσκλησης.", σύμφωνα δε με την παράγραφο 20 του ιδίου άρθρου, όπως είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 120 Ν. 4070/2012 (ΦΕΚ Α 82) και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 119 παρ. 2 του Ν. 4199/2013 (ΦΕΚ Α 216/11.10.2013), το οποίο ισχύει από την ψήφιση του νόμου αυτού (1.10.2013) "Από τη δημοσίευση της απόφασης του Εφετείου περί θέσης της επιχείρησης σε ειδική εκκαθάριση και μέχρι την ολοκλήρωση της εκκαθάρισης, απαγορεύεται κάθε μέτρο, εκκρεμές ή όχι, ατομικής ή συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της επιχείρησης και η λήψη ασφαλιστικών μέτρων εναντίον της.

Η απαγόρευση αφορά τα χρέη της υπό ειδική εκκαθάριση επιχείρησης που δημιουργήθηκαν πριν όσο και εκείνα που δημιουργούνται μετά την έκδοση της απόφασης του Εφετείου. Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται και στις επιχειρήσεις που τελούν υπό ειδική εκκαθάριση κατά την ημερομηνία δημοσίευσης της στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.".

Κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός υπάρχει, όταν εχώρησε ψευδής ερμηνεία ή κακή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου. Εσφαλμένη, κατ' ακρίβεια, εφαρμογή υπάρχει, όταν αποδόθηκε μεν στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, ορθά, η έννοια του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, στη συνέχεια, όμως, δεν εφαρμόστηκε ο ίδιος στην κρινόμενη περίπτωση, αν και τα περιστατικά που δέχτηκε, (ανέλεγκτα), ο δικαστής της ουσίας υπάγονταν στον κανόνα αυτό ή αντίστροφα, εφαρμόστηκε ο κανόνας αυτός, αν και τα περιστατικά δεν υπάγονταν σ' αυτόν (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 4/2006, ΑΠ 1706/2014, ΑΠ 159/2004).

Ειδικότερα, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσία (ΟλΑΠ 3/2020, ΟλΑΠ 27 και 28/1998).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 1525/2022, ΑΠ 1096/2022, ΑΠ 1470/ 2021, ΑΠ 1285/2021). Η διαδικαστική προϋπόθεση της συνδρομής εννόμου συμφέροντος (άρθρα 68 του ΚΠολΔ) συνιστά ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και συνακόλουθα η εντεύθεν παραβίαση στηρίζει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1295/2023, ΑΠ 262/2022, ΑΠ 248/2021, ΑΠ 1539/2021).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν επιρροή στην έκβαση της δίκης. Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ' αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 354/2022, ΑΠ 420/2022, ΑΠ 1027/2022, ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 1470/2021, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 319/ 2017, ΑΠ 1420/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στη προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, συνιστάμενες στο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 14Α παρ. 14 και 20 του Ν. 3429/2005 με εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή τους, δεχόμενο εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ότι το καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο είχε έννομο συμφέρον για την έκδοση των προσβαλλόμενων με την ένδικη ανακοπή από 28-9-2016 δύο πράξεων ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε Πειραιώς, με τις οποίες βεβαιώνεται απαίτησή του έναντι της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας, συνολικού ύψους 313.895.676,71 ευρώ, που αφορά οφειλές της από συμβάσεις υπομίσθωσης και δαπάνες συντήρησης τεσσάρων αεροσκαφών τύπου "AIRBUS A340-300", μολονότι μετά τη θέση της αναιρεσείουσας σε ειδική εκκαθάριση, την 2-10-2009, οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της είναι άκυρη.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα, με τον όγδοο λόγο της έφεσής της, επαναφέρει τον έβδομο λόγο της ανακοπής της, στον οποίο ισχυρίστηκε ότι με βάση τη διάταξη του άρθρου 14Α του νόμου 3429/ 2005, έχει τεθεί από την 2-10-2009 σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης, ώστε οποιαδήποτε πράξη αναγκαστικής εκτέλεσης είναι απαγορευμένη από το νόμο.

Ότι το καθ' ού η ανακοπή Ελληνικό Δημόσιο δεν προέβη σε αναγγελία της εν λόγω απαίτησης του κατά της υπό ειδική εκκαθάριση εταιρίας, αν και έχει αναγγελθεί για άλλες αξιώσεις του κατόπιν σχετικής πρόσκλησης προς αυτό (επιδόθηκε την 14-3-2013) και ενώ έχει ήδη συνταχθεί ο από 9-12-2015 πίνακας κατάταξης πιστωτών, ο οποίος επιδόθηκε προς το καθ' ου την 18-1-2016.

Ότι με δεδομένο ότι δεν είναι νόμιμη οποιαδήποτε πράξη εκτέλεσης εκ μέρους του Ελληνικού Δημοσίου και δεν έχει αναγγείλει την άνω απαίτησή του, δεν συντρέχει έννομο συμφέρον του Ελληνικού Δημοσίου για τον εξοπλισμό της απαίτησης του με εκτελεστό τίτλο για την έναρξη της εκτελεστικής σε βάρος της υπό ειδική εκκαθάριση διαδικασίας.

Όπως, όμως, προκύπτει από προσκομιζόμενα από το καθ' ού έγγραφα, η Δ.Ο.Υ. ΦΑΕΕ Πειραιά με την με αρ. πρωτ. ....2016 αναγγελία της που επιδόθηκε νομότυπα (βλ. την υπ' αριθμ. ....2016 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Σ. Τ.) στην ειδική εκκαθαρίστρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ως νόμιμη εκπρόσωπο της ανακόπτουσας) ανήγγειλε μεταξύ άλλων και τη συγκεκριμένη ένδικη απαίτησή της την 26-9-2016, καθώς στον αναγγελλόμενο πίνακα χρεών περιλαμβάνεται με αύξοντα αριθμό εγγραφής 4 η υπ' αριθμ. ...-2016 βεβαίωση ποσού 184.564.119,69 € με αιτιολογία καταλογισμός, οικονομικού έτους 2016 και με αύξοντα αριθμό εγγραφής 5 η υπ' αριθμ. ...-2016 βεβαίωση ποσού 129.331.557,02 € με αιτιολογία καταλογισμός οικονομικού έτους 2016.

Η υπό στενή έννοια βεβαίωση της οφειλής από το Δημόσιο πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια της νομότυπης διαδικασίας αναγγελίας του στην εκκαθάριση, ενώ δεν ασκεί έννομη επιρροή η ύπαρξη άλλων αναγγελιών του καθ' ού για άλλα χρέη του κατά της ανακόπτουσας και η επίδοση του πίνακα κατάταξης πιστωτών στο καθ' ου η ανακοπή.

Η ταμειακή βεβαίωση όπως εκτέθηκε αποτελεί πράξη που εκδίδεται στα πλαίσια της διαδικασίας της διοικητικής εκτέλεσης, κι έχει ως έννομη συνέπεια ότι το οικείο χρέος καθίσταται ληξιπρόθεσμο και αρχίζει η επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, αλλά δεν αποτελεί η ίδια αναγκαστικό μέτρο είσπραξης.

Το καθ' ού η ανακοπή είναι αυτονόητο ότι έχει έννομο συμφέρον στην οριστικοποίηση της απαίτησής του και στη συνέχεια για την ικανοποίησή του, μέσω της αναγγελίας αυτής στον εκκαθαριστή με βάση τη διάταξη του άρθρου 14 α του ν. 3429/2005, όπως προέβη, ενώ, δεν άσκησε ατομικά αναγκαστική εκτέλεση για τις απαιτήσεις του αυτές, κατά της υπό ειδική εκκαθάριση ανακόπτουσας.

Κατόπιν αυτών, ο ανωτέρω λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, απέρριψε αυτόν με την ίδια αιτιολογία, ορθά εφάρμοσε το νόμο κι εκτίμησε τις αποδείξεις, ώστε, ο σχετικός λόγος της έφεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε σύμφωνα και με τα όσα διαλαμβάνονται στις νομικές σκέψεις που προηγήθηκαν. Και τούτο διότι, διέλαβε στις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του:

α) ότι με τις από 28-9-2016 δύο πράξεις ταμειακής βεβαίωσης της Δ.Ο.Υ Φ.Α.Ε Πειραιώς το καθού η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο οριστικοποίησε την απαίτησή του έναντι της ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΟΛΥΜΠΙΑΚΕΣ ΑΕΡΟΓΡΑΜΜΕΣ Α.Ε", συνολικού ποσού 313.895.676,71 ευρώ, για την οποία είχαν εκδοθεί οι υπ' αριθμ. ...-2016 βεβαιώσεις, με μόνη συνέπεια το χρέος αυτό να καταστεί ληξιπρόθεσμο και να αρχίσει η επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, β) ότι η έκδοση των πράξεων ταμειακής βεβαίωσης της επίδικης οφειλής από μόνη της, χωρίς περαιτέρω ενέργειες, δεν αποτελεί μέτρο επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της οφειλέτριας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας, γ) ότι η βεβαίωση της επίδικης οφειλής από το αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της νομότυπης διαδικασίας αναγγελίας του στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης, και ειδικότερα ότι η Δ.Ο.Υ.

ΦΑΕΕ Πειραιά ανήγγειλε στην ειδική εκκαθαρίστρια "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ως νόμιμη εκπρόσωπο της ανακόπτουσας) και τη συγκεκριμένη ένδικη απαίτησή του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου την 26-9-2016 και το τελευταίο δεν κίνησε ατομικά διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αναιρεσείουσας υπό εκκαθάριση ανώνυμης εταιρίας για την ικανοποίηση της απαίτησής του, δ) ότι η οριστικοποίηση της απαίτησης, που έλαβε χώρα με την έκδοση των επίδικων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, απαιτείται για την αναγγελία των χρεών στη διαδικασία της εκκαθάρισης και αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση του δικαιώματος αυτού.

Με βάση τα παραπάνω περιστατικά που δέχθηκε ανελέγκτως το Εφετείο έκρινε εν τέλει ότι το αναιρεσίβλητο είχε έννομο συμφέρον για την οριστικοποίηση της απαίτησής του έναντι της αναιρεσείουσας με την έκδοση των επίδικων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, καθώς και για την εν συνεχεία επιδίωξη της ικανοποίησης της απαίτησής του με την αναγγελία αυτής στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης, ανεξάρτητα από το εμπρόθεσμο ή μη της αναγγελίας, καθώς και την εν τέλει ικανοποίηση της απαίτησης, που ελέγχεται στο πλαίσιο της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης και δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έκδοση των άνω πράξεων, ουδεμία δε επιρροή ασκεί στην ύπαρξη εννόμου συμφέροντος για την έκδοση των πράξεων ταμειακής βεβαίωσης και την οριστικοποίηση της απαίτησης.

Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού από το ως άνω αιτιολογικό της προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων, ενώ έχει τις αναγκαίες αιτιολογίες, οι οποίες είναι σαφείς, πλήρεις και δεν αντιφάσκουν μεταξύ τους, καθιστούν δε εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή υπαγωγή των αποδειχθέντων περιστατικών στις προαναφερθείσες διατάξεις.

Η επικαλούμενη δε ειδικότερα ανεπάρκεια και αντίφαση στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης σχετικά με το εμπρόθεσμο ή μη της αναγγελίας της επίδικης απαίτησης στη διαδικασία της ειδικής εκκαθάρισης στηρίζεται επί της εσφαλμένης προϋπόθεσης ότι για την ύπαρξη εννόμου συμφέροντος του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου για την οριστικοποίηση και μόνο της επίδικης απαίτησης με την έκδοση των επίδικων πράξεων ταμειακής βεβαίωσης, που δεν συνιστά ενέργεια επίσπευσης αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της αναιρεσείουσας ατομικά από το αναιρεσίβλητο παρά μόνον είχε ως συνέπεια, κατά τα προλεχθέντα, το ληξιπρόθεσμο του χρέους και την επιβολή προσαυξήσεων εκπρόθεσμης καταβολής, απαιτείτο οπωσδήποτε και μόνον η δυνατότητα άσκησης εμπρόθεσμης αναγγελίας της απαίτησης, κάτι που, σε κάθε περίπτωση ερευνάται στο πλαίσιο της διαδικασίας της ειδικής εκκαθάρισης και ότι ουδεμία επιρροή ασκούν οι προαναφερόμενες έννομες συνέπειες της οριστικοποίησης της οφειλής.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου, κατά το άρθρο 495 αριθμ. 3 ΚΠολΔ και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα που υπέβαλε αυτό (άρθρα 106, 176, 183, 189 αρ. 1, 191 αρθμ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων, όμως, κατά τη διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 και 3 Ν. 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 ΕισΝΚΠολΔ), όπως ορίζονται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 21-3-2022 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 622/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 3 Ιουνίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ και ταύτης καθώς και της αμέσως αρχαιότερης Αρεοπαγίτου αποχωρησασών από την Υπηρεσία, η αρχαιότερη της συνθέσεως Αρεοπαγίτης