Supreme Court allows appeal against tax evasion verdict due to contradictory factual findings in lower court judgment.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Third Chamber Court of Assizes in Nafplion, ordering a retrial. The appellant argued the lower court incorrectly applied Article 25 of Law 1882/1990 regarding tax evasion. The court found the lower court's reasoning contradictory, stating the crime occurred once between January and October 2016, while simultaneously ruling it was a continuing offense spanning the same period. This inconsistency rendered the lower court's decision legally untenable.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 25 § 1 of Law 1882/1990; Article 510 § 1 letter E of the Code of Criminal Procedure. A criminal judgment is void if it contains contradictory factual assumptions regarding the nature of the offense (single act vs. continuing crime) that prevent a valid review of the substantive law's application.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 955 / 2024 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 955/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ΔΙΑΚΟΠΩΝ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Παναγιώτη Λυμπερόπουλο, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (ως αρχαιότερο μέλος της συνθέσεως), Μιχαήλ Αποστολάκη-Εισηγητή, Νίκη Κατσιαούνη, Φωτεινή Μηλιώνη και Αντιγόνη Τζελέπη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Ιουλίου 2024, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Καπαγιάννη και του Γραμματέως Χ. Α., για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος - κατηγορουμένου Γ. Π. του Κ., κατοίκου ..., που παρέστη με τους πληρεξούσιους δικηγόρους του Μιχαήλ Ορφανόπουλο και Διονύσιο Πρωτόπαππα, για αναίρεση της απόφασης 107/2024 του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου. Το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και o αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ' αριθμ. πρωτ. 2921/16-4-2024 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 440/2024.
Αφού άκουσε
Ι)Την Αντεισαγγελέα, που πρότεινε:
Α) να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης όσον αφορά την απόρριψη του ισχυρισμού του αναιρεσείοντος για τα αναφερόμενα με αριθμούς 15, 59 και 60 χρέη του πίνακα χρεών, να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση κατά το αναιρούμενο μέρος της και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και
Β) Επικουρικά, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά τη διάταξη με την οποία απορρίπτεται ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος για την αναγνώριση στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2α ΠΚ. και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος της, για νέα συζήτηση και για τυχόν νέα επιμέτρηση της ποινής και να απορριφθεί κατά τα λοιπά η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.
ΙΙ)Τους πληρεξούσιους δικηγόρους του αναιρεσείοντος που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 25 § 1 του ν. 1882/1990, όπως αυτές τροποποιήθηκαν και συμπληρώθηκαν με τα άρθρα 18 § 2 και 28 § 2 ως 4 του ν. 2948/2001, 34 του ν. 3016/2002, 34 § 1 του ν. 3220/2004, 3 § 1 του ν. 3943/2011, 20 του ν. 4321/2015 και 8 του ν. 4337/2015, "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α', υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων ...". Κατά τη σαφή διατύπωση του ανωτέρω άρθρου 25 του ν. 1882/1990, για κάθε πίνακα χρεών, ο οποίος υποβάλλεται στον εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ., ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη, που περιλαμβάνει, ως μία πράξη, τη μη καταβολή του αναφερόμενου στον πίνακα συνολικού χρέους, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή, ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επιμέρους χρέους του πίνακα.
Δεν πρόκειται, δηλαδή, λόγω της μη καταβολής καθενός χρέους του πίνακα, για κατ' εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου, αλλά ο νόμος κυριαρχικά θεωρεί πλέον, ότι τα μη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και μάλιστα με χρόνο τέλεσης τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο ταμειακής βεβαίωσης αυτών.
Με τη ρύθμιση αυτή, η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιότυπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού θεμελιώνεται πλέον ποινική ευθύνη στην περίπτωση κατά την οποία το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο, ήδη το χρηματικό ποσό των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανωτέρου των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, χωρίς, όμως, τη συνδρομή του στοιχείου της καθ' έξη ή κατ' επάγγελμα τέλεσης στη νομοτυπική μορφή, που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι' αυτό και γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα (Α.Π. 1012/2021, Α.Π. 181/2021, Α.Π. 818/2020).
Από όσα προαναφέρθηκαν παρέπεται: 1) ότι, αφού πρόκειται για έγκλημα που τελείται εφάπαξ και όχι εξακολουθητικά, κατά λογική και νομική αναγκαιότητα, ως χρόνος τέλεσης αυτού νοείται η συμπλήρωση τετραμήνου από τον χρόνο ταμειακής βεβαίωσης (από και με την οποία η σχετική αστική αξίωση γίνεται ληξιπρόθεσμη) του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη ταμειακή βεβαίωση προς τη σύνταξη του συνοδεύοντος την αίτηση για άσκηση της ποινικής δίωξης οικείου πίνακα χρεών, ο χρόνος δε αυτός καλύπτει και τους αντίστοιχους χρόνους των υπόλοιπων, εχόντων προγενέστερες ταμειακές βεβαιώσεις, χρεών, τα οποία, κατά την έννοια του νόμου, συσσωματώνονται σε ένα και μόνο αθροιστικό χρέος, και 2) ότι τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος είναι:
α) η μη καταβολή των βεβαιωμένων στις αρμόδιες Δ.Ο.Υ. ή στα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο και τα λοιπά αναφερόμενα πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα από οποιαδήποτε αιτία, β) η παρέλευση τετραμήνου από τον χρόνο που έπρεπε το χρέος να καταβληθεί και γ) το συνολικό άθροισμα των μερικότερων χρεών, με κάθε είδους τόκους και προσαυξήσεις, κατά τον χρόνο σύνταξης του οικείου πίνακα χρεών, να υπερβαίνει το οριζόμενο από τον νόμο χρηματικό ποσό με τις διακρίσεις και κλιμακώσεις που προαναφέρθηκαν, ενώ για την πλήρωση της υποκειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος απαιτείται δόλος (πρόθεση) με την έννοια του άρθρου 27 § 1 του Π.Κ., ο οποίος πρέπει να καλύπτει όλα τα στοιχεία της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος, αφού δεν καθορίζεται στην οικεία διάταξη άλλη μορφή υπαιτιότητας (Ολ.Α.Π. 1/2023).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' του Κ.Π.Δ., λόγο αναίρεσης της απόφασης αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διάταξης υπάρχει, όταν το Δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει, όταν το Δικαστήριο δεν υπήγαγε ορθά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της απόφασης, το οποίο περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη 107/2024 απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευόμενων σε αυτήν κατ' είδος αποδεικτικών στοιχείων, δέχτηκε στο σκεπτικό του, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, τα ακόλουθα: "...
ουδόλως αποδείχτηκε οποιαδήποτε εξόφληση οιουδήποτε χρέους από τον ένδικο πίνακα χρεών, παρά τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τον κατηγορούμενο. Ο δε έγγραφος, επικουρικά προβαλλόμενος ισχυρισμός περί πραγματικής πλάνης, δεν ερευνάται από το Δικαστήριο καθόσον δεν αναπτύχθηκε προφορικά. Θα πρέπει, όμως, από τον ένδικο πίνακα χρεών να διαγραφούν οι με αύξοντες αριθμούς (65) και (66) εγγραφές, καθόσον με την με αριθμό Α 71/2023 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρίπολης ακυρώθηκε η με αριθμό 2958/2016 απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών κατά το μέρος που αφορά την 154/2016 οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού Φ.Π.Α.
του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Τρίπολης, ποσού 15.478,58 ευρώ, που αναφέρεται στην με αύξοντα αριθμό (65) εγγραφή, ενώ με την με αριθμό Α 603/2020 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Τρίπολης ακυρώθηκε η με αριθμό ... απόφαση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Επίλυσης Διαφορών κατά το μέρος που αφορά την ... οριστική πράξη διορθωτικού προσδιορισμού φόρου εισοδήματος του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Τρίπολης, ποσού 23.522,14 ευρώ, που αναφέρεται στην με αύξοντα αριθμό (66) εγγραφή. Κατόπιν των προαναφερθέντων, ο κατηγορούμενος θα πρέπει να κηρυχτεί ένοχος για το ότι, κατά το χρονικό διάστημα από 30-1-2016 έως 30-10-2016, ενώ είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Τρίπολης σε βάρος του, με την ιδιότητα του Προέδρου Δ.Σ. της εδρεύουσας στην Τρίπολη Αρκαδίας εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΚΑΔΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε.", χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναγράφονται στον με αριθμό ...
πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ., που αναφέρεται κατωτέρω στο διατακτικό της παρούσας, ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό 274.902,04 ευρώ που αφορά βεβαιωμένα χρέη του προς το Δημόσιο." Ακολούθως το Δικαστήριο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα-κατηγορούμενο για την αξιόποινη πράξη της μη καταβολής ληξιπρόθεσμων χρεών προς το Δημόσιο και τον καταδίκασε σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετία, με το ακόλουθο διατακτικό:
"Κηρύσσει τον κατηγορούμενο ένοχο του ότι στην Τρίπολη Αρκαδίας, κατά το χρονικό διάστημα από 30-1-2016 έως 20-10-2016, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος απ? κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
Τρίπολης προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας που υπερβαίνει το ποσό των εκατό πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, και συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί στη Δ.Ο.Υ. Τρίπολης σε βάρος του κατηγορουμένου ως Πρόεδρος [ορθό: Προέδρου] Δ.Σ. της εδρεύουσας στην Τρίπολη Αρκαδίας εταιρείας με την επωνυμία "ΑΡΚΑΔΙΚΗ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ Α.Ε." χρέη υπέρ του Δημοσίου, όπως ακριβώς αναγράφονται στον πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ.
που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την υπ' αριθμ. πρωτ. ...-2016 (αρ. ειδ. βιβλίου ...) αίτηση ποινικής δίωξης του Προϊστάμενου της παραπάνω Δ.Ο.Υ., ο οποίος έχει ως εξής: [παρατίθεται ο ... πίνακας χρεών του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. Τρίπολης με τα με αριθμούς 1 έως 64 και 67 έως 71 χρέη, συνολικού ύψους 274.902,04 ευρώ]".
Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, και ειδικότερα δεχόμενο αφενός στο σκεπτικό του ότι η αξιόποινη πράξη του άρθρου 25 § 1 του ν. 1882/1990 τελέσθηκε μία φορά κατά το χρονικό διάστημα από 30-1-2016 έως 20-10-2016 (αντί του ορθού χρόνου τέλεσης, που είναι η 12-8-2016, αφού ο χρόνος της ταμειακής βεβαίωσης του μερικότερου χρέους με τη χρονικά εγγύτερη βεβαίωση προς τη σύνταξη του παρατιθέμενου στο διατακτικό πίνακα χρεών, δηλαδή του χρέους με αριθμό ..., είναι η ...-2016), και αφετέρου, στο διατακτικό του, ότι το ίδιο αδίκημα τελέσθηκε κατά το χρονικό διάστημα από 30-1-2016 έως 20-10-2016 με περισσότερες από μία πράξεις, που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, διέλαβε στο συνολικό πόρισμά του, που αποτελείται από το συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού, αντιφατικές μεταξύ τους παραδοχές, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο σχετικά με την ορθή ερμηνεία και εφαρμογή της εφαρμοστέας εν προκειμένω ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 25 § 1 του ν. 1882/1990, και την ορθή ερμηνεία και μη εφαρμογή της μη εφαρμοστέας ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 98 Π.Κ., τις οποίες παραβίασε εκ πλαγίου, στερώντας έτσι την απόφασή του από νόμιμη βάση, δεδομένου ότι το επίδικο αδίκημα δεν αποτελεί κατ' εξακολούθηση, αλλά άπαξ τελούμενο έγκλημα, που αφορά τη μη καταβολή του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και τελείται με τη συμπλήρωση τετραμήνου από το χρόνο της ταμειακής βεβαίωσης του τελευταίου χρέους, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα στη μείζονα σκέψη.
Συνεπώς, ο συναφής από το άρθρο 510 § 1 στοιχ. Ε' Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των ανωτέρω διατάξεων, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός. Παρέλκει δε, μετά από αυτά, η έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο που την εξέδωσε, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που είχαν δικάσει την υπόθεση, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 519 Κ.Π.Δ.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 107/2024 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Ιουλίου 2024.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 12 Ιουλίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ