Supreme Court dismisses appeal on marital property increase claim and requests for restitution of funds.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's judgment regarding marital property division and a request for restitution of funds. The court found the appellant's argument that the lower court ignored evidence of the respondent's financial contribution to be baseless, as the appellate court had properly considered all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected, the appeal bond was collected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 1400 of the Civil Code; Article 559, paragraph 11, letter gamma of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects an appeal based on alleged non-examination of evidence if the lower court has duly considered all submitted documents and reached a reasoned conclusion.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 955 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 955/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Αγαθή Δερέ - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Σ. Μ. του Β., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Πέτρο Σταυριανό. Του αναιρεσιβλήτου: Κ. Ο. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Γεωργάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-03-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11995/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 4247/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 5-09-2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική του δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το άρθρο 1400 ΑΚ, το οποίο ορίζει ότι "αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου ετελέσθη ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή.
Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο ένα τρίτο της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή", προκύπτει ότι, η απαίτηση του κάθε συζύγου από το άρθρο 1400 ΑΚ είναι κατ' αρχήν ενοχή αξίας (ΟλΑΠ 28/1996), δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή του δικαιούχου, άμεση ή έμμεση (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1696/2018).
Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου (αρχική περιουσία) και κατά το χρόνο που γεννάται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα (τελική περιουσία). Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου της γένεσης της αξίωσης, δηλαδή της έγερσης της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει αύξηση της περιουσίας του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.
Για τον υπολογισμό της τελικής περιουσίας, με την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, κρίσιμος χρόνος θεωρείται στη περίπτωση λύσης ή ακύρωσης του γάμου με δικαστική απόφαση, ο χρόνος κατά τον οποίο η απόφαση αυτή έγινε αμετάκλητη, και στην περίπτωση της τριετούς διάστασης (κατά την οποία προϋποτίθεται ότι ο γάμος δεν έχει ακόμη λυθεί ή ακυρωθεί), κρίσιμος είναι ο χρόνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 140/2021, ΑΠ 492/2017), καθόσον για τη γέννηση της αξίωσης αυτής δεν ορίζεται από το νόμο συγκεκριμένη χρονική αφετηρία, αφού αρκεί να έχει διαρκέσει η διάσταση των συζύγων περισσότερο από τρία χρόνια (ΑΠ 350/2020, ΑΠ 1956/2013, ΑΠ 1250/2010, ΑΠ 546/2009).
Για την περαιτέρω αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, δηλαδή για την εξεύρεση της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος, σε κάθε περίπτωση, είναι ο χρόνος παροχής της έννομης προστασίας και ειδικότερα εκείνος της άσκησης της αγωγής (ΑΠ 1284/2021, ΑΠ 526/2015, ΑΠ 1029/2013). Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση αυτής κατά το χρονικό σημείο τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) προς εκείνη που υφίσταται κατά το χρονικό σημείο γένεσης της αξίωσης (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.
Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Κατά το χρόνο γέννησης της αξίωσης απαιτείται να διατηρείται η αύξηση της περιουσίας που έγινε με τη συμβολή του δικαιούχου συζύγου (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 3/2016). Η συμβολή του δικαιούχου συζύγου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, με την έννοια των διατάξεων του άρθρου 1400 ΑΚ, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμώμενων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στον συζυγικό οίκο για την επιμέλεια και ανατροφή των τέκνων, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών, κατά το οποίο ο υπόχρεος σύζυγος έμεινε απερίσπαστος από την εκπλήρωση της αντίστοιχης υποχρέωσής του σε συνεισφορά στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών και έτσι εξοικονόμησε δαπάνες και δυνάμεις που συνέβαλαν στην επαύξηση της περιουσίας του (ΑΠ 1092/2021, ΑΠ 1550/2018, ΑΠ 1978/2014).
Συγκεκριμένα, κατά την διάταξη του άρθρου 1389 ΑΚ οι σύζυγοι έχουν την υποχρέωση να συνεισφέρουν από κοινού, ο καθένας ανάλογα με τις δυνάμεις του, για την αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας και η συνεισφορά αυτή γίνεται με οποιοδήποτε τρόπο, όπως με την προσωπική εργασία, τα εισοδήματά τους και την περιουσία τους, και κατά τη διάταξη του άρθρου 1390 του ίδιου Κώδικα στην υποχρέωση του προηγούμενου άρθρου περιλαμβάνονται η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή τους, η κοινή υποχρέωση για διατροφή των τέκνων τους και γενικά η υποχρέωση για συμβολή τους στη λειτουργία του κοινού οίκου.
Το μέτρο της υποχρέωσης προσδιορίζεται ανάλογα με τις συνθήκες της οικογενειακής ζωής και η εκπλήρωσή της γίνεται με τον τρόπο που επιβάλλει η έγγαμη συμβίωση (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1048/2009). Η αποτίμηση όμως των υπηρεσιών του ενάγοντος, με τις οποίες αυτός συνέβαλε στην επελθούσα αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου του, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο και νόμιμο της αγωγής, όταν αυτή ερείδεται επί της εξ 1/3 τεκμαρτής συμβολής του στα αποκτήματα του συζύγου του, ή σε μικρότερο ποσοστό, όπως αντιθέτως απαιτείται, όταν η αγωγή στηρίζεται επί της πραγματικής συμβολής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1473/2019).
Μόνο στην τελευταία περίπτωση, για να ληφθούν υπόψη και να υπολογιστούν αυτού του είδους οι υπηρεσίες, ως συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου, απαιτείται να γίνεται η, κατά το μέρος που υπερβαίνει το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση της συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών μέτρο, χρηματική αποτίμησή τους, ή η αποτίμηση των δυνάμεων που εξοικονόμησε από την παροχή τους ο υπόχρεος σύζυγος, εάν προβάλλεται, ότι η εξοικονόμηση αυτή συνέβαλε κατά διαφορετικό από την αποτίμηση των υπηρεσιών ποσό στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου που διαφορετικά δεν θα επιτυγχανόταν χωρίς αυτήν (ΑΠ 1092/2021, 1473/2019, ΑΠ 43/2015).
Κατά συνέπεια, οι υπηρεσίες αυτές πρέπει να προσδιορίζονται κατ' είδος και αξία, τόσο στην αγωγή, όσο και στην απόφαση, μόνο όταν και κατά το μέρος που υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (ΑΠ 588/2020, ΑΠ 1059/2014). Από τα ανωτέρω προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα του ενός συζύγου από τον άλλο με βάση το άρθρο 1400 ΑΚ είναι:
α) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή, κατ' ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διάστασης των συζύγων, β) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου γ) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιονδήποτε τρόπο, περιλαμβανόμενης και της υπερβαίνουσας το μέτρο της συνεισφοράς του ενάγοντος συζύγου συμβολής του στις τρέχουσες οικογενειακές δαπάνες, με χρηματικές εισφορές ή εισφορές χρήσης ακινήτου για στέγαση της οικογένειας ή με παροχή προσωπικών υπηρεσιών στην αντιμετώπιση των οικογενειακών εν γένει αναγκών και δ) η αιτιώδης σχέση της συμβολής αυτής προς την αύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου (ΑΠ 804/2020, ΑΠ 492/2017).
Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρόμενου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεστεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, με την προϋπόθεση βέβαια της επίκλησης και απόδειξης τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου (ΑΠ 101/2020, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 1550/2018).
Ωστόσο, ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία φέρεται ότι αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου, μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, και στις δύο περιπτώσεις του άρθρου 1400 του ΑΚ, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει κάποια συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος, να επικαλεστεί και αποδείξει, ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος, είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων, είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο στον ίδιο.
Ο ισχυρισμός αυτός του εναγόμενου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, συνιστά, ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση, ενώ όσον αφορά τον πραγματικό υπολογισμό αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 804/2020, ΑΠ 101/2020).
Δηλαδή, το καθιερούμενο από τη διάταξη του άρθρου 1400 εδ. β' του ΑΚ ως άνω μαχητό τεκμήριο ότι η συμβολή του δικαιούχου συζύγου ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του υπόχρεου, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή, λειτουργεί αμφιμερώς και υπέρ των δύο διαδίκων, με την έννοια ότι αν ο ενάγων ζητήσει με την αγωγή του ποσοστό της αύξησης που αντιστοιχεί σε μεγαλύτερη του 1/3 συμβολή, αυτός υποχρεούται να αποδείξει το μεγαλύτερο του τεκμαρτού ποσοστό της συμβολής του, ενώ ο εναγόμενος μπορεί, κατ' ένσταση, να προβάλει και να αποδείξει ότι ο ενάγων είχε μικρότερη της τεκμαιρόμενης ή και καμία συμβολή (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020).
Στον ανωτέρω ισχυρισμό του εναγόμενου συζύγου περί μηδενικής συμβολής, κατά νομική και λογική αναγκαιότητα, εμπεριέχεται και ο ισχυρισμός ότι η συμβολή του ενάγοντος συζύγου ήταν κάτω από το 1/3, αφού ο τελευταίος ισχυρισμός είναι λιγότερο επωφελής για τον εναγόμενο από τον ισχυρισμό του για μηδενική συμβολή του ενάγοντος (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 101/2020, ΑΠ 1037/2017).
Με την ανωτέρω διάταξη δεν καθιερώνεται ιδιαίτερος τρόπος υπολογισμού της αξίωσης σε σχέση με το ποσοστό του τεκμηρίου, αλλ' απλώς γίνεται κατανομή του βάρους της απόδειξης με βάση μαχητό τεκμήριο, ενώ η αξίωση συμμετοχής στην επαύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου είναι μία και ενιαία, οποιοδήποτε ποσοστό (μεγαλύτερο ή μικρότερο του τεκμαιρόμενου) συμμετοχής και αν ζητεί με την αγωγή ο δικαιούχος σύζυγος (ΑΠ 182/2021, ΑΠ 588/2020, ΑΠ 101/2020).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε με κακή εφαρμογή του, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με το λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998).
Στην τελευταία περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1103/2021, ΑΠ 182/2021, ΑΠ 319/2017). Δηλαδή, στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και, έτσι, δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόστηκε (ΟλΑΠ 6/2006, ΟλΑΠ 26/2004).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΑΠ 34/2021).
Τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 34/2021, ΑΠ 15/2021, ΑΠ 50/2020).
Για να είναι ορισμένος και άρα παραδεκτός ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι α) η απόφαση στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, και στην περίπτωση της ανεπάρκειας των αιτιολογιών, ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιέχει, ενώ στην περίπτωση των αντιφατικών αιτιολογιών, που εντοπίζεται η αντίφαση, β) ο πραγματικός ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν προς θεμελίωσή του, καθώς και η σύνδεσή του με το διατακτικό, γ) η νόμιμη βάση, ήτοι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα και δ) οι παραδοχές του δικαστηρίου, με πληρότητα και όχι αποσπασματικά, υπό τις οποίες συντελέστηκε η παραβίαση.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει κάποια από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1028/2021, ΑΠ 911/2021, ΑΠ 632/2021).
Στην προκείμενη περίπτωση, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, δέχθηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Οι διάδικοι τέλεσαν μεταξύ τους νόμιμο (θρησκευτικό) γάμο την 14η Δεκεμβρίου 1996 και από το γάμο τους αυτό απέκτησαν δύο τέκνα, τον Α. και την Ε.. Ο γάμος αυτός λύθηκε με διαζύγιο δυνάμει της υπ' αριθμ. 5362/2009 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία κατέστη αμετάκλητη την 6η Δεκεμβρίου 2012.
Η ένδικη αγωγή αναφέρεται σε αξίωση του ενάγοντος (αναιρεσίβλητου) προς απόδοση από την εναγομένη (αναιρεσείουσα) του ποσού, που αντιστοιχεί στη δική του συμβολή αυξήσεως της περιουσίας της διαρκούντος του γάμου τους... Κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου των διαδίκων (1996) η εναγομένη είχε τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία, με την παραπλεύρως εκάστου σημειούμενη αξία, αναφερόμενη στο χρόνο λύσεως του γάμου των διαδίκων: (α') Την πλήρη κυριότητα ενός διαμερίσματος, εμβαδού 59,65 τετρ.
μέτρων, κείμενου στον πέμπτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ... του ..., αξίας 126.000,00 €. (β') Την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, εμβαδού 68,61 τετρ. μέτρων, κείμενου στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ... του ..., αξίας 71.000,00 €. (γ') Την πλήρη κυριότητα κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου ενός διαμερίσματος, εμβαδού 148,74 τετρ.
μέτρων, κείμενου στον πρώτο όροφο της πολυκατοικίας επί της οδού ... του ..., αξίας 150.000,00 €. (δ') Ποσοστό συμμετοχής 50% στην εταιρία περιορισμένης ευθύνης "... Ε.Π.Ε.", ιδρυθείσα στις 04.10.1988 από τον πατέρα της, εταιρικού κεφαλαίου 444.000,00 €, αξίας του ανωτέρω δικού της ποσοστού συμμετοχής 155.400,00 €. Συνολικά, δηλαδή, η εναγομένη είχε κατά το χρόνο τελέσεως του γάμου της με τον ενάγοντα περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας, αναγόμενης στο χρόνο λύσεως του γάμου, 502.400,00 €.
Κατά τη διάρκεια του γάμου των διαδίκων, η εναγομένη απέκτησε τα ακόλουθα περιουσιακά στοιχεία, αντί του παραπλεύρως εκάστου σημειούμενου κόστους που είχαν κατά το χρόνο λύσεως του γάμου την επίσης παραπλεύρως εκάστου σημειούμενη αξία: (Α.) Ποσοστό 100% της ψιλής κυριότητας ενός οικοδομήσιμου αγροτεμαχίου, κείμενου εκτός ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως, στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος (τέως κοινότητας] ...
του τέως Δήμου ... της νήσου ... και νυν Δήμου .... Το αγροτεμάχιο αυτό, αγορασθέν από την εναγομένη δυνάμει του με αριθμό 2789/02.03.2004 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α. Μ., έχει έκταση 2186,05 τετρ. μέτρων και το πραγματικό τίμημα της ως άνω αγοραπωλησίας ήταν 25.000,.00 €, ευρισκόμενο σε σημαντικά μικρότερο ύψος της τότε πραγματικής εμπορικής του αξίας λόγω υφιστάμενης νομικής επισφάλειας του ακινήτου.
Η αγοραία αξία του εν λόγω αγροτεμαχίου κατά το χρόνο λύσεως του γάμου ανερχόταν σε 100.000,00 € και της ψιλής κυριότητας, εν όψει της ηλικίας του γεννηθέντος κατ' έτος 1933 επικαρπωτή πατέρα της εναγομένης, σε 80.000,00 €. (Β.) Ποσοστό 50% της πλήρους κυριότητας ενός αγροτεμαχίου άρτιου και οικοδομήσιμου, το οποίο βρίσκεται εκτός ρυμοτομικού σχεδίου πόλεως στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας της πρώην Κοινότητας ...
του τέως Δήμου ... της ... και σήμερα στην περιφέρεια του Δημοτικού Διαμερίσματος ... του ενιαίου Δήμου ... και έχει απόσταση από τη θάλασσα 520 μέτρων. Το αγροτεμάχιο αυτό αγοράστηκε από την εναγόμενη δυνάμει του υπ' αριθμ. 2863/22.04.2004 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α. Μ. και έχει έκταση 4684,80 τετρ. μέτρων.
Η αντικειμενική αξία του ως άνω οικοπέδου ήταν τότε (2004) 33.570,75 €, αποκτήθηκε δε από την εναγομένη εξ αδιαιρέτου με την αδερφή της Α. Μ. με πραγματικό τίμημα 153.696,00 €. Στο συγκεκριμένο αγροτεμάχιο, βάσει της υπ' αριθμ. .../18.05.2005 οικοδομικής άδειας του αρμοδίου πολεοδομικού γραφείου ... και της υπ' αριθμ. .../22.06.2006 πράξης συστάσεως οριζόντιων ιδιοκτησιών - κατοικιών (του Ν. 3741/1929) της συμβολαιογράφου ...
Α. Ε. - Κ., ανεγέρθησαν το έτος 2006 πέντε οριζόντιες ιδιοκτησίες - κατοικίες και συγκεκριμένα η "κατοικία 1" συνολικής επιφάνειας 94,45 τ.μ., η "κατοικία 2" συνολικής επιφάνειας 118,20 τ.μ., η "κατοικία 3" συνολικής επιφάνειας 123,45 τ.μ., η "κατοικία 4" συνολικής επιφάνειας 115,25 τ.μ. και η "κατοικία 5" συνολικής επιφάνειας 127,02 τ.μ., όπως αυτές αναλυτικά περιγράφονται στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη σύστασης οριζόντιων ιδιοκτησιών και το πραγματικό κόστος κατασκευής τους υπολογίζεται στο ποσό των 1000,00 € ανά τετρ.
μέτρο. Από τις κατοικίες αυτές πωλήθηκαν μέχρι το χρόνο λύσεως του γάμου των διαδίκων οι τέσσερις πρώτες και ειδικότερα: Η "κατοικία 1" εμβαδού 95,45 τετρ. μέτρων, αντικειμενικής αξίας 50.559,87 €, πωλήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../22.08.2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Α. Ε. - Κ. αντί πραγματικού τιμήματος 220.000,00 €.
Η "κατοικία 2" εμβαδού 118,20 τετρ. μέτρων, αντικειμενικής αξίας 69.580,35 €, πωλήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Α. Ε. - Κ. αντί πραγματικού τιμήματος 220.000,00 €. Η "κατοικία 3" εμβαδού 123,45 τετρ. μέτρων, αντικειμενικής αξίας 66.023,17 €, πωλήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../11.08.2006 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ...
Α. Ε. - Κ. αντί πραγματικού τιμήματος 216.000,00 €. Η "κατοικία 4" εμβαδού 115,25 τετρ. μέτρων, αντικειμενικής αξίας 85.734,24 €, πωλήθηκε δυνάμει του υπ' αριθμ. .../08.04.2009 συμβολαίου της συμβολαιογράφου Αθηνών Σ. Μ. - Ξ. αντί πραγματικού τιμήματος 220.000,00 €. Από το συνολικό πραγματικό τίμημα πωλήσεως των παραπάνω ιδιοκτησιών (220.000,00 + 220.000,00 + 216.000,00 + 220.000,00 =) 876.000,00 €, αντιστοιχεί στο ποσοστό συγκυριότητας 50% της εναγομένης το ποσό των (876.000,00 διά 2 ίσον) 438.000,00 €, που αυτή έλαβε και σωζόταν στην περιουσία της κατά το χρόνο λύσεως του μετά του ενάγοντας γάμου της.
Επί πλέον, στον παραπάνω χρόνο παρέμενε η κατά ποσοστό 50% συγκυριότητά της στην "κατοικία 5", εμβαδού 127,02 τετρ. μέτρων, αντικειμενικής αξίας 87.000,00 € και πραγματικής αξίας τουλάχιστον 220.000,00 €, από την οποία αντιστοιχεί στο ποσοστό της ποσό (220.000,00 δια 2 ίσον) 110.000,00 €. (Γ.) Κατά μήνα Δεκέμβριο του έτους 2004 η εναγομένη απέκτησε από τον Ε.
Κ., δυνάμει του υπ' αριθμ. .../24.12.2004 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Μ. Α. Μ., την κυριότητα ενός αγροτεμαχίου, άρτιου και οικοδομήσιμου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας του δημοτικού διαμερίσματος - τέως κοινότητας - ... του τέως Δήμου ... της νήσου ..., έχει έκταση 5005 τ.μ. και εικονίζεται στο από 28.7.1983 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του αρχιτέκτονα μηχανικού Δ.
Τ., που είναι προσηρτημένο στο υπ' αριθμ. .../29.7.1983 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου ... Ι. Η. Γ.. Η αντικειμενική αξία του ως άνω αγροτεμαχίου ήταν τότε 38.486,58 €, αγοράστηκε όμως από την εναγομένη αντί αναγραφέντος τιμήματος 7000,00 €, το οποίο ο ενάγων δέχεται διά της υπό κρίση αγωγής ως πραγματικό. Η εμπορική αξία του ως άνω ακινήτου, ως αγροτεμαχίου, κατά το χρόνο λύσεως του γάμου των διαδίκων υπολογίζεται στο ποσό των 180.000,00 €.
Επί του εν λόγω αγροτεμαχίου κατασκευάστηκε από την εναγομένη το έτος 2010 (οικοδομική άδεια 550/8.11.2010), δηλαδή μετά τη διάσπαση της μετά του ενάγοντος έγγαμης συμβιώσεώς της, διώροφη οικοδομή με ημιυπόγειο, συνολικού εμβαδού 438,81 τετρ. μέτρων, καθώς επίσης εμβαδού 36,22 τετρ. μέτρων και πισίνα εμβαδού 57,81 τετρ.
μέτρων. Την κατ' αυτό τον τρόπο προστεθείσα αξία δεν υπολογίζει ο ενάγων στην ένδικη αγωγή του ως "απόκτημα" της εναγομένης διαρκούντος του γάμου τους, περιορίζοντας την αντίστοιχη αξίωσή του εκ της δικής του συμβολής μόνο στην αξία του αγροκτήματος. (Δ.) Στις 22.06.2000 η εναγομένη συνέστησε με την μητέρα της Ε.
Μ. και την αδελφή της Α. Μ. την ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "... Ο.Ε." και με δικό της ποσοστό επί του εκ 5.000.000 δραχμών εταιρικού κεφαλαίου 40%, που ισοδυναμεί με 2.000.000 δραχμές (ισάξιο 5869,41 €). Η εταιρία αυτή μετατράπηκε σε Ε.Π.Ε. την 19.10.2007 δυνάμει του υπ' αριθμ. .../19.10.2007 συμβολαίου της συμβολαιογράφου ... Σ. Μ.
και η λογιστική της αξία ήταν 300.000,00 € σύμφωνα με την εκτίμηση των ορκωτών λογιστών. Επομένως, η αξία συμμετοχής της εναγομένης στην εταιρία αυτή ανερχόταν κατά το χρόνο λύσεως του γάμου των διαδίκων στο ποσό των (300.000,00 X 40% =) 120.000,00 €... Συμπερασματικά προς όλα τα παραπάνω, η επιτευχθείσα κατά διάρκεια του γάμου των διαδίκων αύξηση της περιουσίας της εναγομένης, με συνολικό κόστος γι' αυτή κατά το χρόνο κτήσεως (25.000,00 + 76.848,00 + 289.685,00 + 7000,00 + 5869,41 =) 404.402,41 €.
Η κατ' αξία αναγόμενη στο χρόνο λύσεως του μεταξύ τους γάμου, της οποίας δεν αποδείχθηκε μεταβολή και κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ανέρχεται σε (80.000,00 + 438.000,00 + 110.000,00 + 180.000,00 + 120.000,00 =) 928.000,00 €. Ως προς τη συμβολή ή μη του ενάγοντος στην παραπάνω αύξηση της περιουσίας της εναγομένης διαρκούντος του μεταξύ τους γάμου και ως προς το ποσοστό της εν λόγω συμβολής σε καταφατική περίπτωση,...
αποδεικνύονται τα εξής: Ο ενάγων τυγχάνει διπλωματούχος μηχανολόγος μηχανικός του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, ασκεί δε το εν λόγω επάγγελμα από του έτους 1987. Κατά το χρονικό διάστημα των ετών 1989 έως ... εργάσθηκε ως προϊστάμενος μηχανολογικών μελετών και επιβλέψεων στην εταιρία "....". Στη συνέχεια, με διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, εργάσθηκε ως διευθυντής στη Διεύθυνση Προμηθειών της εταιρίας "....", στο χρονικό διάστημα των ετών ...
έως 2003. Κατά τη διάρκεια των ετών 1997 έως 2003, που εμπίπτουν στην έγγαμη συμβίωση των διαδίκων, ο ενάγων είχε μέσο όρο καθαρών μηνιαίων αποδοχών από την παραπάνω εταιρία "..." 5.597,92 € βάσει των αντίστοιχων φορολογικών του δηλώσεων. Ακόμη, το έτος 2002 ο ενάγων διέθετε, μέσω stock option μετοχές της εταιρίας "...", συνολικά 11.250 τεμάχια, η χρηματιστηριακή αξία των οποίων ανερχόταν στο ποσό των 70.000,00 €.
Τις μετοχές αυτές εκποίησε σταδιακά κατά τη διάρκεια του γάμου και σημαντικό μέρος των εισπραχθέντων χρημάτων εισέρρευσε στο οικογενειακό ταμείο. Ακολούθως, από του έτους 2004 και μέχρι της διασπάσεως της έγγαμης συμβιώσεως των διαδίκων, ο ενάγων εργάσθηκε ως ελεύθερος επαγγελματίας, συνεργαζόμενος με διάφορες εταιρίες με συμβάσεις παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, αποκομίζοντας καθαρό μέσο μηνιαίο εισόδημα βάσει των αντίστοιχων φορολογικών του δηλώσεων, 3.425,40 €.
Παράλληλα σ' όλο το χρονικό διάστημα της έγγαμης συμβιώσεως, παρείχε πάσης φύσεως προσωπικές υπηρεσίες συνδεόμενες με τη λειτουργία του συζυγικού οίκου και με την κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Αλλά και υπό την επαγγελματική του ιδιότητα πρόσφερε χωρίς αμοιβή σημαντικές υπηρεσίες σε πλείστες περιπτώσεις επενδυτικών δραστηριοτήτων της εναγομένης συζύγου του και των εταιριών της πατρικής της οικογένειας, στις οποίες εκείνη συμμετείχε.
Εξάγεται έτσι το ασφαλές συμπέρασμα ότι ο ενάγων ανταποκρίθηκε πλήρως κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβιώσεώς του με την εναγομένη στην εκ του νόμου προσδιοριζόμενη αναλογία συμβολής του στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών (λειτουργίας του συζυγικού οίκου, ανατροφής των παιδιών κλπ), είχε δε αντικειμενικά και τη δυνατότητα διαθέσεως, συμπληρωματικά, οικονομικών πόρων για την υλοποίηση του περιουσιακού αποτελέσματος της εναγομένης συζύγου του, περί του οποίου έγινε λόγος, περιγραφή και αποτίμηση ανωτέρω.
Από την άλλη πλευρά, όμως, και η εναγομένη σύζυγός του, προερχόμενη από εύπορη και ευκατάστατη οικογένεια, με την οποία είχε εποικοδομητική συνεργασία και κατά τη διάρκεια του μετά του ενάγοντας γάμου της, ανέπτυξε αξιόλογη επιχειρηματική δραστηριότητα, κυρίως μέσω της συμμετοχής της σε εταιρίες συμφερόντων της πατρικής της οικογένειας, αποκομίζοντας σημαντικά εισοδήματα.
Είναι χαρακτηριστικό ότι και ο ίδιος ενάγων, αναφερόμενος αναλυτικά στο αγωγικό δικόγραφό του για το ζήτημα αυτό, δέχεται συμπερασματικά (βλ. στη σελ. 7 της αγωγής) ότι "... Συνολικά τα εισοδήματα της αντιδίκου κατά τη διάρκεια του γάμου μας, εξαιρουμένoυ έτους 2007 (δηλ από το έτος 1997 έως και το 2006), ήταν 1.324.109,73 ευρώ, ήτοι 11.034,25 € κάθε μήνα".
Η σύγκριση και αντιπαραβολή των παραπάνω αποδειχθέντων οικονομικών στοιχείων, που απεικονίζουν τα εισοδήματα των διαδίκων κατά τη διάρκεια του γάμου τους, δίδει και το μέτρο της συμβολής εκάστου στην απόκτηση από την εναγομένη, κατά το ίδιο χρονικό διάστημα, των παραπάνω περιγραφέντων περιουσιακών της στοιχείων.
Από την - προς το συγκεκριμένο σκοπό - δέουσα εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των παραπάνω αποδεικτικών στοιχείων, εξάγεται το ασφαλές συμπέρασμα ότι ο ενάγων, πέραν της κατά νόμο αντιστοιχούσας συμβολής του στην κάλυψη των αναγκών λειτουργίας του συζυγικού οίκου και ανατροφής των κοινών μετά της εναγομένης τέκνων, πέραν επίσης της εξ αποκλειστικώς ιδίων πόρων αποκτήσεως δικών του περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια του μετά της εναγομένης γάμου (σχετική με το ζήτημα αυτό είναι η μετ' επικλήσεως προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα υπ' αριθμ. 5451/2013 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών), συνέβαλε και αυτός στην απόκτηση από την εναγομένη σύζυγό του των παραπάνω περιουσιακών στοιχείων κατά τη διάρκεια του μετ' αυτής γάμου του, κατά ποσοστό 20% που αντιστοιχεί επί μεν του κόστους κτήσεως σε ποσό (404.402,41 X 20% =) 80.880,48 €, επί δε της τελικής αξίας των αποκτημάτων της εναγομένης κατά το χρόνο λύσεως του γάμου τους και κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής σε ποσό (928.000,00 X 20% =) 185.600,00 €.
Αποδεικνύεται, δηλαδή, συμβολή του ενάγοντος στην επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης συζύγου του κατά τη διάρκεια του μεταξύ τους γάμου μικρότερη του κυρίως επικαλούμενου υπ' αυτού ποσοστού 50%, αλλά και μικρότερη του επικουρικά υπ' αυτού επικαλούμενου νόμιμου τεκμηρίου ενός τρίτου (1/3), αφού ως προς το εν λόγω τεκμήριο αποδεικνύεται εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και από ουσιαστική άποψη η ένσταση της εναγόμενης περί μηδενικής συμβολής του".
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κρίνοντας ότι ο αναιρεσίβλητος συνέβαλε στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά το ποσό των 185.600 ευρώ, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσιβλήτου και εξαφάνισε (κατά τη νοηματική εκτίμηση της προσβαλλόμενης) την απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου μόνον καθό μέρος είχε απορρίψει την αγωγή και κατά την επικουρική βάση του τεκμαρτού υπολογισμού, στη συνέχεια δε, δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσίαν, αφού έκανε εν μέρει δεκτή την ένσταση της αναιρεσείουσας περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην αύξηση της περιουσίας της, δέχθηκε εν μέρει την αγωγή αυτού κατά την επικουρική βάση και αναγνώρισε ότι η αναιρεσείουσα οφείλει στον αναιρεσίβλητο, ενόψει περιορισμού του αγωγικού αιτήματος αυτού, το ποσό των 100.000 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1β ΑΚ, αφού τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δικαιολογούν την επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου και τη συμβολή του αναιρεσίβλητου στην επαύξηση αυτή κατά ποσοστό 20%, ήτοι κατώτερο του τεκμήριου του 1/3, και την εν μέρει απόρριψη ως κατ' ουσίαν αβάσιμης της ένστασης της αναιρεσείουσας περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην επαύξηση της περιουσίας της.
Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουα πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλεια από τον αρ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, το Εφετείο δεν παραβίασε την προαναφερόμενη διάταξη ως προς το ζήτημα του προσδιορισμού του χρόνου που έλαβε υπόψη για την εξεύρεση της αξίας σε χρήμα της τελικής περιουσίας της αναιρεσείουσας, αφού από τη σχετική παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά την οποία "η κατ' αξία (ενν:
τελική περιουσία) αναγόμενη στο χρόνο λύσης του μεταξύ τους γάμου, της οποίας δεν αποδείχθηκε μεταβολή και κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής, ανέρχεται σε.... 928.000,00 €", προκύπτει ότι προσδιόρισε και έλαβε υπόψη ως κρίσιμο χρόνο αυτόν της άσκησης της αγωγής και όχι αυτόν του χρόνου λύσης του γάμου, όπως εσφαλμένως υπολαμβάνει η αναιρεσείουσα, αφού σαφώς δέχθηκε ότι η αξία ήταν η ίδια και κατά τα δύο αυτά χρονικά σημεία (βλ.
ΑΠ 1473/2019). Επομένως, ο τέταρτος, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος αυτού, με τον οποίο η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση μετέθεσε αναιτιολόγητα τον κρίσιμο χρόνο αναγωγής των περιουσιακών της στοιχείων από το έτος 2009 που είχε καθορίσει στην αγωγή του ο αναιρεσείων, στους κρίσιμους χρόνους λύσης του γάμου (06.12.2012) και άσκησης της αγωγής (21-3-2016), είναι αβάσιμος.
Οι περαιτέρω προβαλλόμενες με τους ίδιους ως άνω λόγους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, ήτοι με τον πρώτο λόγο, ότι εσφαλμένα το Εφετείο δεν αφαίρεσε τη δαπάνη ανέγερσης των εξοχικών κατοικιών και εσφαλμένα απέρριψε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την ένστασή της περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσιβλήτου στην περιουσιακή της επαύξηση, και με τον τέταρτο λόγο, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού, ότι εσφαλμένα κρίθηκε με την προσβαλλόμενη, ότι δεν επήλθε μεταβολή της αξίας της περιουσίας της κατά το χρόνο άσκηση της αγωγής, καθόσον είναι ουσιωδώς διάφορη η αποτίμηση της αξίας των περιουσιακών στοιχείων το έτος 2009, οπότε δεν είχε εκδηλωθεί η οικονομική κρίση, από αυτήν του έτους 2016, όταν μετά από μία επταετία συνεχούς πτωτικής τάσης της οικονομίας η αξία των περιουσιακών στοιχείων κατακρημνίσθηκε, είναι απαράδεκτες, διότι υπό την κατ' επίφαση επίκληση πλημμέλειας από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, πλήττεται αποκλειστικά η κατ' άρθρο 561 παρ.1ΚΠολΔ μη ελεγχόμενη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του, δεν στέρησε την προσβαλλομένη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής εφαρμογή αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, καθόσον, αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, και επάρκεια τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο πιο πάνω αποδεικτικό της πόρισμα.
Ειδικότερα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της επαύξησης της περιουσίας της αναιρεσείουσας κατά τη διάρκεια του γάμου, η προσβαλλόμενη απόφαση, στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της προσδιορίζει με επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, αφενός την αρχική κατά την τέλεση του γάμου και αφετέρου την τελική κατά την αμετάκλητη λύση του γάμου περιουσία της (06-12-2012) και την σε χρήμα αξία της περιουσίας κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής (21-03-2016) στο ποσό των 928.000 ευρώ, ενώ ως προς την εν μέρει απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας για μηδενική συμβολή του αναιρεσίβλητου, διαλαμβάνει με σαφήνεια ότι ο αναιρεσίβλητος "είχε αντικειμενικά τη δυνατότητα διαθέσεως, συμπληρωματικά, οικονομικών πόρων για την υλοποίηση του περιουσιακού αποτελέσματος της εναγομένης συζύγου του", δεχόμενο έτσι ότι αυτός μπορούσε εκ των πραγμάτων να συμβάλει και πράγματι συνέβαλε, κατά τις παραδοχές, στην επαύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης με τα εισοδήματά του, το τίμημα πώλησης μετοχών, την παροχή υπηρεσιών στο συζυγικό οίκο, αλλά με την παροχή έτερων υπηρεσιών υπό την επαγγελματική του ιδιότητα "σε πλείστες περιπτώσεις επενδυτικών δραστηριοτήτων της εναγομένης συζύγου του και των εταιριών της πατρικής της οικογένειας, στις οποίες εκείνη συμμετείχε", ενώ περαιτέρω δέχθηκε ότι δεν αποδείχθηκε μηδενική συμβολή του αναιρεσιβλήτου ή σε ποσοστό μικρότερο του 20%.
Δεν απαιτείτο δε να αιτιολογήσει ειδικά και να προσδιορίσει: α) τη χρηματική ή σε είδος συμβολή του αναιρεσιβλήτου στην απόκτηση ενός εκάστου περιουσιακού στοιχείου, διότι η επαύξηση είναι μία και ενιαία και δεν απαιτείται ξεχωριστός καθορισμός ανά στοιχείο της επαυξηθείσας περιουσίας και β) το ύψος της συνεισφοράς του αναιρεσίβλητου στην κάλυψη των οικογενειακών τους αναγκών, διότι η τεκμαρτή συμβολή μοναδική προϋπόθεση, σύμφωνα με την προεκτεθείσα νομική σκέψη, έχει την επαύξηση της περιουσίας του εναγόμενου συζύγου, κατά τη διάρκεια του γάμου, την οποία και μόνον οφείλει να επικαλεσθεί και να αποδείξει ο ενάγων, ο οποίος, συνεπώς, δεν βαρύνεται με την επίκληση και απόδειξη ούτε της συμβολής του καθ` εαυτής ούτε του ποσοστού της ούτε της αιτιώδους συνάφειας μεταξύ αυτής και της περιουσιακής επαύξησης του εναγόμενου, αλλά ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε οφείλει κατ' ένσταση να επικαλεσθεί και να αποδείξει ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν μηδενική ή κάτω από το ένα τρίτο, και στη συγκεκριμένη περίπτωση, κατά τις παραδοχές της απόφασης, η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε συμβολή του αναιρεσιβλήτου σε ποσοστό κατώτερο από 20%.
Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, κατά το πρώτο σκέλος του, με το οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 19 Κ.Πολ.Δ., αναιρετική πλημμέλεια της ανεπαρκούς αιτιολογίας ως προς το ύψος της συνεισφοράς του αναιρεσιβλήτου στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών, είναι αβάσιμος.
Ο ίδιος ως άνω λόγος, ως προς την αιτίαση της αναιρεσείουσας, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον, μολονότι έκανε δεκτή την αγωγή του αναιρεσίβλητου, κατά την επικουρική της βάση, στο σύνολό της, ταυτόχρονα έκανε εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την ένστασή της περί μηδενικής συμβολής του αναιρεσίβλητου, είναι απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από το όλο περιεχόμενό της, δέχθηκε εν μέρει και όχι στο σύνολό της την επικουρική βάση της αγωγής, προσδιορίζοντας τη συμβολή του αναιρεσίβλητου, κατά μερική παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμης της ανωτέρω ένστασης της αναιρεσείουσας, στο κατώτερο του νόμιμου τεκμηρίου ποσοστό 20% της σε χρήμα αξίας της επαυξηθείσας περιουσίας της αναιρεσίβλητης, ήτοι στο ποσό των 185.600,00 ευρώ (928.000,00 Χ 20%), αλλά, περαιτέρω, λόγω περιορισμού του αγωγικού αιτήματος, αναγνώρισε ως οφειλή της αναιρεσείουσας το αιτηθέν από τον αναιρεσίβλητο ποσό των 100.000,00 ευρώ.
Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, και όχι και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, και όχι όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς, μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008).
Έτσι, έγγραφα κατά την παραπάνω διάταξη θεωρούνται τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ, ως αποδεικτικά μέσα, ενώ αντίθετα δεν αποτελούν έγγραφα τα διαδικαστικά έγγραφα της ίδιας δίκης, όπως η αγωγή, οι προτάσεις των διαδίκων, το δικόγραφο της έφεσης κ.λπ. (ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 204/2016). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αρ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο των δηλώσεων φορολογίας εισοδήματος του αναιρεσίβλητου κατά τα έτη 1997-2003, διαμορφώνοντας την επιζήμια κρίση του σχετικά με τη συμβολή του αναιρεσίβλητου στην επαύξηση της περιουσίας της, κατά κύριο λόγο, με βάση το παραμορφωμένο περιεχόμενο των ως άνω δηλώσεων, και συγκεκριμένα:
α) κατά τα έτη 1997 - 2003, έκανε δεκτά όχι τα αναφερόμενα καθαρά εισοδήματα αυτού στα εκκαθαριστικά σημειώματα, τα οποία εκδόθηκαν με βάση τις φορολογικές δηλώσεις εισοδήματος του αναιρεσίβλητου και ειδικότερα, για το έτος 1997 το ποσό των 7.780.417 δρχ. ή 22.833,00 ευρώ, για το έτος 1998 για το ποσό των 9.397.208 δρχ. ή 27.578,00 ευρώ, για το έτος 1999 το ποσό των 12.373.928 δρχ.
ή 36.313,00 ευρώ, για το έτος 2000 το ποσό των 14.396.284 δρχ. ή 42.248,00 ευρώ, για το έτος 2001 το ποσό των 17.525.471 δρχ. ή 51.432,00 ευρώ, για το έτος 2002 το ποσό των 57.379,29 ευρώ, για το έτος 2003 το ποσό των 78.924,74 ευρώ, αλλά έκανε δεκτά ως εισοδήματά του τα αναφερόμενα (αυθαίρετα) στην αγωγή ποσά και ειδικότερα, για το έτος 1997 το ποσό των 37.830,21 ευρώ, για το έτος 1998 το ποσό των 43.578,31 ευρώ, για το έτος 1999 το ποσό των 55.312,79 ευρώ, για το έτος 2000 το ποσό των 66.248,82 ευρώ, για το έτος 2001 το ποσό των 78.453,59 ευρώ, για το έτος 2002 το ποσό των 84.609,24 ευρώ, για το έτος 2003 το ποσό των 104.192,58 ευρώ, και παραμορφώνοντας τα ως άνω στοιχεία, εξήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα ότι το ως άνω χρονικό διάστημα είχε μέσο καθαρών μηνιαίων αποδοχών το ποσό των 5.597,92 ευρώ αντί του ποσού των (316.708,03 :84=) 3.770,33 ευρώ, και β) για τα έτη 2004 - 2007 δέχθηκε ως καθαρά τα αναφερόμενα στην αγωγή μικτά εισοδήματα του αναιρεσίβλητου, ως ελεύθερου επαγγελματία, και ειδικότερα, για το έτος 2004 το ποσό των 21.750,99 ευρώ, για το έτος 2005 το ποσό των 52.454,99 ευρώ, για το έτος 2006 το ποσό των 52.264,39 ευρώ, και για το έτος 2007 το ποσό των 37.950,00 ευρώ, και όχι τα καθαρά εισοδήματά του, τα οποία προκύπτουν από τα εκκαθαριστικά σημειώματα, που εκδόθηκαν με βάση τις φορολογικές του δηλώσεις, και για το έτος 2004 ανέρχονται σε 6.786,00 ευρώ, για το έτος 2005 ανέρχονται σε 16.365,96 ευρώ, για το έτος 2006 ανέρχονται σε 16.306,49 ευρώ και για το έτος 2007 ανέρχονται 11.840,40 ευρώ, και παραμορφώνοντας, έτσι, η προσβαλλόμενη τα ως άνω στοιχεία, εξήγαγε το αποδεικτικό πόρισμα ότι το ως άνω χρονικό διάστημα είχε μέσο καθαρών μηνιαίων αποδοχών το ποσό των 3.425,40 ευρώ αντί του προκύπτοντος από τα εκκαθαριστικά σημειώματα ποσού των (51.290,85 :84=) 1.068,72 ευρώ, που εκδόθηκαν με βάση τις φορολογικές του δηλώσεις.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, το Εφετείο, προκειμένου για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος σχετικά με το μέσο όρο των καθαρών μηνιαίων αποδοχών του αναιρεσίβλητου και την εν μέρει παραδοχή της ένστασης μηδενικής συμβολής, έλαβε υπόψη τα εκκαθαριστικά σημειώματα των πιο πάνω φορολογικών δηλώσεων, συνεκτιμώντας όμως αυτά με τα άλλα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι (καταθέσεις μαρτύρων, λοιπά έγγραφα, ένορκες βεβαιώσεις), χωρίς να στηριχθεί αποκλειστικά ή κυρίως στα ως άνω συγκεκριμένα έγγραφα.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 11 εδάφ. γ` του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008).
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι` αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον, από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που με επίκληση προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο (Ολ.ΑΠ 8/2016, Ολ.ΑΠ 2/2008) ή κατ` άλλη έκφραση αδιστάκτως βέβαιο (Ολ.ΑΠ 14/2005) ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη.
Επίσης, δεν αποκλείεται να στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός, αν, παρότι στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας γίνεται ειδική μνεία ορισμένου αποδεικτικού μέσου, ωστόσο, από το περιεχόμενο της απόφασης και ιδίως τις αιτιολογίες της γεννώνται αμφιβολίες αν πράγματι αυτό λήφθηκε υπόψη (ΑΠ 87/2021, ΑΠ 2080/2017, ΑΠ 1911/2006).
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11 γ του άρθρ. 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα πιο κάτω έγγραφα, που αυτή επικαλέστηκε και προσκόμισε νόμιμα ενώπιόν του, από τα οποία αποδεικνύεται η ένστασή της για μηδενική συμβολή του αναιρεσίβλητου στο τεκμήριο του 1/3 των αποκτημάτων, και συγκεκριμένα :
α) την από 15-12-2008 αγωγή του αναιρεσιβλήτου, σε βάρος, μεταξύ άλλων, της αναιρεσείουσας και του Β. Μ., ως εταίρων της επικαλούμενης, αφανούς εταιρίας, η οποία κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν είχε ως αντικείμενο μεταξύ άλλων και την αγορά και ανέγερση εξοχικών κατοικιών του ένδικου με στοιχείο Β ακίνητου, στην οποία αγωγή, ο αναιρεσίβλητος συμμετείχε, με τις γνώσεις, υπηρεσίες ως μηχανικός, και κατά ποσοστό 30% επί των κερδών, της επιχείρησης αγοράς, ανέγερσης και πώλησης των εξοχικών κατοικιών του ένδικου Β ακινήτου, ιστορώντας, μεταξύ άλλων, σ' αυτήν ότι ο Β.
Μ."...θα ήταν ο χρηματοδότης του έργου, ...ο οποίος και χρηματοδοτούσε το έργο ανάλογα με την πρόοδο των εργασιών..." ζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν το ποσό των 388.200,00 ευρώ, ως το 30% των κερδών της ανωτέρω αφανούς εταιρίας από την πώληση των εξοχικών κατοικιών, άλλως ως συμφωνηθείσα αμοιβή του από την ατύπως συναφθείσα σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου, β) την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του αναιρεσιβλήτου Β.
Ο. στα πρακτικά συνεδρίασης της με αριθμ. 747/2010 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί ασκηθείσας από την αναιρεσείουσα αγωγής διατροφής των ανηλίκων τέκνων τους, κατά την οποία αυτή ανέφερε ότι ο αναιρεσίβλητος έχει εισοδήματα 10.000,00 - 12.000,00 ετησίως, καθώς και την ένορκη κατάθεση της ίδιας ως άνω μάρτυρος στα πρακτικά της με αριθμ. 298/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επί της από 7-10-2011 αγωγής διατροφής των ανηλίκων τέκνων τους, ότι τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονται σε 1.500,00, 1.800,00 ευρώ, και γ) τη με αριθμ. 17819/19-10-2012 ένορκη βεβαίωση του μάρτυρα Θ.
Ζ. ενώπιον της συμβ/φου … Α. Γ. - Ρ., επ' ευκαιρία άλλης δίκης, στην οποία δήλωσε, μεταξύ άλλων, ότι ο αναιρεσίβλητος ζει με μεγάλες στερήσεις διότι ο χώρος των κατασκευών περνάει κρίση, δ) την ένορκη κατάθεση του Θ. Ζ. στα με αριθμ. 134/2019 ανεπικύρωτα, λόγω μη θεώρησής τους, πρακτικά του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, όπου δηλώνει ότι "...η οικογένεια Μ.
χρηματοδότησε το έργο ... χρηματοδότης ήταν ο Μ....", και ε) τη με αριθμ. έκθ. κατ. 2644/2008 αγωγή του αναιρεσίβλητου σε βάρος της αναιρεσείουσας, για την επιμέλεια και διατροφή των ανηλίκων τέκνων τους, στην οποία αναφέρει μεταξύ άλλων και ότι "..δεν υπάρχει σύγκριση στα οικονομικά της αντιδίκου - συζύγου μου και εμού...".
Από τη βεβαίωση, όμως, του Εφετείου, που περιέχεται στην απόφασή του, ότι ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, και τα έγγραφα, που οι διάδικοι νομότυπα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, και ιδιαίτερα από τις παραδοχές της απόφασης που αφορούν που αφορούν στα εισοδήματα του αναιρεσίβλητου δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε μετά των λοιπών αποδείξεων και όλα τα φερόμενα ως αγνοηθέντα, ως άνω, αποδεικτικά μέσα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 11 γ' ΚΠολΔ είναι αβάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν τούτων, και επειδή δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του προκαταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, στην αναιρεσείουσα (άρθρ. 183, 191 παρ. 1 και 176 του ΚΠολΔ), λόγω της ήττας της, όπως ορίζεται, ειδικότερα, στο διατακτικό.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρ. 579 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν αποδεικνύεται προαποδεικτικώς εκούσια ή αναγκαστική εκτέλεση της απόφασης που αναιρέθηκε, ο Άρειος Πάγος, αν υποβληθεί αίτηση με το αναιρετήριο ή με τις προτάσεις ή με αυτοτελές δικόγραφο, που κατατίθεται στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου έως την παραμονή της συζήτησης, διατάσσει με την αναιρετική απόφαση, την επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η εξέταση της αίτησης επαναφοράς προϋποθέτει την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης. Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, υποβάλλει αίτημα να διαταχθεί η επαναφορά των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν την καταβολή του ποσού των 49.571,00 ευρώ στον αναιρεσίβλητο, ως μέρος της ένδικης απαίτησης, με την επιστροφή του ποσού αυτού, νομιμοτόκως από την επόμενη της εκδοθησόμενης απόφασης, επικαλούμενη ότι κατέβαλε αυτό, με τη με αριθμ. ...
τραπεζική επιταγή της Εθνικής Τράπεζας, την οποία ο αναιρεσίβλητος παρέλαβε στις 27-2-2020 και εμφάνισε προς πληρωμή. Η αίτηση αυτή είναι απορριπτέα πρωτίστως ως άνευ αντικειμένου, αφού η εξέτασή της, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, προϋποθέτει παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ενώ στην προκείμενη περίπτωση απορρίφθηκε.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-9-2019 αίτηση της Σ. Μ. του Β. για αναίρεση της με αριθμ. 4247/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Απορρίπτει τη υποβληθείσα με τις προτάσεις αίτηση της αναιρεσείουσας περί επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 31 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ