Supreme Court dismisses appeal claiming distortion of pleadings, ruling procedural documents are not evidence.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed Amberfine Limited's appeal against the Piraeus Court of Appeal's decision rejecting their claim due to unpaid court fees. Amberfine argued the appellate court distorted the content of their pleadings and claims, violating procedural rules. The court rejected this, holding that pleadings are procedural documents, not evidentiary ones, and thus cannot be the basis for an appeal regarding alleged distortion of facts.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 339 and 432 et seq. of the Code of Civil Procedure; Procedural documents such as complaints and proposals are not evidentiary documents, and therefore their alleged distortion does not constitute grounds for an appeal.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 955 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 955/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Αλλοδαπής Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "ΑΜBERFINE LIMITED", που εδρεύει στο Λονδίνο Αγγλίας και εκπροσωπείται νόμιμα στην Ελλάδα από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΚΕΜ AMERICAN YACHTS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" με διακριτικό τίτλο "ΚΕΜ AMERICAN YACHTS S.A." που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Παπαδάκο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία "GROUPAMA ΦΟΙΝΙΞ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη - Διονύσιο Φιλιώτη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/4/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1225/2011 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και οι 88/2015 μη οριστική και 446/2017 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/3/2018 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Με την κρινόμενη από 30-3-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 446/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δικάζοντας την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 1225/2011 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει την από 27-4-2010 αγωγή της (αναιρεσείουσας) λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, έκανε δεκτή την έφεση, εξαφάνισε την ως άνω εκκαλούμενη απόφαση και, κρατώντας και δικάζοντας την αγωγή, απέρριψε αυτήν. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
ΙΙ. Το εφαρμοζόμενο στην παρούσα περίπτωση αγγλικό δίκαιο της ναυτικής ασφάλισης περιέχεται κωδικοποιημένο στον Αγγλικό Νόμο για τη Θαλάσσια Ναυτική Ασφάλιση του 1906 [Marine Insurance Act 1906], οι διατάξεις του οποίου, ερμηνευόμενες και εμπλουτιζόμενες διαρκώς από τη νομολογία των Αγγλικών Δικαστηρίων [Case Law] και τους Άγγλους συγγραφείς και ερμηνευτές του Δικαίου [Authorities] ισχύουν αναλλοίωτες μέχρι σήμερα.
Οι διατάξεις του ως άνω Αγγλικού Νόμου [ΜΙΑ 1006] έχουν εφαρμογή σε κάθε περίπτωση ασφάλισης πλοίων ή πλωτών ναυπηγημάτων ή θαλασσίων μέσων, αδιακρίτως μεγέθους, τύπου και προορισμού, περιλαμβανομένων και των θαλαμηγών πλοίων και των σκαφών αναψυχής. Αποτελεί διεθνή συναλλακτική συνήθεια στον κλάδο ασφάλισης πλοίων, σκαφών και φορτίων να διέπεται η ασφάλιση, πέραν των διατάξεων του ανωτέρω εφαρμοστέου νόμου, και υπό εντύπων κωδικοποιημένων όρων ασφάλισης, εκπονημένων κατά κανόνα από το συλλογικό φορέα των Άγγλων Ασφαλιστών, που εδρεύει στο Λονδίνο, με την επωνυμία Ινστιτούτο Ασφαλιστών του Λονδίνου [Institute of London Underwriters].
Σε περίπτωση σύμβασης ναυτικής ασφάλισης, η οποία διέπεται από το Αγγλικό Δίκαιο, αυτή ερμηνεύεται βάσει των διατάξεων του περί ναυτικής ασφάλισης νόμου, του κοινού δικαίου και της Αγγλικής πρακτικής, σε συνδυασμό προς τους εκάστοτε όρους ασφάλισης του Ινστιτούτου των Ασφαλιστών, οι οποίοι προσιδιάζουν στο ασφαλιζόμενο αντικείμενο και κατά τη συμφωνία των μερών ενσωματώνονται στο ασφαλιστήριο.
Ειδικότερα, η ασφάλιση θαλαμηγών σχεδόν κατά κανόνα παρέχεται με βάση τους όρους της ρήτρας Θαλαμηγών Σκαφών του Ινστιτούτου με την κωδική ονομασία Institute Yacht Clauses 1.11.1985. Στις ως άνω περιπτώσεις ασφάλισης συνήθως χρησιμοποιείται ένα τυποποιημένο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, το οποίο περιέχει τις εν λόγω ρήτρες (Institute Yacht Clauses 1.11.1985), προσαρμοζόμενο στις ανάγκες κάθε περίπτωσης με την προσθήκη ή την απάλειψη όρων με κύριο σκοπό την παροχή αποζημίωσης εκ μέρους του ασφαλιστή προς τον ασφαλισμένο, για ζημίες που προήλθαν από θαλάσσιους κινδύνους, δηλαδή των απωλειών που είναι συμφυείς με τη θαλάσσια επιχείρηση, εναντίον των οποίων έχει γίνει η ασφάλιση, κατά τον τρόπο και την έκταση που έχει συμφωνηθεί (άρθρ. 1 παρ.1 και 21 ΜΙΑ 1906).
Το περιεχόμενο δε κάθε σύμβασης ασφάλισης προσδιορίζεται από το ασφαλιστήριο και τα παραρτήματά του. Εξάλλου, οι όροι του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, γενικοί ή ειδικοί, έχουν την ίδια νομική αξία και σημασία και είναι υποχρεωτικοί, έστω και αν δεν καλύπτονται με την υπογραφή των συμβαλλομένων, αρκεί να γίνεται σαφής παραπομπή σε αυτούς με τη σύμβαση ασφάλισης, διότι θεωρούνται αναπόσπαστο μέρος αυτής (ΑΠ 1459/2014, ΑΠ 1584/2011).
Με βάση δε τα παραπάνω συνάγεται ότι η συμμόρφωση του ασφαλισμένου στους πιο πάνω όρους είναι απαραίτητη προϋπόθεση για οποιαδήποτε απαίτηση αποζημίωσης και αντίστοιχα η παραβίαση ενός ουσιαστικού όρου του ασφαλιστηρίου συμβολαίου επιφέρει την απαλλαγή του ασφαλιστή. Μεταξύ δε των ρητρών του Ινστιτούτου για την ασφάλιση σκαφών αναψυχής των Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1.11.1985 (Institute Yacht Clauses), είναι και εκείνος σύμφωνα με τον οποίο ο ασφαλισμένος έχει υποχρέωση να ειδοποιήσει "πάραυτα", ήτοι αμελλητί άνευ υπαίτιας βραδύτητας, εντός του απολύτως απαιτουμένου προς τούτο χρόνου, τον ασφαλιστή, στην περίπτωση κατά την οποία οποιοδήποτε συμβάν είναι δυνατό να δώσει αφορμή για να εγερθεί απαίτηση από την ασφάλιση.
Η παράβαση του εν λόγω όρου εκ μέρους του ασφαλισμένου συνεπάγεται την απαλλαγή του ασφαλιστή από την υποχρέωσή του για αποζημίωση του πρώτου. Με τον τρόπο δε αυτό εξασφαλίζεται ότι ο επελθών ασφαλισμένος κίνδυνος δεν θα μεταβληθεί επί το δυσμενέστερο σε βάρος του ασφαλιστή. Περαιτέρω με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε ακόλουθα: "Η ενάγουσα εταιρία με την επωνυμία "AMBERFIΝE LIMITED", που εδρεύει στο Λονδίνο και εκπροσωπείται στην Ελλάδα από την εταιρία με την επωνυμία "ΚΕΜ AMERICAN YACHTS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΚΑΙ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", είναι κυρία του μηχανοκίνητου, κατασκευασμένου από ενισχυμένο πλαστικό, σκάφους αναψυχής "…", νηολογίου …, έτους κατασκευής το 2000, με ολικό μήκος 18,73 μέτρα και ολικό πλάτος 4,90 μέτρα, εξοπλισμένο με δύο κινητήρες κατασκευής της εταιρίας MAN, ισχύος 800 ίππων κάθε ένας εξ αυτών με τους οποίους αναπτύσσει μέγιστη ταχύτητα 35 κόμβων.
Το εν λόγω σκάφος είχε ασφαλιστεί από την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία με το …/2007 συμβόλαιο μέχρι του ποσού των 700.000 ευρώ το οποίο αυξήθηκε μέχρι του ποσού των 720.000 ευρώ δυνάμει της …/2007 πρόσθετης πράξης, για το χρονικό διάστημα από 2-6-2007 έως 1-6-2008. Το συμβόλαιο αυτό, με το οποίο συμφωνήθηκε να διέπεται η καταρτισθείσα σύμβαση ασφάλισης από το Αγγλικό δίκαιο, αποτελείτο από το κύριο σώμα του όπου αναγράφονταν και περιγράφονταν τα στοιχεία του ασφαλιζόμενου συμφέροντος, τα ασφαλιζόμενα πράγματα και τα γεωγραφικά όρια, τα ασφαλιστικά βάρη και οι εγγυήσεις του ασφαλιζόμενου ενώ, τέλος, καταγράφονταν δακτυλογραφημένα οι ειδικοί όροι υπό τους οποίους παρεχόταν η ασφάλιση.
Περιείχε επίσης τους έντυπους όρους στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν οι Ρήτρες του Ινστιτούτου για Ασφάλιση σκαφών αναψυχής των Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1.11.1985 (INSTITUTE YACHT CLAUSES, εφεξής YIC) καθώς και του Ινστιτούτου για την επέκταση ζημιών των μηχανών (INSTITUTE MACHINERY DAMAGES EXTENSION CLAUSE) οι οποίες, κατά τα συμφωνηθέντα μεταξύ των διαδίκων, ενσωματώθηκαν στο εν λόγω συμβόλαιο και αποτέλεσαν αναπόσπαστο τμήμα του, καλύπτοντας ζημίες που προκαλούνται στο σκάφος, μηχανή και εξοπλισμό τους από κινδύνους, μεταξύ άλλων, θάλασσας και πυρκαγιάς.
Συμπεριελήφθη ειδικότερα στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο ο όρος του YIC, 13.1, σύμφωνα με τον οποίο οι ασφαλιστές πρέπει να ειδοποιηθούν "πάραυτα" στην περίπτωση κατά την οποία "οποιοδήποτε συμβάν είναι δυνατόν να δώσει αφορμή για να εγερθεί απαίτηση υπό την καταρτισθείσα ασφάλιση". Η ρήτρα αυτή του YIC που διατυπώθηκε και αποτέλεσε δεσμευτικό περιεχόμενο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, επιβάλλει την άμεση και ειλικρινή, χωρίς υπαίτια καθυστέρηση ενημέρωση του ασφαλιστή σε περίπτωση τέτοιου συμβάντος, είναι δε σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπό στοιχ.
Α σκέψη υποχρεωτικός όρος, ίσης αξίας με τους λοιπούς όρους της σύμβασης και με αυτόν η ενάγουσα δεσμεύτηκε να συμμορφωθεί προς τις αντίστοιχα γεννώμενες εξ αυτού υποχρεώσεις της, ήτοι της άμεσης από μέρους της ειδοποίησης της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας σε περίπτωση επέλευσης ζημίας από ασφαλιζόμενο κίνδυνο που γεννά απαίτηση σε βάρος της τελευταίας.
Μάλιστα ο όρος αυτός ενσωματώθηκε στην ασφαλιστική σύμβαση χωρίς να διατυπωθεί οποιαδήποτε ρήτρα επιφύλαξης ως προς την επέλευση των συνεπειών του, σε περίπτωση παραβίασής του, δηλαδή την απαλλαγή της εναγομένης ασφαλιστικής επήρειας από την υποχρέωσή της για ασφαλιστική αποζημίωση της ασφαλισμένης ενάγουσας.
Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι το σκάφος με κυβερνήτη τον Γ. Μ., απέπλευσε την 20-7-2007 από την …, όπου ελλιμενιζόταν, με προορισμό τις … και επιβαίνοντες, πλην του ανωτέρω, την Δ. Β., τον Μ. Λ. και την Η. Λ., σύμφωνα με την κατάσταση επιβατών και πληρώματος που υποβλήθηκε από τον ανωτέρω χειριστή του σκάφους, στο λιμεναρχείο Πειραιώς και θεωρήθηκε από αυτό.
Κατά την ημέρα του απόπλου του σκάφους από τη νήσο … με προορισμό την … και συγκεκριμένα περί ώρα 11:00 της 10-08-2007, σταμάτησε να λειτουργεί η αριστερή μηχανή του και τα όργανά της και στον επακολουθήσαντα έλεγχο του μηχανοστασίου από τον κυβερνήτη του σκάφους, διαπιστώθηκαν καπνός και φλόγες στο χώρο μπροστά από την αριστερή μηχανή, φλόγες στα καλώδια του μαύρου κουτιού της, οι οποίες αντιμετωπίστηκαν με τη χρήση φορητών πυροσβεστήρων ξηράς σκόνης που υπήρχαν στο σκάφος.
Μετά την κατάσβεση της φωτιάς το σκάφος συνέχισε τον πλου προς την … με τη δεξιά μηχανή σε λειτουργία, όπου και κατέπλευσε περί ώρα μια το μεσημέρι και παρέμεινε τις επόμενες δεκατρείς ημέρες προκειμένου να επισκευαστεί και να επιστρέψει στο μόνιμο τόπο ελλιμενισμού του στην 4η μαρίνα της …. Ο κυβερνήτης του σκάφους ενημέρωσε την εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία την 13-8-2007 με τηλεομοιοτυπία στην οποία αναφερόταν το περιστατικό, πλην όμως στο κείμενο που απεστάλη στην εταιρία δεν περιεχόταν κανένας χρονικός προσδιορισμός της επελεύσεως αυτού, αφού δεν αναφερόταν ούτε η ημέρα ούτε η ώρα που ξέσπασε η φωτιά, ούτε η αναγραφόμενη επάνω δεξιά, εκτός του κειμένου, ημερομηνία, προέκυπτε με σαφήνεια αν ήταν η ημερομηνία του περιστατικού ή μόνο η ημερομηνία ενημέρωσης της ασφαλιστικής εταιρίας.
Συγκεκριμένα αναφερόταν σ' αυτό ότι "το σκάφος … παρουσίασε βλάβη στην αριστερή μηχανή,...ότι βόρεια της … σταμάτησαν να λειτουργούν τα όργανα της αριστερής μηχανής, σε έλεγχο που έγινε όταν άνοιξε η πόρτα του μηχανοστασίου είχε καπνούς και φλόγες στα καλώδια του black box και της μηχανής, η οποία σβήστηκε άμεσα με πυροσβεστήρα χειρός, σύμφωνα με μια πρώτη ματιά χρειάζονται αλλαγή τα ηλεκτρικά μέρη της μηχανής...".
Κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς η εκδήλωση της φωτιάς συνέβη την 12-8-2007 ημερομηνία την οποία αμφισβητεί η εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία ισχυριζόμενη ότι η αληθής ημερομηνία του ένδικου περιστατικού είναι η 10-8-2007, αυτή που ανέφερε ο Γ. Μ. απαντώντας σε σχετική ερώτηση των επιθεωρητών που η ίδια όρισε προς διερεύνηση του περιστατικού και ότι, επομένως, η ενάγουσα δεν συμμορφώθηκε με συμβατική της υποχρέωση και πλέον αυτού, λόγω της αδικαιολόγητα καθυστερημένης ενημέρωσής της, είχε την ευχέρεια να αφαιρέσει εξαρτήματα του σκάφους πληγέντα από τη φωτιά και να της στερήσει τη δυνατότητα να ερευνήσει το χώρο αμέσως μετά την εκδήλωσή της.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι την 13-8-2007 ημέρα κατά την οποία η εναγόμενη εταιρία ενημερώθηκε για το ένδικο συμβάν της ασφαλισμένης της, ανέθεσε τη διερεύνησή του στην "ΚΑΠΠΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕ" με τον διακριτικό τίτλο "Kappa Marine Consultants Ltd", την οποία και ανέλαβε να διεξάγει, κυρίως, ο εκ των επιθεωρητών της Γ.
Μ., ναυπηγός μηχανικός, ο οποίος θα χειρίζονταν την όλη υπόθεση πραγματοποιώντας τις επαφές με τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, τις επισκέψεις και επιθεωρήσεις στο σκάφος και στο τέλος θα συνέτασσε τη σχετική έκθεση την οποία θα προσυπέγραφε ο Δ. Κ., ναυπηγός μηχανολόγος μηχανικός και μέλος του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος και μέλος του Συνδέσμου Ελλήνων Ναυτικών Τεχνικών Συμβούλων και Πραγματογνωμόνων, ιδρυτής και διαχειριστής της εν λόγω εταιρίας, στο τμήμα επιθεωρητών της οποίας ανήκε και ο Ι.
Ζ.. Αυτή ήταν η συνήθης τακτική της εν λόγω εταιρίας, δηλαδή να ορίζεται από τον Δ. Κ. ένας εκ των επιθεωρητών σε κάθε υπόθεση που αναλάμβανε η εταιρία, ενώ ο ίδιος εξέταζε την εκάστοτε συντασσόμενη έκθεση πραγματογνωμοσύνης, πριν παραδοθεί στον πελάτη - εντολέα τους, την οποία και συνυπέγραφε μαζί με τον επιθεωρητή - συντάκτη της και για αυτό αναγραφόταν και το όνομά του στο προοίμιο κάθε έκθεσης (σχετ.
η …/2014 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Πειραιώς της Θεοκτίστης Μπουράκη). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προηγουμένως αναφέρεται, χειριστής ορίστηκε ο Γ. Μ., σύμφωνα με τα όσα ο ίδιος κατέθεσε εξεταζόμενος ως μάρτυρας της εναγομένης και επιβεβαίωσε με την άνω …/2014 ένορκη βεβαίωσή της η Θ. Μ., σύζυγος του εν τω μεταξύ αποβιώσαντος Δ.
Κ. και νομική σύμβουλος της εταιρίας "ΚΑΠΠΑ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΕ", η οποία, στην ίδια ένορκη βεβαίωση, ανέφερε ακόμα ότι ο σύζυγός της βρισκόταν ήδη από την 10-8-2007 σε διακοπές με την οικογένειά του, έχοντας ωστόσο ενημέρωση για την πορεία της επιθεώρησης αποκλειστικά από τους συνεργάτες του. Επομένως αβάσιμα η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι επιθεωρητής από την αρχή της ζημιάς ήταν ο Δ.
Κ. και μετά το θάνατό του εμφανίστηκε ο Γ. Μ.. Ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά αυθημερόν (την 13-8-2007) με τον Γ. Μ., ο οποίος τον πληροφόρησε ότι είχε ήδη, ειδοποιήσει την εταιρία "ΝΤΗΖΕΛ ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ", αντιπρόσωπο στην ημεδαπή της εταιρίας MAN, κατασκευάστριας των μηχανών του σκάφους, ότι τεχνικός της εταιρίας είχε φθάσει από τον … στην …, είχε εξετάσει το σκάφος και είχε αποφανθεί ότι για να μπορεί αυτό να συνεχίσει να ταξιδεύει πρέπει να επισκευαστούν οι ζημίες στην αριστερή μηχανή και συγκεκριμένα η κεντρική μονάδα ελέγχου της μηχανής, η ηλεκτρική καλωδίωση, ο εκκινητής (μίζα), το βοηθητικό κύκλωμα λειτουργίας της μηχανής και οι βαλβίδες πίεσης καθώς και να αντικατασταθούν επιμέρους τμήματα καλωδιώσεων που είχαν αλλοιωθεί από τη φωτιά, ζημιές επομένως ηλεκτρολογικής φύσης.
Τέλος, ότι ο ίδιος τεχνικός, από τα ανωτέρω εξαρτήματα, είχε ήδη μεταφέρει στο συνεργείο της εταιρίας στον …, την κεντρική μονάδα ελέγχου της αριστερής μηχανής, μέρος της ηλεκτρικής καλωδίωσης, τη μίζα, το βοηθητικό κύκλωμα και τον εναλλακτήρα ρεύματος. Για αυτό το λόγο επιθεωρητές από την άνω εταιρία δεν μετέβησαν άμεσα στην …, για να εξετάσουν το σκάφος, αφού δεν υπήρχαν σ' αυτό τα βλαβέντα μέρη του, ούτε την 13-8-2007, όπως αναληθώς ισχυρίζεται στην αγωγή η ενάγουσα, η οποία δεν κατονομάζει τον επιθεωρητή που μετέβη εκεί, ούτε την 16-8-2007 μετέβη ο Γ.
Μ., όπως επίσης αναληθώς αναφέρει στην …/2014 ένορκη βεβαίωσή του ο Κ. Μ., υιός του χειριστή του σκάφους. Αντίθετα αποδεικνύεται ότι μετά από τηλεφωνική επικοινωνία με τον υπεύθυνο του συνεργείου της "ΝΤΗΖΕΛ ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ", την 14-8-2007 ο Γ. Μ. πήγε στο χώρο της στον Ασπρόπυργο, για να διενεργήσει την επιθεώρηση των εκεί ευρισκόμενων εξαρτημάτων του σκάφους, ενώ, την 22-8-2007, κατόπιν νέας συνεννόησης με την εταιρία "ΝΤΗΖΕΛ", μετέβη στην … ο έτερος επιθεωρητής της "Kappa Marine Consultants Ltd" Ι.
Ζ. μαζί με δύο τεχνικούς της πρώτης, οι οποίοι θα επισκεύαζαν τις ζημίες, χωρίς στο ανωτέρω χρονικό διάστημα και κατά τις επαφές της ενάγουσας με τους επιθεωρητές της εναγόμενης, να αναφερθεί αυτή σε ζημία της δεξιάς μηχανής ή άλλο πρόβλημα κοινό στις μηχανές του σκάφους. Από τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν αποδεικνύεται ότι ο χρόνος κατά τον οποίο εκδηλώθηκε η φωτιά στο μηχανοστάσιο του σκάφους είναι, όπως ισχυρίζεται η ενάγουσα στην αγωγή της, η 12-8-2007 και αυτό διότι ο ίδιος ο Γ.
Μ., όταν ερωτήθηκε από τους επιθεωρητές της Kappa Marine Consultants, δήλωσε ως ημερομηνία του συμβάντος την 10-8-2007, όπως αναγράφεται στην από 12-6-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης που συνέταξαν, ενισχύεται δε η κρίση αυτή και από τα ακολούθως αναφερόμενα: στην τηλεομοιοτυπία με την οποία ενημερώθηκε η εναγόμενη για την φωτιά, δεν αναφέρεται η ημέρα και η ώρα που αυτή εκδηλώθηκε.
Όπως ήδη αναλύθηκε ανωτέρω αναγράφεται στο επάνω δεξιά τμήμα του εντύπου της τηλεομοιοτυπίας, η ημερομηνία 13-8-2007 που ανταποκρίνεται στον μη αμφισβητούμενο από την εναγόμενη χρόνο ενημέρωσης της από την ασφαλισμένη της, ωστόσο στο κείμενο που ακολουθεί δεν εμπεριέχεται κανένας χρονικός προσδιορισμός του αναγγελλόμενου συμβάντος.
Σύμφωνα ωστόσο με τα διδάγματα της κοινής πείρας, είναι χρονικά αδύνατο να συνέβη το περιστατικό την 12-8-2007, να ειδοποιείται η "ΝΤΗΖΕΛ ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ" την ίδια ημέρα, ώρα πέντε το απόγευμα κατά τον μάρτυρα Κ. Μ. (ένορκη βεβαίωση …/2014), στη συνέχεια να μεταβαίνει τεχνικός της από τον … στην …, η οποία απέχει περί τις 7 με 9 ώρες με πλοίο συμβατικού τύπου και περί τις 4-6 ώρες με ταχύπλοο πλοίο, αφού κατέστη δυνατό να εξασφαλίσει άμεσα εισιτήριο εν μέσω Αυγούστου που είναι ο κατ' εξοχήν μήνας των διακοπών, με την μεγαλύτερη κίνηση επιβατών ενόψει και της εορτής της Παναγίας (15/8), να ελέγχει τις ζημιές και να επιστρέφει στον … με τα εξαρτήματα του σκάφους που υπέστησαν βλάβη, στο συνεργείο της εταιρίας και να βρίσκονται αυτά ήδη το πρωί της 14-8-2007 στο χώρο της εταιρίας "ΝΤΗΖΕΛ", όπου και μετέβη την ημερομηνία αυτή ο Γ.
Μ.. Ακόμα και ο άνω μάρτυρας απόδειξης δεν επιβεβαιώνει (στην …/2014 ένορκη βεβαίωσή του) την, κατά την αγωγή, χρονική σειρά των γεγονότων. Αντίθετα αναφέρει σ' αυτήν ότι ο τεχνικός της ΝΤΗΖΕΛ, Δ. Μ., κατέφθασε στην … το βράδυ της 13-8-2007, ότι την 14-8-2007 καθάρισε μερικώς το μηχανοστάσιο και την επόμενη ημέρα, 15-8-2007, αναχώρησε για την Αθήνα μαζί με τα ζημιωθέντα μέρη της μηχανής, όμως δεν αμφισβητείται από την ενάγουσα και δεν αντικρούεται από κανένα αποδεικτικό μέσo τo γεγονός ότι ο Γ.
Μ. εξέτασε τα μεταφερθέντα εξαρτήματα της αριστερής μηχανής του σκάφους στις εγκαταστάσεις της ΝΤΗΖΕΛ στον …, πρωινές ώρες της 14-8-2007. Περαιτέρω στην από 29-9-2009 αγωγή με όμοιο περιεχόμενο με την κρινόμενη και από την οποία η ενάγουσα παραιτήθηκε σύμφωνα με το άρθρο 297 ΚΠολΔ, αναφέρεται η 13-8-2007 ως χρόνος του ένδικου ατυχήματος, που καταδεικνύει την αναληθή και αντιφάσκουσα συμπεριφορά της ενάγουσας ως προς τα πραγματικά περιστατικά του ένδικου συμβάντος.
Από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδεικνύεται ότι η 12-8-2007 είναι η ημέρα που επήλθε ο ασφαλισμένος κίνδυνος, ούτε περαιτέρω (αποδεικνύεται) και αυτή η, κατά την αγωγή, χρονική σειρά των μετέπειτα γεγονότων, κρίνεται δε, με βάση την από 12-6-2007 έκθεση των επιθεωρητών της εναγόμενης και την επιβεβαίωση του περιεχομένου της από τον μάρτυρα αυτής και συντάκτη της έκθεσης, αποδεικτικά μέσα που δεν αντικρούονται από άλλα αντίθετα και αξιόπιστα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ότι η φωτιά στο μηχανοστάσιο του σκάφους της ενάγουσας επήλθε σε προγενέστερο χρόνο και συγκεκριμένα την 10-8-2007, αυτήν την οποία ανέφερε ο Γ.
Μ. στον επιθεωρητή της εναγόμενης. Επομένως η ενάγουσα, με αδικαιολόγητη καθυστέρηση ενημέρωσε την τελευταία, την 13-8-2007, ήτοι την τέταρτη ημέρα μετά το συμβάν, χωρίς να αποδίδει την βραδύτητα αυτή σε εμπόδιο ή δυσκολία που αντιμετώπισε κατά τις ημέρες αυτές, επιδεικνύοντας συμπεριφορά αντίθετη με τα συμφωνηθέντα στο ένδικο συμβόλαιο, η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση και υπό τις άνω αποδειχθείσες συνθήκες, δεν είναι η επιβαλλόμενη, από τον προαναφερθέντα όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που καθορίζει την ειδοποίηση, από την πρώτη της, ήδη εφεσίβλητης-εναγομένης, ασφαλίστριας "πάραυτα", ήτοι εντός του απαραιτήτως απαιτουμένου προς τούτο χρόνου, αφότου, κατά τα ανωτέρω, επήλθε ο ασφαλισμένος κίνδυνος, που ανήγγειλε.
Με την παράλειψή της αυτή η ενάγουσα παραβίασε τον προαναφερθέντα όρο 13.1 που είχε καταστεί κατά την κατάρτιση της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης υποχρεωτικό περιεχόμενό της, δεσμευτικό για την ίδια που της επέβαλε να προβεί στην άμεση και εντός, του απαραιτήτως απαιτουμένου χρόνου και ειλικρινή ειδοποίηση της εναγόμενης περί οποιουδήποτε συμβάντος το οποίο είναι δυνατόν να δώσει αφορμή για να εγερθεί απαίτηση σε βάρος της από την παρούσα ασφάλιση.
Πέτυχε δε η ενάγουσα, με την παράλειψη της έγκαιρης ενημέρωσης της εναγόμενης, να υπάρξει ικανός χρόνος ώστε να καταφθάσει στο σκάφος τεχνικός της επιλογής της (ενάγουσας) από την Αθήνα και, κατ' εντολή της, να προβεί στη συνέχεια σε αφαίρεση ζημιωθέντων εξαρτημάτων των μηχανών και μερικό καθαρισμό του μηχανοστασίου, αλλοιώνοντας το χώρο όπου εκδηλώθηκε το ένδικο περιστατικό και να επιστρέψει στην έδρα της επισκευαστικής εταιρίας, την 14-8-2007, αναιρώντας ουσιαστικά τη δυνατότητα των επιθεωρητών της εναγόμενης ασφαλιστικής εταιρίας να διαμορφώσουν ασφαλή άποψη για τα αίτια και τις συνέπειες της φωτιάς, ερευνώντας το χώρο όπου αυτή εκδηλώθηκε.
Η παράβαση δε του όρου αυτού, εκ μέρους της ενάγουσας, ασφαλισμένης, επιφέρει, όπως ήδη έχει αναφερθεί, στη μείζονα σκέψη της παρούσας, την απαλλαγή του ασφαλιστή, ήτοι της εναγομένης από την υποχρέωσή της για καταβολή στην ενάγουσα της αιτουμένης, με την ένδικη αγωγή, ασφαλιστικής αποζημίωσης. Περαιτέρω και, αναφορικά με τις περαιτέρω ζημίες, που επικαλείται η ενάγουσα ότι επήλθαν στις μηχανές του ενδίκου σκάφους, λόγω εισροής σ' αυτές υλικού πυρόσβεσης, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς της, εντοπίσθηκαν μεταγενέστερα των παραπάνω χρόνων, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Μετά την επισκευή της αριστερής μηχανής από τους τεχνικούς της "ΝΤΗΖΕΛ ΕΠΕ" στο διάστημα από 22-8-2007 έως 24-8-2007, παρουσία και του επιθεωρητή Ι. Ζ., τέθηκαν σε λειτουργία οι μηχανές και πραγματοποιήθηκε δοκιμαστικός πλους του σκάφους ο οποίος εξελίχθηκε ομαλά και κατά τη διάρκειά του οι μηχανές του σκάφους ανέπτυξαν … (στροφές ανά λεπτό) με μέγιστο αριθμό … τις 2300.
Περί το τέλος Αυγούστου 2007 το σκάφος της ενάγουσας επέστρεψε στο μόνιμο τόπο ελλιμενισμού του στην 4η μαρίνα της …, μετά από εξάωρο πλου από την …, στη διάρκεια του οποίου δεν παρουσιάστηκε πρόβλημα στη λειτουργία των μηχανών, είτε μειωμένη απόδοση είτε εκπομπή καπνών, σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή, ενώ στους επόμενους μήνες συνεχίστηκαν οι εργασίες αποκατάστασης των λοιπών ζημιών που δεν είχαν αντιμετωπιστεί στην … και ήταν ηλεκτρολογικού κυρίως χαρακτήρα, την εκτέλεση των οποίων παρακολουθούσαν οι επιθεωρητές της εναγόμενης οι οποίοι επισκέφθηκαν το σκάφος την 5-9-2007, 17-9-2007 καθώς και την 12-12-2007 χωρίς και κατά τις επισκέψεις αυτές να αναφερθεί από μέρους της κυρίας του σκάφους, οποιοδήποτε πρόβλημα των μηχανών, οι οποίες καθ' όλο το άνω διάστημα βρίσκονταν στη θέση τους κανονικά συναρμολογημένες, ενώ από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι το σκάφος κατά το ανωτέρω διάστημα πραγματοποίησε πλόες.
Κατά την επόμενη επίσκεψή του, την 5-3-2008, ο Γ. Μ., διαπίστωσε ότι οι μηχανές έλειπαν και σε σχετική ερώτησή του ο Ί. Σ., εκπρόσωπος του Γ. Μ., απάντησε ότι η αριστερή μηχανή είχε εξαρμοστεί για να δημιουργηθεί πρόσβαση ώστε να πραγματοποιηθούν οι εργασίες αποκατάστασης των ηλεκτρολογικών ζημιών στο χώρο του μηχανοστασίου και η δεξιά επίσης, μετά από απόφαση των ιδιοκτητών, προκειμένου να καθαριστεί και να συντηρηθεί ο χώρος, χωρίς να γίνει και κατά το χρόνο εκείνο, καμία αναφορά σε επισκευή τους ή σε πρόβλημά τους οφειλόμενο στην φωτιά, πλέον των αρχικά διαπιστωθέντων στην αριστερή και μόνο μηχανή.
Απαίτηση για ανάλογη αιτία, επισκευαστικών εργασιών και στις δύο μηχανές προς αποκατάσταση ζημιών που είχαν ως αιτία ειδικότερα την είσοδο πυροσβεστικού υλικού στο εσωτερικό τους κατά την κατάσβεση της φωτιάς, η οποία σύμφωνα με τους επιθεωρητές και τον πραγματογνώμονα ήταν η αιτία του ένδικου περιστατικού και όχι βραχυκύκλωμα από υπερθέρμανση των καλωδιώσεων όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η εναγόμενη, διατυπώθηκε για πρώτη φορά την 9-6-2008 όταν η ενάγουσα απέστειλε μέσω της αντιπροσώπου της, στους (Kappa Marine Consultants) το τιμολόγιο - δελτίο αποστολής … …-…/…-4-2008 ποσού 36.460,60 ευρώ και το τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών …/…-…/…-4-2008 ποσού 18.000 ευρώ εκδόσεως αμφότερα της "ΝΤΗΖΕΛ ΣΕΡΒΙΣ ΕΠΕ", συνοδευόμενα από την από 9-6-2008 επιστολή στην οποία αναφερόταν ότι αποστέλλονται τα εν λόγω τιμολόγια επισκευών των κύριων μηχανών του ασφαλισμένου σκάφους "…" που απαιτήθηκαν μετά τη ζημιά της φωτιάς την 8/2007 και τη μεταγενέστερη διαπίστωση της προβληματικής λειτουργίας των μηχανών.
Στο τέλος της επιστολής υπήρχε αίτημα να συμπεριληφθούν τα τιμολόγια αυτά στη συνολική εκτίμηση της ζημιάς, ενόψει της ολοκλήρωσης της επιθεώρησης και σύνταξης της σχετικής έκθεσης, την 12-6-2008. Η ενάγουσα ισχυρίστηκε με την αγωγή της ότι οι ζημίες στις μηχανές του σκάφους της οφείλονται στην είσοδο στο εσωτερικό τους και ειδικότερα στους κυλίνδρους από τα φίλτρα αέρα που αυτές διαθέτουν, σωματιδίων ξηράς σκόνης που περιείχαν οι φορητοί πυροσβεστήρες με τους οποίους κατασβήστηκε η φωτιά.
Ωστόσο από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού της αυτού, ότι δηλαδή συνεπεία του χρησιμοποιηθέντος υλικού κατάσβεσης υπέστησαν βλάβη αμφότερες οι μηχανές, οι οποίες διαθέτουν φίλτρα αέρα κατάλληλα και ικανά να συγκρατούν σωματίδια μικρότερου όγκου από εκείνα του υλικού πυρόσβεσης.
Έτσι ακόμα και στην περίπτωση που οι μηχανές λειτουργούσαν κατά την κατάσβεση της φωτιάς και απορροφήθηκαν τα εν λόγω σωματίδια στο εσωτερικό των κυλίνδρων τους, χωρίς να συγκρατηθούν από τα φίλτρα αέρα, το αναφερόμενο από την ενάγουσα πρόβλημα θα παρουσιαζόταν είτε κατά τον πλου μετά τη φωτιά στην …, ο οποίος κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή είχε διάρκεια τουλάχιστον μιας ώρας (11.30 κατασβέστηκε η φωτιά, 13.00 κατέπλευσε στην …), είτε κατά τη διάρκεια του ημίωρου δοκιμαστικού πλου του σκάφους, μετά την ολοκλήρωση των επισκευών που πραγματοποιήθηκαν στην … ή, το αργότερο, κατά την εξάωρης διάρκειας πλεύση με προορισμό την ….
Σύμφωνα δε με την από 12-6-2008 έκθεση των επιθεωρητών της εναγόμενης δεν δικαιολογείται είσοδος υλικού κατάσβεσης παρά μόνο εάν οι μηχανές λειτουργούσαν συνεχώς καθ' όλη τη διάρκεια της κατάσβεσης και μάλιστα όταν αυτή γινόταν από το μόνιμο σύστημα πυρόσβεσης που απελευθερώνει μεγάλη ποσότητα υλικού και όχι από τους φορητούς πυροσβεστήρες.
Πλην όμως, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, η διακοπή της λειτουργίας της αριστερής μηχανής ήταν ο λόγος που οδήγησε τον κυβερνήτη να ελέγξει το μηχανοστάσιο του σκάφους και να διαπιστώσει την φωτιά στο χώρο της (αριστερής μηχανής) όπου και κατηύθυνε την ρίψη της ξηράς σκόνης. Η κρίση δε αυτή δεν αντικρούεται από τον όψιμα προβληθέντα ισχυρισμό του κυβερνήτη του σκάφους, σε απάντηση αντίστοιχης ερώτησης του Α.
Κ., του πραγματογνώμονα που διόρισε το Δικαστήριο, οκτώ έτη μετά το ένδικο περιστατικό και έχοντας ο ίδιος γνώση των ισχυρισμών της αντιδίκου του, σύμφωνα με τον οποίο, όταν εισήλθε στο μηχανοστάσιο, η αριστερή μηχανή εξακολουθούσε να λειτουργεί παρά το ότι την είχε κλείσει από τον διακόπτη στο χώρο πηδαλιουχίας, ερχόμενος σε πλήρη αντίθεση με τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά.
Ούτε περαιτέρω μπορεί να εξαχθεί διαφορετικό συμπέρασμα από την έκθεση πραγματογνωμοσύνης του άνω πραγματογνώμονα αφού αυτός δεν δίνει κατηγορηματική απάντηση στο αντίστοιχο ερώτημα που τέθηκε από την 88/2015 προδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου η οποία έταξε τα προς διερεύνηση από μέρους του θέματα.
Αντίθετα, επισημαίνοντας ο πραγματογνώμονας την αδυναμία του να διαπιστώσει την πραγματική κατάσταση λόγω της παρόδου πολλών ετών από το ένδικο περιστατικό, απαντά όλως υποθετικά εκθέτοντας: "βέβαια σε μια κατάσταση μεγάλων ποσοτήτων σωματιδίων αιθάλης, καταλοίπων καύσης διαφόρων υλικών που υπήρχαν στο μηχανοστάσιο και νέφους ξηράς κόνεως, θα επέτρεπε κάποιες ποσότητες να εισέλθουν στους κυλίνδρους εσωτερικά των μηχανών.
Οι ζημίες των μηχανών θα μπορούσαν να μην εμφανιστούν άμεσα αλλά μετά από κάποιες ώρες λειτουργίας των μηχανών (αρκεί τα φίλτρα να επέτρεπαν την είσοδο αέρα στους κυλίνδρους και να μην είχαν καταστραφεί από την πυρκαγιά ή να μην είχαν βουλώσει τελείως ή πάρα πολύ). Σχετικά μεγάλο βούλωμα θα μείωνε την απόδοση των μηχανών (μειωμένες στροφές/λεπτό, εκπομπή κάπνας, εξατμίσεις κλπ.)".
Τέλος, ως προς το κατάλοιπο λευκού ιζήματος στους κυλίνδρους των μηχανών που αποτυπώθηκε σε φωτογραφικό υλικό το οποίο επιδείχθηκε από την ενάγουσα στον πραγματογνώμονα, ο τελευταίος απέφυγε να απαντήσει ακόμα και υποθετικά, ελλείψει χημικών αναλύσεων του υλικού αυτού. Ωστόσο, από τα όσα διατύπωσε στην έκθεσή του ο πραγματογνώμονας, συνάγεται με ασφάλεια το συμπέρασμα ότι αν τα φίλτρα αέρος δεν είχαν καταστραφεί άμεσα από την φωτιά ή την μεγάλη ποσότητα σωματιδίων που επικάθησαν σ' αυτά, απαιτείτο σε κάθε περίπτωση μεγάλη ποσότητα σκόνης για να προκληθεί μείωση των στροφών τους και εκπομπή κάπνας, ενδείξεις που θα γίνονταν αντιληπτές, αν όχι κατά τη συνέχιση του ταξιδιού προς …, μετά την κατάσβεση της φωτιάς ή κατά τον δοκιμαστικό πλου, τουλάχιστον κατά την επιστροφή του σκάφους στην … στην διάρκεια του οποίου, σύμφωνα με την αγωγή, δεν παρατηρήθηκε πρόβλημα στις μηχανές και αυτό εκδηλώθηκε ένα μήνα και πλέον, αργότερα.
Ενισχύεται δε η ανωτέρω κρίση και από την προσκομιζόμενη από την εναγόμενη εταιρία τεχνική έκθεση με ημερομηνία 7-10-2010 του Χ. Π., λέκτορα της σχολής Ναυπηγών Μηχανολόγων Μηχανικών του Ε.Μ.Π. και του Λ. Κ., επίκουρου καθηγητή στην ίδια ως άνω σχολή, η οποία συντάχθηκε αφού λήφθηκαν υπόψη από τους ανωτέρω η αγωγή και η έκθεση πραγματογνωμοσύνης της Kappa Marine Consultants, καθώς και από την τεχνική έκθεση με ημερομηνία 9-3-2016 του ίδιου ως άνω Χ.
Π. που ορίστηκε ως τεχνικός σύμβουλος της εναγόμενης κατά την διεξαγωγή της πραγματογνωμοσύνης από τον Α. Κ. επί των συγκεκριμένων θεμάτων που όρισε η 88/2015 απόφαση. Σύμφωνα με τις εκθέσεις αυτές, σε περίπτωση που υπήρχε σημαντική ποσότητα ξηράς σκόνης στον αέρα του μηχανοστασίου, πλησίον των θέσεων αναρρόφησης (φίλτρων αέρα), θα είχε προκληθεί μερική απόφραξη των φίλτρων της δεξιάς μηχανής κατά τη λειτουργία της.
Στη συνέχεια ως απόρροια αυτού θα είχε προκληθεί μείωση της παροχής αέρα στους κυλίνδρους με συνέπεια τη σημαντική αύξηση εκπομπών σωματιδίων αιθάλης-καπνών καθώς και αδυναμία επίτευξης στροφών πολύ κοντά στις μέγιστες στροφές της μηχανής. Θα πρέπει δε να διευκρινιστεί ότι στην άνω πρώτη τεχνική έκθεση οι συντάκτες της αναφέρονται στην δεξιά μηχανή έχοντας ως δεδομένο, με βάση τους αγωγικούς ισχυρισμούς, ότι η αριστερή μηχανή δεν λειτουργούσε κατά την κατάσβεση της φωτιάς με τη χρήση πυροσβεστήρα και επομένως δεν υπήρξε αναρρόφηση σκόνης και σωματιδίων από τα φίλτρα αέρα αυτής.
Τέλος επισημαίνεται προς επίρρωση της άνω κρίσης, ότι δηλαδή δεν υπέστησαν ζημία οι κύλινδροι των μηχανών του σκάφους από την εισχώρηση ξηράς σκόνης κατά το ένδικο περιστατικό, από το ότι η ενάγουσα δεν προέβη σε αλλαγή των φίλτρων αέρα ούτε αμέσως μετά το ένδικο συμβάν αλλά ούτε και μετά την επιστροφή της στη …, καθώς, αν πράγματι τότε οι μηχανές δεν "έπιαναν" τον αριθμό στροφών που κανονικά έχουν τη δυνατότητα να πετύχουν ή υπήρχε κάποια άλλη ένδειξη μειωμένης απόδοσής τους, θα γινόταν έλεγχος σ' αυτές και θα διαπιστωνόταν το πρόβλημα που θα οδηγούσε στην αντικατάσταση των φίλτρων.
Δηλαδή, δεν αποδείχθηκε, στην προκειμένη περίπτωση, ότι οι μηχανές του ενδίκου σκάφους, υπέστησαν τις επικαλούμενες, αβάσιμα, από την ενάγουσα, ως αποκαλυφθείσες στους πιο πάνω, μεταγενέστερους του ενδίκου συμβάντος, χρόνους, ζημίες, συνεπεία εισόδου στο εσωτερικό τους του υλικού κατάσβεσης που χρησιμοποιήθηκε για την αντιμετώπιση της φωτιάς.
Σε κάθε περίπτωση όμως ακόμα και αν πράγματι είχαν επέλθει (αποδείχθηκε, όπως αναφέρθηκε, ότι δεν επήλθαν) και οι αμέσως παραπάνω ζημίες (δηλαδή, λόγω της εισροής υλικού πυρόσβεσης κατά την προσπάθεια κατάσβεσης της υπόψη πυρκαϊάς) στις μηχανές του ενδίκου σκάφους, η από μέρους της ενάγουσας παραβίαση της συμβατικής της υποχρέωσης, που προέκυπτε από την ενσωμάτωση του όρου 13.1 των ρητρών του YIC στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, έτσι ώστε να συνιστά προϋπόθεση της ασφαλιστικής κάλυψης η ειδοποίηση της ασφαλιστικής εταιρίας, "πάραυτα", ήτοι χωρίς υπαίτια καθυστέρηση εντός του απαραιτήτως απαιτουμένου προς τούτο, στην προκειμένη περίπτωση, χρονικού διαστήματος για την επέλευση του ασφαλιστικού κινδύνου, απαλλάσσει την τελευταία σύμφωνα με τα αναλυόμενα στην υπό στοιχ.
Α σκέψη από την δική της υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης για το σύνολο των ενδίκων ζημιών, όπως βάσιμα αυτή (εναγομένη) ισχυρίζεται, με τις προτάσεις της και κατά συνέπεια η κρινόμενη αγωγή πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολο της, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του αγγλικού δικαίου της ναυτικής ασφάλισης, το οποίο εφαρμόζεται στην προκειμένη περίπτωση κατ' άρθρ. 25 εδ.
α'του ΑΚ, εφόσον σ' αυτό υπεβλήθησαν τα συμβαλλόμενα μέρη στην ένδικη σύμβαση ασφάλισης. Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων του αγγλικού δικαίου ναυτικής ασφάλισης, σε συνδυασμό με τους ενσωματωθέντες στο ένδικο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έντυπους όρους ασφάλισης του Ινστιτούτου Ασφαλιστών του Λονδίνου (Institute of London Underwriters), μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και οι ρήτρες του Ινστιτούτου για ασφάλιση σκαφών αναψυχής των Ασφαλιστών του Λονδίνου της 1.1.1985 (INSTITUTE YACHT CLAUSES-YIC) και συγκεκριμένου του όρου του YIC, 13.1, σύμφωνα με τον οποίο οι ασφαλιστές πρέπει να ειδοποιηθούν "πάραυτα" στην περίπτωση κατά την οποία "οποιοδήποτε συμβάν είναι δυνατόν να δώσει αφορμή για να εγερθεί απαίτηση από την καταρτισθείσα ασφάλιση".
Επιπλέον, αναφέρεται ότι με τον ως άνω υποχρεωτικό και ίσης αξίας με τους λοιπούς όρο της ένδικης σύμβασης η αναιρεσείουσα ασφαλισμένη δεσμεύθηκε ότι θα συμμορφωθεί με τις γεννώμενες απ' αυτόν υποχρεώσεις της, χωρίς να διατυπωθεί κάποια ρήτρα επιφύλαξής της ως προς την επέλευση των έννομων συνεπειών σε περίπτωση παραβίασής του, την απαλλαγή δηλαδή της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας από την υποχρέωσή της για αποζημίωση της ασφαλισμένης αναιρεσείουσας.
Επίσης, η εν λόγω απόφαση κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση της και με τις αναφερόμενες σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες δέχθηκε ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση το ένδικο ατύχημα (πυρκαγιά) του σκάφους έλαβε χώρα στις 10-8-2007 και όχι στις 12-8-2007, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, καθώς και ότι η τελευταία με αδικαιολόγητη καθυστέρηση ενημέρωσε την πρώτη στις 13-8-2007, ήτοι την τέταρτη ημέρα μετά το συμβάν, χωρίς να αποδίδει τη βραδύτητα αυτή σε κάποιο εμπόδιο ή δυσκολία.
Ακόμη, στην ως άνω απόφαση με σαφήνεια γίνεται δεκτό ότι η ως άνω συμπεριφορά της αναιρεσείουσας δεν είναι η επιβαλλόμενη από τον ως άνω όρο της σύμβασης, που καθιερώνει υποχρέωση για ειδοποίηση της ασφαλίστριας "πάραυτα", ήτοι εντός του απαραιτήτως απαιτουμένου προς τούτο χρόνου, με αποτέλεσμα από την παράλειψή της αυτή να επέρχεται παραβίαση του προαναφερόμενου όρου YIC 13.1, η οποία επιφέρει απαλλαγή του ασφαλιστή και συγκεκριμένα της αναιρεσίβλητης από την υποχρέωσή της για καταβολή στην αναιρεσείουσα της αιτούμενης με την ένδικη αγωγή αποζημίωσης.
Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής ούτε επίσης ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των ως άνω παραδοχών της.
Επομένως, είναι αβάσιμοι οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος και το δεύτερο μέρος του και ο πέμπτος λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά οι ίδιοι ως άνω λόγοι είναι απαράδεκτοι, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτούς αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μια από τις σ' αυτήν αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.
Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.
Όπως δε προκύπτει από την ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 485/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 344/2019, ΑΠ 279/2019). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος και το πρώτο μέρος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι, στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι αυτή (αναιρεσείουσα) δεν ενημέρωσε πάραυτα την αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία, υπήρξε παραβίαση της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ με τη μη εφαρμογή της, παρά το ότι η τελευταία (αναιρεσίβλητη) είχε αναγνωρίσει την υποχρέωσή της για αποζημίωση της πρώτης λόγω του ατυχήματος και δεν είχε ασκήσει το δικαίωμά της για λήψη προσφορών επισκευής, αλλά για πρώτη φορά κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενίσταται για αυξημένο κόστος εργασιών επισκευής του σκάφους.
Δεν επικαλείται όμως ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της από της από 18-4-2011 έφεσης αυτής και των από 27-10-2016 προτάσεών της ενώπιον του Εφετείου, ότι ο ισχυρισμός αυτός από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου.
Εξάλλου, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) κατά το δεύτερο σκέλος και το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
IV. Κατά το εδ. β' της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ελέγχεται η παράβαση των διδαγμάτων κοινής πείρας, μόνον εάν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή σ' αυτούς των πραγματικών γεγονότων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται, μόνον όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, δηλαδή τις γενικές και αφηρημένες αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με την βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχόλησης και έχουν γίνει κοινό κτήμα, για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα δικαίου (ιδίως όταν αυτός περιέχει νομικές έννοιες, δηλαδή για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών) ή για την υπαγωγή ή όχι σ' αυτόν των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς και όχι όταν παραβιάζει τα διδάγματα αυτά κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και των πραγματικών γεγονότων, δηλαδή της ουσίας της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, ο κανόνας δικαίου για την αληθινή έννοια του οποίου χρησιμοποιήθηκαν ή όχι τα διδάγματα της κοινής πείρας, η έννοια που προσδόθηκε σ' αυτόν από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, η ορθή κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν (ΑΠ 425/2020, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 660/2019, ΑΠ 855/2019, ΑΠ 602/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος και το τρίτο μέρος του η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν εφάρμοσε τα διδάγματα της κοινής πείρας για να αποφανθεί ορθά και να οδηγηθεί στο λογικό συμπέρασμα ότι η αναιρεσίβλητη ενήργησε όλως καταχρηστικώς, παραβαίνοντας τα συναλλακτικά ήθη και την προβλεπόμενη από την ίδια (αναιρεσίβλητη) διαδικασία για την κάλυψη του συγκεκριμένου ασφαλιστικού κινδύνου, δεδομένου ότι η πρώτη (αναιρεσείουσα) ειδοποίησε πάραυτα την τελευταία για το επίδικο συμβάν.
Ο λόγος αυτός κατά το ως άνω σκέλος του (δεύτερο) και το προαναφερόμενο μέρος του (τρίτο) περί παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, αφού δεν περιέχονται στο αναιρετήριο τα ως άνω αναφερόμενα αναγκαία στοιχεία θεμελίωσής του, είναι απαράδεκτος, διότι η προβαλλόμενη παράβαση δεν έχει το χαρακτήρα διδάγματος κοινής πείρας με την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω, αλλά ανάγεται στην εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων και στην αξιολόγηση των αποδείξεων, που δεν ελέγχονται από τον 'Αρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
V. Με τον ως άνω από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης ελέγχονται οι παραβιάσεις των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, δηλαδή κανόνες, οι οποίοι ρυθμίζουν τις βιοτικές σχέσεις, την κτήση των δικαιωμάτων και τη γένεση υποχρεώσεων και επιβάλλουν κυρώσεις για τη μη τήρησή τους και όχι των κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς ισχύει και για το λόγο του αριθ. 1.
Επομένως, ο λόγος αυτός χαρακτηρίζεται ως "ουσιαστικός" και όχι ως δικονομικός. Πρέπει δε να σημειωθεί ότι επί παραβίασης κανόνα δικονομικού δικαίου, που δεν αποτελεί επώνυμο λόγο αναίρεσης, δεν μπορεί, υπό το πρόσχημα της εσφαλμένης εφαρμογής κανόνα δικαίου ή της ανεπάρκειας ή αντιφατικότητας κλπ της αιτιολογίας, να ιδρυθεί ο αναιρετικός έλεγχος των αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 887/2019, ΑΠ 659/2015, ΑΠ 159/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος του, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προσάπτει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου ως προς το ζήτημα της εξέτασης του νομίμου εκπροσώπου αυτής ενώπιον του ακροατηρίου του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου κατά την παραδοχή μεν της πιο πάνω έφεσής της, αλλά της απόρριψης στη συνέχεια της ένδικης αγωγής της.
Ειδικότερα, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο κατά τη συζήτηση της εν λόγω υπόθεσης στο ακροατήριο δεν προστάτευσε το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής κατά την κατάθεση αυτού ενώπιόν του και μάλιστα εφάρμοσε μη νόμιμη διαδικασία κατάθεσης αυτού, ήτοι καλώντας τον να ορκιστεί, πλην όμως στη συνέχεια το ίδιο Δικαστήριο κατέστησε την κατάθεση αυτού μη νόμιμη και ανυπόστατη για το λόγο αυτό (της όρκισής του), χωρίς να τη λάβει υπόψη κατά την εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων για την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης, ήτοι το Εφετείο με την εν λόγω συμπεριφορά του αφ' ενός προέτρεψε το νόμιμο εκπρόσωπο αυτής να ορκιστεί πριν την κατάθεσή του ως μάρτυρα ενώπιόν του και αφ' ετέρου "τιμώρησε" αυτόν και την ίδια (αναιρεσείουσα), επιρρίπτοντας την ευθύνη τήρησης της νόμιμης διαδικασίας στο ακροατήριο σε βάρος αυτής (αναιρεσείουσας).
Επιπλέον, η ίδια εκθέτει ότι το Εφετείο μη τηρώντας την προβλεπόμενη από τον ΚΠολΔ διαδικασία για την εξέταση ως μάρτυρα του νομίμου εκπροσώπου αυτής παραβίασε τις διατάξεις: α) του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ περί κατοχύρωσης του δικαιώματος στη χρηστή απονομή της δικαιοσύνης, αφού δεν εξασφάλισε σ' αυτήν δίκαιη δίκη, αλλά "χρησιμοποίησε" τη δικαστική του εξουσία για να καταστήσει ανυπόστατη την κατάθεση στο ακροατήριο του μάρτυρά της και β) του άρθρου 4 παρ.1 του Συντάγματος, αφού "αφαίρεσε" απ' αυτήν τη δυνατότητα να αποδείξει τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά της αγωγής της με την κατάθεση του μάρτυρά της στο ακροατήριο, προσβάλλοντας το δικαίωμά της περί ισότητας ενώπιον του νόμου και της εκατέρωθεν ακροάσεως.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (πρώτος) κατά το πρώτο σκέλος και το πρώτο μέρος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, καθόσον αφορά σε διατάξεις του δικονομικού και όχι του ουσιαστικού δικαίου. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι το Εφετείο προέβη στην ένορκη εξέταση του νομίμου εκπροσώπου της αναιρεσείουσας μετά από αίτημα αυτής και σύμφωνα με την καθιερούμενη από τη διάταξη του άρθρου 106 ΚΠολΔ αρχή της διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, κατά την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου.
Επίσης, ο ίδιος λόγος κατά το ως άνω πρώτο σκέλος και το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, τηρώντας την ισότητα των δικονομικών όπλων των διαδίκων και ερευνώντας το σύνολο των εκτιθέμενων θέσεων, επιχειρημάτων και αποδεικτικών μέσων και της αναιρεσείουσας, κατέληξε στην ως άνω κρίση του, χωρίς να εμποδίσει αυτήν να ασκήσει κάποιο από τα προβλεπόμενα από το νόμο δικονομικά δικαιώματά της ούτε να έχει πρόσβαση σε δίκαιη και ασφαλή κρίση, ενώ δεν στέρησε αυτήν από το δικαίωμα δίκαιης δίκης και συνεπώς δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.δ. 53/1974, ούτε τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος.
VΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπ' όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και ως εκ τούτου στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και λοιπών αποδεικτικών μέσων. Εξάλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απορρίπτει ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ ΑΠ 14/2004, Ολ ΑΠ 11/1996, ΑΠ 807/2020, ΑΠ 892/2019, ΑΠ 573/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με το δεύτερο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι δεν έλαβε υπόψη: α) τα προσκομισθέντα απ' αυτήν αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα τις φωτογραφίες των καμένων μερών του σκάφους, την πραγματογνωμοσύνη που διέταξε το ίδιο το Δικαστήριο και την ηλεκτρονική αλληλογραφία και β) το θεμελιωτικό της αγωγής της περιστατικό περί άμεσης (αυθημερόν) ενημέρωσης της αντιδίκου της σχετικά με το ένδικο περιστατικό και αναγνώρισης από την τελευταία της υποχρέωσής της για αποζημίωση.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης (δεύτερος) κατά το πρώτος σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον δεν αποτελούν "πράγματα" τα ως άνω επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα αποδεικτικά μέσα. Επίσης, ο ίδιος λόγος (δεύτερος) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο με τις ως άνω παραδοχές του παραθέτει με σαφή τρόπο το σύνολο των αποδειχθέντων περιστατικών σχετικά με τη μη ενημέρωση της αναιρεσίβλητης ασφαλιστικής εταιρείας "πάραυτα", ήτοι εντός του απαραιτήτως απαιτουμένου προς τούτο χρόνου, και ως εκ τούτου και με τη μη αναγνώριση από την αναιρεσίβλητη της υποχρέωσης προς αποζημίωση της αναιρεσείουσας, μη δεχόμενο έτσι εκ του πράγματος τη βασιμότητα των πιο πάνω αναφερόμενων από την πρώτη στην ένδικη αγωγή της περιστατικών.
Κατά τα λοιπά ο ίδιος λόγος (δεύτερος) είναι απαράδεκτος, καθόσον με τις αναφερόμενες σ' αυτόν αιτιάσεις πλήττεται αποκλειστικά η εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
VIII. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική αποδεικτική κρίση (ΑΠ 629/2020, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 695/2019, ΑΠ 1349/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον χωρίς απόδειξη δέχθηκε ως αληθινούς τους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης περί μη εμπρόθεσμης και έγκαιρης ("πάραυτα") αναγγελίας του ατυχήματος και περί απαλλαγής της τελευταίας από την υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης λόγω επέλευσης ασφαλισμένου κινδύνου, καθώς επίσης και τον ισχυρισμό αυτής (αναιρεσίβλητης) περί δήθεν αυξημένου κόστους επισκευής του σκάφους.
Επίσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση για την απόρριψη των αγωγικών ισχυρισμών της στηρίχθηκε στην από Σεπτεμβρίου 2015 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πραγματογνώμονα που διορίστηκε με την υπ' αριθ. 88/2015 μη οριστική απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, παρά το ότι αυτή (πραγματογνωμοσύνη) δεν ήταν κατηγορηματική, αλλά υποθετική και ως εκ τούτου δεν δύναται να εισφέρει ασφαλή συμπεράσματα στην επίδικη υπόθεση και ιδίως ως προς το ζήτημα της εισχώρησης υλικού κατάσβεσης στις μηχανές του σκάφους.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα και εκτιθέμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, ήτοι την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης-εφεσίβλητης Γ.
Μ., που εξετέσθηκε ενώπιον του πρωτοβάθμιου αλλά και του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου και περιέχεται στα σχετικά πρακτικά, τις ένορκες βεβαιώσεις των διαδίκων και όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα και ως εκ τούτου δεν δέχθηκε πράγματα ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος (τρίτος) κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττει αποκλειστικά την εκτίμηση από το Εφετείο των αποδείξεων και ειδικότερα ανάγεται στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από το ως άνω αποδεικτικό μέσο (έκθεση πραγματογνωμοσύνης) και η οποία (εκτίμηση) καθ' εαυτή, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.
Ακόμη, πρέπει να σημειωθεί και το ότι κατ' άρθρ. 387 ΚΠολΔ το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα τη γνωμοδότηση των πραγματογνωμόνων και επομένως η κρίση του για την εκτίμηση αυτής δεν ελέγχεται αναιρετικώς (ΑΠ 1479/2013, ΑΠ 1225/2009, ΑΠ 382/2006).
IX. α) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει. Ειδικότερα, για να είναι ορισμένος ο πιο πάνω από τον αριθ. 11α' λόγος αναίρεσης πρέπει να προσδιορίζεται στο αναιρετήριο το αποδεικτικό μέσο που παρανόμως λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο, ο λόγος για τον οποίο δεν έπρεπε αυτό να ληφθεί υπόψη και ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου λήφθηκε υπόψη, να προβάλλεται δε και ισχυρισμός ότι το απαράδεκτο αυτό προτάθηκε από τον αναιρεσείοντα στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις πιο πάνω αναφερόμενες στο άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ εξαιρετικές περιπτώσεις.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα: α) την από 29-9-2009 αγωγή της ίδιας προς απόδειξη του χρόνου επέλευσης του ενδίκου ατυχήματος, παρά το ότι αυτή είχε παραιτηθεί από το δικόγραφο της εν λόγω αγωγής και β) την από 12-6-2007 έκθεση πραγματογνωμοσύνης των επιθεωρητών της Kappa Marine Consultants, η οποία είναι ανυπόσταστη, αφού η επικαλούμενη πραγματογνωμοσύνη έλαβε χώρα τον Ιούνιο του 2007, ήτοι πριν από την επέλευση του ενδίκου ατυχήματος τον Αύγουστο του 2007.
Δεν επικαλείται όμως η αναιρεσείουσα με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των από 27-10-2016 προτάσεων αυτής ενώπιον του Εφετείου, ότι ο ισχυρισμός αυτός καθόσον αφορά στη μη λήψη υπόψη των εν λόγω αποδεικτικών μέσων για τις συγκεκριμένες αιτίες είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, παρά το ότι αυτά είχαν προσκομιστεί νομίμως από την αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της.
Εξάλλου, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Τα παραπάνω δε ισχύουν ανεξαρτήτως του ότι είναι προφανής η παραδρομή του Εφετείου ως προς την ημερομηνία του ως άνω εγγράφου (12-6-2007 αντί του ορθού 12-6-2008), ενόψει μάλιστα και της ορθής αναγραφής της ημερομηνίας αυτού σε δύο άλλα σημεία της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης (τέταρτος) κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.
β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενη ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, ήτοι: α) το από 9-9-2008 ηλεκτρονικό μήνυμα της ενεργούσας ως υπαλλήλου της αναιρεσίβλητης Α.
Ρ., β) τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες απ' αυτήν (αναιρεσείουσα) φωτογραφίες των καμένων μερών του σκάφους και γ) δύο ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων της ως προς την ημερομηνία του ατυχήματος. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, καθώς και τις ένορκες βεβαιώσεις με αριθμούς …/…-1-2014 και …/…-1-2014 των Κ.
Μ. και Κ. Μ. αντίστοιχα ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιώς Κυριακής Λαλουλάκου και …/…-1-2014 του Κ. Β. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Αγάθης Κουτσοσπύρου, τις οποίες επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα-εκκαλούσα (αναιρεσείουσα), σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (τέταρτος) κατά το δεύτερο σκέλος του. Κατά τα λοιπά και μεταξύ αυτών και για το ζήτημα της επικαλούμενης αναγνώρισης από την αναιρεσίβλητη της υποχρέωσής της προς αποζημίωση για το ένδικο ατύχημα, ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
Χ. Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το Δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά διέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο. Πάντως για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς με άλλα αποδεικτικά μέσα, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτικού γεγονότος.
Κατά την έννοια της άνω διάταξης ως έγγραφα, η παραμόρφωση του περιεχομένου των οποίων ιδρύει λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται τα από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 432 επ. ΚΠολΔ προβλεπόμενα αποδεικτικά έγγραφα. Τα διαδικαστικά δικόγραφα της ενεστώσας δίκης, όπως το δικόγραφο της αγωγής, ανταγωγής, έφεσης ή των προτάσεων, δεν αποτελούν έγγραφα (ΑΠ 189/2019, ΑΠ 1105/2017, ΑΠ 204/2016, ΑΠ 77/2011, ΑΠ 1007/2009).
Στην προκείμενη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον έκτο λόγο αναίρεσης προβάλλει την αιτίαση από τον αριθ. 20 του άρθρου 557 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής της και των προτάσεών της, παραποιώντας και επεμβαίνοντας στο περιεχόμενο των ισχυρισμών της, όπως προτάθηκαν ενώπιον του δι' αυτών, δεχόμενο κατ' αυτόν τον τρόπο διαφορετικά γεγονότα από τα αναφερόμενα σ' αυτά.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, δεδομένου ότι η αγωγή και οι προτάσεις της παρούσας δίκης είναι διαδικαστικά και όχι αποδεικτικά έγγραφα και ως εκ τούτου από την αναφερόμενη παραμόρφωση του περιεχομένου αυτών δεν ιδρύεται ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).
Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρείβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-3-2018 αίτηση της αλλοδαπής εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία 'AMBERFINE LIMITED" για αναίρεση της υπ' αριθ. 446/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Πειραιώς .
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ