Supreme Court dismisses appeal against labor court decision regarding permanent employee rights after work injury.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision that rejected her claim for employment following her father's work-related disability. The appellant argued for equal treatment with temporary employees who received special protections, but the court found permanent employees fall under a distinct legal regime. Consequently, the court ruled that the lower court's reasoning was legally sound and the appeal lacked valid grounds.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 6 § 7 of Law 2244/1994 and 36 § 2 of Law 3734/2009; Permanent employees are subject to a different legal regime than temporary employees regarding work injury protections, justifying differential treatment based on public interest.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 955 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 955/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή και Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ε. Θ. του Δ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Σάμπαλη, που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Διαχειριστής Ελληνικού Δικτύου Διανομής Ηλεκτρικής ενέργειας" (Δ.Ε.Δ.Δ.Η.Ε. Α.Ε.) που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Δημόσια Επιχείρηση Ηλεκτρισμού Α.Ε."(Δ.Ε.Η. Α.Ε.), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αδάμ Δήμου, που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16/12/2011 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και του Δ. Θ., ο οποίος δεν είναι διάδικος στη δίκη αυτή, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 578/2018 του ίδιου Δικαστηρίου και 2160/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10/6/2019 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθεσης 5636/560/20-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2160/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο έκανε δεκτή την από 10-5-2018 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθ. 578/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 16-12-2011 αγωγή της κατά της αναιρεσίβλητης και απέρριψε αυτή (αγωγή) ως μη νόμιμη. Με την αγωγή της η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη εργατικό ατύχημα του πατέρα της, που εργαζόταν ως μόνιμος υπάλληλος στη ΔΕΗ ΑΕ (ήδη ΔΕΔΔΗΕ ΑΕ), συνεπεία του οποίου υπέστη αναπηρία εφ' όρου ζωής άνω του 67% και κατέστη ανίκανος προς εκτέλεση οποιασδήποτε εργασίας στην εναγομένη, ζήτησε να υποχρεωθεί η εναγομένη- αναιρεσίβλητη να την προσλάβει ως υπάλληλο με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 6 § 7 ν. 2244/1994 & 36 § 2 ν. 3734/2009, ευθέως εκ του νόμου και επικουρικά με βάση την Συνταγματική αρχή της ισότητας (άρθ. 4 § 1 Σ.). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτή (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων της (ΚΠολΔ 577 § 3).
Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 6 § 7 εδ. α' του ν. 2244/1994, με αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της Δ.Ε.Η., στις οποίες θα καθορίζονται οι ειδικότεροι όροι, διαδικασίες και προϋποθέσεις, δύναται να προσλαμβάνεται στη Δ.Ε.Η., κατά παρέκκλιση των διατάξεων του ν. 2190/1994 περί "Σύστασης ανεξάρτητης αρχής για την επιλογή προσωπικού και ρύθμιση θεμάτων διοίκησης", ένα μέλος της οικογένειας μισθωτού, με οποιαδήποτε σχέση εργασίας, θανόντος συνεπεία εργατικού ατυχήματος.
Περαιτέρω, στο εδ. β' της ίδιας ως άνω παραγράφου, όπως αυτό προστέθηκε με το άρθρο 36 § 2 του ν. 3734/2009, ορίζεται ότι "με τη διαδικασία του ανωτέρω εδαφίου δύναται, κατά παρέκκλιση των διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας, να προσλαμβάνεται στη Δ.Ε.Η. το με οποιαδήποτε σχέση εργασίας έκτακτο προσωπικό της, το οποίο έχει υποστεί μόνιμη σωματική αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 50% συνεπεία εργατικού ατυχήματος στην Επιχείρηση.
Σε περίπτωση που η πρόσληψη δεν είναι δυνατή λόγω νομίμως διαπιστωθείσας ανικανότητας εκτέλεσης οποιοσδήποτε εργασίας στην Επιχείρηση, έχει εφαρμογή η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρούσας παραγράφου". Από τις παραπάνω διατάξεις, σαφώς συνάγεται ότι, σε περίπτωση θανάτου εργαζόμενου της ΔΕΗ κατόπιν εργατικού ατυχήματος, δύναται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας να προσληφθεί ένα μέλος της οικογένειας αυτού, ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας που συνέδεε τον θανόντα εργαζόμενο με την εταιρία.
Επίσης, σε περίπτωση τραυματισμού σε εργατικό ατύχημα, εργαζόμενου που ανήκει στο έκτακτο προσωπικό της εταιρίας, εξαιτίας του οποίου (τραυματισμού) υπέστη μόνιμη σωματική αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 50%, δύναται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας να προσληφθεί ο παθών εργαζόμενος, εκτός εάν η πρόσληψη δεν είναι δυνατή λόγω νομίμως διαπιστωθείσας ανικανότητας εκτέλεσης οποιοσδήποτε εργασίας στην επιχείρηση, οπότε, στην περίπτωση αυτή, δύναται με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου της εταιρίας να προσληφθεί ένα μέλος της οικογένειας του παθόντος.
Αντίθετα, σε περίπτωση τραυματισμού μονίμου υπαλλήλου της ΔΕΗ, κατόπιν εργατικού ατυχήματος, εξαιτίας του οποίου αυτός υπέστη μόνιμη σωματική αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 50%, δεν προβλέπεται η δυνατότητα πρόσληψης από την εταιρία άλλου μέλους της οικογένειάς του. Η διαφορετική αντιμετώπιση του μόνιμου και του έκτακτου προσωπικού της ΔΕΗ, ως προς τη δυνατότητα πρόσληψης στην εταιρία άλλου μέλους της οικογένειας του παθόντος εργαζόμενου σε περίπτωση μόνιμης αναπηρίας αυτού, κατά τα οριζόμενα στη διάταξη του άρθρου 6 § 7 εδ.
β' του ν. 2244/1994, όπως αυτή προστέθηκε με το άρθρο 36 § 2 του ν. 3734/2009, δεν έρχεται σε αντίθεση με το άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Η ανωτέρω διάταξη αποτελεί νομικό κανόνα, που επιβάλλει την ομοιόμορφη μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό τις αυτές ή παρόμοιες συνθήκες.
Ο κανόνας αυτός δεσμεύει τα συντεταγμένα όργανα της Πολιτείας και, ειδικότερα, τόσο τον κοινό νομοθέτη κατά την ενάσκηση της νομοθετικής λειτουργίας όσο και τη Διοίκηση, όταν θεσπίζει κατά νομοθετική εξουσιοδότηση κανονιστική ρύθμιση. 0 δικαστικός έλεγχος τήρησης της αρχής της ισότητας, που είναι έλεγχος ορίων και όχι των καταρχήν επιλογών του νομοθέτη ή της ουσιαστικής ορθότητας των τιθέμενων νομικών κανόνων, περιορίζεται ειδικότερα στην έκδηλη υπέρβαση των ορίων που διαγράφονται από την εν λόγω συνταγματική αρχή.
Κατά τον έλεγχο αυτόν αναγνωρίζεται στον κοινό νομοθέτη ή την κατ' εξουσιοδότηση θεσμοθετούσα Διοίκηση, η ευχέρεια να ρυθμίσει με ενιαίο ή με διαφορετικό τρόπο τις ποικίλες προσωπικές ή πραγματικές καταστάσεις και σχέσεις, λαμβάνοντας υπόψη τις υφιστάμενες κοινωνικές, οικονομικές, επαγγελματικές ή άλλες συνθήκες, που συνδέονται με καθεμία από τις καταστάσεις ή σχέσεις αυτές, με βάση γενικά και αντικειμενικά κριτήρια, που βρίσκονται σε συνάφεια προς το αντικείμενο της ρύθμισης.
Πρέπει, όμως, η επιλεγόμενη ρύθμιση να κινείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αρχή της ισότητας και τα οποία αποκλείουν, τόσο την εκδήλως άνιση μεταχείριση, είτε με τη μορφή της εισαγωγής καθαρά χαριστικού μέτρου ή προνομίου μη συνδεόμενου προς αξιολογικά κριτήρια είτε με τη μορφή της επιβολής αδικαιολόγητης επιβάρυνσης, όσο και την αυθαίρετη εξομοίωση διαφορετικών καταστάσεων ή την ενιαία μεταχείριση προσώπων που τελούν υπό διαφορετικές συνθήκες, με βάση όλως τυπικά ή συμπτωματικά ή άσχετα μεταξύ τους κριτήρια (ΟλομΣτΕ 1120/2016, ΟλομΣτΕ 3405/2014, ΟλομΣτΕ 3404/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τη διάταξη του άρθρου 6 § 7 εδ. α' του ν. 2244/1994, αντιμετωπίζεται με όμοιο τρόπο η δυνατότητα πρόσληψης μέλους της οικογένειας θανόντος εργαζόμενου της ΔΕΗ, εξαιτίας εργατικού ατυχήματος, ανεξάρτητα από τη σχέση εργασίας που συνέδεε τον θανόντα εργαζόμενο με την εταιρία. Τούτο διότι, σκοπός του νομοθέτη, είναι να υπάρξει συνδρομή στην οικογένεια του θανόντος εργαζόμενου, η οποία πλήττεται το ίδιο, ανεξάρτητα από το εάν ο θανών εργαζόμενος ανήκε στο μόνιμο ή το έκτακτο προσωπικό της εταιρίας.
Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, με τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 7 εδ. β' του ν. 2244/1994, προβλέφθηκε η δυνατότητα πρόσληψης στην ΔΕΗ εργαζόμενου που ανήκει στο έκτακτο προσωπικό της, ο οποίος υπέστη μόνιμη σωματική αναπηρία σε ποσοστό τουλάχιστον 50% συνεπεία εργατικού ατυχήματος στην επιχείρηση, ενώ στην περίπτωση που η πρόσληψη δεν είναι δυνατή λόγω νομίμως διαπιστωθείσας ανικανότητας εκτέλεσης οποιασδήποτε εργασίας στην επιχείρηση, μπορεί να προσληφθεί άλλο μέλος της οικογένειάς του.
Η μη πρόβλεψη του ίδιου δικαιώματος για το μόνιμο προσωπικό της ΔΕΗ, δεν συνιστά παραβίαση της αρχής της ισότητας, αφού οι μόνιμοι υπάλληλοι αποτελούν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων, που τελούν υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς σε σχέση με τους έκτακτους υπαλλήλους, στους οποίους χορηγήθηκε το παραπάνω δικαίωμα, όχι με τρόπο αυθαίρετο και κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση για τους μόνιμους υπαλλήλους, αλλά για λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, που συνίστανται στο γεγονός ότι οι έκτακτοι υπάλληλοι τελούν υπό δυσμενέστερες συνθήκες σε σχέση με τα εργασιακά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, με συνέπεια να κρίνεται ότι πρέπει να παρέχεται μεγαλύτερη προστασία, στους ίδιους ή στις οικογένειες τους, στην περίπτωση που υποστούν αναπηρία, κατόπιν εργατικού ατυχήματος.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντιστοίχως δε όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του κανόνα δικαίου για την επέλευση της απαγγελθείσας έννομης συνέπειας ή την άρνηση της.
Εν προκειμένω, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε ότι "... με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα η υπό κρίση αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη, καθώς, με βάση τις διατάξεις που επικαλείται η ενάγουσα, δηλαδή του άρθρου 6 παρ. 7 εδ. α' και β' του ν. 2244/1994, όπως η τελευταία προστέθηκε με το άρθρο 36 παρ. 2 του ν. 3734/2009, δεν προβλέπεται η δυνατότητα πρόσληψης στην εναγόμενη εταιρία, μέλους της οικογένειας μόνιμου υπαλλήλου αυτής, ο οποίος υπέστη μόνιμη αναπηρία σε ποσοστό άνω του 50% κατόπιν εργατικού ατυχήματος στην επιχείρηση, όπως εσφαλμένα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Περαιτέρω, όπως ήδη προεκτέθηκε, η διάταξη του άρθρου 6 παρ. 7 εδ. β' του ν. 2244/1994, δεν αντίκειται στο άρθρο 4 § 1 του Συντάγματος, όπως επίσης αβάσιμα ισχυρίζεται η ενάγουσα. Επομένως το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή και ακολούθως την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου ...
Συνεπώς, πρέπει η υπό κρίση έφεση να γίνει δεκτή και από ουσιαστική άποψη, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς την ενάγουσα και στη συνέχεια, αφού κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το παρόν δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή... ως μη νόμιμη".
Σύμφωνα με τη μείζονα σκέψη που προηγήθηκε, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση δεν παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 6 § 7 εδ. α' & β' του ν. 2244/1994, όπως η τελευταία προστέθηκε με το άρθρο 36 § 2 του ν. 3734/2009 και του άρθρου 4 § 1 του Συντάγματος, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια εκ του αρ. 1 α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ότι η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποίησε ή παρέλειψε να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας, προκειμένου να ανεύρει με βάση αυτά την αληθή έννοια κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς.
Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα (ΟλομΑΠ 5/2008). Για την πληρότητα του λόγου αυτού αναίρεσης απαιτείται, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4 & 566 § 1 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που παραβιάσθηκαν, καθώς και ο κανόνας δικαίου την ερμηνεία και εφαρμογή του οποίου τα διδάγματα αυτά αφορούν, γιατί αλλιώς καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος και ο σχετικός λόγος απορρίπτεται ως αόριστος (ΑΠ 1428/2015, ΑΠ 1467/2008).
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, από το άνω άρθρο 559 αρ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης η αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν υπήγαγε το πλήθος των γεγονότων και των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αναζήτηση της αληθούς έννοιας της διατάξεως της παραγράφου 7, αρκεσθείσα στην κακότεχνη, πρόχειρη γραμματική διατύπωσή της", είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι δεν προσδιορίζεται σ' αυτόν, ποια είναι τα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν έλαβε υπόψη του το Εφετείο, ποιον κανόνα δικαίου αυτά αφορούν και ποια είναι η αόριστη νομική έννοια του κανόνα προς εξειδίκευση της οποίας χρησιμεύουν.
Με τους τρίτο και τέταρτο λόγους αναίρεσης εκ του αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα βάλλει την αναιρεσιβαλλομένη ότι παραβίασε τα άρθρα 4, 20, 21, 22, 25 & 93 του Συντάγματος και τις διατάξεις του Ενωσιακού δικαίου, "αντιμετωπίζοντας δύο απολύτως όμοιες τραγωδίες με διαφορετικό τρόπο και χωρίς να ανιχνεύεται λόγος δημοσίου συμφέροντος για τη διαφορετική αυτή ρύθμιση". Όπως αναπτύχθηκε στον πρώτο λόγο, τα εδ. α' & β' της § 7 του άρθρου 6 ν. 2244/1994 δεν αφορούν όμοιες περιπτώσεις αλλά διαφορετικές, αφού οι μόνιμοι υπάλληλοι την αναlρεσίβλητης αποτελούν διαφορετική κατηγορία εργαζομένων, που τελούν υπό διαφορετικό νομικό καθεστώς σε σχέση με τους έκτακτους υπαλλήλους, στους οποίους χορηγήθηκε το επίμαχο δικαίωμα, όχι με τρόπο αυθαίρετο και κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση για τους μόνιμους υπαλλήλους, αλλά για λόγους γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, που συνίστανται στο γεγονός ότι οι έκτακτοι υπάλληλοι τελούν υπό δυσμενέστερες συνθήκες σε σχέση με τα εργασιακά, ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά τους δικαιώματα, με συνέπεια να κρίνεται ότι πρέπει να παρέχεται μεγαλύτερη προστασία, στους ίδιους ή στις οικογένειές τους, στην περίπτωση που υποστούν αναπηρία, κατόπιν εργατικού ατυχήματος και επομένως οι λόγοι αυτοί ερειδόμενοι επί εσφαλμένης προϋποθέσεως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
Κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Επομένως, ο λόγος του αρ. 19 προϋποθέτει ότι το Δικαστήριο εκτίμησε αποδείξεις και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Εν προκειμένω, με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης πλήττεται η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκ του αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω παντελούς έλλειψης αιτιολογίας, άλλως, ανεπαρκούς αιτιολογίας. 0 λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη και δεν διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα.
Μετά από όλα αυτά και μη προβαλλομένου ετέρου λόγου αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα λόγω της ήττας της στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, η οποία κατέθεσε προτάσεις και αιτείται την καταδίκη αυτή (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-6-2019 και με αριθ. κατάθεσης 5636/560/20-6-2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2160/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ