Supreme Court allows appeal against refusal of seizure annulment due to lack of legal interest, remanding case for further trial.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of an annulment action regarding a forced execution seizure. The lower court incorrectly ruled that the debtors lacked legal interest because the seizure had already been completed and the claims transferred to a third-party bank. The Court found this reasoning flawed, holding that the debtors retain a legal interest to annul the initial seizure and execution acts to establish a precedent for future compensation claims against the accelerating creditor.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 68, 933 para. 1, 940 no. 3 of the Code of Civil Procedure; The existence of legal interest is a substantive prerequisite for judicial protection, and debtors retain this interest to annul prior seizure and execution acts even after the process concludes, to establish a precedent for potential compensation claims.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 955 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 955/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "... Ο.Ε.", που εδρεύει στις ….και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Γ. Μ. του Χ., 3) Γ. Χ. του Σ. και 4) Δ. Χ. του Σ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κράια. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Απαλαγάκη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22-8-2012 ανακοπή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 46/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1738/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-1-2018 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β`, 953, 985, 988 ΚΠολΔ - όπως ίσχυαν προ της τροποποιήσεώς τους από τα άρθρα 1, άρθρο όγδοο, του ν. 4335/2015 - προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή του οφειλέτη με την οποία προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της αναγκαστικής κατασχέσεως, δύναται να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, που είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού (ΑΠ 872/1998).
Αν η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση προβλέπεται διαδικασία εξοφλήσεως του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (988 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο δε οφειλέτης δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ.1 β ΚΠολΔ, να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους ακυρότητας της κατασχέσεως, (ΑΠ 360/2017), όπως π.χ.
γιατί επισπεύδεται η ικανοποίηση μη ανενεργού απαιτήσεως ή μη εγκύρου. Επίσης, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 262 παρ. 2 και 933 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται, ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της εκτελέσεως απαιτείται να έχει ο ανακόπτων έννομο συμφέρον, το οποίο υπάρχει, όταν, με την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται, επηρεάζεται η θέση και γενικότερα συγκεκριμένο έννομο συμφέρον τούτου, που είναι άξιο προστασίας από το νόμο (ΑΠ 206/2015).
Η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος αποτελεί ουσιαστική προϋπόθεση για την παροχή δικαστικής προστασίας και η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί υπάρξεως ή μη αυτού ελέγχεται αναιρετικώς με τον λόγο αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθ.1 ΚΠολΔ (ΑΠ 1278/2017). Το έννομο συμφέρον του ανακόπτοντος για την ακύρωση πράξεως εκτελέσεως πρέπει να συνδέεται με την ωφέλεια που προσδοκά από την ακύρωσή της, ανεξάρτητα από το αν πρόκειται για ωφέλεια διαδικαστική ή αν αυτή αφορά στο ουσιαστικό δικαίωμά του, και όχι με τη βλάβη που απορρέει από την παράβαση συγκεκριμένης διατάξεως.
Υπό την έννοια αυτή, πρέπει να υπάρχει έννομο συμφέρον για ακύρωση πράξεων εκτελέσεως σε όλες τις περιπτώσεις ακυρότητας της αναγκαστικής εκτελέσεως που υπάγονται στο άρθρο 159 αριθ. 1 έως 3 του ΚΠολΔ και όχι μόνο όταν πρόκειται για ακυρότητα, η οποία εξαρτάται από την επίκληση και απόδειξη δικονομικής βλάβης, κατ' άρθρο 159 παρ. 2 του ΚΠολΔ.
To έννομο συμφέρον πρέπει να είναι άμεσο και ενεστώς, δηλαδή να υφίσταται κατά τον χρόνο που επιχειρείται η διαδικαστική πράξη, η δε συνδρομή του κρίνεται από τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία επικαλείται και αποδεικνύει ο διάδικος (ΑΠ 1941/2009). Ειδικότερα, η επίδοση επιταγής προς εκτέλεση, ως διαδικαστική πράξη, έχει δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες, οι οποίες επέρχονται και στην περίπτωση επιδόσεως δικονομικώς άκυρης επιταγής προς εκτέλεση και δεν αίρονται παρά μόνον μετά την ακύρωσή της από το δικαστήριο.
Επομένως, ο καθ' ου η εκτέλεση έχει έννομο συμφέρον για την ακύρωση ελαττωματικής επιταγής προς εκτέλεση, δυνάμενος μάλιστα, μετά την αμετάκλητη ακύρωση της αναγκαστικής εκτελέσεως, να ζητήσει και αποζημίωση από τον επισπεύδοντα για τις ζημιές που προκλήθηκαν από την εκτέλεση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, πολύ δε περισσότερο, αν μετά την επιταγή προς εκτέλεση επακολούθησαν και άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας που έχουν ως βάση την επιταγή αυτή και από τις οποίες δεν χώρησε παραίτηση του επισπεύδοντος δανειστή (ΑΠ 1559/2009).
Εξ άλλου, κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 940 παρ. 3 ΚΠολΔ, το άδικο, ως στοιχείο της καθιερουμένης αδικοπραξίας, εντοπίζεται στην επίσπευση της αναγκαστικής εκτελέσεως, και σε οποιαδήποτε πράξη αυτής. Τούτο δε δύναται να συνίσταται σε λόγους ακυρότητας τόσο ουσιαστικούς, όπως η έλλειψη δικαιώματος, όσο και τυπικούς, συνεπεία των οποίων κρίθηκε αμετακλήτως παράνομη η αναγκαστική εκτέλεση (ΑΠ 418/2013).
Η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται στην περίπτωση αμετάκλητης ακυρώσεως όχι μόνον του συνόλου των πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, αλλά και επί μέρους πράξεων, οπότε δύναται να ζητηθεί η αποκατάσταση των ζημιών που συνδέονται αιτιωδώς με τις πράξεις αυτές. Έτσι, αν ακυρωθεί μία μόνο πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, η αποζημίωση περιορίζεται στη ζημία που τελεί σε αιτιώδη συνάφεια μόνο με την πράξη αυτή (ΟλΑΠ 49/2005).
Από την προαναφερθείσα διάταξη προκύπτει, ότι για τη θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος του ανακόπτοντος αρκεί και μόνη η εκ του νόμου παρεχόμενη ευχέρεια προς άσκηση αγωγής αποζημιώσεως στην περίπτωση αμετάκλητης ακυρώσεως της ενεργηθείσας εκτελέσεως.
Συνεπώς, επί κατασχέσεως εις χείρας τρίτου ο ανακόπτων οφειλέτης, στρεφόμενος κατά του επισπεύδοντος δανειστή που επέβαλε την κατάσχεση, δεν στερείται εννόμου συμφέροντος προς προσβολή πράξεως της εκτελέσεως - ακόμη και αν ο τρίτος προς τον οποίο κοινοποιήθηκε το προσβαλλόμενο κατασχετήριο δεν προέβη σε θετική δήλωση ή προέβη μεν σε τοιαύτη (δήλωση), πλην η κατ' αυτής ασκηθείσα από τον οφειλέτη ανακοπή απορρίφθηκε ως εκπρόθεσμη - καθ' όσον και αν ακόμη δεν είναι δυνατή η επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση, ο ανακόπτων έχει δικαίωμα αποζημιώσεως, κατ' άρθρο 940 παρ. 3 του ΚΠολΔ (ΑΠ 1559/2009).
Επομένως, ο ανωτέρω οφειλέτης, έχει πρόδηλο έννομο συμφέρον για συζήτηση της εκκρεμούσης ανακοπής και ακύρωση της επιταγής και του κατασχετηρίου, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτού δεδικασμένο, όσον αφορά στο άκυρο και παράνομο της εναντίον του εκτελέσεως, ώστε με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων της αδικοπραξίας να ασκήσει στη συνέχεια κατά του επισπεύσαντος δανειστή αξίωση αποζημιώσεως, κατά τα άρθρα 914 Α.Κ.
και 940 αριθ. 3 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, η διαπλαστικής φύσεως δικαστική απόφαση - που δέχεται ανακοπή, με την οποία προσβάλλεται ως άκυρη διαδικαστική πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως (933 επ. ΚΠολΔ), με σκοπό την απαγγελία της ακυρότητας - ακυρώνει την προσβληθείσα πράξη αναδρομικώς, έτσι ώστε αυτή θεωρείται αρχήθεν άκυρη (159 ΚΠολΔ), οπότε αίρονται τα ήδη επελθόντα αποτελέσματά της και παύει να παράγει έναντι πάντων τις συνέπειές της από το χρόνο που διενεργήθηκε (ΟλΑΠ 5/2018).
Εν προκειμένω, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατ' αμφότερα τα τμήματά του, οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση, αιτιώνται το Εφετείο για την απόρριψη, ως απαράδεκτων, των ένδικων ανακοπών κατά της επιταγής προς εκτέλεση και των κατασχετηρίων εγγράφων εις χείρας τρίτου λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των ανακοπτόντων.
Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης αποφάσεως το Εφετείο δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος τα εξής: ''... Δυνάμει της από 20.7.2012 επιταγής προς πληρωμή, κάτωθι αντιγράφου εξ απογράφου του με αριθμό ….32/2005 εργολαβικού προσυμφώνου της συμβολαιογράφου Φ. Κ.-Γ., ο καθ'ου ανακοπή (και ήδη αναιρεσίβλητος) επέσπευσε για την ικανοποίηση απαίτησης ύψους 59.625,50 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος των ανακοπτόντων (και ήδη αναιρεσειόντων), εκ των οποίων η πρώτη ανακόπτουσα εταιρία, είναι ομόρρυθμη εταιρία, μέλη της οποίας καθίστανται οι λοιποί ανακόπτοντες.
Με το ως άνω συμβόλαιο η πρώτη ανακόπτουσα είχε αναλάβει να μεταβιβάσει στον καθ' ου η ανακοπή τις αναφερόμενες σ' αυτό αυτοτελείς ιδιοκτησίες που θα ανήγειρε σε οικόπεδο εν μέρει ιδιοκτησίας του καθ'ου με το σύστημα της αντιπαροχής. Η ως άνω επιταγή προς πληρωμή επιδόθηκε στους ανακόπτοντες την 23η 7.2012, λόγω δε της μη εκούσιας συμμόρφωσής τους προς καταβολή του ανωτέρω ποσού, ο καθ'ου (επισπεύδων δανειστής), διά του από 27.7.2012 κατασχετηρίου εγγράφου, που κοινοποιήθηκε στις τράπεζες "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "...", αλλά και στους οφειλέτες του (ανακόπτοντες) την 30η.7.2012, επέβαλε, προς ικανοποίηση των εκ της προαναφερόμενης επιταγής προς πληρωμή απορρεουσών αξιώσεών του, αναγκαστική κατάσχεση στις καταθέσεις των τραπεζικών λογαριασμών των καθ'ων η εκτέλεση (ανακοπτόντων). Οι ανωτέρω τράπεζες συμμορφωθείσες προς τις, διαγραφόμενες στη διάταξη του άρθρου 985 ΚΠΟΛΔ, υποχρεώσεις τους, και προσήλθαν εμπροθέσμως (δεδομένου ότι η προβλεπόμενη στο άρθρο 985 παρ.1 ΚΠολΔ οκταήμερη προθεσμία για την υποβολή από τον τρίτο της δήλωσης περί ύπαρξης της κατασχεθείσας απαίτησης αναστέλλεται, κατ' άρθρο 147 παρ.7 ΚΠολΔ, κατά το χρονικό διάστημα από 1ης έως 31ης Αυγούστου) και υπέβαλαν, η μεν τράπεζα "..." τη με αριθμό ….989/7.8.2012 δήλωση της, όπως αυτή διορθώθηκε (διευκρινίστηκε) με τη με αριθμό ...69/27.8.2012 δήλωση, ενώπιον της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με την οποία ανέφερε ότι υπήρχαν, στο υποκατάστημά της, τραπεζικές καταθέσεις της Δ.
Χ. (τέταρτης ανακόπτουσας) (ήδη τετάρτης των αναιρεσειόντων) που καλύπτουν εν μέρει την απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε εις χείρας της, ως τρίτης, κατάσχεση, ποσών 51,67 ευρώ, 150,00 ευρώ και 52.500,00 ευρώ, τα οποία και δεσμεύτηκαν, όπως επίσης και χαρτοφυλάκιο που περιλαμβάνει μετοχές της, που επίσης δεσμεύτηκαν, ενώ η "...
ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" τη με αριθμό ...08/7.9.2012 δήλωσή της, ενώπιον της Γραμματείας του Ειρηνοδικείου Αθηνών, στην οποία ανέφερε, ότι υπήρχαν, στο υποκατάστημά της, τραπεζικές καταθέσεις του Γ. Μ. (δευτέρου ανακόπτοντος) (ήδη δευτέρου των αναιρεσειόντων) που καλύπτουν εν μέρει την απαίτηση για την οποία επιβλήθηκε εις χείρας της, ως τρίτης, κατάσχεση, ποσών 595,00 ευρώ, 18.699,20 ευρώ και 2,11 ευρώ, τα οποία και δεσμεύτηκαν κατά το 1/2, καθώς επρόκειτο για κοινούς λογαριασμούς.
Ως προς τους πρώτη και τρίτο των ανακοπτόντων δεν υπήρξε θετική δήλωση από τις ως άνω τράπεζες και ως εκ τούτου τεκμαίρεται αρνητική δήλωσή τους ως προς αυτούς. Ομοίως, δεν υπήρξε δήλωση και για όλους, εν προκειμένω τους οφειλέτες (ανακόπτοντες) από τις τράπεζες "... Α.Ε." και " ...". Επομένως, ως προς τους πρώτη και τρίτο ανακόπτοντες η υπό κρίση ανακοπή τόσο κατά το μέρος που επιδιώκεται με αυτήν η ακύρωση της από 20.7.2012 επιταγής προς πληρωμή όσο και κατά το μέρος που επιδιώκεται η ακύρωση του από 27.7.2012 κατασχετηρίου εγγράφου είναι απαράδεκτη ελλείψει εννόμου συμφέροντος.
Και τούτο διότι ενόψει του ότι η επισπευδόμενη σε βάρος τους εις χείρας τρίτου εκτέλεση, δυνάμει της προσβαλλομένης από 20.7.2012 επιταγής προς πληρωμή και του, επίσης προσβαλλόμενου, από 27.7.2012 κατασχετηρίου εγγράφου, απέβη άκαρπη, δεδομένου ότι, εφόσον οι ανωτέρω τράπεζες δεν προέβησαν σε θετική δήλωση ως προς αυτούς και δεν προσβλήθηκε από τον επισπεύδοντα δανειστή (καθ'ου η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητο) η ειλικρίνεια των τραπεζών (ως τρίτων) ως προς την τεκμαιρόμενη αρνητική τους δήλωση, καθίσταται άνευ αντικειμένου η προσβολή της εκτέλεσης αυτής.
Πρέπει να σημειωθεί ακόμα ότι, εφόσον από την επίδοση της προς ακύρωση από 20.7.2012 επιταγής προς πληρωμή (την 23η.7.2012) η οποία προσβάλλεται, έχει παρέλθει πλέον του έτους και δεν έχει επιχειρηθεί άλλη πλην της ανωτέρω αναφερόμενης πράξης εκτέλεσης (κατάσχεσης εις χείρας τρίτου), η ανωτέρω επιταγή έχει απολέσει την ισχύ της, κατ' άρθρον 926 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν μπορεί να λάβει χώρα οιαδήποτε πράξη εκτέλεσης δυνάμει αυτής, με αποτέλεσμα να μην υφίσταται έννομο συμφέρον των ανωτέρω ανακοπτόντων για την ακύρωση της.
Κατόπιν τούτων, η υπό κρίση ανακοπή ως προς τους πρώτη και τρίτο ανακόπτοντες πρέπει να απορριφθεί. Περαιτέρω και ως προς τους λοιπούς ανακόπτοντες (δεύτερο και τετάρτη εξ αυτών) αποδείχθηκαν τα ακόλουθα : Με το περιεχόμενο της ένδικης ανακοπής οι ανακόπτοντες επιδιώκουν την ακύρωση των προσβαλλόμενων πράξεων αναγκαστικής εκτέλεσης, συγκεκριμένα την ακύρωση της από 20/7/2012 επιταγής προς εκτέλεση κάτω από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο του υπ αρίθμ.
…32/2005 εργολαβικού συμβολαίου και προσυμφώνου μεταβίβασης εξ αδιαιρέτου ποσοστού της συμβολαιογράφου Φ. Κ.-Γ., που επιδόθηκε σε καθένα των ανακοπτόντων στις 23/7/2012, την ακύρωση του από 27/7/2012 κατασχετήριου εγγράφου εις χείρας τρίτου που επιδόθηκε στον δεύτερο και τέταρτη στις 31/7/2012, επικαλούμενοι λόγους που αφορούν την απαίτηση, και συγκεκριμένα την αντίθεση αυτής (απαίτησης που προέρχεται από ποινική ρήτρα) στα κριτήρια του άρθρου 281 ΑΚ, την ανυπαρξία αυτής (απαίτησης) λόγω εμπρόθεσμης παράδοσης της αντιπαροχής (μεζονέτας) άλλως λόγω ανυπαίτιας εκπρόθεσμης παράδοσης αυτής, καθώς και το μη ορθό υπολογισμό της (απαίτησης - ποινικής ρήτρας) άλλως τη μείωσή της, κατ' άρθρο 409 ΑΚ, στο προσήκον μέτρο.
Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι μετά την επίδοση του από 23.7.2012 κατασχετηρίου στις τράπεζες "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "...", οι τελευταίες, όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, προέβησαν, αντίστοιχα, στην εμπρόθεσμη κατάθεση θετικών δηλώσεων, και συγκεκριμένα η "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" στη με αριθμό ...08/7.9.2012 θετική δήλωση αυτής ως προς το δεύτερο ανακόπτοντα και η "..." στη με αριθμό ...89/7.8.2012 θετική δήλωση και τη διορθωτική αυτής με αριθμό ...69/27.8.2012 ως προς την τέταρτη ανακόπτουσα.
Κατά των ανωτέρω θετικών δηλώσεων οι ως άνω ανακόπτοντες άσκησαν, αντίστοιχα, ο μεν δεύτερος ανακόπτων τη με αριθμ. κατ. 52 ΜΤ 8/9-1-2013 ανακοπή, που κατατέθηκε την 9.1.2013 και κοινοποιήθηκε στον καθ' ου στις 14.1.2013, με αίτημα την ακύρωση της με αριθμό …..08/7-9-2012 θετικής δήλωσης τρίτου της Τράπεζας "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", η οποία τον αφορούσε, η δε τέταρτη ανακόπτουσα τη με αριθμ.
κατ. 51 ΜΤ 7/9-1-2013 ανακοπή που κατατέθηκε την 9.1.2013 και κοινοποιήθηκε στον καθ' ου στις 14.1.2013, με αίτημα την ακύρωση της με αριθμό ...89/7.8.2012 θετικής δήλωσης τρίτου και τη διορθωτική αυτής με αριθμό ...69/27.8.2012 της Τράπεζας "...", οι οποίες την αφορούσαν. Ωστόσο, με το περιεχόμενο των παραπάνω ανακοπών οι ανακόπτοντες προέβαλλαν λόγους ανακοπής που αφορούσαν αποκλειστικά και μόνο στην απαίτηση του επισπεύδοντος (συγκεκριμένα δε καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, μη συνδρομή νομίμων ή συμφωνημένων όρων θεμελίωσης της απαίτησης κλ.π) και όχι διαδικαστικές ή δικονομικές ελλείψεις της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (θετικής δήλωσης), ασκήθηκαν (κατατέθηκαν και επιδόθηκαν) επομένως εκπρόθεσμα.
Και τούτο διότι, κατά τα αναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, λόγοι ανακοπής που αφορούν την απαίτηση του κατασχόντος, καθώς και το κύρος των από την κατά τα ως άνω κατάσχεση (πρώτης μετά την επιταγή πράξης εκτέλεσης) και των μέχρι το πέρας της διαδικασίας κατάσχεσης, στα χέρια τρίτου, πράξεων, πρέπει να προβληθούν μέχρι την τελευταία πράξη ...
η οποία σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, στην οποία υποβάλλει ο τρίτος θετική δήλωση είναι η εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ 1 προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαίτησης του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ' άρθρο 989 ΚΠΟΛΔ εκτελεστό τίτλο σε βάρος τρίτου.
Τελευταία δηλαδή πράξη σύμφωνα με τα παραπάνω αναφερόμενα, μέχρι την οποία όφειλαν οι ανακόπτοντες να ασκήσουν ανακοπή κατά των προσβαλλόμενων "θετικών δηλώσεων" των Τραπεζών "... ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και "...", ήταν η εκτέλεση αυτών των καταφατικών δηλώσεων των τρίτων, ήτοι η πάροδος οκταημέρου από την επίδοση των αντίστοιχων κατασχέσεων στους ανακόπτοντες.
Επομένως, ενόψει του ότι
τα εν λόγω κατασχετήρια κοινοποιήθηκαν στους δεύτερο και τέταρτο των ανακοπτόντων στις 30-7-2012, οι δε ανακοπές των παραπάνω
κατατέθηκαν στην Γραμματεία του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου στις 9-1-2012 (ενν. 2013), και κοινοποιήθηκαν στον επισπεύδοντα καθ' ου η ανακοπή και ήδη εφεσίβλητο στις 14-1-2012 (ενν. 2013), πολύ αργότερα από την πάροδο του οκταημέρου, αυτές ασκήθηκαν εκπρόθεσμα, δεδομένου ότι οι διαλαμβανόμενοι σ' αυτές λόγοι αφορούν αποκλειστικά την απαίτηση και θα έπρεπε να προταθούν μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ 1 β σε συνδυασμό με το άρθρο 988 παρ 1 ΚΠολΔ.
Επομένως, μετά τη εκπρόθεσμη προσβολή των ανωτέρω θετικών δηλώσεων επήλθε αυτοδίκαιη μεταβίβαση των κατασχεμένων απαιτήσεων στον καθ'ου επισπεύδοντα δανειστή και επομένως εφόσον, ήδη, περατώθηκε η διαδικασία με απρόσβλητη πράξη εκτέλεσης και την αυτοδίκαιη εκχώρηση των απαιτήσεων των ανωτέρω ανακοπτόντων έναντι των τρίτων τραπεζών στον καθ'ου η ανακοπή- επισπεύδοντα δανειστή αυτοί (οι ανωτέρω ανακόπτοντες) δεν έχουν έννομο συμφέρον να προσβάλλουν την εκτέλεση αυτή, αφού με την τυχόν ακύρωση των προσβαλλόμενων προγενέστερων πράξεων (επιταγής προς πληρωμή- εκτέλεση, κατασχετήρια) ουδόλως ωφελούνται ...''.
Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμη την έφεση των ανακοπτόντων κατά της πρωτόδικης αποφάσεως, η οποία είχε απορρίψει ως απαράδεκτη για τον ίδιο λόγο την ανακοπή. Έτσι που έκρινε το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 68, 933 παρ.1, 940 αριθ. 3 ΚΠολΔ, καθ' όσον και υπό τις παραδοχές της προσβαλλομένης - ότι, δηλαδή, η επισπευθείσα αναγκαστική εκτέλεση εις βάρος των πρώτης και τρίτου των ανακοπτόντων απέβη άκαρπη και οι εκ μέρους των δευτέρου και τετάρτης εξ αυτών ασκηθείσες ανακοπές κατά των γενομένων θετικών δηλώσεων των Τραπεζών, ως τρίτων, απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, και ότι εντεύθεν καθίσταται άνευ αντικειμένου η προσβολή των επιδίκων πράξεων αναγκαστικής εκτελέσεως - οι ανακόπτοντες εξακολουθούν να έχουν έννομο συμφέρον για τη συζήτηση της εκκρεμούσης ανακοπής τους και την έκδοση αποφάσεως προς ακύρωση της επιταγής προς εκτέλεση και των αντίστοιχων κατασχετηρίων, προκειμένου να δημιουργηθεί υπέρ αυτών δεδικασμένο, όσον αφορά στο άκυρο και παράνομο της εναντίον τους εκτελέσεως, ώστε με τη συνδρομή και των λοιπών στοιχείων της αδικοπραξίας να ασκήσουν στη συνέχεια κατά του επισπεύσαντος δανειστή αξίωση αποζημιώσεως, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος του αναιρετηρίου είναι βάσιμος.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία απέρριψε την έφεση για έλλειψη εννόμου συμφέροντος των εκκαλούντων-αναιρεσειόντων, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση και του οποίου είναι δυνατή η συγκρότηση από άλλο Δικαστή, εκτός από εκείνην που την είχε δικάσει προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η απόδοση στους αναιρεσείοντες του υπ' αυτών κατατεθέντος παραβόλου και να καταδικασθεί ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατόπιν υποβληθέντος αιτήματος (ΚΠολΔ 176, 183, 191 παρ. 2) όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ, την υπ' αριθ. 1738/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, του οποίου η συγκρότηση από άλλο Δικαστή είναι εφικτή.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του υπ' αυτών κατατεθέντος παραβόλου. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ