Appeal dismissed because absent defendants failed to appear, preventing valid acceleration of the hearing.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by nine individuals against a first-instance judgment regarding their employment status. The appellants did not appear at the hearing, while the State Attorney General represented the Ministry of Finance. The court ruled that without valid notice or participation by absent parties, the lower court could not validly accelerate the proceedings, rendering the appeal inadmissible.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 and 4, 576 §§ 1 - 3 of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear or participate according to legal requirements during an appeal hearing, the court must ascertain whether the remaining parties validly accelerated the hearing; if not, the appeal is declared inadmissible against all parties.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 955 / 2014 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 955/2014
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Λυκούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ανδρέα Δουλγεράκη, Νικόλαο Πάσσο, Δημήτριο Κόμη και Στυλιανή Γιαννούκου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 18 Φεβρουαρίου 2014, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Κ., 2) Χ. Ο. 3) Φ. Γ., 4) Κ. Χ., 5) Ε. Γ., 6) Χ. Π., 7) Δ. Α., 8) Α. Σ. και 9) Ε. Θ., όλων κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Περικλή Αγγέλου, Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 ΚΠολΔ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-3-2006 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 317/2007 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-3-2013 αίτησή τους
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσίβλητο όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 8-11-2013 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της από 2-3-2013 αίτησης για αναίρεση της 317/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. (A) Από τις διατάξεις των άρθ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 §§ 1, 2 και 4, 576 §§ 1 - 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή δεν μετάσχει σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος διάδικος, το Δικαστήριο ερευνά αυτεπάγγελτα, ποιός από τους διαδίκους επέσπευσε την συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν την συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος, κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς, ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα την συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, εάν δηλ.
δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησης ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί, ποιός διάδικος την επέσπευσε, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς όλους (καταρχήν) τους διαδίκους και η υπόθεση επαναφέρεται προς συζήτηση με νέα κλήση. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθ. 226 § 4 εδ. β' και γ' ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική διαδικασία (άρθ. 573, 575 εδ.
β' ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στην σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ορισθείσα δικάσιμο, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση, η δε αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.
Κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή της στο πινάκιο για την μετ' αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για την δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπομένου κατά την μετ' αναβολή δικάσιμο διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει έγκυρα ο ίδιος την συζήτηση της υπόθεσης κατά την δικάσιμο, κατά την οποία εχώρησε η αναβολή, είτε είχε κλητευθεί νόμιμα να παραστεί, είτε είχε σε κάθε περίπτωση παραστεί νόμιμα κατ' αυτήν, καθόσον με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. (Β) Στην προκειμένη περίπτωση από τα στοιχεία της δικογραφίας και τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης (άρθ. 561 § 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα εξής: (1) Προς συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της 317/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών ορίσθηκε η δικάσιμος της 19-11-2013, κατά την οποία, και όπως προκύπτει από το οικείο πινάκιο, οι αναιρεσείοντες παρέστησαν νόμιμα, διά της πληρεξουσίας δικηγόρου τους Β.
Χαβέλα εχούσης ρητή και ειδική προς τούτο πληρεξουσιότητα (με αριθ. …/11-3-2013 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Πατρών Διον. Γκαδόλου και …/6-3-2013 της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δημ. Χρουσαλά - Μπατζιλή) και η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής (2) Κατ' αυτήν, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με την σειρά της από το πινάκιο, και όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, οι αναιρεσείοντες ήταν απόντες και δεν παρέστησαν καθοιονδήποτε νόμιμο τρόπο.
Επομένως, εφόσον, κατά τα προεκτεθέντα, δεν ήταν απαραίτητη ιδιαίτερη κλήτευσή τους κατά την παρούσα μετ' αναβολή δικάσιμο, πρέπει το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση παρά την απουσία τους.
ΙΙ. Από τις διατάξεις των άρθρων 553 § 1 και 321 ΚΠολΔ προκύπτει ότι για να προσβληθεί με αναίρεση απόφαση πρωτοβαθμίου πολιτικού δικαστηρίου, που εκδόθηκε, όπως στην προκειμένη περίπτωση, κατ' αντιμωλία των διαδίκων, πρέπει να είναι τελεσίδικη, τελεσίδικη δε γίνεται η υποκείμενη σε έφεση πρωτόδικη απόφαση για κάποια επελθούσα αιτία και δη, εκτός των άλλων, και λόγω παρόδου της προθεσμίας για έφεση.
Η προθεσμία της έφεσης σε περίπτωση μη επίδοσης της απόφασης είναι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 518 § 2 ΚΠολΔ, τρία χρόνια, που αρχίζουν από την δημοσίευση της απόφασης, μετά την πάροδο των οποίων η απόφαση δεν υπόκειται σε έφεση, γίνεται τελεσίδικη και προσβάλλεται τότε παραδεκτά με αναίρεση. Περαιτέρω, η προθεσμία της αναίρεσης, που αρχίζει μετά την πάροδο της προθεσμίας της έφεσης, στην ίδια περίπτωση κατά την οποία δεν επιδόθηκε η απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, είναι κατά το άρθρο 564 § 3 ΚΠολΔ τρία χρόνια και αρχίζει από την δημοσίευση της απόφασης που περατώνει την δίκη, είναι δηλ.
συνολικά έξι χρόνια από την δημοσίευση της προσβαλλομένης πρωτόδικης απόφασης (Ολ.ΑΠ 31/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσιβαλλομένη πρωτόδικη 317/2007 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών, εκδοθείσα κατ' αντιμωλία των διαδίκων, δημοσιεύθηκε, όπως προκύπτει απ' αυτήν, την 16-3-2007, ενώ δεν προκύπτει από τα υπάρχοντα στην δικογραφία στοιχεία, ότι αυτή επιδόθηκε έκτοτε και δη πριν από την παρέλευση τριών ετών από την δημοσίευσή της, η δε αίτηση για αναίρεση αυτής ασκήθηκε την 8-3-2013, όπως προκύπτει από την κάτω από την αίτηση αναίρεσης πράξη του γραμματέα του ως άνω δικαστηρίου, δηλ.
πριν από την πάροδο έξι συνολικά ετών από την δημοσίευση της ως άνω απόφασης. Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά τον μοναδικό λόγο της, είναι παραδεκτή ως ασκηθείσα εμπρόθεσμα και κατά τελεσίδικης απόφασης.
ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθ. 4 § 1 του Συντάγματος "οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου". Με την διάταξη αυτή δεν θεσπίζεται μόνο η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η έναντι αυτών ισότητα του νόμου, με την έννοια ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, ρυθμίζοντας με τον τρόπο αυτόν τις εν λόγω καταστάσεις ανόμοια, εκτός αν η διαφορετική τους ρύθμιση επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια, μπορεί, όμως, ο νόμος να ρυθμίζει διαφορετικά για όμοιες σχέσεις ή καταστάσεις προσώπων που ανήκουν σε διαφορετικές κατηγορίες λειτουργών ή υπαλλήλων ή εργαζομένων και δικαιολογείται η διάκριση αυτή, χωρίς να παραβιάζεται έτσι η αρχή της ισότητας (Ολ.ΑΠ 3/2009).
Κατά συνέπεια, αν γίνει από το νόμο ειδική ρύθμιση για ορισμένη κατηγορία προσώπων και αποκλείεται από την ρύθμιση αυτή κατ' αδικαιολόγητη δυσμενή διάκριση άλλη κατηγορία προσώπων, για την οποία συντρέχει ο ίδιος λόγος που επιβάλλει την ειδική μεταχείριση, η διάταξη αυτή που εισάγει την αδικαιολόγητη δυσμενή μεταχείριση είναι ανίσχυρη ως αντισυνταγματική.
Τα παραπάνω ισχύουν και όταν η ειδική ρύθμιση αφορά μισθό, σύνταξη ή άλλη παροχή προς δημόσιο λειτουργό ή υπάλληλο και γενικά μισθωτό, στην περίπτωση δε που γίνεται αδικαιολόγητη διάκριση τα δικαστήρια επιδικάζουν την παροχή αυτήν και σε εκείνους που αδικαιολόγητα εξαιρούνται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι παραβιάζεται από την δικαστική εξουσία η αρχή της διάκρισης των εξουσιών που θεσπίζεται από τα άρθρ. 1, 26, 73 επ.
και 87 επ. του Συντάγματος ή να αντίκειται στο άρθρ. 80 § 1 του Συντ., κατά το οποίο "μισθός, σύνταξη, χορηγία ή αμοιβή ούτε εγγράφεται στον προϋπολογισμό του Κράτους ούτε παρέχεται χωρίς οργανικό ή άλλο ειδικό νόμο", διότι ο νόμος υπάρχει και είναι αυτός που περιέχει την ευμενή διάταξη. Περαιτέρω, κατά το άρθ. 13 § 1 ν. 2738/1999 (που εισήγαγε τον θεσμό των συλλογικών διαπραγματεύσεων) η συλλογική διαπραγμάτευση για ρύθμιση ζητημάτων των όρων και συνθηκών απασχόλησης υπαλλήλων, που δεν ρυθμίζεται σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθ. 3 του ίδιου νόμου λόγω συνταγματικών περιορισμών (όπως είναι ιδίως τα ζητήματα μισθών, συντάξεων, σύστασης οργανικών θέσεων, προσόντων, τρόπου διορισμού κ.λπ.) μπορεί να καταλήγει σε συλλογική συμφωνία.
Κατά την §2 του ίδιου άρθρου η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί συλλογική σύμβαση εργασίας, συνεπάγεται, όμως, για το Δημόσιο ή ΝΠΔΔ ή ΟΤΑ: (α) είτε την έκδοση κανονιστικών πράξεων, εφόσον τα θέματα της συμφωνίας μπορούν να ρυθμισθούν κανονιστικά με βάση υπάρχουσα σχετική εξουσιοδότηση νόμου (β) είτε την προώθηση σχετικής νομοθετικής ρύθμισης των θεμάτων της συμφωνίας.
Αντικείμενο του περιεχομένου της συμφωνίας μπορεί ν` αποτελεί και ο χρόνος υλοποίησης της δέσμευσης για την έκδοση κανονιστικών πράξεων ή προώθησης νομοθετικών ρυθμίσεων κατά περίπτωση. Με το άρθ. 14 ν. 3016/2002 "για την εταιρική διακυβέρνηση, θέματα μισθολογίου και άλλες διατάξεις" ορίσθηκαν, μεταξύ άλλων, τα εξής: "§1.
Με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού ρυθμίζονται τα θέματα των συλλογικών συμφωνιών που συνάπτονται κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 13 ν. 2738/1999 και αφορούν θέματα μισθών και αμοιβών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που υπεγράφησαν κατά το έτος 2001.
§2. Με όμοιες αποφάσεις οι ρυθμίσεις της προηγούμενης παραγράφου είναι δυνατόν να επεκτείνονται εν όλω ή εν μέρει και στο λοιπό προσωπικό του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ) και λοιπών προσώπων δημοσίου δικαίου (Ν.Π.Δ.Δ.), που δεν συμμετείχε στην σύναψη συλλογικών συμφωνιών του άρθρου 13 ν. 2738/1999 και μέχρι του ποσού των εκατόν εβδομήντα έξι (176) ευρώ.
§3. Αν καταβάλλονται οποιουδήποτε είδους πρόσθετες μισθολογικές παροχές, που υπολείπονται του ποσού των 176 ευρώ, επιτρέπεται να χορηγείται μόνο η διαφορά μέχρι του ποσού αυτού. Οι ρυθμίσεις αυτές, όσον αφορά το προσωπικό των ΟΤΑ και το προσωπικό των λοιπών Ν.Π.Δ.Δ., περιορίζονται στις υφιστάμενες από τον προϋπολογισμό τους δυνατότητες.
§4. Με τις προβλεπόμενες από τις διατάξεις των παρ. 1 και 2 του άρθρου αυτού κοινές υπουργικές αποφάσεις καθορίζονται ειδικότερα: α) οι δικαιούχοι των παροχών και το ύψος τους, λαμβάνοντας υπόψη για τη χορήγηση ή μη των παροχών αυτών το συνολικό ποσό των καταβαλλομένων μηνιαίων αποδοχών και λοιπών παροχών, επιδομάτων και αποζημιώσεων από οποιαδήποτε πηγή, β) οι όροι, οι προϋποθέσεις και οι περιορισμοί για τη χορήγηση των παροχών αυτών, η διαδικασία και ο χρόνος καταβολής, καθώς και ο τρόπος αντιμετώπισης της σχετικής δαπάνης, γ) κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια για τη χορήγησή τους...
§6. Οι διατάξεις του άρθρου αυτού ισχύουν από 1-1-2002". Με βάση την προαναφερθείσα εξουσιοδοτική διάταξη και αφού είχαν προηγηθεί ειδικές συλλογικές συμφωνίες του Ελληνικού Δημοσίου με τους αντίστοιχους κλάδους υπαλλήλων (όπως προαναφέρθηκε, με την ως άνω εξουσιοδοτική διάταξη του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2002, η ρύθμιση της §1, δηλ.
της χορήγησης της ειδικής παροχής, μπορούσε να επεκτείνεται και στο προσωπικό της Δημόσιας Διοίκησης που δεν συμμετείχε στην σύναψη των συλλογικών συμφωνιών του άρθ. 13 ν. 2738/1999), εκδόθηκαν πολλές κοινές υπουργικές αποφάσεις (ΚΥΑ), με τις οποίες χορηγήθηκε η παραπάνω χρηματική παροχή, ύψους 88 ευρώ μηνιαίως από 1-1-2002 και 176 ευρώ από 1-7-2002, σε όλους σχεδόν τους με σχέση δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλους του Ελληνικού δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, των οποίων οι αποδοχές διέπονται από τις διατάξεις του ν. 2470/1997 "αναμόρφωση μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" καθώς και στους αποσπασμένους ή τοποθετούμενους από άλλα Υπουργεία, ΟΤΑ και λοιπά ΝΠΔΔ.
Η ως άνω παροχή χορηγήθηκε, μεταξύ άλλων, με την ΚΥΑ 2/43370/ 0022/2002 (ΦΕΚ Β' 1254, όπως τροποποιήθηκε με την ΚΥΑ 2/31360/0022/2003, ΦΕΚ Β' 932) στους υπαλλήλους των αναφερομένων εκεί ν.π.δ.δ. που εποπτεύονται από το Υπουργείο Πολιτισμού. Στην συνέχεια με το άρθρο 28 § 4 του ν. 3205/2003 "μισθολογική ρύθμιση λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες συναφείς διατάξεις", από την έναρξη της ισχύος του (1-1-2004) καταργήθηκε το άρθρο 14 του ν. 3016/ 2002 και όλες οι ΚΥΑ που είχαν εκδοθεί κατ' εξουσιοδότηση αυτού, δηλαδή όλες οι διατάξεις με τις οποίες προβλεπόταν η χορήγηση της ως άνω ειδικής παροχής και η επέκτασή της σε διαφόρους κλάδους υπαλλήλων του Δημοσίου, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, ενώ με το άρθρο 24 § 2 αυτού ορίσθηκε ότι "ποσά που καταβάλλονται μέχρι την έναρξη ισχύος του εν λόγω νόμου, σύμφωνα με κοινές αποφάσεις των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών, Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και του κατά περίπτωση αρμόδιου υπουργού, που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 14 του ν. 3016/2002, ως ειδική παροχή, διατηρούνται ως προσωπική διαφορά μειούμενη από οποιαδήποτε μελλοντική χορήγηση νέου επιδόματος, παροχής ή αποζημιώσεως ή από αύξηση του κινήτρου απόδοσης του άρθρου 12 του ίδιου νόμου".
Στην προκειμένη περίπτωση το Ειρηνοδικείο Αθηνών, κρίνοντας επί της ένδικης αγωγής των ήδη αναιρεσειόντων κατά του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου με αντικείμενο την καταβολή σ' αυτούς της ως άνω ειδικής παροχής των 176 ευρώ, με την αναιρεσιβαλλομένη 317/2007 απόφασή του, αφού απέρριψε την αγωγή ως προς την επικουρική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό ("διότι είναι επιβοηθητικής φύσεως και δικαιολογείται μόνο επί ελαττωματικότητας της συνδέουσας τα μέρη εννόμου σχέσεως, γεγονός το οποίο δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση"), δέχθηκε περαιτέρω, όπως απ' αυτήν προκύπτει, ότι (όπως προέκυψε από τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι) οι ενάγοντες απασχολήθηκαν με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου ως ωρομίσθιοι αρχαιολόγοι στις αναφερόμενες εκεί Εφορείες Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων κ.λπ.
υπαγόμενοι υπηρεσιακά στο Υπουργείο Πολιτισμού, ότι δεν είχαν τις ίδιες συμβάσεις με τους άλλους, μονίμους, υπαλλήλους του Υπουργείο Πολιτισμού, αποτελούντες διαφορετική κατηγορία εργαζομένων απ' αυτήν των διοικητικών υπαλλήλων, στους οποίους χορηγήθηκε η επίδικη παροχή με την ως άνω ΚΥΑ, καθόσον δεν παρείχαν ομοιόμορφη εργασία με αυτούς, ειδικότερα δε εργάζονταν κάτω από διαφορετικές συνθήκες (εργασία σε ανασκαφές σε διάφορες τοποθεσίες, όπως στους προϊστορικούς οικισμούς Σταυρούπολης, Λητής, Ασπροβάλτας Θεσσαλονίκης κ.λπ.), με διαφορετικό ωράριο και διαφορετικό είδος εργασίας, και δη σε ανασκαφές ή μέσα σε μουσεία για την συντήρηση των αρχαιοτήτων, ότι, σύμφωνα με τις προσκομισθείσες από το εναγόμενο (Ελληνικό Δημόσιο) αποφάσεις για την πρόσληψη ωρομισθίου προσωπικού και ειδικότερα των εναγόντων, οι τελευταίοι έχουν προσληφθεί για επείγουσες και μόνο ανάγκες, πληρώνονται από ειδικές πιστώσεις και ειδικό λογαριασμό, ενώ ορίζεται ακόμη και το ανώτατο όριο των ωρών απασχόλησής τους, υπόκεινται δε σε ειδικό μισθοδοτικό καθεστώς ως προς τους όρους πρόσληψης και αποχώρησης, μη δικαιούμενοι αποζημίωσης κατά την αποχώρηση από την υπηρεσία τους, ότι δεν είναι ορθός ο ισχυρισμός τους ότι υπάγονται στο λοιπό προσωπικό του άρθ. 14 § 2 ν. 3016/2012, δηλ.
το υπόλοιπο προσωπικό όλων των κατηγοριών των υπαλλήλων, καθόσον σ' αυτό δεν υπάγονται όλες οι κατηγορίες υπαλλήλων του Δημοσίου -ΝΠΔΔ - ΟΤΑ, αλλά οι χαμηλόμισθοι υπάλληλοι του Δημοσίου και δικαιούχοι των παροχών είναι κυρίως διοικητικοί υπάλληλοι, ότι κατά συνέπεια η μη χορήγηση στους ενάγοντες της ένδικης ειδικής παροχής των 176 ευρώ από το εναγόμενο, λαμβανομένου υπόψη ότι η ιδιότητά τους, οι συμβάσεις εργασίας που συνήπταν και η μορφή απασχόλησής τους ουδεμία σχέση έχουν με την ιδιότητα και μορφή απασχόλησης των μονίμων διοικητικών υπαλλήλων, δεν αποτελεί αντισυνταγματική ή άλλου είδους δυσμενή διάκριση σε βάρος τους και δεν προσκρούει στις διατάξεις των άρθ. 4 § 1 και 22 § 1β του Συντάγματος και τις καθιερούμενες με αυτές αρχές της ισότητας κ.λπ., του άρθ. 119 της ιδρυτικής συνθήκης της ΕΟΚ και τις προαναφερόμενες ΚΥΑ, με βάση δε τα γενόμενα ως άνω δεκτά απέρριψε την αγωγή κατά την κύρια βάση της ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, αφού στο ως άνω συμπέρασμα κατέληξε, όπως στην προσβαλλομένη απόφαση αναφέρεται, ύστερ' από συνεκτίμηση των προσκομισθέντων από τους διαδίκους εγγράφων και των ομολογιών τους και όχι, όπως φέρεται σ' αυτήν, ως νομικά αβάσιμη.
Κρίνοντας έτσι το δικαστήριο της ουσίας ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις και απέρριψε την ένδικη αγωγή ως προς αμφότερες τις βάσεις της, αν και με ενμέρει διαφορετικές νομικές σκέψεις. Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης κατά τον μοναδικό λόγο της από το άρθ. 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ (και όχι, όπως εσφαλμένα φέρεται, από το ταυτόσημο, πάντως, άρθ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), ενιαίως λαμβανόμενα και κατ' εκτίμηση αυτών, μη καταδικασθούν, όμως, οι αναιρεσείοντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, λόγω μη υποβολής σχετικού αιτήματος εκ μέρους αυτού.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-3-2013 αίτηση των Σ. Κ. κ.λπ. για αναίρεση της 317/2007 απόφασης του Ειρηνοδικείου Αθηνών.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαρτίου 2014. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 6 Μαΐου 2014.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ