Appeal dismissed for non-appearing parties; appeal against first-instance judgment rejected as baseless.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal regarding two appellants who failed to appear or be represented by counsel, ordering a separation of the case. The court rejected the appeal filed by the other two appellants, finding the lower court's decision on the public road issue legally sound. Consequently, the appeal was declared inadmissible for the absent parties and dismissed for the present ones, who were ordered to pay the opposing party's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576(3)(b) and 98(1) of the Code of Civil Procedure; In cases of simple unanimity, if an appellant is not represented by a special attorney, the appeal hearing is validly held only for those represented, and the appeal is declared inadmissible for the others.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 955 / 2013 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 955/2013
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βασίλειο Φούκα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (λόγω μη υπάρξεως Αντιπροέδρου στο Τμήμα), Δημήτριο Μαζαράκη, Νικόλαο Μπιχάκη, Ερωτόκριτο Καλούδη και Αργύριο Σταυράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του στις 20 Μαρτίου 2013, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Ν. Μ. του Χ., 2) Γ. Μ. του Χ., 3) Β. Β. του Π. και 4) Δ. Β. του Π., κατοίκων ..., από τους οποίους οι πρώτος και δεύτερη εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πολυχρονόπουλο, οι δε τρίτος και τέταρτος δεν παραστάθηκαν.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ν. Κ. του Α. και 2) Ε. συζ. Ν. Κ., το γένος Χ. Π., 2, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Ρήγα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/7/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Πατρών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 138/2007 του ιδίου Δικαστηρίου και 523/2010 του Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24/3/2011 αίτηση και τους από 8/9/2011 πρόσθετους λόγους τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 12/10/2012 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και του δικογράφου των προσθέτων λόγων.
Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων καθώς και την καταδίκη των αντιδίκων τους στη δικαστική δαπάνη τους.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 παρ. 3 εδάφ. β' του ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 62 του ν. 4139/2013 και καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις, σύμφωνα με το άρθρο 98 παρ. 1 του ίδιου ν. 4139/2013, "σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως, και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς".
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, οι τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων Β. Β. και Δ. Β. δεν εμφανίστηκαν στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 20-3-2013, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από τα στοιχεία δε της δικογραφίας δεν προκύπτει, ότι οι απουσιάζοντες αυτοί αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν νόμιμα να παραστούν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στην ανωτέρω δικάσιμο, όπως δεν προκύπτει ότι οι ίδιοι τρίτος και τέταρτος των αναιρεσειόντων, που φέρονται ότι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Αναστάσιο Δούκα κατά τη δικάσιμο της 24-10-2012, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την παρούσα δικάσιμο, είχαν δώσει εντολή και πληρεξουσιότητα στον ως άνω δικηγόρο να τους εκπροσωπήσει κατά τη δικάσιμο αυτή.
Επομένως, και σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους απουσιάζοντες αυτούς αναιρεσείοντες, απλούς ομοδίκους των λοιπών αναιρεσειόντων, και να προχωρήσει η συζήτηση ως προς τους λοιπούς. Επειδή, κατά το άρθρο 57 εδάφ. α' του ΑΚ, όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον.
Από την ανωτέρω διάταξη συνάγεται ότι προϋπόθεση της παρεχόμενης με αυτή προστασίας είναι η συνδρομή παράνομης πράξης, από την οποία επέρχεται μειωτική διαταραχή της προσωπικότητας σε κάποια έκφανσή της. Τέτοια προσβολή δημιουργείται και όταν παρακωλυθεί η χρήση κοινόχρηστης οδού. Από τον συνδυασμό του άνω άρθρου και των άρθρων 966, 967 του ΑΚ προκύπτει ότι, με την καθιέρωση κάποιου πράγματος ως κοινοχρήστου, το άτομο αποκτά εξουσία χρήσεως αυτού, η οποία δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί ως άμεση εξουσία επί του πράγματος (νομή, οιονεί νομή ή κατοχή), είναι, όμως, απόρροια του επί της ιδίας προσωπικότητας ιδιωτικού δικαιώματος, η οποία (εξουσία χρήσεως) προσβάλλεται εξωτερικώς σε περίπτωση παρακωλύσεως της κοινής χρήσεως και η οποία, ως έκφανση της προσωπικότητας του πολίτη, περικλείει την ικανότητα για ακώλυτη ανάπτυξη της ανθρώπινης ενέργειας και προστατεύεται από το άρθρο 57 ΑΚ, που επιβάλλει, όπως εκτέθηκε, την άρση της προσβολής και την παράλειψή της στο μέλλον.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 369, 966, 967, 968, 972, 1033 και 1192 αριθ. 1 ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται, σύμφωνα με το άρθρο 55 ΕισΝΑΚ, προκειμένου να κριθεί μετά την εισαγωγή του ΑΚ η ιδιότητα ενός πράγματος ως εκτός συναλλαγής ή κοινοχρήστου, προκύπτει, ότι μεταξύ των κοινόχρηστων πραγμάτων περιλαμβάνονται και οι οδοί αδιακρίτως, οι οποίες, εφόσον δεν ανήκουν σε Δήμο ή Κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο.
Τα κοινής χρήσης πράγματα λαμβάνουν τον προορισμό τους αυτό από το νόμο ή τη βούληση του ιδιοκτήτη τους (όπως με διαθήκη ή δωρεά), που μπορεί να εκδηλωθεί και με παραίτηση από την κυριότητα του πράγματος για να καταστεί αυτό κοινόχρηστο, τηρουμένων πάντοτε των νόμιμων προϋποθέσεων. Κατά το προϊσχύσαν του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο (ν.3 Πανδ. 43, 7, ν.2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22.3) αναγνωριζόταν ως τρόπος κτήσης της ιδιότητας πράγματος ως κοινοχρήστου η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα στη χρήση του πράγματος από τους δημότες Κοινότητας ή Δήμου, με την οποία κυρώνονταν ως νόμιμη η πραγματική κατάσταση που υπήρχε πριν από τόσο χρόνο ώστε η ζώσα γενεά να τη γνώρισε ως έχει και να μη διέσωσε παράδοση από την παρελθούσα γενεά για την ύπαρξης άλλης διαφορετικής κατάστασης.
Η αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα δεν υιοθετήθηκε από τον ΑΚ, διατηρείται, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝ ΑΚ, η δυνάμει αυτής ιδιότητα που απέκτησε το πράγμα ως κοινής χρήσης, εφόσον πριν από την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946) δύο συνεχόμενες γενεές ανθρώπων επί συνολικό διάστημα τουλάχιστον ογδόντα (80) ετών δεν γνώρισαν διαφορετική κατάσταση του πράγματος από την κοινοχρησία.
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι λόγος αναίρεσης κατά των αποφάσεων των Πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο κατά της 138/2007 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Πατρών, μετά από ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδεικτικών στοιχείων, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Οι ενάγοντες και ήδη οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων τυγχάνουν συγκύριοι, συννομείς και συγκάτοχοι κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ενός αγροτεμαχίου, συνολικής εκτάσεως κατά τον τίτλο κτήσης 2.000 τ.μ.
και κατά νεότερη καταμέτρηση σύμφωνα με το από 15-3-2006 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Σ. Σ.-Κ. 1.413,75 τ.μ., που βρίσκεται στην θέση "..." της κτηματικής περιφέρειας ... του Δήμου Πατρέων και συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης ανατολικά με πρώην ιδιοκτησία Α. Κ. και ήδη Π. Κ., δυτικά με ιδιοκτησία κληρονόμων Κ.
και ήδη των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, βόρεια με ιδιοκτησία Κ. και νότια με δρόμο. Το ακίνητο αυτό περιήλθε στους ως άνω αναιρεσείοντες κατά το παραπάνω ποσοστό δυνάμει του υπ' αριθμ. .../5-01-1965 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου του τότε συμβολαιογράφου Πατρών Ιωάννη Στασινόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο 504 και με αριθμό ... .
Στην ίδια παραπάνω θέση και δυτικά του ακινήτου των εναγόντων και ήδη πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων βρίσκεται το οικόπεδο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, την κυριότητα του οποίου απέκτησαν κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ό καθένας, δυνάμει του υπ' αριθμ. .../21-2-2001 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Πατρών Θεοδώρας Μεταξά-Μαντά, που μεταγράφηκε νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Πατρών στον τόμο 110 και με αριθμό ... .
Το εν λόγω ακίνητο εμβαδού 3.705 τ.μ. συνορεύει ανατολικά με ιδιοκτησία των αναιρεσειόντων και Α. Κ., δυτικά με επαρχιακό δρόμο και με ιδιοκτησία Θ. Κ. και ήδη Α. Λ., βόρεια με ιδιοκτησία Σ. Ξ. και νότια με πρανές και πέραν αυτού με δημοτικό δρόμο. Κατά μήκος του νοτίου άκρου των παραπάνω ιδιοκτησιών και των αγροτεμαχίων του Θ.
Κ. (νύν Λ.) και του Π. Κ. υπήρχε η επίδικη αγροτική οδός, πλάτους 1 έως 1,50 μ., δια μέσου της οποίας το ακίνητο των εναγόντων επικοινωνούσε με το επαρχιακό οδικό δίκτυο της περιοχής που συνέδεε την πόλη της Πάτρας με την Ελεκίστρα. Η ύπαρξη της παραπάνω οδού αποδεικνύεται από τις προσαγόμενες από τους ενάγοντες μελέτες φωτοερμηνειών των δασοπόνων Ι.
Π. και Β. Ν., την από 29-3-2006 τεχνική έκθεση του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Σ. Σ.-Κ., την από 10-2-2009 έκθεση φωτοερμηνείας της δασολόγου Λ. Ο. και της από 27-2-2009 έκθεσης πραγματογνωμοσύνης του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Ν. Π., σύμφωνα με τις οποίες κατ' ερμηνεία των αεροφωτογραφιών της ευρύτερης περιοχής, που λήφθηκαν από την αρμόδια Γεωγραφική Υπηρεσία του Στρατού τα έτη 1945, 1960, 1987, 1994 και 1998, το αγροτεμάχιο των εναγόντων κατά το έτος 1945 συνδεόταν με τον διερχόμενο επαρχιακό δρόμο ...-Ρηγανόκαμπου-Ρωμανού με μονοπάτι-δρόμο, που ξεκινούσε από τη στροφή του επαρχιακού δρόμου, διερχόταν δια μέσου των αγροτεμαχίων ιδιοκτησίας Θ.
Κ. και ήδη Α. Λ., Δ. Α.-Κ. και ήδη εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, ακολουθούσε το νότιο άκρο των αγροτικών ιδιοκτησιών των εναγόντων και του Α. Κ. ήδη Π. Κ. και δια μέσου δασικής εκτάσεως-πρανούς κατέληγε στον εκεί διερχόμενο παραποτάμιο δρόμο που οδηγεί προς τα ψηλότερα. Οι παραπάνω ιδιοκτησίες βρίσκονται στη βόρεια πλευρά του εκεί διερχόμενου χειμάρρου και συνορεύουν με αυτόν με κεκλιμένο πρανές που φέρει αυτοφυή δασική βλάστηση, ενώ δεν παρατηρείται άλλη πρόσβαση ή δίοδος στην ιδιοκτησία των εναγόντων, η οποία να ξεκινά από τη στροφή του επαρχιακού δρόμου και με κατεύθυνση προς τα ανατολικά να καταλήγει στον εκεί διερχόμενο παραποτάμιο δρόμο.
Το προαναφερθέν μονοπάτι, με το οποίο συγκοινωνούσε-επικοινωνούσε η ιδιοκτησία των εναγόντων με τον εκεί διερχόμενο επαρχιακό αλλά και με τον παραποτάμιο δρόμο, εμφανίζεται κατά το έτος 1945 σχεδόν οριζόντιο από τη στροφή του επαρχιακού δρόμου μέχρι την ιδιοκτησία Π. Κ. και από εκεί με ισχυρή κλίση μέχρι τον παραποτάμιο δρόμο, ο οποίος αποτελεί προέκταση άλλου δρόμου, που διέρχεται από τα χαμηλά και τέμνει τον επαρχιακό δρόμο στις διάφορες στροφές του με ευθεία γραμμή.
Το επίδικο μονοπάτι εμφανίζεται με την ίδια μορφή και το έτος 1960, χωρίς να έχουν αλλοιωθεί η κατεύθυνση, το πλάτος, η αφετηρία και το τέρμα του. Το έτος 1987 το ίδιο μονοπάτι-δρόμος εμφανίζεται με το μισό περίπου πλάτος του, ξεκινά από τη στροφή του επαρχιακού δρόμου, εν συνεχεία διέρχεται διαμέσου των ιδιοκτησιών Θ.
Κ. (νυν Λ.), Δ. Α.-Κ. και ήδη εναγομένων-αναιρεσιβλήτων και καταλήγει στη νότια πλευρά της ιδιοκτησίας των εναγόντων, χωρίς να συνεχίζει στην ιδιοκτησία Π. Κ., από όπου πλέον εμφανίζεται νέος δρόμος, ο οποίος αρχίζει από το νοτιοδυτικό μέρος της εν λόγω ιδιοκτησίας και επί του παλιού μονοπατιού καταλήγει στον παραποτάμιο δρόμο.
Το έτος αυτό διακρίνεται ότι από το επίδικο μονοπάτι και επί της ιδιοκτησίας του Θ. Κ. (νυν Λ.), υπάρχει διακλάδωση του μονοπατιού προς τον παραποτάμιο δρόμο, δίπλα στο νότιο άκρο της ιδιοκτησίας των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, που κατέρχεται με μεγάλη κλίση το εκεί υπάρχον πρανές. Η ίδια εικόνα παρατηρείται και κατά τα έτη 1994 και 1998, με την ευρύτερη περιοχή να εμφανίζεται περισσότερο αναπτυγμένη οικιστικά.
Ωστόσο, δεν αποδείχθηκε από κάποιο αποδεικτικό στοιχείο ότι η επίδικη αγροτική οδός υφίσταται από αμνημονεύτων ετών, ώστε να θεωρηθεί κοινόχρηστη, αφού κανείς από τους μάρτυρες απόδειξης κατέθεσε ότι γνωρίζει από ιδία αντίληψη ή από διηγήσεις παλαιοτέρων ότι η οδός αυτή υπήρχε και χρησιμοποιούταν από τόσο παλιά, υπό την έννοια ότι διερχόταν από αυτή αόριστος αριθμός προσώπων για χρονικό διάστημα ογδόντα τουλάχιστον ετών μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα.
Αλλά και από τότε που διαμορφώθηκε η οδός αυτή, που πάντως δεν αποδείχθηκε ότι ανάγεται σε χρόνο τόσο παλαιό ώστε να υπάρχει αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα, όπως προειπώθηκε, εξυπηρετούσε αποκλειστικά και μόνο τις ανάγκες των εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους για την μετάβασή τους στην ιδιοκτησία τους προς εκτέλεση των καλλιεργητικών εργασιών και όχι τις ανάγκες των κατοίκων της ευρύτερης περιοχής.
Τούτο έμμεσα συνάγεται και από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων Β. Δ., ο οποίος ενώ πιστοποιεί την ύπαρξη της επίδικης οδού, ουδόλως αναφέρει ότι από αυτή διέρχονταν αόριστος αριθμός προσώπων, πλην των εναγόντων από το έτος 1974. Βέβαια, η περιστασιακή διέλευση από το επίδικο μονοπάτι των ιδιοκτητών όμορων ακινήτων ή και τρίτων ακόμη δεν μπορεί να αποκλεισθεί, πλην όμως η διέλευση αυτή δεν ήταν συστηματική και γινόταν με την πεποίθηση ότι διέρχονταν μέσω ξένων ιδιοκτησιών και όχι από κοινόχρηστη οδό.
Την ίδια πεποίθηση άλλωστε διατηρούσαν μέχρι το έτος 2003 και οι ίδιοι οι ενάγοντες και δη οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων, οι οποίοι όπως αποδεικνύεται από το περιεχόμενο της από 15-5-2003 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν σε βάρος των εναγομένων-αναιρεσιβλήτων, ισχυρίστηκαν ότι από την επίδικη δίοδο, η οποία εξυπηρετεί τις ανάγκες του ακινήτου τους, διέρχονταν αυτοί και οι δικαιοπάροχοί τους για 60 τουλάχιστον έτη διάνοια δικαιούχου δουλείας διόδου, επιδιώκοντας να αναγνωριστούν προσωρινά οιονεί νομείς δουλείας διέλευσης από το οικόπεδο των τελευταίων, χωρίς να γίνεται μνεία στην αίτηση για τον κοινόχρηστο χαρακτήρα της επίδικης οδού και δη ότι αυτή υπήρχε από αμνημονεύτων ετών και ότι από αυτήν διέρχονταν αόριστος αριθμός προσώπων.
Σημειωτέον, ότι σε μεταγενέστερη αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που άσκησαν οι ενάγοντες σε βάρος του Θ. Κ., ζητώντας να αναγνωριστεί το απορρέον από την προσωπικότητα δικαίωμά τους στην ακώλυτη χρήση της επίδικης οδού, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 299/2006 απόφαση του Ειρηνοδικείου Πατρών, η οποία απέρριψε την αίτηση τους".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο έκρινε, ότι η επίδικη οδός δεν απέκτησε ποτέ κοινόχρηστο χαρακτήρα, διότι ουδόλως αποδείχτηκε, ότι η οδός αυτή υφίστατο από αμνημονεύτων ετών, υπό την έννοια ότι διερχόταν από αυτή αόριστος αριθμός προσώπων για χρονικό διάστημα ογδόντα (80) τουλάχιστον ετών μέχρι την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, ότι συνεπώς από την ιδιοκτησία των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων δεν διέρχεται κοινόχρηστη αγροτική οδός, ότι οι τελευταίοι κατά την περίφραξη του αγρού τους δεν κατέλαβαν τμήμα κοινόχρηστης οδού και ότι δεν προσβλήθηκε η προσωπικότητα των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων με το να παρεμποδίζεται σ' αυτούς η χρήση του επιδίκου.
Ακολούθως, απέρριψε την ένδικη αγωγή και απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, που είχε κρίνει όμοια. Έτσι, που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 57, 966, 967 ΑΚ και των διατάξεων του προϊσχύσαντος του ΑΚ βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου ν.3 Πανδ. 43, 7, ν. 2 παρ. 8, Πανδ. 39.3, ν. 28 Πανδ. 22, 3, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης και ο μοναδικός πρόσθετος λόγος από το άρθρο 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τους οποίους οι πρώτος και δεύτερη των αναιρεσειόντων υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση ως προς τους απολειπομένους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων Β.
Β. και Δ. Β., να διαταχθεί ο χωρισμός της υποθέσεως ως προς αυτούς και να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης ως προς τους λοιπούς πρώτο και δεύτερη των αναιρεσειόντων και να καταδικαστούν οι πρώτος και δεύτερη αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 24-3-2011 αιτήσεως και του από 8-9-2011 δικογράφου προσθέτων λόγων για αναίρεση της 523/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο ως προς τους τρίτο και τέταρτο των αναιρεσειόντων Β. Β. και Δ. Β..
Διατάσσει τον χωρισμό της υποθέσεως ως προς αυτούς.
Απορρίπτει την από 24-3-2011 αίτηση και το από 8-9-2011 δικόγραφο προσθέτων λόγων των πρώτου και δεύτερης των αναιρεσειόντων Ν. Μ. και Γ. Μ. για αναίρεση της 523/2010 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών, που δίκασε ως Εφετείο.
Καταδικάζει τους πρώτο και δεύτερο των αναιρεσειόντων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2013.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 17 Μαΐου 2013.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ