Legislator Giurisprudenza & Legislazione
955/2010 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal; partial withdrawal of claim bars interest claim under public hospital law.

Numero d'incarto 955/2010
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision to deny interest on a claim against a public hospital. The appellant argued that the lower court erred by not awarding interest after limiting the claim to a recognition suit, but the Court held that a partial withdrawal of the original claim is a procedural act with immediate legal consequences. Consequently, the appellant could not restrict the statutory consequences of this withdrawal through a subsequent declaration, making her interest claim inadmissible. The Court further confirmed that the relevant law does not violate constitutional or international human rights standards.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 7 para. 2 of Law 496/1974; Art. 295 of the Code of Civil Procedure: A partial withdrawal of a claim constitutes a procedural act with immediate legal consequences that cannot be restricted by a subsequent declaration, thereby barring a claim for interest on the withdrawn portion.

Parole chiave

Generato dall'IA
partial withdrawal of claim procedural act consequences interest on public hospital limitation of claim Code of Civil Procedure public hospital liability legal consequences of withdrawal

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 7 para. 2 of Law 496/1974
Art. 295 of the Code of Civil Procedure
Art. 4 para. 1 of the Constitution
Art. 28 para. 1a of the Constitution
Art. 6 para. 1 of the European Convention on Human Rights
Art. 176 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 955 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Το Εφετείο που δέχθηκε ότι από το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ. δεν οφείλονται στην αναιρεσείουσα τόκοι υπερημερίας από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα αυτής σε αναγνωριστικό, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974. Η μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αποτελεί διαδικαστική πράξη, η οποία, εφόσον γίνει εγκύρως, συνεπάγεται αμέσως τις οριζόμενες στο νόμο (άρθρ. 295 ΚΠολΔ) δικονομικές έννομες συνέπειες, τις οποίες δεν μπορούσε να περιορίσει η αναιρεσείουσα με τη δήλωσή της περί παραιτήσεως, ώστε ο ισχυρισμός της για περιορισμό των εν λόγω μόνο συνεπειών να αποτελεί "πράγμα". Τέλος η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 και 28 παρ. 1α του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950.

Αριθμός 955/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας:..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ ΑΤΤΙΚΗΣ", που εδρεύει στο Χαϊδάρι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πολέμη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-12-1995 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2290/1996 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3512/1998 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 21-7-1999 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 712/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 3512/1998 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 9456/2000 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, την αναίρεση της οποίας ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2001 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ανδρέας Δουλγεράκης διάβασε την από 26-3-2002 έκθεση του τότε Αρεοπαγίτη και μετέπειτα Αντιπροέδρου Χαραλάμπους Γεωργακόπουλου, που έχει ήδη αποχωρήσει από την Υπηρεσία, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 340, 341, 345, 346 του ΑΚ, 222 παρ. 1 περίπτ. γ' ΚΠολΔ και 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974 "περί τον δημοσίου λογιστικού των νπδδ", που ορίζει ότι "ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος πάσης του νομικού προσώπου οφειλής ορίζεται εις 6% ετησίως πλην αν άλλως ορίζεται δια συμβάσεως ή ειδικού νόμου, άρχεται δε από της επιδόσεως της αγωγής",προκύπτει ότι η υποχρέωση προς καταβολή τόκων επί των οφειλών των νπδδ αρχίζει πάντοτε και μόνον από την επίδοση της σχετικής αγωγής.

Άρα εξώδικη όχληση του δανειστή δεν αρκεί για να τρέξουν έκτοτε τόκοι υπερημερίας κατά τα άρθρα 340,345 του ΑΚ, η επίδοση δε της αγωγής συνεπάγεται την υποχρέωση καταβολής τόκων αποκλειστικά ως διαδικαστική πράξη και όχι ως όχληση. Ως αγωγή, εξάλλου, από την επίδοση της οποίας οφείλονται τόκοι, τόσο κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 345-346 του ΑΚ όσο και κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.δ. 496/1974,με την οποία ο νομοθέτης απέβλεψε απλώς στη θέσπιση ευνοϊκότερης για τα νπδδ ρύθμισης ως προς το ύψος του επιτοκίου και την έναρξη της οφειλής τόκων, νοείται μόνο η καταψηφιστική όχι δε η απλώς αναγνωριστική, η οποία δεν ενέχει άλλωστε όχληση προς εκπλήρωση της παροχής (άρθρο 79 ΚΠολΔ).

Κατά τις διατάξεις των άρθρων 215 παρ. 1, 223 παρ. 1,295 παρ.1 του ΚΠολΔ, ο περιορισμός του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό συνιστά μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, η οποία έτσι θεωρείται ότι δεν ασκήθηκε ως προς το καταψηφιστικό αίτημα. Εκλείπουν επομένως όλες οι δικονομικές και ουσιαστικές συνέπειες του καταψηφιστικού αυτού αιτήματος(ΟΛ.ΑΠ.7/2000).Με βάση τις σκέψεις αυτές, αν επί αγωγής κατά νπδδ, με αντικείμενο την καταψήφιση χρηματικής παροχής, περιορισθεί το καταψηφιστικό αίτημα σε αναγνωριστικό, δεν οφείλονται τόκοι υπερημερίας, αφού η κατά το άρθρο 70 του ΚΠολΔ αναγνωριστική αγωγή δεν επιφέρει τοκογονία, ούτε αρκεί ως εξώδικη όχληση, δεδομένου ότι η διάταξη του άρθρου 7 παρ.2 του ν.δ.496/74 προϋποθέτει πάντοτε "αγωγή".Επομένως το Εφετείο που, στην προκειμένη περίπτωση, δέχθηκε ότι από το αναιρεσίβλητο ν.π.δ.δ.

δεν οφείλονται στην αναιρεσείουσα τόκοι υπερημερίας από της επιδόσεως της ένδικης αγωγής, κατά το μέρος που περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα αυτής σε αναγνωριστικό, δεν παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 7 παρ.2 του Ν.Δ.49Θ/1974 και είναι γι' αυτό αβάσιμος ο, από το άρθρο 559 αριθ.1 ΚΠολΔ, μοναδικός λόγος της αναιρέσεως.

Ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως, κατά το μέρος που αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ.8 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα περιόρισε μόνο το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής της σε αναγνωριστικό και δεν παραιτήθηκε από το δικαίωμα της να λάβει τόκους από της επιδόσεως της αγωγής, είναι απαράδεκτος, αφού η μερική παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής αποτελεί διαδικαστική πράξη, η οποία, εφόσον γίνει εγκύρως, συνεπάγεται αμέσως τις οριζόμενες στο νόμο (αρθρ.295 ΚΠολΔ) δικονομικές έννομες συνέπειες, τις οποίες δεν μπορούσε να περιορίσει η αναιρεσείουσα με τη δήλωση της περί παραιτήσεως, ώστε ο ισχυρισμός της για περιορισμό των εν λόγω μόνο συνεπειών να αποτελεί "πράγμα",με την έννοια της παραπάνω διάταξης του άρθρου 559 αρ. 8 του ΚΠολ.Δ.

Τέλος η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν.Δ. 496/1974 δεν αντίκειται στα άρθρα 4 παρ.1 και 28 παρ.1α του Συντάγματος και 6 παρ.1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4-3-1950,διότι η θεσπισθείσα απ' αυτήν, κατά παρέκκλιση των άρθρων 221 παρ.1 γ ΚΠολΔ και 345,346 ΑΚ, υποχρέωση καταβολής τόκων από τα Ν.Π.Δ.Δ. μόνο από την επίδοση καταψηφιστικής αγωγής δικαιολογείται για λόγους δημοσίου συμφέροντος ώστε οι εκπρόσωποι και τα λοιπά όργανα αυτών να αντιλαμβάνονται αμέσως την έκταση των εναντίον των Ν.Π.Δ.Δ.

απαιτήσεων και να ενεργούν ταχέως για την αντιμετώπιση τους, περαιτέρω δε με την παρέκκλιση αυτή δεν παραβλάπτεται το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το άρθρο 6 παρ.1 της Ε.Σ.Δ.Α. Επομένως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος ο μοναδικός, λόγος της αναιρέσεως και κατά το μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει το αντίθετο και πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, από τον αρ. 1 του ΚΠολΔ.

Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττώμενη, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου (αρθρ. 176,183 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την, από 16-7-2001, αίτηση της αναιρεσείουσας, για αναίρεση της με αριθμό 9456/2000 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια εκατό (1100) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 27 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ