Legislator Giurisprudenza & Legislazione
955/2009 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal as untimely because the State failed to serve the judgment on the Minister of Finance within the statutory period.

Numero d'incarto 955/2009
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the State's appeal against a lower court's decision regarding public land compensation. The State argued the appeal was timely, but the Court found the appeal was filed on January 26, 2007, after the thirty-day deadline expired. The Court ruled that the appeal period began only after the judgment was properly served on the Minister of Finance, which had not occurred until December 22, 2006, making the filing untimely.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 144(1) and 564(1) of the Code of Civil Procedure; Article 5 of the Code of Laws regarding Public Bodies: The thirty-day period for filing an appeal against a judgment in public land cases begins only after the judgment is served on the Minister of Finance, and an appeal filed after this period expires is inadmissible.

Parole chiave

Generato dall'IA
inadmissible appeal statutory time limit service of judgment Minister of Finance public land dispute procedural deadline untimely filing

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 144(1) of the Code of Civil Procedure
Article 564(1) of the Code of Civil Procedure
Article 5 of the Code of Laws regarding Public Bodies (Law 356/1974)
Article 126(1)(e) of the Code of Civil Procedure
Article 570(1) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court 34/1988

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 955 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 955/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Τoυ αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Δημήτριο Καμάρη, πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Εταιρεία Τουριστικής Ανάπτυξης Κεφαλληνίας, ΕΤΑΚ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους Γεώργιο Μαυρή και Ιωάννη Μπουρμπούλη, με δήλωση τους του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-2-2004 ανακοπή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κεφαλληνίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 423/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1156/2006 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά το αναιρεσείον με την από 25-1-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Ζώης ανέγνωσε την από 14-11-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθούν ως απαράδεκτοι οι δεύτερος και τρίτος λόγοι του δικογράφου των προσθέτων λόγων αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά παραδοχή του πρώτου λόγου του κυρίου δικογράφου και του συναφούς πρώτου πρόσθετου λόγου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις των άρθρων 144 παρ.1 και 564 παρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι αν ο αναιρεσείων διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης είναι τριάντα ημέρες και αρχίζει από την επομένη της επίδοσης της απόφασης. Τη συνδρομή ή μη του εμπροθέσμου της αναίρεσης εξετάζει αυτεπαγγέλτως ο 'Αρειος Πάγος με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, αν δε διαπιστώσει ότι αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα την απορρίπτει ως απαράδεκτη.

Το απαράδεκτο αυτό μπορεί να προταθεί από τον αναιρεσίβλητο με τις προτάσεις του, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, οι οποίες όμως πρέπει να έχουν κατατεθεί είκοσι ημέρες πριν τη δικάσιμο, σύμφωνα με το άρθρο 570 παρ.1 ΚΠολΔ. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 126 παρ. 1 εδ. ε' ΚΠολΔ, η επίδοση για το Δημόσιο γίνεται σε εκείνους που το εκπροσωπούν σύμφωνα με το νόμο.

Κατά το άρθρο 85 παρ. 1 του ΚΕΔΕ (ν.δ/γμα 356/1974), επί δικών του νομοθετήματος αυτού το Δημόσιο εκπροσωπεί ο διευθυντής του δημόσιου ταμείου, κατά του οποίου στρέφεται και κοινοποιείται κάθε δικόγραφο με ποινή απαραδέκτου. Σε κάθε, όμως, περίπτωση, με την ίδια ως άνω κύρωση, απαιτείται κοινοποίηση του δικογράφου και στον Υπουργό των Οικονομικών.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 5 του "Κώδικος Νόμων περί δικών του Δημοσίου" (Διάταγμα 26.6/10.7.1944), "μόνον αι προς τον Υπουργόν Οικονομικών κατά τας διατάξεις του από 24/28 Μαρτίου 1 867 ν.ΡλΡ' γενόμεναι κοινοποιήσεις οποιουδήποτε δικογράφου επί δικών του Δημοσίου παράγουσι εννόμους συνεπείας. Η διάταξις εφαρμόζεται και όταν το Δημόσιον εκπροσωπείται δικαστικώς εκ μέρους των διευθυντών ταμείων ή οικονομικών εφόρων ή τελωνών ή ετέρου οποιουδήποτε κρατικού οργάνου, της προς τον Υπουργό Οικονομικών επιδόσεως απαιτουμένης και τότε ως προσθέτου τοιαύτης, επί συνεπεία ακυρότητος αυτεπαγγέλτως εξεταζομένης".

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι, για να είναι έγκυρη η επίδοση προς το Δημόσιο του σχετικού δικογράφου, πρέπει να γίνει, με ποινή απαραδέκτου στις δίκες του ΚΕΔΕ, ακυρότητας δε στις λοιπές, τόσον στον Υπουργό Οικονομικών, όσο και στο αρμόδιο όργανο και τούτο για μεγαλύτερη εξασφάλιση των συμφερόντων του Δημοσίου.

Σε αντίθετη περίπτωση, δηλαδή αν δεν επιδοθεί το δικόγραφο και στον Υπουργό Οικονομικών, η επίδοση δεν έχει ολοκληρωθεί και δεν παράγει έννομες συνέπειες, με αποτέλεσμα, ανεξαρτήτως βλάβης του Δημοσίου, να επέρχεται απαράδεκτο ή ακυρότητα, η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο. Εξ άλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις του από 11/12-1-1929 διατάγματος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων" και ιδιαίτερα του άρθρου 115 αυτού, όπως ισχύει μετά τις τροποποιήσεις του με το του β.δ. 619/1965 και των άρθρων 2,5 παρ.3 και 9παρ.1 του π.δ. 551/1988 "Οργανισμός Νομαρχιών (Οργάνωση Οικονομικών Υπηρεσιών) προκύπτουν τα εξής:

Το πρωτόκολλο με το οποίο καθορίζεται αποζημίωση σε βάρος εκείνων που χρησιμοποιούν αυθαίρετα ακίνητα που ανήκουν στο Δημόσιο εκδίδεται από τον κατά τόπο αρμόδιο οικονομικό έφορο. Η ανακοπή κατά του εκδιδομένου πρωτοκόλλου κοινοποιείται επί ποινή ακυρότητας στον κατά τα ανωτέρω αρμόδιο οικονομικό έφορο, ο οποίος εξαιρετικώς στην περίπτωση αυτή εκπροσωπεί το δημόσιο, χωρίς να απαιτείται κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών (άρθρο 5 παρ.4 αν.ν. 263/1968).

Μετά το π.δ. 551/1988 και την έναρξη λειτουργίας των Κτηματικών Υπηρεσιών των Νομαρχιών, οι αρμοδιότητες των οικονομικών εφοριών σχετικά με την επιμέλεια της διαχείρισης και την προστασία της δημόσιας περιουσίας περιήλθαν στις Κτηματικές Υπηρεσίες και συνεπώς ο "αρμόδιος οικονομικός έφορος" για την κοινοποίηση της ανακοπής και την εκπροσώπηση του Δημοσίου είναι πλέον ο προϊστάμενος της Κτηματικής Υπηρεσίας που εξέδωσε το πρωτόκολλο.

Από την ως άνω διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 του α.ν. 263/1968 σαφώς συνάγεται, ότι για την άσκηση της εν λόγω ανακοπής, πέραν της κοινοποιήσεως αντιγράφου αυτής στον προϊστάμενο της κτηματικής υπηρεσίας που εξέδωσε το πρωτόκολλο, δεν απαιτείται και πρόσθετη κοινοποίηση στον Υπουργό των Οικονομικών, δοθέντος ότι η πάγια διάταξη του άρθρου 5 του Κώδικος των Νόμων περί δικών του Δημοσίου (ν.δ.

της 26.6/10-7-1944), εξακολουθεί μεν να ισχύει, πλην όμως έχει σιωπηρώς καταργηθεί στην εξεταζόμενη περίπτωση από την ειδικώς ρυθμίζουσα το θέμα μεταγενέστερη και ως εκ τούτου επικρατέστερη ανωτέρω διάταξη του άρθρου 5 παρ.4 του α.ν. 263/1968 (Ολ.ΑΠ 1222/1975). Σημειώνεται σχετικώς, ότι διαφορετική είναι η περίπτωση των ανακοπών του ΚΕΔΕ, κατά το άρθρο 85 του οποίου απαιτείται πάντοτε κοινοποίηση του σχετικού δικογράφου στον Υπουργό των Οικονομικών, καθώς και των λοιπών δικών, πλην της ανωτέρω ειδικώς ρυθμιζομένης, κατά του Δημοσίου, όταν αυτό εκπροσωπείται δικαστικώς από τους διευθυντές των Ταμείων, ή τους Οικονομικούς εφόρους, ή τελώνες, ή άλλα κρατικά όργανα, οπότε κατ' άρθρο 5 του άνω κώδικος του 1944 απαιτείται επί ποινή ακυρότητας η πρόσθετη προς τον Υπουργό των Οικονομικών επίδοση του δικογράφου (Ολ.ΑΠ 34/1988).

Από αυτά συνάγεται ότι, ειδικώς σε δίκες που ανοίγονται με ανακοπή κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίου κτήματος από την επομένη της επίδοσης της απόφασης του Εφετείου, που δίκασε ανακοπή κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση και κάρπωση δημοσίου κοινοχρήστου κτήματος, όπως είναι και ο αιγιαλός, στον εκδώσαντα το πρωτόκολλο αυτό και εκπροσωπούντα το Δημόσιο διευθυντή της αρμοδίας Κτηματικής Υπηρεσίας, τρέχει η τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, μη απαιτουμένης, για την έναρξη της προθεσμίας αυτής, και επίδοσης της ίδιας απόφασης στον Υπουργό των Οικονομικών.

Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ.1156/2006 απόφασή του, το Εφετείου Πατρών απέρριψε έφεση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου εναντίον της αναιρεσίβητης, κατά απόφασης του αρμόδιου Μονομελούς Πρωτοδικείου, με την οποία έγινε δεκτή ανακοπή της αναιρεσίβλητης και ακυρώθηκε το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ....

πρωτόκολλο καθορισμού αυθαίρετης χρήσης δημοσίου κτήματος (αιγιαλού), που εκδόθηκε εις βάρος της αναιρεσίβλητης, από την αρμοδία προϊσταμενη της Κτηματικής Υπηρεσίας .... Από την επικαλούμενη και προσκομιζόμενα από την αναιρεσίβλητη υπ' αριθμ. ...έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο πρωτοδικείο Κεφαλληνίας ..., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της άνω απόφασης του Εφετείου, επιδόθηκε στην προϊσταμένη της Κτηματικής Υπηρεσίας ..., που εξέδωσε το ανακοπτόμενο πρωτόκολλο, την 22η Δεκεμβρίου 2006, με εντολή του πληρεξουσίου δικηγόρου της αναιρεσίβλητης Ι.

Μπουρμπούλη, ενώ η κρινόμενη από 15.01.2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου, για αναίρεση της άνω απόφασης του Εφετείου, κατατέθηκε στη γραμματεία του Εφετείου Πατρών την 26η Ιανουαρίου 2007, συνταγείσης της υπ' αριθμ.... έκθεσης κατάθεσης. Η κατά το άρθρο 564 πα.1 ΚΠολΔ τριακονθήμερη προθεσμία για την άσκηση αίτησης αναίρεσης, άρχισε την 23η Δεκεμβρίου 2006 και συμπληρώθηκε την 22η Ιανουαρίου 2007.

Επομένως, αφού η κρινόμενη αίτηση ασκήθηκε (κατατέθηκε) την 26η Ιανουαρίου 2007, ήτοι μετά τη λήξη της εν λόγω προθεσμίας, αυτή ασκήθηκε εκπρόθεσμα και πρέπει να απορριφθεί, για το λόγο αυτό, ως απαράδεκτη, κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής ένστασης της αναιρεσίβλτης, που προτείνεται παραδεκτώς με τις από 30.10.2008 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, οι οποίες, όπως από την κάτω από αυτές, με χρονολογία 31.10.2008, βεβαίωση του γραμματέα του δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατατέθηκαν εμπροθέσμως την 31.10.2008, ήτοι είκοσι ημέρες τουλάχιστον ημέρες πριν τη δικάσιμο.

Το αναιρεσείον πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης μειωμένα όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 ν.3693/1957.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 25.01.2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1.156/2006 απόφασης του Εφετείου Πατρών Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης από ευρώ διακόσια ενενήντα τρία (293).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 31 Μαρτίου 2009.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο στις 27 Απριλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ