Legislator Giurisprudenza & Legislazione
955/2006 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against social security contribution conviction due to lack of procedural defects.

Numero d'incarto 955/2006
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a criminal conviction for non-payment of social security contributions. The appellant argued that the trial court violated procedural rights by failing to address the defense's absence and not calling the defense lawyer for a final statement. The court found no grounds for reversal because the presiding judge correctly inquired about the defense's needs before concluding the evidence phase, and the defense lawyer was present to answer. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 171(1)(d) and 510(1)(a) of the Code of Criminal Procedure; The failure to call the defense lawyer for a final statement does not constitute absolute nullity if the lawyer was present and the presiding judge inquired about the defense's needs before concluding the evidence phase.

Parole chiave

Generato dall'IA
social security contributions criminal conviction procedural nullity defense lawyer appeal dismissal Code of Criminal Procedure legal costs

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 1 of Presidential Decree 86/1967
Article 26 paragraphs 1 and 5 of Presidential Decree 1846/1951
Article 8 paragraph 5 of Presidential Decree 1864/1951
Article 16 of the Social Security Regulations of IKAM
Article 26 paragraph 3 of Presidential Decree 1846/1951
Article 368 in conjunction with Article 333 of the Code of Criminal Procedure
Article 171 paragraph 1 item d of the Code of Criminal Procedure
Article 510 paragraph 1 item A of the Code of Criminal Procedure
Article 366 of the Code of Criminal Procedure
Article 583 paragraph 1 of the Code of Criminal Procedure

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 955 / 2006 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 955/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ε΄ Ποινικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωνσταντίνο Βαρδαβάκη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Ναυπλιώτη, Δημήτριο Κιτρίδη, Αθανάσιο Μπρίλλη και Ελένη Παναγιωτάκη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Δημητρίου Τσίμα (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και της Γραμματέως Πελαγίας Λόζιου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος – κατηγορουμένου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αντώνιο Κουδρόγλου, περί αναιρέσεως της 3494/2005 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης. Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ΄ αυτή, και ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3.5.2005 αίτησή του αναιρέσεως και στους από 17.1.2006 πρόσθετους λόγους, που καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 1572/2005.

Αφού άκουσεΤον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. - Κατά το άρθρο 1 του α.ν. 86/1967, με τις αναφερόμενες σ' αυτό ποινές τιμωρείται όποιος δεν καταβάλλει στους Οργανισμούς Κοινωνικής Ασφάλισης, μέσα σε ένα μήνα αφότου έγιναν απαιτητές, τις εργοδοτικές εισφορές που τον βαρύνουν, και τις εργατικές εισφορές που παρακρατεί από τους μισθωτούς που απασχολεί. Επίσης, κατά το άρθρο 26 παρ. 1 και 5 του α.ν. 1846/1951, ο εργοδότης ευθύνεται για την καταβολή των εισφορών των ασφαλισμένων, και ο ίδιος, κατά την πληρωμή των μισθών, υποχρεούται να παρακρατεί τα τμήματα των εισφορών που βαρύνουν τους ασφαλισμένους.

Ως εργοδότης κατά τις πιο πάνω διατάξεις και σύμφωνα με το άρθρο 8 παρ. 5 του α.ν. 1864/1951 είναι ένα ή περισσότερα φυσικά ή νομικά πρόσωπα, για λογαριασμό των οποίων τα υπαγόμενα στην ασφάλιση πρόσωπα, προσφέρουν την εργασία τους. Περαιτέρω κατά το άρθρο 16 του Κανονισμού Ασφάλισης ΙΚΑ, ως χρόνος καταβολής των εισφορών ορίζεται το ημερολογιακό τέλος του μηνός εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία.

Αντιστοίχως, κατά το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, ως χρόνος υπολογισμού των εισφορών ορίζεται ο ημερολογιακός μήνας εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία ή η υπηρεσία…..Ο υπόχρεος οφείλει να καταβάλλει τις εισφορές στο ΙΚΑ μέχρι την τελευταία εργάσιμη για τις δημόσιες υπηρεσίες ημέρα του επομένου μηνός από τον πιο πάνω οριζόμενο χρόνο.

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση των εγκλημάτων της μη έγκαιρης καταβολής των εργοδοτικών και εργατικών εισφορών, απαιτείται να προσδιορίζεται συγκεκριμένη οφειλή του εργοδότη που απασχολεί προσωπικό, για ασφαλιστικές εισφορές οι οποίες βαρύνουν τον ίδιο, και συγκεκριμένη οφειλή αυτού από παρακράτηση ασφαλιστικών εισφορών, οι οποίες βαρύνουν τους εργαζόμενους σ' αυτόν, επί πλέον δε να συντρέχει και μη καταβολή των σχετικών ποσών, εντός μηνός αφότου κατέστησαν απαιτητά, στον ασφαλιστικό οργανισμό που είναι ασφαλισμένο το απασχολούμενο προσωπικό.

Πρόκειται δηλαδή για γνήσια εγκλήματα παραλείψεως, τα οποία συντελούνται με την παράλειψη από τον εργοδότη της εμπρόθεσμης καταβολής των εισφορών μέσα σε τριάντα ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα που παρασχέθηκε η εργασία. Από τα παραπάνω συνάγεται ότι δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, ο καθορισμός του αριθμού των απασχοληθέντων μισθωτών, ποιοι ήταν αυτοί και πόσο χρόνο εργάσθηκε ο καθένας τους στον υπόχρεο, ούτε οι αποδοχές τους και ποιες ήταν οι ανά εργαζόμενο εργοδοτικές και εργατικές εισφορές.

Ο χρόνος απασχόλησης και καταβολής των μηνιαίων αποδοχών του προσωπικού, που συμπλέκεται αμέσως με τον χρόνο τέλεσης των δύο ως άνω αξιόποινων πράξεων, είναι κρίσιμος, όταν ασκεί επιρροή στην έρευνα της εξάλειψης του αξιοποίνου των πράξεων αυτών, λόγω παραγραφής. (Ολ. Α.Π. 1/1996).

2.- Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, που παραδεκτώς συμπληρώνεται από το διατακτικό της, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε δικάζοντας ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δέχτηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του, την οποία στήριξε στα αναφερόμενα κατά το είδος τους αποδεικτικά μέσα [καταθέσεις μαρτύρων κατηγορίας και υπεράσπισης, έγγραφα που αναγνώστηκαν, κλπ.] τα οποία έλαβε υπόψη του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Ο αναιρεσείων – κατηγορούμενος στην ..., από 1-2-1999 έως 2.5.2000, ενώ διατηρούσε πάρκο αναψυχής στους ..., και ως εργοδότης είχε απασχολήσει στην επιχείρησή του αυτή κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 1999 μέχρι το Μάρτιο του 2000, με σχέση εξηρτημένης εργασίας, μισθωτούς που ήταν ασφαλισμένοι στο ΙΚΑ, και είχε υποχρέωση να καταβάλει σ' αυτό (ΙΚΑ) ασφαλιστικές εισφορές για την ασφάλιση του απασχοληθέντος στην άνω επιχείρησή του προσωπικού μέσα σε τριάντα (30) ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα μέσα στο οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, τέλεσε τις παρακάτω αξιόποινες πράξεις:

α] δεν κατέβαλε στον άνω Οργανισμό μέσα σε ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές για βαρύνουσες τον ίδιο ασφαλιστικές (εργοδοτικές) εισφορές ποσού 27.365 ευρώ, β] ενώ παρακράτησε τις ασφαλιστικές εισφορές των εργασθέντων στην επιχείρηση [εργατικές], ποσού 13.682 ευρώ για να τις αποδώσει στον άνω Οργανισμό, δεν τις κατέβαλε μέσα σε ένα μήνα από τότε που κατέστησαν απαιτητές, υπεξαιρώντας αυτές.

Με βάση τις παραπάνω ουσιαστικές παραδοχές του το Τριμελές Πλημμελειοδικείο κήρυξε τον κατηγορούμενο ένοχο παραβάσεως των αρ. 1 παρ. 1 και 2 του α.ν. 86/1967 και 375 παρ.1 ΠΚ, σε συνδυασμό και με το άρθρο 26 παρ. 3 του α.ν. 1846/1951, και του επέβαλε για κάθε πράξη, ποινή φυλάκισης 10 μηνών και χρηματική ποινή 1500 ευρώ, συνολική δε, 15 μηνών φυλάκιση που τη μετέτρεψε σε χρηματική, και χρηματική ποινή 2000 ευρώ.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ επιβαλλόμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σε αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάστηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά, καθώς επίσης και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις προαναφερόμενες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφάρμοσε, και έκρινε ένοχο τον κατηγορούμενο.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ του ΚΠΔ λόγος της αίτησης, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την απόφαση για ελλιπή και μη εμπεριστατωμένη αιτιολογία. Ειδικότερα: [α] η αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης δεν είναι ελλιπής επειδή δεν αναφέρονται σ' αυτήν ο αριθμός των απασχοληθέντων στην επιχείρηση μισθωτών, ποιες ακριβώς ήταν οι αποδοχές καθενός, και πιο ήταν το ακριβές ποσό της εργατικής και εργοδοτικής εισφοράς για κάθε εργαζόμενο, δεδομένου ότι τα παραπάνω δεν αποτελούν στοιχεία για τη θεμελίωση της αντικειμενικής υπόστασης των άνω εγκλημάτων, αφού, ενόψει του περιεχομένου των άνω ουσιαστικών ποινικών διατάξεων, όπως αυτές προεκτέθηκαν, κρίσιμα περιστατικά είναι μόνο η σε συγκεκριμένο χρόνο απασχόληση με σχέση εξαρτημένης εργασίας του ασφαλισμένου στο ΙΚΑ προσωπικού και τα χρηματικά ποσά που βάσει των τακτικών αποδοχών του προσωπικού όφειλε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος να καταβάλει στο ΙΚΑ ως εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, τα οποία δεν κατέβαλε ή παρακράτησε αυτός, και τα οποία περιστατικά με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται στην προσβαλλόμενη απόφαση. [β] Αφού το δικαστήριο αφενός μεν δέχεται, ότι ο χρόνος απασχόλησης των μισθωτών ήταν η χρονική περίοδος Οκτώβριος του 1999 έως Μάρτιο του 2000, ότι ο χρόνος καταβολής των εισφορών στο ΙΚΑ ήταν 30 ημέρες από το ημερολογιακό τέλος κάθε μήνα στον οποίο πραγματοποιήθηκε η εργασία, και ότι ο χρόνος τέλεσης των άνω πράξεων ήταν το χρονικό διάστημα 1.12.99 έως 2.5.2000, δεν ήταν αναγκαία μεγαλύτερη εξειδίκευση του χρόνου που έπρεπε να καταβληθούν οι μηνιαίες εργοδοτικές ή παρακρατήθηκαν οι εργατικές εισφορές, διότι τούτο δεν ασκούσε στην προκείμενη περίπτωση επιρροή στην παραγραφή των επίμαχων αξιόποινων πράξεων, αφού, κατά το χρόνο δημοσίευσης της απόφασης, δεν ανέκυπτε ζήτημα εξάλειψης του αξιοποίνου κάποιας από τις πράξεις αυτές, ενόψει του ότι από την πάροδο και των τριάντα ημερών από τη λήξη κάθε μήνα [της άνω περιόδου] εντός του οποίου παρασχέθηκε η εργασία, και ο αναιρεσείων είχε υποχρέωση καταβολής των οφειλόμενων εισφορών, δεν είχε συμπληρωθεί οκταετία. [γ] Το γεγονός ότι το σκεπτικό είναι ταυτόσημο του διατακτικού, δεν καθιστά την αιτιολογία της απόφασης ανεπαρκή, αφού το διατακτικό είναι στην προκείμενη περίπτωση εκτεταμένο και λεπτομερές.

Εξάλλου, η σύμπτωση των περιστατικών που αναγράφονται στο κατηγορητήριο, το σκεπτικό και το διατακτικό της απόφασης δεν συνιστά έλλειψη αιτιολογίας, αφού τα περιστατικά αυτά του κατηγορητηρίου αποδείχθηκαν και όχι άλλα διαφορετικά. [δ] Το Δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως, ότι ο αναιρεσείων, διατηρούσε ατομική επιχείρηση εκμετάλλευσης πάρκου αναψυχής στους ..., και ως εργοδότης είχε απασχολήσει στην επιχείρησή του αυτή, στο συγκεκριμένο χρόνο, με σχέση εξαρτημένης εργασίας ασφαλισμένο στο ΙΚΑ προσωπικό.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, ο κατηγορούμενος δεν παραστάθηκε κατά την εκδίκαση της άνω υπόθεσής του [και συνεπώς δεν απολογήθηκε] αλλά εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ο οποίος όταν του δόθηκε ο λόγος ζήτησε μόνο «να κηρυχθεί αθώος ο πελάτης του», χωρίς να προβάλει κάποιο συγκεκριμένο αρνητικό της κατηγορίας ή αυτοτελή ισχυρισμό.

Επομένως, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι αυτός πρόβαλε «ευθύς εξ αρχής τον αυτοτελή ισχυρισμό ότι δεν είχε καμία απολύτως διαχειριστική εξουσία στην εργοδότρια εταιρεία «ΝΕΡΟΥΠΟΛΗ ΑΕ», καθώς και ότι τούτο αποδεικνυόταν από τα πρακτικά του ΔΣ της εν λόγω εταιρείας, την κατάθεση του ... και την 34904/04 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, και εν τούτοις το Δικαστήριο δεν πείσθηκε για το ότι δεν είχε οποιαδήποτε διαχειριστική εξουσία στην εν λόγω εταιρεία, είναι κατά το πρώτο μεν σκέλος τους αβάσιμες γιατί στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος είναι απαράδεκτες, διότι, υπό την επίκληση του προαναφερόμενου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.

Δ, πλήσσεται η ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.- [ε] Καμία αντίφαση δεν υπάρχει μεταξύ του σκεπτικού και του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης, σε σχέση με την ιδιότητα του αναιρεσείοντος, αφού η ίδια ιδιότητα, δηλαδή του εργοδότη της ατομικής του επιχείρησης εκμετάλλευσης πάρκου αναψυχής στους..., αποδίδεται σ' αυτόν τόσο με το σκεπτικό όσο και με το διατακτικό.

Επομένως όλες οι παραπάνω από το άρθρο 510 παρ. 1 Δ ΚΠΔ αιτιάσεις του αναιρεσείοντος που διαλαμβάνονται στους με αριθ. 1, 2 και 4 λόγους της κύριας αίτησής του, καθώς και στον με αριθ. 1 λόγο του δικογράφου των προσθέτων, πρέπει να απορριφθούν.

ΙΙΙ. Από τη διάταξη του άρθρου 364 ΚΠΔ προκύπτει ότι είναι υποχρεωτική η ανάγνωση των εγγράφων που υπέβαλε ο κατηγορούμενος κατά τη διάρκεια της αποδεικτικής διαδικασίας. Αν το δικαστήριο αρνηθεί την άσκηση του δικαιώματος αυτού στον κατηγορούμενο ή δεν απαντήσει, τότε ιδρύεται λόγος αναίρεσης για έλλειψη ακρόασης, σύμφωνα με τα άρθρα 510 παρ. 1 στοιχ.

Β' και 170 παρ. 2 ΚΠΔ. Η έλλειψη όμως ακρόασης προϋποθέτει υποβολή έγγραφης ή προφορικής αίτησης ή πρότασης, που να συνοδεύεται με την άσκηση του δικαιώματος αυτού που παρέχεται στον κατηγορούμενο από το νόμο, η υποβολή δε αυτή πρέπει να προκύπτει από τα πρακτικά της συνεδρίασης, χωρίς να επιτρέπεται αμφισβήτηση της ακρίβειας αυτών, παρά μόνο προσβολή τους για πλαστότητα ή διόρθωσή τους κατά τη διαδικασία του άρθρου 145 ΚΠΔ.

Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων προβάλλει με τον με αριθ. 3 λόγο της αίτησης, όπως εκτιμάται, έλλειψη ακρόασης, με την ειδικότερη αιτίαση ότι το Δικαστήριο δεν ανέγνωσε, παρά το σχετικό αίτημά του, έγγραφα κρίσιμα για την υπεράσπισή του που προσκόμισε, και συγκεκριμένα το Πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της εταιρείας «ΝΕΡΟΥΠΟΛΗ ΑΕ», το πρακτικό του ΔΣ της ίδιας εταιρείας, καθώς και τα σχετικά ΦΕΚ.

Από τα πρακτικά, όμως, του παραπάνω δικαστηρίου, που επισκοπούνται από το Δικαστήριο τούτο για τον αναιρετικό έλεγχο, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε από το συνήγορο του αναιρεσείοντος το επικαλούμενο αίτημα, ενώ δεν ζητήθηκε η διόρθωση των ως άνω πρακτικών κατά τούτο, ούτε προσβλήθηκαν αυτά για πλαστότητα.

Χωρίς την παραπάνω προϋπόθεση δεν θεμελιώνεται έλλειψη ακρόασης του αναιρεσείοντος για τον προαναφερόμενο λόγο που να συνεπάγεται την ακυρότητα της διαδικασίας, γι' αυτό και ο άνω από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β΄ ΚΠΔ, λόγος της αίτηση είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

IV.- Κατά τα άρθρα 4 παρ. 1 εδ. γ΄ και 5 παρ. 1 περ. Α΄ εδ. δ΄ και παρ. 2 του ν.1756/1988, όπως αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 3 παρ.2 του ν. 1968/1991, το Πολυμελές Πρωτοδικείο ή Τριμελές Πλημμελειοδικείο συγκροτείται από πρόεδρο πρωτοδικών και δύο πρωτοδίκες. Αν δεν υπάρχουν, απουσιάζουν ή κωλύονται οι δικαστές, αναπληρώνονται ένας μόνο πρωτοδίκης Πολυμελούς Πρωτοδικείου ή Τριμελούς Πλημμελειοδικείου από πάρεδρο ή ειρηνοδίκη ή πταισματοδίκη της περιφέρειάς του.

Οι αναπληρωτές αυτοί ορίζονται με πράξη του δικαστή που διευθύνει το δικαστήριο. Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 171 παρ. 1 περ. α΄ του ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα, που λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της διαδικασίας και ενώπιον του Αρείου Πάγου, και ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α΄ του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν τη σύνθεση του δικαστηρίου. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση με τα ενσωματωμένα σ' αυτή πρακτικά, στη σύνθεση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης που την εξέδωσε, μετείχε και η Ειρηνοδίκης Αικατερίνη Πεταλά «σύμφωνα με την 5/2005 πράξη του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και κατόπιν κληρώσεως, επειδή κωλύονται οι λοιποί τακτικοί και αναπληρωματικοί δικαστές» Επομένως, νόμιμα έγινε η αναπλήρωση ενός πρωτοδίκη με ειρηνοδίκη κατόπιν της μνημονευόμενης στην ίδια απόφαση πράξης του Προέδρου του Τριμελούς Συμβουλίου και του λόγου που έγινε η αναπλήρωση αυτή, χωρίς να δημιουργείται καμία αμφιβολία περί του λόγου αυτού, τα δε αντίθετα που ο υποστηρίζει ο αναιρεσείων, και συγκεκριμένα ότι η άνω βεβαίωση περί κωλύματος των λοιπών δικαστών, όπως διατυπώνεται, δεν είναι επαρκής για να δικαιολογήσει την αναπλήρωση, είναι αβάσιμος, γι' αυτό και ο σχετικός, με αριθ. 5, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α΄ του ΚΠΔ, τελευταίος, λόγος της κύριας αίτησης, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

V.- Κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. δ΄ του ΚΠΔ, ακυρότητα που λαμβάνεται και αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, και στον Άρειο Πάγο ακόμη, επιφέρει η μη τήρηση των διατάξεων που καθορίζουν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου, και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η άσκηση των προσηκόντων στον κατηγορούμενο δικαιωμάτων αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, κατά τις οποίες υφίσταται από το νόμο υποχρέωση του δικαστή να δημιουργήσει οίκοθεν εκείνες τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των παραπάνω δικαιωμάτων, χωρίς να απαιτείται προηγούμενη σχετική αίτηση του κατηγορουμένου. Έτσι, από τις διατάξεις των άρθρων 333, 358 ή άλλη διάταξη του ΚΠΔ, δεν υφίσταται υποχρέωση του δικαστή όπως, μετά την εξέταση κάθε μάρτυρα, δώσει, χωρίς αίτηση των διαδίκων, το λόγο σε αυτούς για να προβούν σε δηλώσεις και εξηγήσεις σχετικές με τις καταθέσεις που έγιναν και συντείνουν στη συναγωγή συμπερασμάτων για την αξιοπιστία τους και τη σχέση τους προς τη δικαζόμενη υπόθεση.

Συνεπώς δεν επήλθε απόλυτη ακυρότητα από την μη παροχή από τον διευθύνοντα τη συζήτηση, αυτεπαγγέλτως, χωρίς αίτηση του συνηγόρου του αναιρεσείοντος, του λόγου σε αυτόν, μετά την κατάθεση του κάθε μάρτυρα για να εκθέσει τις απόψεις και παρατηρήσεις του σχετικά με την αξιοπιστία του, και έτσι ο περιεχόμενος στον με αριθ. 2, από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Α΄ ΚΠΔ, πρόσθετος λόγος της αναίρεσης είναι αβάσιμος. VΙ.- Από το άρθρο 368 σε συνδ. προς το άρθρο 333 του ΚΠΔ, προκύπτει ότι μετά την απολογία του κατηγορουμένου και την εξέταση του αστικώς υπευθύνου, εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση ρωτάει υποχρεωτικά τον εισαγγελέα και τους διαδίκους αν έχουν ανάγκη από κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διευκρίνιση και κατόπιν κηρύσσει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας.

Η παράβαση των διατάξεων αυτών επιφέρει απόλυτη ακυρότητα, σύμφωνα με το άρθρο 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, διότι αφορά την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των προσηκόντων δικαιωμάτων του, τα οποία ρητώς αναγνωρίζει σ' αυτόν ο νόμος και δημιουργεί τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α' του ΚΠΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης, ο Διευθύνων τη συζήτηση, πριν κηρύξει τη λήξη της αποδεικτικής διαδικασίας, ρώτησε τον Εισαγγελέα και «τους διαδίκους», προδήλως εννοώντας το συνήγορο δικηγόρο που εκπροσωπούσε τον μη παριστάμενο κατηγορούμενο, εάν χρειάζονται κάποια συμπληρωματική εξέταση ή διασάφηση και αυτοί απήντησαν αρνητικά.

Συνεπώς, δεν συνέτρεξε εν προκειμένω η άνω από τον αναιρεσείοντα επικαλούμενη ακυρότητα του άρθρου 171 παρ. 1 εδ. δ' του ΚΠΔ, ούτε δημιουργήθηκε ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α΄ του ΚΠΔ προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης και γι' αυτό πρέπει ν' απορριφθεί, ως αβάσιμος, ο επίσης περιεχόμενος στον με αριθ. 2, πρόσθετος λόγος της αναίρεσης με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα. V

ΙΙ.- Από τη διάταξη του άρθρου 366 του Κ.Π.Δ. προκύπτει, ότι εκείνος που διευθύνει τη συζήτηση στο ακροατήριο, καλεί υποχρεωτικά τον κατηγορούμενο σε απολογία, είτε αυτός το ζητήσει, είτε όχι. Διαφορετικά δημιουργείται, κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ΄ του ίδιου Κώδικα, ακυρότητα της διαδικασίας, εκ της οποίας επίσης ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α΄ του Κώδικα. Αυτό όμως προϋποθέτει, αυτοπρόσωπη παράσταση του κατηγορούμενου στο ακροατήριο. Όταν αυτός δεν παρίσταται στο ακροατήριο αυτοπροσώπως, αλλά εκπροσωπείται στη δίκη από συνήγορο, ο συνήγορός του, δεν μπορεί να απολογηθεί για λογαριασμό του κατηγορούμενου, ούτε αυτός καλείται σε απολογία. Επομένως τα υποστηριζόμενα, με τον υπ' αριθ. 3, πρόσθετο, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 περ. Α΄ του Κ.Π.Δ., λόγο, με τον οποίο προβάλλεται η απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, γιατί δεν δόθηκε ο λόγος στον συνήγορό του που νομίμως τον εκπροσωπούσε για να απολογηθεί, είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

V

ΙΙΙ.- Κατ' ακολουθία όλων των παραπάνω, και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3.5.2005 αίτηση του ... για αναίρεση της 3494/21.2.2005 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια δέκα (210) Ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 8 Μαρτίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 26 Απριλίου 2006.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ