Appeal dismissed; Supreme Court rejects claim of misreading contracts and orders costs against absent appellants.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by nineteen appellants against a financial services judgment. While some appellants were present and argued the lower court misread investment service contracts, the court found their claim of factual error inadmissible as it fell within the appellate court's discretion. Consequently, the appeal was rejected for the present parties, the case was split, and absent appellants had their appeal declared inadmissible.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 576 and 559 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine facts sua sponte when a party is absent, but it cannot overturn a lower court's evaluation of evidence or interpretation of contracts absent a clear legal error.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 954 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 954/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου - Εισηγήτρια, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) ………και 18) …….., κατοίκου Ν. Δωδεκανήσων. Οι 3ος, 4η, 5ος, 6ος, 7η, 9η, 12ος, 15ος και 17ος αναιρεσείοντες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Γκούσκο, ενώ άπαντες οι λοιποί δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.), με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην …. και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) υπό εκκαθάριση ανωνύμου εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. και εκπροσωπείται νόμιμα. Το 1ο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ, ενώ η 2η αναιρεσίβλητη δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, και προσώπου που δεν είναι διάδικος στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2305/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 1179/2018 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 11-02-2019 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι 3ος, 4η, 5ος, 6ος, 7η, 9η, 12ος, 15ος, 17ος αναιρεσείοντες και το 1ο αναιρεσίβλητο, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικος του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος, ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε, ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Απαράδεκτη κηρύσσεται επίσης η συζήτηση όταν από το φάκελο της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση ώστε να καταστεί δυνατός ο έλεγχος της εγκυρότητας ή όχι της ερημοδικίας του απολειπόμενου διαδίκου (Ολ.
ΑΠ 13/2007, ΑΠ 242/2014, ΑΠ. 872/2006, ΑΠ 1093/2005). Εξάλλου, κατά το άρθρο 260 παρ. 1 ΚΠολΔ, που έχει εφαρμογή σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, "Αν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίζονται όλοι οι διάδικοι ή εμφανίζονται, αλλά δεν μετέχουν κανονικά στη συζήτηση, η συζήτηση ματαιώνεται". (ΑΠ 22/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του σχετικού πινακίου, δεν εμφανίστηκαν οι 1ος, 2η, 8ος, 10ος, 11ος, 13ος, 14ος, 16ος και 18° των αναιρεσειόντων και η 2η αναιρεσίβλητη, ούτε και υπέβαλαν δήλωση, κατά το άρθρο 242 ΚΠολΔ.
Ωστόσο, από το φάκελο της δικογραφίας δεν προκύπτει ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση, αφού οι παριστάμενοι διάδικοι δεν αποδεικνύουν είτε κλήτευση των απολειπόμενων είτε επίσπευση της συζήτησης από τους απολειπόμενους, με προσκομιδή της οικείας έκθεσης επίδοσης, στην πρώτη περίπτωση ή του προς αυτούς νομίμως επιδοθέντος αντιγράφου της ένδικης αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση και τη σχετική επισημείωση του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή, στη δεύτερη περίπτωση.
Κατ' ακολουθίαν αυτών πρέπει: α) να κηρυχθεί ματαιωμένη η συζήτηση όσον αφορά τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες (1°, 2η, 8°, 10°, 11°, 13°, 14°, 16° και 18°) και την απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη και β) να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης όσον αφορά τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες (1°, 2η, 8°, 10°, 11°, 13°, 14°, 16° και 18°) και το παριστάμενο πρώτο αναιρεσίβλητο.
Αναφορικά με τους λοιπούς αναιρεσείοντες απλούς ομοδίκους, που παρίστανται νομίμως (ήτοι τους 3°, 4η, 5°, 6°, 7η, 9η, 12°, 15° και 17°), πρέπει να διαταχθεί ο χωρισμός της υπόθεσης και ως προς αυτούς και την πρώτη αναιρεσίβλητη να χωρήσει περαιτέρω η συζήτηση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης. Τούτο δε διότι, η ένδικη αγωγή, περιέχει υποκειμενική σώρευση αγωγών, περισσοτέρων του ενός εναγόντων, ως δικαιούχων αποζημίωσης, συνεπεία αποζημιωτικής ευθύνης του αναιρεσιβλήτου, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν και, συνεπώς, η ασκούμενη με την αγωγή αξίωση καθενός από αυτούς είναι αυτοτελής και προσωποπαγής.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, μόνο, κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α).... β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Αν η απόφαση είναι κατά ένα μέρος οριστική, δεν επιτρέπεται αναίρεση ούτε κατά των οριστικών διατάξεων, πριν εκδοθεί οριστική απόφαση στη δίκη.
Από τις προαναφερόμενες διατάξεις σαφώς προκύπτει, ότι, προϋπόθεση προσβολής μιας απόφασης με αναίρεση, είναι, να είναι η απόφαση κατά το χρόνο άσκησης της αναίρεσης, οριστική και τελεσίδικη, δηλαδή να μην υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, είτε γιατί χώρησε νομότυπη παραίτηση από το δικαίωμα αυτών ή από το δικόγραφο τους και δεν υπάρχει πλέον προθεσμία προς άσκηση αυτών είτε γιατί χώρησε αποδοχή της απόφασης.
Οριστική είναι η απόφαση, η οποία περατώνει τη δίκη και αποξενώνει το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία και γι' αυτό είναι η τελευταία για την υπόθεση του δικαστηρίου απόφαση.
Συνεπώς, οριστική είναι η απόφαση που δέχεται η απορρίπτει ολικά ή μερικά το αίτημα παροχής έννομης προστασίας, περιέχουσα διάγνωση ως προς όλα τα επίπεδα της δικαστικής κρίσης, και απεκδύουσα έτσι το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία σε σχέση με το εν λόγω αίτημα. Αντίθετα, μη οριστικές είναι οι αποφάσεις εκείνες που διαμορφώνουν τη διαδικασία και προετοιμάζουν την οριστική επίλυση της διαφοράς (ΑΠ 1721/2007) και συνεπώς τέτοια απόφαση μη οριστική είναι και η κηρύττουσα απαράδεκτη τη συζήτηση για οποιοδήποτε λόγο (ΑΠ 47/2015).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την υπό κρίση από 11/2/2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθμό 1179/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της 2305/2006 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αφού κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς την δεύτερη εφεσίβλητη (δεύτερη αναιρεσίβλητη), στη συνέχεια, δικάζοντας αντιμωλία των διαδίκων, πλην της (μη διαδίκου) πρώτης εκκαλούσας ως προς την οποία δεν εισήχθη προς συζήτηση, απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως προς το πρώτο εναγόμενο - αναιρεσίβλητο.
Η αίτηση αναίρεσης, όσον αφορά τους παριστάμενους αναιρεσείοντες (3°, 4η, 5°, 6°, 7η, 9η, 12°, 15° και 17°) και καθό μέρος αυτή στρέφεται κατά της δεύτερης αναιρεσίβλητης, ως προς την οποία η συζήτηση της έφεσης κηρύχθηκε απαράδεκτη, είναι, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, απορριπτέα ως απαράδεκτη, αφού στρέφεται κατά μη οριστικής απόφασης, ενώ καθό μέρος στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, κατάλληλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου.
Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C. 74, 129/1995). Περαιτέρω, προφανές είναι ότι τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντίθετης διάταξης του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998).
Έτσι, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα με την θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων (ΔΕΚ C-220/1994).
Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρέωσης, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων τους.
Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 και ήδη 249 εδ. 3 της Συνθήκης (ΔΕΚ 91/92).
Σύμφωνα με τα ανωτέρω, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να μην εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων (ΔΕΚ C 201/2002). Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίας.
Ειδικότερα, στις 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους.
Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: 1α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4.
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτησή της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "1 α) κινητές αξίες β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4.
προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".
Σύμφωνα, επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.
Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ.
τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως, ..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι) γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι) δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".
Στο άρθρο 2 παρ. 6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.
Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στη συνέχεια το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.
Σκοπός της Οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε.....την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...
η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ...
προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη) "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων.....αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...
αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη). Τον σκοπό αυτόν εξυπηρετεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. "...". Ειδικότερα, με το άρθρο 61 του ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "..." (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό Ν.Π.Ι.Δ.
με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά τη λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθρων 61-78 του ως άνω ν.2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.
Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (ϊ) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ.
η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθρο 1 παρ. 2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθρο 2 παρ. 1 εδ.
α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4 όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά τη γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζομένη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.
Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης ν' αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθρο 2 παρ.2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθρο 2 παρ. 4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθρο 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθρο 8).
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (I)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειόμενων (άρθρο 1 σημ.4 Οδηγίας, 2παρ. 6γ ν. 2396/1996).
Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται τη δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2 παρ.1 (α) ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης, β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ...(επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθρο 1παρ.4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.
Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης. Θεωρείται, δηλ. με άλλα λόγια, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της ανάκλησης (ii) Σύμφωνα με το ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθρο 63 του ως άνω νόμου σκοπός του "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτό της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.
Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθρο 65 παρ.1 περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 13 παρ.1 ν. 2651/1995), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 4α του ν. 1806/1988.
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 12 του ως άνω ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α.
ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α) i, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 22396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.)".
Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθρο 2 παρ. 1 (α) i η " Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:
αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.
δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθρο 2 παρ.1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).
Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεσή τους", ενώ κατά το άρθρο 2 παρ.6γ του ίδιου ως άνω ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις μεταξύ των καλυπτόμενων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του "Συνεγγυητικού" και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1 παρ. 12 ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθρο 2 παρ. 1 α (ϊ), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλ.
τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτομένη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων.
Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12 παρ.1 του ν. 2533/1997 παρέχει (καταρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).
Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και τη διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά το χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση.
Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.
Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στη σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 861/2020, ΑΠ 1275/2019).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναίρεσης, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 606/2021, ΑΠ 802/2020).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μεταξύ της εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία λειτουργούσε νόμιμα ως Επιχείρηση Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών και ήταν μέλος του εναγομένου (πρώτου αναιρεσιβλήτου), και των εναγόντων (αναιρεσειόντων) καταρτίστηκαν σε διάφορες ημερομηνίες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, δυνάμει των οποίων η ως άνω εταιρεία (Ε.Π.Ε.Υ.) ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει σ' αυτούς υπηρεσίες για τη διαχείριση χαρτοφυλακίου της, οι οποίες συνίσταντο στις εξής συναλλαγές: 1.
Πωλήσεις αξιόγραφων του χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 στοιχείο α (ι) του ν. 2396/1996 και ιδίως κάθε είδους κινητών αξιών εισηγμένων σε Χρηματιστήριο Αξιών, συμπεριλαμβανομένης της Παράλληλης Αγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, ελληνικών ή αλλοδαπών, εντόκων γραμματίων του δημοσίου, ομολογιών, ομολόγων και λοιπών κινητών αξιών εισηγμένων σε οργανωμένη αγορά εντός ή εκτός Ελλάδος, 2.
επένδυση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τίτλους της χρηματαγοράς και κεφαλαιαγοράς, οι οποίοι αποτελούν αντικείμενο συναλλαγών στις ελληνικές και διεθνείς χρηματαγορές ή κεφαλαιαγορές, 3. τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς, 4. διάθεση δικαιωμάτων απορρεόντων από τίτλους του χαρτοφυλακίου, όπως του δικαιώματος προτιμήσεως επί μετοχών, 5.
ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου και 6. φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου. Με το όρο 2 των συμβάσεων αυτών ορίστηκε ότι ως χαρτοφυλάκιο, την διαχείριση του οποίου ανέλαβε η εταιρεία, νοείται κάθε ποσό το οποίο ο πελάτης καταθέτει στον τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία, και κάθε τίτλος κινητών αξιών, τον οποίο παραδίδει ο πελάτης στην εταιρεία για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία, καθώς επίσης οι κινητές αξίες, στις οποίες επενδύεται από την εταιρεία το ως άνω κατατεθέν ποσό και τα προκύπτοντα από τη ρευστοποίηση (πώληση) των κινητών αξιών του πελάτη χρηματικά ποσά και γενικώς όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία του πελάτη, τα οποία θα προκύπτουν από την επένδυση και την τοποθέτηση των κεφαλαίων του με την αγορά κινητών αξιών για λογαριασμό του και τη ρευστοποίηση των κινητών αξιών του.
Σύμφωνα με τη ρήτρα III.3 των ως άνω συμβάσεων ο πελάτης δύναται να παρέχει έγγραφες οδηγίες στην Εταιρεία για την τήρηση γενικών αρχών στη διαχείριση του χαρτοφυλακίου του, άλλως η διαχείριση του χαρτοφυλακίου γίνεται από την εταιρεία κατά την κρίση της, με σκοπό την καλύτερη απόδοση αυτού. Η αμοιβή (προμήθεια) της εταιρείας ορίστηκε σε ποσοστό 1,5 % επί της αξίας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, ενώ συμφωνήθηκε ότι οι ενάγοντες θα κατέβαλαν ποσοστό πρόσθετης προμήθειας, από ποσοστό 25 %, επί της υπεραπόδοσης του κεφαλαίου της.
Ορίστηκε δε ότι υπεραπόδοση νοείται ότι υπάρχει όταν: 1) η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, Λισσαβόνας, Μαδρίτης και Μιλάνου κατά 5% τουλάχιστον και 2) όταν η αύξηση της απόδοσης του χαρτοφυλακίου της ενάγουσας υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών των Χρηματιστηρίων κατά 1% τουλάχιστον.
Επίσης συμφωνήθηκε ότι οι εν λόγω συμβάσεις ήταν αόριστης διάρκειας και ότι η ισχύς της θα άρχιζε με την καταβολή χρηματικού ποσού ή την παράδοση των περιλαμβανόμενων στο χαρτοφυλάκιο της ενάγουσας τίτλων, και θα έληγαν την ημέρα που θα γνωστοποιούνταν εγγράφως η καταγγελία τους από οποιοδήποτε από τα συμβαλλόμενα μέρη.
Με τις συμβάσεις αυτές δεν δόθηκαν από τους ενάγοντες συγκεκριμένες κατευθυντήριες οδηγίες ως προς την επένδυση των χρημάτων τους. Αυτές δόθηκαν με τα παρακάτω προσαρτήματα αν και η εν λόγω σύμβαση δεν προέβλεπε την με αυτό τον τρόπο συμπλήρωσή τους. Σε εκτέλεση των ως άνω συμβάσεων......
Ο τέταρτος ενάγων (Ιωάννης Σπανός) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 40.328,61 ευρώ. Κατά το διάστημα της 10μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 6 προσαρτήματα με επένδυση σε τίτλους ποσού 693 ευρώ (210 μετοχές ...) με απόδοση ύψους 1.986,40 ευρώ, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης του καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 3.340,27 ευρώ που υπερβαίνει την ονομαστική αξία των τίτλων του χαρτοφυλακίου πλέον της αποδόσεως, ενώ από το πρώτο εναγόμενο έλαβε επιπλέον το ποσό των 4.365,27 ευρώ.
Η πέμπτη ενάγουσα (Ε. Π.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 20.544,18 ευρώ. Κατά το διάστημα της 6μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα, επενδύθηκε σε τίτλους το ποσό των 3.697,97 ευρώ (1.000 μετοχές ιατρικού), ενώ καταβλήθηκε μετά την αναγγελία της απαιτήσεως το ποσό των 1.557,47 ευρώ και συνεπώς της οφείλεται από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 2.140,50 ευρώ που αποτελεί το υπόλοιπο της ονομαστικής αξίας των τίτλων του χαρτοφυλακίου, το δε πρώτο εναγόμενο δεν επικαλείται το λόγο της μη καταβολής του ανωτέρω ποσού στην πέμπτη ενάγουσα.
Ο έκτος ενάγων (Δ. Τ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 15.277,30 ευρώ. Κατά το διάστημα της 9μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα χωρίς όμως το παραπάνω ποσό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.162,07 ευρώ. Ο έβδομος ενάγων (I.
Τ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 24.330,71 ευρώ. Κατά το διάστημα της 3μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησής του του καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.162,07 ευρώ και από το πρώτο εναγόμενο το ποσό των 2,452,09 ευρώ.
Η... (Ε.Λ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 17.608,22 ευρώ. Κατά το διάστημα της 6μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 1.538,68 ευρώ.... Η... (Μ. Φ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 41.894,51 ευρώ.
Κατά το διάστημα της δμηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης της καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 4.035,86 ευρώ.... Ο... (Δ. Κ.) με 3 συναλλαγές κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 14.673,5 1 ευρώ. Κατά το διάστημα της 4μηνης διαχείρισης καταρτίστηκε μόνο ένα προσάρτημα που έληξε στις 7-1-1.2001, χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.760,81 ευρώ.
Επιπλέον επειδή στην περίπτωση του δεν υφίσταται δεύτερο προσάρτημα παρά μόνο νέα καταβολή εκ μέρους του ύψους 14.673,51 ευρώ το πρώτο εναγόμενο (προφανώς μη καταλογίζοντας του δόλο ή βαριά αμέλεια) τον αποζημίωσε καταβάλλοντάς του το ποσό των 11.912,70 ευρώ.... Ο... (Δ. Κ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 29.347,03 ευρώ.
Κατά το διάστημα της 10μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 3 προσαρτήματα χωρίς όμως το ποσό αυτό να επενδυθεί σε τίτλους, ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε σ' αυτόν από τον εκκαθαριστή το ποσό των 2.424,25 ευρώ.....Ο...(Γ. Χ.) κατέθεσε στο λογαριασμό της ΕΠΕΥ το ποσό των 15.878,32 ευρώ. Κατά το διάστημα της 3μηνης διαχείρισης καταρτίστηκαν 2 προσαρτήματα χωρίς όμως να επενδυθεί ενώ μετά την αναγγελία της απαίτησης καταβλήθηκε από τον εκκαθαριστή το ποσό των 1.441,38 ευρώ....
Από τις προαναφερθείσες επίδικες συμβάσεις παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και τα προσαρτήματα αυτών αποδεικνύεται ότι τα χαρτοφυλάκια των εναγόντων κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, περιείχαν τα κατατεθέντα μετρητά και καθόλου χρηματοπιστωτικά μέσα, πλην ορισμένων ολίγων εξ αυτών, από το σύνολο δε του αποδεικτικού υλικού δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός τους ότι τα κατατεθέντα χρηματικά ποσά δόθηκαν στην ως άνω ΑΕΠΕΥ, προκειμένου να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρ. 2 παρ. 1 (α) 1 του ν. 2396/1996, στο πλαίσιο σχετικής εντολής που ενσωματώνεται στις αντίστοιχες συμβάσεις.
Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω ΑΕΠΕΥ κατά τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων των εναγόντων συμφώνησε και στη συνέχεια προσέφερε σ' αυτούς επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ, ενώ κατά τη διάρκεια της διαχείρισης αποκτήθηκαν μεμονωμένοι αξιογραφικοί τίτλοι πολύ μικρής αξίας σε σχέση με τα κατατεθέντα από ορισμένους από τους προαναφερθέντες ενάγοντες ποσά.
Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι οι ενάγοντες με την κατάθεση χρηματικών ποσών στην ΑΕΠΕΥ απέβλεπαν στην αποκόμιση εισοδήματος, κατά τρόπο που δεν θα περιείχε διακινδύνευση και δεν θα εξαρτάτο από την τυχόν πτωτική πορεία του Χ.Α.Α., τον τρόπο δε αυτό διαχείρισης οι ίδιοι αποδέχθηκαν.
Συνεπώς, οι ενάγοντες απέβλεψαν σε εισόδημα, που θα αποκόμιζαν από τη διαχείριση των κεφαλαίων τους από την ΑΕΠΕΥ κατά τρόπο που δεν θα. είχε καμία σχέση με την επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα. Εξ άλλου, οι ενάγοντες γνώριζαν ότι οι αποδόσεις που θα αποκόμιζαν από τα κεφάλαιά τους, δεν θα προέρχονταν από συναλλαγές επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, εφόσον κατά την κατάρτιση των προσαρτημάτων και την κατάθεση των χρηματικών ποσών τους δεν γινόταν λόγος για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα.
Πέραν αυτών, οι ενάγοντες δεν απέδειξαν ότι τα χρήματά τους χρησιμοποιήθηκαν από την ΑΕΠΕΥ για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, και σε κάθε περίπτωση οι ελάχιστες αγορές μετοχών για ορισμένους απ' αυτούς...., δεν δικαιολογούν, λόγω του μικρού ύψους των αποδόσεών τους, τη διαμόρφωση των αρχικών ποσών σε σχέση με τα τελικά αποτελέσματα.
Αντίθετα αποδείχθηκε ότι η ΑΕΠΕΥ διαχειρίστηκε τα χρήματα των εναγόντων αποκλειστικά με τον τρόπο που αναλύθηκε και αποτυπώνεται στα προσαρτήματα της βασικής για κάθε ενάγοντα σύμβασης, δηλ. πρόκειται για κατάθεση χρημάτων με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων και ανανέωση της διαχείρισης αυτών με την απόδοση των συμφωνημένων αποδόσεων και όχι για κατοχή κεφαλαίων με σκοπό την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων.
Τούτο επιρρωνύεται και α) από το συμφωνηθέν χρονικό διάστημα της διαχείρισης, το οποίο ήταν πάντα τρίμηνο, με συνεχείς ανανεώσεις για άλλο ή άλλα τρίμηνα καθοριζόμενα με συγκεκριμένο τρόπο ...., ενώ στην πρακτική η διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων είναι μακροχρόνια, β) από τις αποδόσεις των κατατιθέμενων κεφαλαίων που πραγματοποιούνταν το χρόνο εκείνο που κατά τον ίδιο μάρτυρα των εναγόντων ανέρχονταν σε 5-25%, οι οποίες απέφεραν εισόδημα δυσανάλογα μεγάλο απ' αυτό που προέκυπτε από χρηματιστηριακή συναλλαγή ή καταθέσεις σε τράπεζες.
Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς, με την υπ' αριθ. 293/3-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της, διέταξε την αναστολή προσωρινά της λειτουργίας της ..., ενώ με την υπ' αριθ. 7/234/27-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ίδιας Επιτροπής ανακλήθηκε οριστικά η άδεια λειτουργίας της ΑΕΠΕΥ και τέθηκε σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 4α του ν. 1806/1988.
Στη συνέχεια διορίσθηκε για την διενέργεια της εκκαθάρισης επόπτης, προς τον οποίο οι ενάγοντες ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που απέρριψε την αγωγή των ως άνω εναγόντων, έστω και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, η οποία πρέπει να αντικατασταθεί με την παρούσα κατά το άρθρο 534 ΚΠολΔ, ως ουσία αβάσιμη, πλην της πέμπτης ενάγουσας ως προς την οποίαν έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή για το ποσό των 2140,59 Ευρώ για τους εκεί αναφερόμενους λόγους, δεχόμενο ότι οι ένδικες απαιτήσεις των εναγόντων από τις συμβάσεις, που κατάρτισαν ως επενδυτές, δεν απορρέουν από την παροχή εκ μέρους της ΕΠΕΥ καλυπτόμενων από το πρώτο εναγόμενο επενδυτικών υπηρεσιών, με συνέπεια να μην γεννάται υποχρέωση αυτού για αποζημίωσή τους, εφόσον κρίσιμο στοιχείο για τη γέννηση της σχετικής αξίωσής τους σε βάρος αυτού είναι ο τρόπος λειτουργίας των συμβάσεων και υπηρεσιών που πραγματικά έχουν παρασχεθεί απ' αυτήν με βάση αυτές, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των ν. 2396/1996 και 2533/1997 υπό το πρίσμα των Οδηγιών 93/22/ΕΟΚ και 97/9/ΕΚ και ορθώς τις αποδείξεις εκτίμησε, αφού οι ενάγοντες κατέθεταν χρήματα που ανέλαβε να διαχειριστεί ελεύθερα η ..., τα οποία δεν διατέθηκαν τελικά απ' αυτή για επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά, μέσα, ούτε και σχετικά δόθηκαν με τις συμβάσεις αυτές ή με άλλο τρόπο συγκεκριμένες εντολές, όπως αντίθετα διαλαμβάνεται στις παραπάνω συμβάσεις, αλλά αποτέλεσαν στην πραγματικότητα ηθελημένες καταθέσεις εγγυημένης απόδοσης, βραχυχρόνιας και ανανεούμενης κάθε φορά διάρκειας...".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων και, αντικαθιστώντας εν μέρει την αιτιολογία της, επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή τους ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του ν. 1533/1997, 2 παρ. 1γ' του ν. 2386/1996, 1 παρ. 4, 2 παρ.2, 8 παρ. 1-3 και 9 παρ. 1-2 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και 1 σημ. 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΚ, καθόσον, με βάση τις αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης:
α) οι αναιρεσείοντες απέβλεψαν σε εισόδημα, που θα αποκόμιζαν από τη διαχείριση των κεφαλαίων τους από την ΑΕΠΕΥ κατά τρόπο που δεν θα είχε καμία σχέση με την επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα, β) η ΑΕΠΕΥ διαχειρίστηκε τα χρήματα των εναγόντων αποκλειστικά με τον τρόπο που αποτυπώνεται στα προσαρτήματα της βασικής για κάθε ενάγοντα σύμβασης, δηλ.
πρόκειται για κατάθεση χρημάτων με τη μορφή τραπεζικών καταθέσεων και ανανέωση της διαχείρισης αυτών με την απόδοση των συμφωνημένων αποδόσεων και όχι για κατοχή κεφαλαίων με σκοπό την κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, γ) οι αναιρεσείοντες γνώριζαν ότι οι αποδόσεις που θα αποκόμιζαν από τα κεφάλαιά τους, δεν θα προέρχονταν από συναλλαγές επί χρηματιστηριακών πραγμάτων, εφόσον κατά την κατάρτιση των προσαρτημάτων και την κατάθεση των χρηματικών ποσών τους δεν γινόταν λόγος για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα και δ) δεν αποδείχθηκε ότι η ως άνω ΑΕΠΕΥ κατά τη διαχείριση των χαρτοφυλακίων των εναγόντων συμφώνησε και στη συνέχεια προσέφερε σ' αυτούς επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από το πρώτο εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ, Επομένως, ο περί του αντιθέτου πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμός 1 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, το Εφετείο, υπό τις ίδιες ως άνω παραδοχές, δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.
Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενο της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι δεν αποτελεί καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, που δημιουργεί σχετική αποζημιωτική ευθύνη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, η κατάθεση χρηματικού ποσού εγγυημένης σταθερής απόδοσης, όταν η κατάθεση αυτή δεν συνδέεται με εντολή εκτέλεσης χρηματιστηριακών εργασιών, ούτε χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό αυτό.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, ότι στη προσβαλλομένη απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της α) ότι οι αναιρεσείοντες προέβησαν στην κατάθεση χρηματικών κεφαλαίων χωρίς ποτέ να δώσουν εντολή για εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και β) ότι τα κατατεθέντα από αυτούς χρήματα αποτελούσαν χαρτοφυλάκιο τη διαχείριση του οποίου ανέλαβε η ...
κατά τη διαχείρισή του δε αγοράστηκαν και πωλήθηκαν μετοχές αδιαφόρως αν επρόκειτο για λιγοστούς ή όχι τίτλους και ότι αυτοί ήταν άσχετοι με τα επίδικα κεφάλαια, είναι αβάσιμος, διότι στις φερόμενες παραδοχές αυτές του Εφετείου στην πραγματικότητα ουδεμία αντίφαση υφίσταται, καθώς το Εφετείο δέχεται ότι δεν αποδείχθηκε ότι τα χρήματα των αναιρεσειόντων χρησιμοποιήθηκαν από την ΑΕΠΕΥ για την αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, ως επάλληλη δε αιτιολογία αναφέρει ότι "σε κάθε περίπτωση οι ελάχιστες αγορές μετοχών για ορισμένους απ' αυτούς..., δεν δικαιολογούν, λόγω του μικρού ύψους των αποδόσεών τους, τη διαμόρφωση των αρχικών ποσών σε σχέση με τα τελικά αποτελέσματα".
Η δε παραδοχή ότι οι αγοραπωλησίες μετοχών έγιναν με άλλα χρηματικά ποσά αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όμως, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, το οποίο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται σαφώς.
Ουδεμία, επίσης, αντιφατικότητα υπάρχει μεταξύ των παραδοχών του Εφετείου ότι: α) οι ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν εντολή για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα και β) ότι εκτελέστηκαν συναλλαγές επί χρηματοπιστωτικών μέσων (αγοραπωλησία μετοχών), εφόσον κατά την ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου οι τίτλοι αυτοί δεν αγοράστηκαν με τα κατατεθέντα δυνάμει των προσαρτημάτων κεφάλαια αλλά με άλλα χρηματικά ποσά.
Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως προβάλλεται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι οι αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν στην ... εντολή για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα (καίτοι η εντολή αυτή ρητώς περιέχεται στη ρήτρα Ι.2 της Σύμβασης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες καταρτίστηκαν μεταξύ των αναιρεσειόντων και της ...) και β) ότι όσες χρηματιστηριακές συναλλαγές εκτελέστηκαν (με εντολή τους) δεν διενεργήθηκαν με τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι οι αναιρεσείοντες είχαν δώσει εντολή με τις συμβάσεις για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως προβάλλεται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναίρεσης, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης α) ότι καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά η διαχείριση χαρτοφυλακίου, που περιλαμβάνει χρήματα εφόσον αυτά δόθηκαν με εντολή για διενέργεια συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, ανεξαρτήτως αν αυτές εκτελέστηκαν έως το χρόνο ανάκλησης της αδείας της ΕΠΕΥ και β) ότι ουδέποτε οι αναιρεσείοντες έδωσαν εντολή για επένδυση και επομένως η κατάθεση χρημάτων δεν έγινε προς το σκοπό επένδυσης προς χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά απόληψης σταθερού εισοδήματος.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το σφάλμα του δικαστηρίου, ήτοι πού εντοπίζονται οι αντιφάσεις της προσβαλλομένης απόφασης, αναγκαίο για τη θεμελίωση του λόγου αυτού στοιχείο. Τέλος η αιτίαση των αναιρεσειόντων ότι πλήρως αποδείχθηκε ότι μέρος των κατατεθέντων από τους αναιρεσείοντες κεφαλαίων επενδύθηκε από την ...
σε χρηματοπιστωτικά μέσα και δη σε μετοχές διαπραγματευόμενες εντός του ΧΑ και ότι γι' αυτό το λόγο το αναιρεσίβλητο κατέβαλε σ' αυτούς αποζημιώσεις είναι απορριπτέα ως ερειδόμενη επί εσφαλμένης προϋπόθεσης καθώς το Εφετείο έκρινε ότι οι λιγοστοί τίτλοι που βρέθηκαν στα χαρτοφυλάκια δεν είχαν αγοραστεί με τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, που αποτελούσαν το αντικείμενο διαχείρισης των προσαρτημάτων και συνεπώς το αναιρεσίβλητο αποζημίωσε κάθε τίτλο που είχε αγοραστεί με άλλα, πλην αυτών που κατατέθηκαν με τα προσαρτήματα, χρήματα.
Περαιτέρω ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 εδ. α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι για να συναγάγει το αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1275/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 10 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι χωρίς αποδείξεις κατέληξε στο αποδεικτικό της πόρισμα και συγκεκριμένα ότι: α) οι αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν στην ΕΠΕΥ εντολή για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών με τα χρηματικά ποσά των προσαρτημάτων, β) ότι με την κατάρτιση των προσαρτημάτων οι αναιρεσείοντες απέβλεψαν στην αποκομιδή εισοδήματος χωρίς καμία διακινδύνευση, γ) ότι τα χρηματικά ποσά που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες δεν κατατέθηκαν για να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά για να γίνει αυτοτελής διαχείριση από την "...Υ".
Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερόμενων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων (με ειδική μάλιστα αναφορά στον μάρτυρα των αναιρεσειόντων) και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τις καταρτισθείσες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των αναιρεσειόντων και της ...Υ. Ο λόγος αυτός (εκτιμώμενος από το άρθρο 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση, της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή βεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.
Μάλιστα στην προσβαλλομένη απόφαση ειδικώς μνημονεύονται οι καταρτισθείσες συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ των αναιρεσειόντων και της "...Υ". Με τις λοιπές αιτιάσεις του ιδίου λόγου, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αριθμός 11 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τις παραδοχές της συμμετοχής της ...Υ ως μέλους του συνεγγυητικού κεφαλαίου, της κατάθεσης χρηματικών ποσών στην ...Υ, της εύρεσης στα χαρτοφυλάκια ορισμένων αναιρεσειόντων ελαχίστων τίτλων και, συνεπώς, ο σχετικός λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος.
Εξάλλου κατά το άρθρο 559 αριθμός 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002).
Για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1632/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. α' του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη, πράγματα που δεν είχαν προταθεί νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε, δέχθηκε ότι οι διενεργηθείσες χρηματιστηριακές συναλλαγές επί ελαχίστων μετοχών δεν έγιναν με τα κεφάλαια που κατέθεσαν οι αναιρεσείοντες.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλουμένη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα" κατά την εκτεθείσα στην ως άνω νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικό που προέκυψε από τις αποδείξεις. Με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι η καταβολή αποζημίωσης στους αναιρεσείοντες για τις διενεργηθείσες συναλλαγές με κεφάλαια πέραν των χρημάτων που κατέθεσαν αυτοί με τα προσαρτήματα υποδηλώνει ότι οι συναλλαγές αυτές διενεργήθηκαν με τα κατατεθέντα με τα προσαρτήματα κεφάλαια.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αριθμός 8 εδ. α' του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων.
Τέλος ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008), ΑΠ 802/2020. Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, υπό την επίκληση της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού της πορίσματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των προαναφερθεισών συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καταρτίστηκαν μεταξύ των αναιρεσειόντων και της ...Υ και των προσαρτημάτων αυτών, με την εσφαλμένη ανάγνωσή τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει στην εσφαλμένη παραδοχή ότι, οι αναιρεσείοντες ουδέποτε έδωσαν εντολές για εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και ότι οι εκτελεσθείσες συναλλαγές, ως άσχετες με τα χρηματικά κεφάλαια που είχαν καταθέσει οι τελευταίοι στην ΕΠΕΥ, δεν συνιστούν καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με αυτό των συμβάσεων παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των προσαρτημάτων αυτών, το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, αλλά, αφού τα ανέγνωσε και τα ερμήνευσε ορθά, συνεκτίμησε το περιεχόμενο τους με τα άλλα αποδεικτικά μέσα και κατέληξε σε διαφορετικό πόρισμα από αυτό που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ορθό.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η υπό κρίση αίτηση ως προς τους ανωτέρω παρισταμένους νομίμως αναιρεσείοντες (3°, 4η, 5°, 6°, 7η, 9η, 12°, 15° και 17°), να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει ματαιωμένη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης όσον αφορά τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες (1°, 2η, 8°, 10°, 11°, 13°, 14°, 16° και 18°) και την απολειπόμενη δεύτερη αναιρεσίβλητη .
Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης: α) όσον αφορά τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες (1°, 2η, 8°, 10°, 11°, 13°, 14°, 16° και 18°) και το πρώτο αναιρεσίβλητο.
Διατάσσει τον χωρισμό της δίκης και τη συνέχιση αυτής ως προς τους παρόντες 3°, 4η, 5°, 6°, 7η, 9η, 12°, 15°, και 17° των αναιρεσειόντων.
Απορρίπτει την από 11/2/2019 αίτηση των ανωτέρω (3ου, 4ης, 5ου, 6ου, 7ης, 9ης, 12ου, 15ου και 17ου) αναιρεσειόντων για αναίρεση της με αριθμό 1179/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει τους ως άνω παρισταμένους αναιρεσείοντες (3°, 4η, 5°, 6°, 7η, 9η, 12°, 15°, και 17°) στα δικαστικά έξοδα του πρώτου αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ