Legislator Giurisprudenza & Legislazione
954/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on loan contract dispute, upholding lower court's evidence assessment.

Numero d'incarto 954/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the First Instance Court's judgment in a loan contract dispute. The appellant argued that the lower court erred in fact-finding regarding the impossibility of obtaining a loan, but the Court found the evidence assessment valid. Consequently, the appeal was rejected, the costs were awarded to the respondent, and the request for restoration of the status quo was also dismissed.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 806, 361, 455, 460, 466, 470 of the Civil Code; The parties may structure a loan contract by agreement to defer the disbursement of funds to a third party, and the appellate court's evaluation of evidence regarding the impossibility of obtaining a loan is binding unless legally flawed.

Parole chiave

Generato dall'IA
loan contract cassation appeal evidence assessment third party payment impossibility of loan civil procedure costs allocation produzione di documenti finanziari

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 806 of the Civil Code
Articles 361, 455, 460, 466, 470 of the Civil Code
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 579(2) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 954 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 954/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1 Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Π. Σ. του Φ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Αλεβίζο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Κ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Ορφανό με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7/7/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 346/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 31/2019 του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 21/6/2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 21-6-2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 31/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου, το οποίο δικάζοντας την έφεση και τους πρόσθετους λόγους έφεσης του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 346/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που είχε κάνει δεκτή την από 7-7-2014 αγωγή του αναιρεσίβλητου από δάνειο, απέρριψε την ως άνω έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Κατά το άρθρο 806 του ΑΚ, με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 361, 455, 460, 466 και 470 του ΑΚ, συνάγεται ότι δεν απαγορεύεται να διαπλάσουν το δάνειο οι συμβαλλόμενοι ως σύμβαση με μόνη τη συναίνεση καταρτιζόμενη, μεταθέτοντας σε μεταγενέστερο χρόνο τη λήψη του δανείσματος και προσδιορίζοντας ως λήπτη τούτου τρίτο πρόσωπο.

Ειδικότερα, αφού το άνω άρθρο δεν διακρίνει, είναι αδιάφορο αν η μεταβίβαση της κυριότητας του δανείσματος γίνεται αμέσως ή εμμέσως από το δανειστή στον οφειλέτη. Έτσι, αντί το δάνεισμα να καταβληθεί αμέσως στο δανειζόμενο, αυτός εκτάσσει το δανείζοντα να το καταβάλει για λογαριασμό του σε τρίτον, συνήθως δανειστή του.

Η από τον δανείζοντα καταβολή στον τρίτο ενέχει θέση καταβολής του δανείσματος στο δανειζόμενο και συνεπώς με την καταβολή συνιστάται μεταξύ αυτών δάνειο ή, επί συναινετικού δανείου, εκπληρώνεται η προς καταβολή του δανείσματος υποχρέωση του δανείζοντος (ΑΠ 1360/2018, ΑΠ 1960/2013, ΑΠ 1833/2011, ΑΠ 1620/2008, ΑΠ 609/2005). Εξάλλου, με τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα απ' αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αν εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.

Η παραβίαση δηλαδή από τη διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ ΑΠ 4/2018, Ολ ΑΠ 6/2017, ΑΠ 148/2020, ΑΠ 50/2020). Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία).

Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 5/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: "Ο ενάγων, ο οποίος διατηρούσε πρατήριο υγρών καυσίμων στις ..., και ο εναγόμενος ο οποίος ήταν αντιπρόσωπος πώλησης υγρών καυσίμων στο Νομό Λακωνίας, της εταιρείας πετρελαιοειδών "MAMID OIL JET OIL ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ Α.Ε", συνεργάζονταν επαγγελματικά, ήτοι πωλούσε σε αυτόν (ενάγοντα) υγρά καύσιμα για λογαριασμό της ως άνω εταιρείας.

Οι διάδικοι διατηρούσαν πολυετή αδιατάρακτη και ομαλή επαγγελματική συνεργασία, η οποία εξελίχθηκε σε στενή φιλική και οικογενειακή σχέση. Κατά τον επίδικο χρόνο και κυρίως περί τα έτη 2000-2001 ο ενάγων ασκούσε την ως άνω επαγγελματική δραστηριότητά του χωρίς οφειλές προς τρίτους είτε προς Τραπεζικά Ιδρύματα και θεωρούνταν φερέγγυος και αξιόπιστος επαγγελματίας.

Το ανωτέρω δε περιστατικό συνομολογείται και από τον ίδιο τον εναγόμενο, ο οποίος εξεταζόμενος ανωμοτί στα πλαίσια άλλης δίκης αυτών (διαδίκων) ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, κατέθεσε, όπως προκύπτει από τα υπ' αρ. 32/2006 πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του ως άνω δικαστηρίου, "Πρέπει να είναι φερέγγυος για να έχει αλληλόχρεο λογαριασμό.

Είναι φερέγγυος....", αντίθετη δε κρίση του Δικαστηρίου δεν επιστηρίζεται στα αποδεικτικά μέσα της παρούσας υπόθεσης. Ως προς τον εναγόμενο προκύπτει η ύπαρξη κατά τον ως άνω επίδικο χρόνο οικονομικών δυσχερειών καθώς και η λήξη περί το έτος 2001, της επαγγελματικής συνεργασίας του με την προαναφερόμενη εταιρεία υγρών καυσίμων.

Το ανωτέρω δε περιστατικό προκύπτει πέραν των λοιπών αποδεικτικών μέσων και από τον ίδιο (εναγόμενο), ο οποίος, κατέθεσε ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου (Ειρηνοδικείου Σπάρτης), και στο Δικαστήριο τούτο (βλ. 32/2016 και 346/2015 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης Ειρηνοδικείου Σπάρτης και Δικαστηρίου τούτου),"...Είμαι μαυρισμένος στον Τειρεσία.

Δεν ξέρω πότε ζορίστηκα οικονομικά μπορεί και το 2000....", "έφευγα από την εταιρεία για σοβαρούς λόγους". Ο εναγόμενος συνεπώς κατά τον επίδικο χρόνο, που ήταν εγγεγραμμένος στα αρχεία δυσμενών δεδομένων του συστήματος "ΤΕΙΡΕΣΙΑ", δεν είχε τη δυνατότητα λήψης δανείου χρηματοδότησης, πίστωσης από Τραπεζικά Ιδρύματα, ενώ στερούνταν βιβλιαρίου επιταγών (διοικητικό μέτρο) και της δυνατότητας έκδοσης μπλοκ επιταγών.

Ο εναγόμενος, τελώντας στην ανωτέρω οικονομική κατάσταση, προκειμένου να αντιμετωπίσει την οικονομική δυσχέρεια και την έλλειψη ρευστότητας στην οποία είχε περιέλθει, ενόψει της στενής φιλικής-οικογενειακής και επαγγελματικής σχέσης του με τον ενάγοντα, συμφώνησε με τον τελευταίο (ενάγοντα), όπως του παραδώσει επιταγές συνολικού ποσού 15.000.000 δρχ (44.020,54 ευρώ), προκειμένου αυτός (εναγόμενος) να μεταβιβάσει αυτές στην εταιρεία πετρελαιοειδών ΜΑΜΙD OIL-JETOIL, ώστε να εξοφλήσει ισόποση οφειλή του προς αυτήν από την επαγγελματική με αυτήν (εταιρεία) συνεργασία, η οποία είχε διαταραχθεί "για σοβαρούς λόγους", και με την υπόσχεση όπως καταβληθεί το ως άνω χρηματικό ποσό στο λογαριασμό του ενάγοντα κατά το χρόνο πληρωμής αυτών (επιταγών), καθόσον αυτός (εναγόμενος) στερούνταν βιβλιαρίου επιταγών και δυνατότητας χρηματοδότησης-πίστωσης από Πιστωτικά Ιδρύματα, λόγω της εγγραφής του στον "ΤΕΙΡΕΣΙΑ", όπως ανωτέρω αναφέρεται.

Σε εκτέλεση των άνω συμφωνηθέντων, παραδόθηκαν στον εναγόμενο από τον ενάγοντα-εκδότη οι κάτωθι δύο μεταχρονολογημένες επιταγές, α) η υπ' αρ. … επιταγή της "ALPHA ΒΑΝΚ" με ημερομηνία εκδόσεως 10.11.2000 ποσού 10.000.000 δρχ. και β) η υπ' αρ. … επιταγή της "ALPHA ΒΑΝΚ" ποσού 5.000.000 δρχ. με ημερομηνία εκδόσεως 30/12/2000, οι οποίες μεταβιβάστηκαν από τον εναγόμενο με οπισθογράφηση στην ως άνω εταιρεία πετρελαιοειδών για να πληρωθούν κατά τον άνω χρόνο εκδόσεώς τους (10/11/2000 - 30/12/2000).

Το ποσό όμως αυτό δεν κατέστη δυνατό να καλυφθεί από τον εναγόμενο κατά τον χρόνο εμφανίσεώς τους και δεν πληρώθηκαν αυτές (επιταγές). Η έκδοση και παράδοση των άνω μεταχρονολογημένων επιταγών από τον ενάγοντα στον εναγόμενο ήδη εκκαλούντα και ακολούθως η μεταβίβασή τους στην ως άνω εταιρεία "JETOIL", δεν αμφισβητείται, ως αληθές πραγματικό περιστατικό, και από τους ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες του εναγομένου ήδη εκκαλούντος, α) …/2018 ένορκη βεβαίωση, Α.

Π. "έδωσε δύο μεταχρονολογημένες επιταγές...εμφανίστηκαν από την JETOIL και δεν πληρώθηκαν....", β) …/2018 ένορκη βεβαίωση, Χ. Μ. "ο Α. Κ. παρέδωσε δύο επιταγές, πρώτα τη μια ποσού 10.000.000 δραχμών και αργότερα την άλλη ποσού 5.000.000 δραχμών". Οι ως άνω επιταγές, για τις οποίες δεν αποδείχθηκε ότι βρίσκονται στην κατοχή του ενάγοντα ήδη εφεσίβλητου, συνάγεται, ότι είναι εκδόσεως αυτού (ενάγοντα) και από το από 23/4/2014 έγγραφο εκδόσεως της εταιρείας πετρελαιοειδών "JETOIL" στο οποίο αναφέρονται, το οποίο αποτελεί έγκυρο και γνήσιο αποδεικτικό μέσο....

Εξάλλου, ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος τηρούσε κατά τον επίδικο χρόνο αλληλόχρεο λογαριασμό στην "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε", όπως τούτο συνάγεται και από την υπ' αρ. 28/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, αλλά και από τα υπ' αρ. 32/2006 πρακτικά του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, που ανωτέρω αναφέρονται, στα οποία περιέχεται κατάθεση του εναγομένου με το ως άνω αναφερόμενο περιεχόμενο.

Ακολούθως, λόγω της αδυναμίας αυτού (εναγομένου) να προβεί σε δανεισμό από Πιστωτικά Ιδρύματα, καταρτίστηκαν κατά το χρονικό διάστημα από 13/11/2000 έως 15.1.2001 άτυπες (προφορικές) διαδοχικές συμφωνίες με τον ενάγοντα, δυνάμει των οποίων ο τελευταίος μεταβίβασε στον εναγόμενο κατά κυριότητα το συνολικό ποσό των 15.000.000 δρχ.

ως ακολούθως: α) στις 13.11.2000 ποσό 5.000.000 δρχ. (14.673,51 ευρώ), β) στις 7/12/2000 ποσό 5.000.000 δρχ. (14.673,51 ευρώ), γ) στις 8.1.2001 ποσό 4.420.000 δρχ. (12.971,38 ευρώ) και δ) στις 15.1.2001 ποσό 580.000 δρχ. (1.702,12 ευρώ) και συνολικά ποσό 15.000.000 δρχ. (44.020,54 ευρώ), και τη συμφωνία να αποδοθεί αυτό (δανεισθέν ως άνω χρηματικό ποσό) άτοκα, εντός ευλόγου χρονικού χρόνου, χωρίς να ορισθεί ορισμένος χρόνος αποδόσεως αυτού.

Το ως άνω ποσό, καταβλήθηκε στην εταιρεία "JETOIL" και με αυτό πιστώθηκε ο λογαριασμός του εναγομένου, όπως το ανωτέρω περιστατικό προκύπτει και από το προαναφερόμενο έγγραφο από 23/4/2014 στο οποίο η ως άνω εταιρεία "JETOIL" σαφώς και αδιαμφισβήτητα αναφέρει το ποσό και τον τρόπο πληρωμής από τον ενάγοντα ήδη εφεσίβλητο, αναφέροντας συγχρόνως ότι δεν συνδέονταν με αυτόν (ενάγοντα) με εμπορική συνεργασία ούτε προέκυπτε "απευθείας" οφειλή του από τέτοια συνεργασία, καθώς και ότι η κατάθεση στο λογαριασμό της άνω εταιρείας στις αναφερόμενες χρονικές περιόδους έγινε με εμβάσματα προερχόμενα από τον ενάγοντα.

Από το ως άνω δε έγγραφο, το οποίο έχει συνταχθεί σύμφωνα με τους νόμιμους τύπους και του οποίου η γνησιότητα της επ' αυτού υπογραφής ούτε αμφισβητήθηκε...ευθέως, σαφώς και άμεσα κατά την προσαγωγή του...ούτε συνάγεται αντίθετη κρίση (έλλειψη γνησιότητας) από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδεικνύεται πλήρως ότι η δήλωση προέρχεται από την εταιρεία "JETOIL", ...

Περαιτέρω, τα επικαλούμενα στην υπό κρίση έφεση και προσκομιζόμενα νομίμως Τιμολόγια-Δ. Αποστολής, α) δεν φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή αυτού (ενάγοντα) για την παραλαβή της ποσότητας υγρών καυσίμων που αναφέρεται σε καθένα από αυτά (τιμολόγια-δελτία αποστολής) ως υπόχρεου είτε ως προσώπου που αντιπροσωπεύει και είναι εξουσιοδοτημένος για την παραλαβή των αναφερομένων εμπορευμάτων, ούτε συνδυάζονται με άλλα έγγραφα, τα οποία να φέρουν την ιδιόχειρη υπογραφή αυτού (ενάγοντα) ως προσώπου υπόχρεου είτε ως αντιπροσώπου του Σ.

Κ., έτσι ώστε να συνάγεται η πώληση και η από αυτήν απαίτηση, β) η συνολική οφειλή από τα ως άνω προσκομιζόμενα και επικαλούμενα τιμολόγια-δελτία αποστολής ανέρχεται σε 15.365.461 δρχ, γ) δεν αναγράφεται επί αυτών υπόλοιπο ανεξόφλητο, έτσι ώστε να προκύπτει η συνολική οφειλή ποσού 15.000.000 δρχ. προς τον εναγόμενο ως παραγγελιοδόχο πωλήσεων της εταιρείας "JETOIL", ούτε προκύπτει διαμαρτυρία ή όχληση αυτού (εναγομένου) είτε αρμοδίου oργάνου της ως άνω εταιρείας προς τον ενάγοντα σε προσδιορισμένο σαφώς χρονικό διάστημα, για την εξόφληση του ποσού που προκύπτει από τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα τιμολόγια - δ.

αποστολής, το οποίο (χρηματικό ποσό) υπερβαίνει το επικαλούμενο ως οφειλόμενο, χωρίς να αποδεικνύεται εάν το ποσό των 365.461 δρχ. αφορά τα επικαλούμενα στην υπό κρίση τιμολόγια και είτε καταβολή έναντι αυτών (τιμολογίων - δ. αποστολής επικαλουμένων στην υπό κρίση έφεση). Για το ανωτέρω περιστατικό, ο Ε. Κ. μάρτυρας του ενάγοντος στο Πρωτόδικο Δικαστήριο, κατέθεσε: "Ο Σ.

έφερνε καύσιμα από την εταιρεία Jetoil...πληρωνόταν τοις μετρητοίς και μπορεί για κάποιο ποσό να έπαιρνε ολιγοήμερη επιταγή. Ο πατέρας μπορούσε να πληρώσει δεν είχε οικονομικά προβλήματα", κατάθεση που κρίνεται αξιόπιστη και σαφής, χωρίς να αναιρείται από τους ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες του εναγομένου, οι καταθέσεις των οποίων είναι μη πειστικές και αντικρουόμενες από τα ως άνω προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τον εναγόμενο τιμολόγια-δελτία αποστολής, καθώς και από το από 23/4/2014 έγγραφο της εταιρείας "JETOIL" και μη επιστηριζόμενες στα αποδεικτικά στοιχεία της παρούσας δίκης.

Κατά συνέπεια όλων των ανωτέρω αναφερομένων και κατόπιν αξιολογικής συνεκτίμησης όλων των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αποδείχθηκε, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, ότι, δεν υφίσταται οφειλή του ενάγοντα προς τον εναγόμενο, συνεπεία πώλησης υγρών καυσίμων της εταιρείας "JETOIL" από τον εναγόμενο-παραγγελιοδόχο πωλήσεων υγρών καυσίμων.

Η έννομη σχέση που συνδέει τους διαδίκους είναι αυτής της συμβάσεως δανείου, καταρτισθείσας διαδοχικά κατά τους ανωτέρω αναφερομένους χρόνους, συναγομένου τούτου και από το προαναφερόμενο από 23/4/2014 ιδιωτικό έγγραφο προερχόμενο από την εταιρεία "JETOIL" από το περιεχόμενο του οποίου συνάγεται η έννομη σχέση δανείου και η αλήθεια του περιεχομένου του ως προς την έκδοση των αναφερομένων επιταγών, τη μεταβίβασή τους με οπισθογράφηση σε αυτή (JETOIL) και την προέλευση των εμβασμάτων από τον ενάγοντα, δυνάμει των οποίων πιστώθηκε ο λογαριασμός του εναγομένου και αποσβέστηκε, δια της καταβολής του δανεισθέντος ποσού, η οφειλή του προς την εταιρεία πετρελαιοειδών της οποίας ήταν παραγγελιοδόχος πωλήσεων και με την οποία είχε παύσει η συνεργασία από το έτος 2001 για οικονομικούς λόγους, όπως τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά συνάγονται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων.

Το αίτημα του εναγομένου, το οποίο διαλαμβάνεται στους πρόσθετους λόγους της έφεσης το πρώτον στο παρόν Δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 451 παρ. 1 ΚΠολΔ, να προσκομίζει ο ενάγων τις αναφερόμενες επιταγές, α) …, β) …, γ) …, άλλως τις αναφερόμενες βεβαιώσεις από τις αναφερόμενες Τράπεζες (Άλφα Τράπεζα Α.Ε) και τα αναφερόμενα στο από 23/4/2014 έγγραφο της ως άνω εταιρείας εμβάσματα.

Όμως, ο αιτών-εναγόμενος ήδη εκκαλών, εκτός του ότι δεν αποδεικνύει ότι τα αιτούμενα έγγραφα είναι στα χέρια ενάγοντος ήδη εφεσίβλητου, δεν δικαιολογείται και δεν αποδεικνύεται από πραγματικά περιστατικά το έννομο συμφέρον αυτού (αιτούντος-εναγομένου), καθόσον αυτά δεν είναι πρόσφορα προς απόδειξη συγκεκριμένου λυσιτελούς ισχυρισμού αυτού (εναγομένου-αιτούντος) και προς ανταπόδειξη της ιστορικής βάσεως της αγωγής της επιστηριζομένης και θεμελιούμενης στη σύμβαση δανείου και όχι στα αξιόγραφα, πέραν του ότι τα πραγματικά περιστατικά από τα αιτούμενα προς επίδειξη και προσκομιδή έγγραφα προκύπτουν και αποδεικνύονται πλήρως τόσο από το από 23/4/2014 έγγραφο, του οποίου, όπως προαναφέρθηκε, δεν αμφισβητείται ούτε αμφισβητήθηκε η γνησιότητα και επομένως αποδεικνύεται πλήρως η αλήθεια του περιεχομένου του όσο και από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα.

Επιπρόσθετα, το αίτημά του δεν συνδέεται με την προβολή από αυτόν πραγματικών ισχυρισμών ουσιωδών για την κρινόμενη υπόθεση, αλλά αποβλέπει στην αποκάλυψη για πρώτη φορά πραγματικών γεγονότων στοιχειοθέτησης ποινικών αδικημάτων. Κατά συνέπεια δεν συντρέχει περίπτωση εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 450, 451 παρ.1 και 2, 452 ΚΠολΔ για προσκομιδή των αιτουμένων εγγράφων και ο σχετικός λόγος εφέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων στις 8/7/2014 με την από 23/6/2014 Εξώδικη Πρόσκληση μετά δηλώσεως και διαμαρτυρίας ζήτησε από τον εναγόμενο την απόδοση του συνολικού δανεισθέντος ποσού εκ 15.000.000 δρχ. ή το ισάξιο εκ 44.020,54 ευρώ, χωρίς ο εναγόμενος να προβεί σε οιανδήποτε αμφισβήτηση του περιεχομένου αυτής (εξώδικης δηλώσεως) και μέχρι σήμερα αρνείται αβάσιμα και αδικαιολόγητα την καταβολή του δανεισθέντος ποσού στον ενάγοντα ήδη εφεσίβλητο...Στην προκειμένη περίπτωση, ο εναγόμενος με τις έγγραφες προτάσεις του που κατέθεσε νομίμως κατά την ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, καθώς και με δήλωση του πληρεξουσίου του δικηγόρου που καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά, προέβαλε την ένσταση, την οποία επαναφέρει με σχετικό λόγο της ένδικης εφέσεως, καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος, ισχυριζόμενος ότι:

άσκησε σε βάρος του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης την από 7/10/2015 αγωγή του με την οποία ζήτησε να υποχρεωθεί αυτός (εναγόμενος) να του καταβάλει το ποσό των 4.402,05 ευρώ, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, λόγω παρέλευσης του εξαμήνου της διατάξεως του άρθρ. 52 Ν. 5960/33 και της εκπέσεως από το δικαίωμα εκδόσεως διαταγής πληρωμής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αρ. 32/2017 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, η οποία έκρινε την αγωγή νόμιμη και δέχτηκε αυτήν κατ' ουσίαν, η οποία όμως στη συνέχεια εξαφανίσθηκε από την υπ' αρ. 46/2009 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου για το λόγο ότι ο ενάγων διατηρούσε ενεργό αξίωση από την υποκείμενη αιτία (δάνειο).

Ακολούθως, ο ενάγων άσκησε στο ίδιο ως άνω δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Σπάρτης) την από 1/2/2013 αγωγή με την οποία ζήτησε την καταβολή του ως άνω ποσού των 4.402,05 ευρώ από τη σχέση δανείου, αγωγή που κρίθηκε νόμιμη και έγινε δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη με την υπ' αρ. 28/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης. Ότι ο ενάγων κατά την διάρκεια της δικαστικής ως άνω διερεύνησης των ως άνω αγωγών του δεν έκανε λόγο για την χρονικά προγενέστερη εμφανώς πολύ μεγαλύτερη απαίτησή του.

Το πρώτον έκανε μνεία αυτής (επίδικης απαιτήσεώς του) την 8/7/2014 με την κοινοποίηση της από 23/6/2014 εξωδίκου δηλώσεώς του. Ότι η προηγηθείσα άσκηση των ως άνω αγωγών για απαίτηση χρονικά μεταγενέστερη και εμφανώς μικρότερου χρηματικού ποσού δημιούργησαν σε αυτόν (εναγόμενο) ευλόγως την πεποίθηση ενόψει και της αδράνειας αυτού για άσκηση του δικαιώματός του επί δεκατέσσερα έτη, ότι δεν θα ασκήσει το δικαίωμά του για το ποσό των 44.020,54 ευρώ.

Ότι η άσκηση της υπό κρίση αγωγής συνιστά, καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος αυτού (ενάγοντος) και είναι αντίθετη στα επιβαλλόμενα από τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ όρια και συνεπώς πρέπει να απορριφθεί η αγωγή για το λόγο αυτό. Η ένσταση, όμως, αυτή είναι μη νόμιμη και εκ του λόγου αυτού απορριπτέα, καθόσον τα επικαλούμενα από τον εναγόμενο, ήδη εκκαλούντα πραγματικά περιστατικά και αληθή υποτιθέμενα δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, χωρίς να αρκεί μόνο η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου - ενάγοντος να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υπόχρεου - εναγομένου ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα κατ' αυτού....

Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφαση του, απέρριψε την εκ του άρθρου 281 ΑΚ ένσταση ως μη νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε.

Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ο περί του αντιθέτου σχετικός λόγος της έφεσης. Επομένως, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφασή του, έκρινε όμοια, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, δέχτηκε την αγωγή ως κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τον εναγόμενο να καταβάλει στον ενάγοντα, λόγω δανείου, το ποσό των 44.020,54 ευρώ νομιμοτόκως από 9/8/2011 και μέχρις εξοφλήσεως, ορθά κατ' αποτέλεσμα ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο και δεν έσφαλε και επίσης ορθά κατ' αποτέλεσμα εκτίμησε τις προσκομισθείσες αποδείξεις και τα προκύψαντα από αυτές πραγματικά περιστατικά.

Συνεπώς...πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι και οι λοιποί λόγοι της εφέσεως και των προσθέτων αυτής λόγων, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω...πρέπει η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής να απορριφθούν στο σύνολο τους". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ και τις λοιπές ως άνω διατάξεις, τις οποίες δεν παραβίασε ευθέως, αφού οι προαναφερόμενες ουσιαστικές παραδοχές του πληρούσαν το πραγματικό τους και δικαιολογούσαν την εφαρμογή τους.

Ειδικότερα, το Εφετείο ορθά δέχθηκε ότι συνέτρεχαν όλες οι προϋποθέσεις για την υπαγωγή της παρούσας ατομικής περίπτωσης στο λόγο της μείζονος πρότασης του δικανικού συλλογισμού για την εφαρμογή των ως άνω διατάξεων, εφόσον κατά τις ως άνω παραδοχές αυτής αναφέρεται ότι η μεταβίβαση της κυριότητας του αναφερομένου δανείσματος (ποσού 44.020,54 ευρώ) έγινε εμμέσως από το δανειστή (αναιρεσίβλητο) στο δανειζόμενο (αναιρεσείοντα) και συγκεκριμένα κατά τη μεταξύ τους σχετική συμφωνία ο πρώτος κατέβαλε το εν λόγω ποσό για λογαριασμό και μετά από εντολή του τελευταίου με τα αναφερόμενα εμβάσματα στη δανείστρια αυτού εταιρεία "JETOIL".

Με τα δεδομένα αυτά και κατά τις σχετικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης είναι σαφές ότι η εν λόγω ενέργεια του αναιρεσιβλήτου ενέχει θέση καταβολής του δανείσματος στον αναιρεσείοντα και ως εκ τούτου με αυτή (καταβολή) συνεστήθη μεταξύ των διαδίκων αντίστοιχο δάνειο, κατά τους εκτιθέμενους επί μέρους όρους.

Εξάλλου, το Εφετείο ούτε και εκ πλαγίου παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων. Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το χαρακτηρισμό των ως άνω περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Επίσης, δεν ήταν αναγκαίο να περιλαμβάνονται σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση του ότι καταρτίστηκε κατά τον ως άνω τρόπο με ρητή συμφωνία μεταξύ των διαδίκων η αναφερόμενη σύμβαση δανείου, ενώ ουδεμία ασάφεια ούτε αντίφαση υφίσταται στις παραδοχές της ως προς το εν λόγω ζήτημα. Επομένως, είναι αβάσιμος ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

ΙΙI. Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου) ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων καθώς, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας διαφοράς. Επομένως, ελέγχεται αν η αγωγή, ένσταση κλπ ορθά απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν ( Ολ ΑΠ 7, 8/2011, ΑΠ 96/2018, ΑΠ 214/2006).

Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, εκτός των άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε από την άσκησή του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε μέχρι τότε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των διαγραφομένων από την ανωτέρω διάταξη ορίων.

Η πιο πάνω δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, εφόσον αρκεί η επέλευση απλώς δυσμενών επιπτώσεων για τα συμφέροντά του, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην μικρότερο του προβλεπομένου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του.

Το δε ζήτημα αν οι συνέπειες που επιφέρει η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της άσκησης του δικαιώματός του (Ολ ΑΠ 10/2012, Ολ ΑΠ 8/2001, ΑΠ 489/2020, ΑΠ 330/2020, ΑΠ 1315/2019, ΑΠ 1248/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων (εναγόμενος) με τις κατατεθείσες προτάσεις του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και με δήλωση που καταχωρήθηκε στα πρακτικά πρότεινε επικουρικά την ένσταση της καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος, την οποία επανέφερε και ενώπιον του Εφετείου με τον έκτο λόγο της έφεσής του.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων (εναγόμενος-εκκαλών) για τη θεμελίωση της ένστασης αυτής και του σχετικού λόγου της έφεσής του ισχυρίστηκε τα εξής: "Ο αντίδικος άσκησε κατ' εμού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης την από 7-10-2005 και με αύξ. αριθμ. 283/2005 αγωγή του με την οποία ζητούσε να του καταβάλω το ποσό των 4.402,05 ευρώ για άλλη αιτία, συγκεκριμένα για αδικαιολόγητο πλουτισμό μου από δάνειο που φέρεται ότι μου χορήγησε ο αντίδικος τον Ιούνιο του έτους 2001 και προς εξόφληση αυτού του παρέδωσα ισόποση επιταγή μου που δεν πληρώθηκε.

Επί της άνω αγωγής του εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 32/2007 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, που έκανε δεκτή την άνω αγωγή. Κατόπιν έφεσής μου, που άσκησα κατά της άνω απόφασης, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 46/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, που έκανε δεκτή την άνω έφεσή μου και απέρριψε την άνω αγωγή του αντιδίκου.

Στη συνέχεια ο αντίδικος άσκησε κατ' εμού ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης την από 1-2-2013 και με αύξ. αριθμ. 14/2013 αγωγή του με την οποία ζητούσε να του καταβάλω το αυτό ως άνω ποσό των 4.402,05 ευρώ από την υποκείμενη σχέση του άνω δανείου. Ο αντίδικος, στα δικόγραφα των δύο άνω αγωγών και στις προτάσεις του, δεν κάμει καν μνεία για την υπό κρίση απαίτησή του κατ' εμού.

Ο ίδιος ο αντίδικος κατέθεσε ανωμοτί, στην α' από τις δύο άνω αγωγές του ενώπιον του ακροατηρίου του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, και δεν ανέφερε ούτε λέξη για την υπό κρίση απαίτησή του κατ' εμού ύψους 15.000.000 δρχ., όπως προκύπτει από τα υπ' αριθμ. 32/2006 πρακτικά του άνω Δικαστηρίου. Από τα ανωτέρω αναφερόμενα προκύπτει ότι ο αντίδικος άσκησε τις δύο άνω αγωγές του κατ' εμού, με τις οποίες ζητούσε να του καταβάλλω το ποσό των 4.402,05 ευρώ και μάλιστα από ιστορική αιτία που προέκυψε, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, χρονικά αργότερα από την αιτία που αναφέρει στην υπό κρίση αγωγή του.

Όπως προανέφερα ο αντίδικος, στις δύο αγωγές του αυτές, ασκηθείσες στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης, στις κατατεθείσες προτάσεις του, στην άνω ανωμοτί κατάθεσή του και σε όλα τα εν γένει έγγραφα, που προσκόμισε στα πλαίσια των άνω δικών, δεν έκανε καν μνεία για την υπό κρίση απαίτησή του κατ' εμού, εάν και η τελευταία είναι α) πολύ μεγαλύτερη, ήτοι 44.020,54 ευρώ η επίδικη και 4.402,05 ευρώ η ασκηθείσα δύο φορές στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης και β) χρονικώς προγενέστερη της ασκηθείσας στο Ειρηνοδικείο Σπάρτης.

Ο αντίδικος "θυμήθηκε" την υπό κρίση απαίτησή του κατ' εμού για πρώτη φορά την 8-7-2014 με την κοινοποίηση σ' εμένα της από 23-6-2014 εξώδικης πρόσκλησής του. Η δικαστική διεκδίκηση ενώπιον του άνω Ειρηνοδικείου εκ μέρους του αντιδίκου της άνω απαίτησής του κατ' εμού, κατά πολύ μικρότερης σε ποσό και μεταγενέστερα γεννηθείσας, σε σχέση με την υπό κρίση απαίτησή του, και μάλιστα δύο φορές με τις δύο άνω αγωγές του, καθώς και η άνω αναφερόμενη ανωμοτί κατάθεσή του ενώπιον του ακροατηρίου του Ειρηνοδικείου Σπάρτης στα πλαίσια της συζήτησης της α' από τις δύο άνω αγωγές του, δημιούργησαν σ' εμένα, και μάλιστα ευλόγως, την πεποίθηση ότι ο αντίδικος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του κατ' εμού για το ποσό των 44.020,54 ευρώ.

Οι άνω διαδικαστικές πράξεις του αντιδίκου, που ξεκίνησαν από το έτος 2005 και διήρκησαν αρκετά χρόνια, με τις οποίες τούτος διεκδίκησε από εμένα το ποσό των 4.402,05 ευρώ μόνο, συνιστούν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, που προέρχονται από την προηγηθείσα συμπεριφορά του αντιδίκου και εμού, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του αντιδίκου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της καταστάσεως που διαμορφώθηκε υπό τις ειδικές τούτες συνθήκες και διατηρήθηκε για το μεγάλο χρονικό διάστημα των δέκα τεσσάρων (14) ετών, να εξέρχεται από τα διαγραφόμενα όρια της ανωτέρω διατάξεως του άρθρου 281 του Αστικού Κώδικα.

Η άνω ένστασή μου αποδεικνύεται εγγράφως, ήτοι από τ' ανωτέρω αναφερόμενα δικόγραφα". Το Εφετείο απέρριψε τον ως άνω λόγο έφεσης ως αβάσιμο, δεχόμενο ότι ο σχετικός ισχυρισμός από το άρθρο 281 ΑΚ είναι μη νόμιμος, καθόσον τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δεν συνιστούν κατάχρηση δικαιώματος, χωρίς να αρκεί μόνο η επί μακρό χρόνο αδράνεια του δικαιούχου ενάγοντος να ασκήσει το δικαίωμά του, ούτε η καλόπιστη πεποίθηση του υποχρέου-εναγομένου ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα κατ' αυτού.

Έτσι, που έκρινε κατά τα ως άνω το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου εν λόγω διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ με εσφαλμένη ερμηνεία ή τη μη εφαρμογή της, διότι πράγματι τα εκτιθέμενα περιστατικά δεν ήταν ικανά να θεμελιώσουν κατά νόμο την προβαλλόμενη ένσταση κατά την έννοια που εκτέθηκε παραπάνω.

Τούτο δε διότι ο αναιρεσείων επικαλείται κυρίως περιστατικά που συνιστούν αδράνεια του δικαιούχου επί δέκα τέσσερα (14) έτη, ενώ τα επιπλέον αναφερόμενα απ' αυτόν περιστατικά της δικαστικής διεκδίκησης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου από το έτος 2005 ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σπάρτης άλλης απαίτησής αυτού ύψους 4.402,05 ευρώ, χωρίς να γίνει ουδεμία μνεία ή αναφορά στην ένδικη απαίτηση, είναι σαφές ότι δεν συνιστούν ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, αλλά ανάγονται και αυτά και έχουν ως δικαιολογητική βάση την προφανώς συναγόμενη από τα ως άνω αδράνεια του αναιρεσιβλήτου για τη διεκδίκηση της τελευταίας απαίτησης και ως εκ τούτου δεν υφίστανται οι από το νόμο προϋποθέσεις για την εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο δέκατος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα. Περαιτέρω, ο ίδιος λόγος αναίρεσης (δέκατος) κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος, δεδομένου το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν εισήλθε στην ουσία της διαφοράς ως προς τον εν λόγω ισχυρισμό, αλλά έκρινε αυτόν ως μη νόμιμο και απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης ως αβάσιμο (Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 999/2019, ΑΠ 914/2018).

ΙV. Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο Δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπ' όψη το ουσιαστικό δικαστήριο, προκύπτει ότι, αν δεν συντρέχει μια από τις σ' αυτήν αναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, ο λόγος αναίρεσης είναι παραδεκτός μόνον εφόσον στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο από το οποίο προέρχεται η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο της ουσίας.

Στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ώστε να δύναται να κριθεί, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος, εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδ. α-γ της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή.

Όπως δε προκύπτει από τη ανωτέρω διάταξη, το καθιερούμενο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 485/2020, ΑΠ 344/2019, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 966/2017). Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11α' του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη αποδεικτικό μέσο που ο νόμος δεν επιτρέπει και ειδικότερα το από 24-4-2014 "φερόμενο ως έγγραφο της JETOIL", το οποίο για τους αναφερόμενους λόγους αποτελεί ανυπόστατο και ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο και ειδικότερα καθόσον αυτό αποτελεί μαρτυρία τρίτου, η οποία δεν δόθηκε κατά τον υπό του νόμου οριζόμενο τρόπο και επιπλέον έγινε επίτηδες για να χρησιμεύσει ως αποδεικτικό μέσο στην παρούσα δίκη, καθώς και ότι αυτό προσκομίστηκε κατά παράβαση της διάταξης του άρθρου 436 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι αναφέρεται σε άλλο έγγραφο, το οποίο όμως δεν προσκομίστηκε.

Δεν επικαλείται όμως ο αναιρεσείων με το αναιρετήριο, αλλά ούτε και προκύπτει από την επιτρεπτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των πιο κάτω δικογράφων και ειδικότερα της από 16-12-2015 έφεσης και των από 2-11-2016 πρόσθετων λόγων έφεσης αυτού, ότι ο εν λόγω ισχυρισμός καθόσον αφορά στη μη λήψη υπόψη του εν λόγω αποδεικτικού μέσου για τις συγκεκριμένες αιτίες είχε προβληθεί ενώπιον του Εφετείου, παρά το ότι αυτό είχε προσκομιστεί από τον αναιρεσίβλητο τόσο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο όσο και στο Εφετείο.

Εξάλλου, η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει στις ως άνω εξαιρέσεις της παραγράφου 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, αφού δεν πρόκειται για παράβαση που δεν μπορούσε να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας ούτε για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση. Επομένως, είναι απαράδεκτος ο ως άνω λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

V. Κατά το άρθρο 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη απόδειξης μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό (δικαστήριο) καθορίζει ο νόμος και δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως προβλέπεται από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.

Ειδικότερα, τα αποδεικτικά μέσα, κατά κανόνα και ενόψει του ως άνω συστήματος της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων, είναι ισοδύναμα και εξαιρετικά μόνο προσδίδεται σε ορισμένα αυξημένη αποδεικτική δύναμη, όπως στη δικαστική ομολογία κατ' άρθρ. 352 ΚΠολΔ και στα δημόσια έγγραφα κατ' άρθρ. 438 ΚΠολΔ. Επιπλέον, ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ συντρέχει, όταν γίνεται παραδεκτό ένα αποδεικτικό μέσο χωρίς την ύπαρξη των όρων του παραδεκτού (ΑΠ 601/2020, ΑΠ 78/2020, ΑΠ 1025/2019, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 514/2018, ΑΠ 420/2013) Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναίρεσης υποστηρίζει ότι το Εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι για την ως άνω κρίση του ως προς την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης δανείου έλαβε υπόψη του και το επικαλούμενο και προσκομιζόμενο από τον αναιρεσίβλητο "φερόμενο ως έγγραφο" της JETOIL, προσδίδοντας σ' αυτό αποδεικτική δύναμη που δεν είχε από το νόμο και συγκεκριμένα προσδίδοντας σ' αυτό πλήρη αποδεικτική δύναμη, ενώ έπρεπε να το εκτιμήσει ελεύθερα.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι το Εφετείο δεν προσέδωσε στο παραπάνω αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) μεγαλύτερη αποδεικτική δύναμη από εκείνη που ο νόμος ορίζει, αλλά εκτίμησε αυτό ελεύθερα κατ' άρθρ. 340 ΚΠολΔ μαζί με τα υπόλοιπα, κατ' είδος αναφερόμενα, αποδεικτικά μέσα και κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα ως προς την κατάρτιση της ένδικη σύμβασης δανείου.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ως προς το παραδεκτό του ως άνω αποδεικτικού μέσου κατ' άρθρ. 436 παρ. 1 ΚΠολΔ απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης προϋποθέτει ότι είναι παραδεκτό το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο.

VI. Kατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν. Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, που προκύπτει και από το συνδυασμό της προς τις διατάξεις των άρθρων 106, 237, 346 και 453 παρ. 1 ΚΠολΔ, η πρώτη από τις οποίες εισάγει το συζητητικό σύστημα στη διαγνωστική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων, ως αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, νοούνται και εκείνες των οποίων δεν έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε.

Εξάλλου, η λήψη ή μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου πρέπει να ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή να αναφέρεται σε ουσιώδη πραγματικό ισχυρισμό που να επιδρά στο διατακτικό της απόφασης, δεν ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αν το δικαστήριο στήριξε τη δικανική του πεποίθηση κυρίως στα άλλα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα και μόνον επικουρικώς σε κάποιο αποδεικτικό μέσο για το οποίο δεν είχε γίνει νόμιμη επίκληση και προσκόμιση (Ολ ΑΠ 42/2002, ΑΠ 879/2018, ΑΠ 1793/2013, ΑΠ 1042/2013, ΑΠ 257/2008, ΑΠ 968/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 11β' ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια ότι παρά το νόμο έλαβε υπόψη για την απόδειξη της βασιμότητας της αγωγής την υπ' αριθ. 28/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σπάρτης χωρίς να έχει γίνει επίκλησή της από κανένα διάδικο τόσο το πρωτοβάθμιο όσο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο και ειδικότερα δέχθηκε κατά τα ως άνω τον πραγματικό ισχυρισμό της τήρησης εκ μέρους του αναιρεσιβλήτου αλληλόχρεου λογαριασμού στην Τράπεζα ALPHA BANK.

Mε το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, ανεξαρτήτως της μη επίκλησης του εν λόγω εγγράφου από κάποιο διάδικο τόσο ενώπιον του πρωτοβάθμιου όσο και ενώπιον του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, συνήγαγε ανελέγκτως το αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς την παραδοχή της αγωγής, κυρίως από τα άλλα νομίμως επικληθέντα και προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, και όχι μόνο από το ανωτέρω έγγραφο, ενόψει μάλιστα και της χρήσης στο συγκεκριμένο μέρος της απόφασης και ως προς το προαναφερόμενο έγγραφο του συμπλεκτικού συνδέσμου "και".

VII. Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 402/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 61/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του από 23-4-2014 φερομένου ως εγγράφου της JETOIL και των υπ' αριθ. 32/2006 πρακτικών του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, δεχόμενο γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στα έγγραφα αυτά και τα οποία είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι με το πρώτο από τα ως άνω έγγραφα η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα δέχθηκε την ύπαρξη σύμβασης δανείου μεταξύ των διαδίκων, καθώς και την καταβολή του δανεισθέντος ποσού σ' αυτόν (αναιρεσείοντα) και την εξόφληση της οφειλής του στη JETOIL με την καταβολή αυτή, ενώ με το δεύτερο έγγραφο δέχθηκε την τήρηση αλληλόχρεου λογαριασμού του αναιρεσίβλητου στην ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ και τη φερεγγυότητα αυτού, δηλαδή πραγματικά γεγονότα εντελώς διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται στα εν λόγω έγγραφα.

Πλην όμως το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στα ως άνω έγγραφα, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτών (εγγράφων) κάτι διαφορετικό από το πραγματικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή τους, αλλά είναι σαφές ότι εκτίμησε το αληθινό περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και κατέληξε στην ως άνω κρίση του.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα, με πρόσχημα την εν λόγω πλημμέλεια, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και τα παραπάνω έγγραφα, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.

VIII. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 75/2016).

Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (Ολ ΑΠ 25/2003, Ολ ΑΠ 3/1997, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1262/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έκτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του περί τέλεσης από τον αναιρεσείβλητο του αδικήματος της απάτης στο δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης, καθώς και από τον υιό αυτού (αναιρεσιβλήτου) του αδικήματος της ψευδορκίας μάρτυρα κατά την εξέτασή του στο ως άνω Δικαστήριο.

Επίσης, με το λόγο αυτό (έκτο) κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση και όχι από τους αριθ. 14 και 19) προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο μη λαμβάνοντας υπόψη τους ως άνω ισχυρισμούς του παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεδομένου ότι δημιούργησε εμπόδια στην πρόσβασή του στη διαδικασία απονομής της δικαιοσύνης.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον τα ως άνω αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, αλλά στοιχεία και επιχειρήματα αυτού για τη στήριξη της άρνησης της βάσης της αγωγής του αναιρεσιβλήτου σχετικά με την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης δανείου.

Επίσης, ο λόγος αυτός (έκτος) κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο κατά τα ως άνω εκτιθέμενα, ανεξαρτήτως της λήψης ή μη υπόψη των ως άνω αναφερομένων από τον αναιρεσείοντα ως αυτοτελών ισχυρισμών, σε κάθε περίπτωση, τηρώντας την ισότητα των δικονομικών όπλων των διαδίκων και ερευνώντας το σύνολο των εκτιθέμενων θέσεων, επιχειρημάτων και αποδεικτικών μέσων αυτού, κατέληξε στην ως άνω κρίση του, χωρίς να εμποδίσει αυτόν (αναιρεσείοντα) να ασκήσει κάποιο από τα προβλεπόμενα από το νόμο δικονομικά δικαιώματά του ούτε να έχει πρόσβαση σε δίκαιη και ασφαλή κρίση, ενώ δεν στέρησε αυτόν από το δικαίωμα δίκαιης δίκης και συνεπώς δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε από την Ελλάδα με το ν.δ. 53/1974.

VΙΙΙ. Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.

Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 398/2020, ΑΠ 149/2020, ΑΠ 249/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον έβδομο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω επικαλούμενα και νομίμως προσκομισθέντα απ' αυτόν με τις από 7-2-2018 προτάσεις του στο Μονομελές Εφετείο Ναυπλίου έγγραφα, ήτοι:

Α)1) την τηρούμενη μηχανογραφημένη καρτέλα του στην MAMIDOIL-JETOIL ως παραγγελιοδόχου καυσίμων με εγγραφές από 30-4-1999 και μεταγενέστερα, 2) την υπ' αριθ. …-10-2000 απόδειξη είσπραξης της υπ' αριθ. …. επιταγής της JETOIL, ποσού 10.000.000 δρχ., 3) το ληξιάριο πελατών της JETOILγια την ως άνω επιταγή, 4) την υπ' αριθ. …/…-11-2000 απόδειξη είσπραξης της υπ' αριθ.

…. επιταγής της JETOIL, ποσού 5.000.000 δρχ., 5) την υπ' αριθ. …/…-11-2000 απόδειξη είσπραξης εμβάσματος της JETOIL, ποσού 5.000.000 δρχ., 6) την υπ' αριθ. …/….-11-2000 απόδειξη είσπραξης της υπ' αριθ. … επιταγής της JETOIL, ποσού 5.000.000 δρχ., 7) την υπ' αριθ. …./…-11-2000 απόδειξη επιστροφής επιταγής της JETOIL, ποσού 10.000.000 δρχ., 8) την υπ' αριθ. …/…-1-2001 απόδειξη είσπραξης εμβάσματος της JETOIL, ποσού 4.420.000 δραχμών ή 12.971,39 ευρώ, 9) την υπ' αριθ.

…/…-1-2001 απόδειξη είσπραξης εμβάσματος της JETOIL, ποσού 580.000 δραχμών ή 1.702,13 ευρώ και 10) την υπ' αριθ. …/…-2-2001 απόδειξη επιστροφής επιταγής της JETOIL, ποσού 5.000.000 δρχ. και Β) 1) την από 10-2-2016 με Α.Β.Μ. Α16/204/2016 μήνυσή του ενώπιον του Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Σπάρτης κατά του αναιρεσιβλήτου και του υιού του, β) το υπ' αριθ.

Α16/204/5-2-2018 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Σπάρτης, γ) το υπ' αριθ. πρωτ. Α16/204/5-12-2017 έγγραφο του Πταισματοδικείου Σπάρτης προς την ALPHA BANK, δ) το υπ' αριθ. πρωτ. Π …-…/…/…-12-2017 έγγραφο-απάντηση της ALPHA BANK προς το Πταισματοδικείο Σπάρτης και ε) το με αριθ. ΑΒΜ Α16/204 ΑΒΩ ΕΓ2-16/234/33 από 29-5-2018 κλητήριο θέσπισμα της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Σπάρτης.

Πλην όμως από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι σ' αυτήν γίνεται ρητή μνεία (4η και 5 σελίδα) περί λήψης υπόψη και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, μεταξύ των οποίων και φωτογραφίες (σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία, χωρίς πάντως να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης), τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη για άμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Από τα παραπάνω, σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα και την απόρριψη της έφεσης και των πρόσθετων λόγων έφεσης του ήδη αναιρεσείοντος κατά της ως άνω απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ έβδομος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις.

ΙΧ. Με τον όγδοο λόγο αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (κατ' εκτίμηση και όχι και από τους αριθ. 1 και 19) πλημμέλεια με την αιτίαση ότι έλαβε υπόψη τους πιο κάτω αυτοτελείς ισχυρισμούς, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρά το ότι δεν προτάθηκαν από τον αναιρεσίβλητο με την αγωγή του σε κανένα στάδιο της δίκης και ειδικότερα ότι αυτός (αναιρεσείων) κατά το επίδικο χρονικό διάστημα 2000-2001: α) ήταν εγγεγραμμένος στα αρχεία δυσμενών δεδομένων του συστήματος "ΤΕΙΡΕΣΙΑΣ", β) δεν είχε τη δυνατότητα της λήψης δανείου χρηματοδότησης, γ) δεν είχε τη δυνατότητα της πίστωσης από Τραπεζικά Ιδρύματα, δ) στερείτο βιβλιαρίου επιταγών (διοικητικό μέτρο), ε) δεν είχε τη δυνατότητα της έκδοσης βιβλιαρίου επιταγών και στ) η επαγγελματική συνεργασία του με την JETOIL είχε διαταραχθεί για σοβαρούς λόγους και είχε λυθεί περί το έτος 2001. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος, αφού τα πιο πάνω αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την πιο πάνω έννοια, ήτοι αυτοτελείς ισχυρισμούς του αναιρεσιβλήτου ή θεμελιωτικά της αγωγής του περιστατικά, αλλά συμπεράσματα του δικαστηρίου της ουσίας που συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός.

Χ. Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα" χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη γι' αυτά, ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική αποδεικτική κρίση.

Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Περαιτέρω, ο όρος "πράγματα" στην παρούσα περίπτωση του αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, ήτοι ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ως και οι λόγοι έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από τον νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 554/2020, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 272/2020, ΑΠ 1374/2019, ΑΠ 1091/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον ένατο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια με την αιτίαση ότι χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) κατά τον επίδικο χρόνο δεν είχε τη δυνατότητα λήψης δανείου χρηματοδότησης, ούτε πίστωσης από τραπεζικά ιδρύματα ούτε τη δυνατότητα έκδοσης βιβλιαρίου επιταγών, ενώ είχε επιβληθεί από τις τράπεζες το διοικητικό μέτρο της στέρησης βιβλιαρίου επιταγών, καθώς και ότι η συνεργασία του με τη JETOIL είχε διαταραχθεί για σοβαρούς λόγους και είχε λυθεί περί το έτος 2001.

Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης, ανεξάρτητα από το ότι τα ως άνω αναφερόμενα δεν συνιστούν "πράγματα" κατά την προεκτεθείσα έννοια του όρου αυτού, αλλά επιχειρήματα και συμπεράσματα του Εφετείου από την εκτίμηση των αποδείξεων, είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το ως άνω Δικαστήριο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα και εκτιθέμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα και ειδικότερα την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα απόδειξης και την ανωμοτί κατάθεση του αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, σε μερικά από τα οποία γίνεται ειδική μνεία, χωρίς να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, τα οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι και τα οποία λαμβάνονται υπόψη είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθώς και τις υπ' αριθ.

…/…-2-2018 και …/…-2-2018 ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον των συμβολαιογράφων Ναυπλίου Θεόδωρου Μπελέζου και Αθηνών Βασιλικής Λαλούντα με επιμέλεια του ήδη αναιρεσείοντος μετά από νόμιμη κλήτευση του αντιδίκου του. Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ).

Επιπλέον, πρέπει να απορριφθεί και η σωρευόμενη στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης από τη διάταξη του άρθρου 579 παρ. 2 ΚΠολΔ αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση, που υπήρχε πριν από την αναφερόμενη εκτέλεση της ως άνω απόφασης, δεδομένου ότι αυτή (αίτηση επαναφοράς), μετά την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης, καθίσταται άνευ αντικειμένου και είναι αβάσιμη.

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-6-2019 αίτηση του Π. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 31/2019 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ναυπλίου.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τη σωρευόμενη στην αίτηση αναίρεσης αίτηση επαναφοράς των πραγμάτων στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεση.

Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Απριλίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος ΑΠ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ