Legislator Giurisprudenza & Legislazione
954/2019 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on forced seizure annulment filed after the eight-day statutory deadline expired.

Numero d'incarto 954/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellants' appeal against a lower court's decision to reject their annulment requests. The appellants argued for the validity of their claims regarding the debt seizure, but the court found the procedural filing occurred after the mandatory eight-day period following service of the seizure notice. Consequently, the court ruled that the annulment requests were inadmissible due to the expiration of the specific legal deadline.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 934, 988 of the Code of Civil Procedure; An annulment filed by a debtor regarding a forced seizure of a claim held by a third party must be lodged within the eight-day period following service of the seizure notice, otherwise it is inadmissible.

Parole chiave

Generato dall'IA
forced seizure annulment eight-day deadline third party claim procedural inadmissibility Code of Civil Procedure statutory time limit supreme court appeal dichiarazione del governo

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 933, 934(1)(b), 953, 985, 988 of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
AP 872/1998
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 954 / 2019 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 954/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αβροκόμη Θούα, Γεώργιο Αποστολάκη, Θεόδωρο Κανελλόπουλο και Κυριάκο Οικονόμου - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Ιανουαρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Γ. Μ. του Χ. και 2) Δ. Χ. του Σ., κατοίκων .... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Κράια. Του αναιρεσιβλήτου: Β. Μ. του Χ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Χαρίκλεια Απαλαγάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις δύο από 20-12-2012 ανακοπές των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σερρών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 1740/2017 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 2-1-2018 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 933, 934 παρ. 1 στοιχ. β`, 953, 985, 988 ΚΠολΔ - ως ίσχυαν πριν από τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015, λόγω του χρόνου διενεργείας των προσβαλλομένων πράξεων εκτελέσεως - προκύπτει ότι, σε περίπτωση αναγκαστικής εκτελέσεως για την ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων, η ανακοπή του οφειλέτη με την οποία προβάλλονται λόγοι ακυρότητας της αναγκαστικής κατασχέσεως, δύναται να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως, που είναι η σύνταξη εκθέσεως πλειστηριασμού (ΑΠ 872/1998).

Αν η κατάσχεση χρηματικής απαιτήσεως γίνει εις χείρας τρίτου και ο τρίτος προβεί σε καταφατική δήλωση προβλέπεται διαδικασία εξοφλήσεως του κατασχόντος είτε απευθείας από τον τρίτο είτε με διανομή του ποσού μέσω συμβολαιογράφου (988 παρ. 1 ΚΠολΔ). Ο δε οφειλέτης δύναται, σύμφωνα με το άρθρο 934 παρ.1 β ΚΠολΔ, να ασκήσει ανακοπή προβάλλοντας λόγους που αφορούν στο έγκυρο της κατασχέσεως ή την απαίτηση.

Το απώτερο όμως χρονικό σημείο ασκήσεως της ανακοπής από τον οφειλέτη για τους ανωτέρω λόγους πρέπει να συνδεθεί με την εκπνοή της προβλεπομένης από το άρθρο 988 παρ. 1α ΚΠολΔ. προθεσμίας, οπότε συντελείται η αναγκαστική εκχώρηση της απαιτήσεως του οφειλέτη προς τον κατασχόντα και ο τελευταίος αποκτά τον κατ' άρθρο 989 εκτελεστό τίτλο εις βάρος του τρίτου.

Ειδικότερα, επί αναγκαστικής κατασχέσεως χρηματικής απαιτήσεως εις χείρας τρίτου, η αναγκαστική εκχώρηση της απαιτήσεως του οφειλέτη προς τον κατασχόντα, σε περίπτωση καταφατικής, υπό την έννοια του άρθρου 985 δηλώσεως, επέρχεται μετά την, προϋποθέτουσα τήρηση της οκταήμερης του άρθρου 985 παρ.1 του ΚΠολΔ προθεσμίας, καταφατική τυχόν δήλωση του τρίτου και την παρέλευση ακολούθως της προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 εδ.

α` του ΚΠολΔ (ΑΠ 360/2017). Επομένως, η οκταήμερη προθεσμία του άρθρου 988 αρχίζει από την επομένη της επιδόσεως του κατασχετηρίου στον καθ' ? ου η εκτέλεση, εφ' όσον όμως προηγήθηκε η προς τον τρίτο επίδοση του κατασχετηρίου, διότι από τότε η κατάσχεση θεωρείται υπαρκτή (Ολ ΑΠ 3/1993). Αν η επίδοση στον καθ'? ου η εκτέλεση του κατασχετηρίου προηγήθηκε της επιδόσεως αυτού στον τρίτο, η οκταήμερη προθεσμία προς καταβολή αρχίζει από την επίδοση στον τρίτο, οπότε υποχρεούται αυτός να δηλώσει εντός οκταημέρου και να καταβάλει μετά την πάροδο του οκταημέρου, που αρχίζει από την επόμενη του κατασχετηρίου στον τρίτο, δηλαδή την 9η ημέρα και όχι από την καταφατική δήλωση.

Κατά ταύτα, ο προσδιορισμός της προθεσμίας για την άσκηση ανακοπής κατά της καταφατικής δηλώσεως τρίτου συναρτάται με τη νομική φύση της κατασχέσεως εις χείρας τρίτου ως έμμεσης εκτελέσεως (άρθρα 951 παρ. 1 εδαφ. α' και 982 επ. ΚΠολΔ) και με την εκ του νόμου εκχώρηση της απαιτήσεως στον κατασχόντα δανειστή, η οποία συντελείται με την υποβολή της καταφατικής δηλώσεως του τρίτου.

Το κύριο χαρακτηριστικό του συγκεκριμένου είδους εκτελέσεως είναι η εκχώρηση της απαιτήσεως στο δανειστή, ενώ κρίσιμο για τον υπολογισμό των προθεσμιών του άρθρου 933 ΚΠολΔ δεν είναι η προσβαλλομένη πράξη της αναγκαστικής εκτελέσεως, αλλά το προβαλλόμενο ελάττωμα αυτής. Επομένως, λόγω της λειτουργίας αυτής της κατασχέσεως στα χέρια τρίτου και αντιθέτως προς όλες τις λοιπές περιπτώσεις αναγκαστικής εκτελέσεως, η προθεσμία για την άσκηση της ανακοπής δεν εξαρτάται από την πρώτη ή τελευταία πράξη εκτελέσεως.

Εξαρτάται αποκλειστικώς και μόνο από το χρόνο κατά τον οποίο συντελείται η εκχώρηση της απαιτήσεως, δηλαδή δεν είναι προθεσμία σταθερή. Εάν υποβληθεί καταφατική δήλωση τότε η ανακοπή θα πρέπει να ασκηθεί εντός της οκταήμερης προθεσμίας. Εάν δεν υποβληθεί τότε, επειδή η εκχώρηση της απαιτήσεως συντελείται με την άσκηση ανακοπής και την έκδοση αποφάσεως επ' αυτής, τότε δύναται να ασκηθεί μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της ανακοπής.

Εάν ο οφειλέτης θέλει να αμφισβητήσει την απαίτηση, δικαιούται να ασκήσει ανακοπή αμέσως μετά την επίδοση του κατασχετηρίου, χωρίς να αναμείνει την παρέλευση του οκταημέρου και την υποβολή καταφατικής δηλώσεως του τρίτου, εφ' όσον γνωρίζει ότι τυγχάνει δικαιούχος απαιτήσεως εις χείρας του τρίτου, ο οποίος οφείλει να προβεί σε καταφατική δήλωση.

Δυνατότητα εφαρμογής του άρθρου 934 παρ. 1 εδ. γ' στην κατάσχεση εις χείρας τρίτου χρηματικών απαιτήσεων, είτε επακολουθήσει καταφατική, είτε αρνητική δήλωση του τρίτου, δεν υπάρχει, εφ' όσον σε αμφότερες τις περιπτώσεις ελλείπει η προσβλητέα για ακυρότητα τελευταία πράξη εκτελέσεως. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 144 παρ. 1 ΚΠολΔ., "Οι προθεσμίες που ορίζονται από το νόμο ή τα δικαστήρια αρχίζουν από την επόμενη ημέρα μετά την επίδοση ή μετά τη συντέλεση του γεγονότος που αποτελεί την αφετηρία της προθεσμίας και λήγουν στις 7 το βράδυ της τελευταίας ημέρας και αν αυτή είναι κατά το νόμο εξαιρετέα, την ίδια ώρα τη επομένης μη εξαιρετέας ημέρας".

Οι προθεσμίες των άρθρων 934, 985, 988 ΚΠολΔ. είναι δικονομικές, διεπόμενες από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ. ΚΠολΔ., εξετάζονται δε αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο και η παρέλευσή τους συνεπάγεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης εκτέλεσης (151 ΚΠολΔ), εκφεύγουν δε της εξουσίας των ορίων διαθέσεως εκ μέρους των διαδίκων, δεδομένου ότι αφορούν στην ασφάλεια των συναλλαγών και έχουν τεθεί προς προστασία των τρίτων.

Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 στοιχείο β' του ίδιου Κώδικα, στην κατά το άρθρο 933 αυτού ανακοπή, στις περιπτώσεις που αφορά στην εγκυρότητα των πράξεων της εκτελέσεως που έγιναν από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως και πέρα, ή την απαίτηση, δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 147 παρ. 7 αυτού, περί μη υπολογισμού του από 1ης έως 31ης Αυγούστου χρόνου (ΑΠ 390/2001).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ. ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 360/2017).

Εν προκειμένω, με τον μοναδικό λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως οι ανακόπτοντες και ήδη αναιρεσείοντες, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ, αιτιώνται το Εφετείο για την απόρριψη, ως απαράδεκτων, των ένδικων ανακοπών λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους. Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα ακόλουθα:

Με τις από 20-12-2012 δύο αυτοτελείς ανακοπές τους, ο ανακόπτων Γ. Μ., ήδη πρώτος των αναιρεσειόντων, και η ανακόπτουσα Δ. Χ., ήδη δευτέρα των αναιρεσειόντων, εξέθεσαν ότι κατόπιν των από 27.7.2012 κατασχετήριων εγγράφων ο καθ' ου και ήδη αναιρεσίβλητος, σε εκτέλεση των από 20.7.2012 επιταγών προς εκτέλεση, κάτωθι αντιγράφου από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο του αναφερομένου εργολαβικού συμβολαίου και προσυμφώνου μεταβιβάσεως εξ αδιαιρέτου ποσοστού οικοπέδου, προέβη σε κατάσχεση εις χείρας ως τρίτων των Τραπεζών "...

Α.Ε." και ..., αντιστοίχως, κάθε είδους χρηματικής καταθέσεως καθενός των ανακοπτόντων, μέχρι του ποσού των 62.876,11 ευρώ, και ότι αυτές (Τράπεζες) προέβησαν στις υπ' αριθ. 37 608/7.9.2012 και 35989/7.8.2012 (και στη 36169/27.8.2012 διορθωτική αυτής) θετικές δηλώσεις, αντιστοίχως, ζήτησαν δε, λόγω της επικαλουμένης καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος την ακύρωση των θετικών τούτων δηλώσεων.

Επί των ανακοπών αυτών εκδόθηκε η υπ' αριθ. 17/2016 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών, με την οποία απορρίφθηκαν οι ως άνω ανακοπές ως απαράδεκτες, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεώς τους, Επί εφέσεων των ανακοπτόντων κατά της ανωτέρω αποφάσεως, εκδόθηκε η προσβαλλομένη 1740/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, η οποία απέρριψε αυτές κατ' ουσίαν με την ίδια ακριβώς αιτιολογία όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή ως εκπρόθεσμες.

Ειδικότερα, ως προς το θέμα του εκπροθέσμου των ανακοπών η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε τα εξής:

"...Οι ένδικες ανακοπές με τον μοναδικό λόγο των οποίων βάλλεται η θετική δήλωση τρίτου ...είναι ...απαράδεκτες λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεώς τους και για το λόγο αυτό απορριπτέες. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει τόσο από τα προσκομιζόμενα και επικαλούμενα από τους διαδίκους έγγραφα όσο και από το ίδιο το κείμενο των ενδίκων ανακοπών, το από 27.7.2012 κατασχετήριο, δυνάμει του οποίου επιβλήθηκε η κατάσχεση εις χείρας της Τράπεζας ...

όσον αφορά την πρώτη εκκαλούσα (και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), και ... Α.Ε., όσον αφορά τον δεύτερο εκκαλούντα (και ήδη πρώτο αναιρεσείοντα) ως τρίτων, κοινοποιήθηκε σ' αυτούς στις 31.7.2012, οι δε υπό κρίση ανακοπές κατατέθηκαν στη Γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 9.1.2013 και κοινοποιήθηκαν στους καθ' ων στις 14.1.2013 ...

Εφόσον δε οι διαλαμβανόμενες σ' αυτές λόγοι αφορούν αποκλειστικά την απαίτηση του καθ' ου θα έπρεπε να προταθούν (και οι υπό κρίση ανακοπές, εφόσον η επιταγή προς εκτέλεση διενεργήθηκε πριν τις 1.1.2016) να ασκηθούν, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β' σε συνδυασμό με το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ, ήτοι μέχρι την τελευταία πράξη η οποία, σε περίπτωση κατάσχεσης εις χείρας τρίτου, στην οποία ο τρίτος υποβάλλει θετική δήλωση, είναι η εκπνοή της προβλεπόμενης από το άρθρο 988 παρ. 1 ΚΠολΔ προθεσμίας, ήτοι η πάροδος οκταημέρου από την επίδοση του αντίστοιχου κατασχετηρίου στην ίδια την ανακόπτουσα.

Επομένως, εφόσον οι ανακόπτοντες άσκησαν (κατάθεση και επίδοση) τις υπό κρίση ανακοπές μετά την πάροδο οκταημέρου ... που αφετηριάζεται από την μεταγενέστερη επίδοση του κατασχετηρίου στους ανακόπτοντες, οι

υπό κρίση ... ανακοπές πρέπει να απορριφθούν...''. Έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, όχι παρά το νόμο κήρυξε τις ένδικες ανακοπές απαράδεκτες, λόγω εκπρόθεσμης ασκήσεως, συμφώνως και προς τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση. Ειδικότερα και με βάση τα προεκτεθέντα, οι ένδικες ανακοπές ασκήθηκαν εκπροθέσμως, διότι, κατά τα ανελέγκτως δεκτά γενόμενα, κατά το χρόνο ασκήσεως τούτων (κατάθεση και επίδοση), είχε ήδη συντελεσθεί η τελευταία πράξη εκτελέσεως (ταυτιζομένη με το χρονικό σημείο υποβολής της προσβαλλόμενης καταφατικής δηλώσεως από τον καθένα και της παρόδου της οκταήμερης προθεσμίας του άρθρου 988 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι δε προβαλλόμενοι με τις ανακοπές λόγοι αφορούσαν στην απαίτησή του καθ' ου - αναιρεσιβλήτου, ως επισπεύδοντος (καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, μη συνδρομή νόμιμων ή συμφωνημένων όρων θεμελιώσεως της απαιτήσεως του) και όχι διαδικαστικές ή δικονομικές ελλείψεις της τελευταίας πράξεως εκτελέσεως (θετικής δηλώσεως). Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 14 ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση ως αβάσιμη, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου, λόγω της ήττας τους, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ) και να καταδικασθούν αυτοί, ως ηττηθέντες, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 2-1-2018 αίτηση των Γ. Μ. και Δ. Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1740/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 14 Μαΐου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 30 Ιουλίου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ