Supreme Court dismisses appeal against arbitration award, upholding lower court's rejection of equal treatment claim.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by three companies against a final judgment of the Court of First Instance in Eastern Crete. The appellants argued that the arbitration tribunal violated the principle of equal treatment and failed to consider their evidence, citing Article 6 of the ECHR. The court ruled that the lower court correctly applied the law, noting that arbitration tribunals have broad discretion in evaluating evidence and that the appeal's arguments regarding equal treatment were unfounded.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 670-673, 675, 676, 898, 897, 6(1) ECHR of the Civil Procedure Code; Arbitration tribunals possess wide discretion in evidence evaluation, and appeals for annulment are limited to specific grounds, meaning procedural fairness does not mandate identical evidentiary assessment.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 953 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 953/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Φώτιο Μουζάκη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 3 Απριλίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσεσειουσών: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "....", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "..." και με τον διακριτικό τίτλο "... Α.Ε." που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο. Της αναιρεσιβλήτου: Α. συζύγου Γ. Θ., το γένος Ε. Τ., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Βρέλλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15/1... αγωγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Εφετείο Ανατολικής Κρήτης.
Εκδόθηκε η 59/2017 οριστική απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 7/9/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 121/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Νόμιμα φέρεται ενώπιον του Δικαστηρίου, προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο, κατ' εφαρμογή της διατάξεως του άρθρου 307 ΚΠολΔ, με την υπ'αριθμ. 121/29-3-2022 Πράξη του Προέδρου του Α'Πολιτικού Τμήματος, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, επειδή, λόγω σοβαρού προβλήματος υγείας της ήδη συνταξιοδοτηθείσας Εισηγήτριας Αρεοπαγίτη, διαπιστώθηκε, μετά τη συζήτηση αυτής, αδυναμία έκδοσης αποφάσεως.
ΙΙ. Με την κρινόμενη από 7- 9 - 2017 αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 670 έως 673, 675 και 676 ΚΠολΔ - και ήδη των περιουσιακών διαφορών -, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 898 εδ. β'ΚΠολΔ, υπ' αριθμ. 59/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο, δικάζοντας την από 15-12-2014 αγωγή των αναιρεσειόντων-εναγόντων για ακύρωση της υπ' αριθμ. ...
απόφαση του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Ηρακλείου, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ'αριθμ. 3/2014 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ` ουσίαν η από 12-11-2013 αγωγή της αναιρεσίβλητης, υποχρεωθέντων των εναγομένων να καταβάλουν εις ολόκληρον έκαστη στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 148.849,80 ευρώ με τους νόμιμους τόκους και συγκεκριμένα, για το ποσό των α) 100.420,20 ευρώ από 19.6.2013, β) 41.782,40 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και γ) 6.647,20 ευρώ από 1/1/2014 μέχρι εξοφλήσεως.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564 §3, 566 §1 KΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον με αριθμό 163764450957 1107 0049 e παράβολο (βλ. σχετικά στην έκθεση κατάθεσης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης) του Δημοσίου (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ). Επομένως είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι η αναίρεση είχε συζητηθεί παρόντων όλων των διαδίκων κατά την μετ'αναβολή (από την αρχικώς προσδιορισθείσα της 5-11-2018) δικάσιμο της 4-11-2019 και, ύστερα από τη ματαίωση της συζητήσεως αυτής, λόγω αδυναμίας εκδόσεως αποφάσεως μετά από αυτήν, οι διάδικοι κλητεύθηκαν, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, νομίμως και εμπροθέσμως (βλ.
αντίστοιχα τις από 25-11-2022 και 27-4-2022 εκθέσεις επίδοσης των επιμελητών του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τσιβόλα και Σταύρου Βαρβούνη) και η νέα συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγουμένης (ΑΠ 337/2021, ΑΠ 936/2018, 869/2017), οπότε η διαδικασία, παρά την απουσία των αναιρεσειουσών, θα προχωρήσει κανονικά, εφόσον η υπόθεση έχει εγγραφεί στο πινάκιο (βλ.
και άρθρ. 568 παρ. 1 και 576 παρ. 1 σε συνδυασμό με 226 παρ.3, 4 και 307 του ΚΠολΔ).
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Με τον λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.
ΑΠ 2/2019, Ολ. ΑΠ 6/2019, Ολ. ΑΠ 7/2006).
Εξάλλου, οι λόγοι ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης που καθιερώνονται περιοριστικά με τη διάταξη του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ ανήκουν στο ουσιαστικό δίκαιο και γι' αυτό η εφαρμογή τους ελέγχεται αναιρετικά με τους αριθμούς 1 ή 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.. Περαιτέρω, η διαιτησία, ως συμβατικά επιλεγμένη δεσμευτική εκδίκαση ορισμένης διαφοράς-από διαιτητές, αντί των κρατικών δικαστηρίων, είναι ιδιαίτερη μορφή οργάνωσης, ακολουθητέας διαδικασίας και απαιτούμενων δικονομικών προϋποθέσεων για την παροχή δικαστικής προστασίας, με την έννοια ότι η προστασία αυτή δεν παρέχεται από κρατικά δικαστήρια, αλλά κατά την ελεύθερη επιλογή των διαδίκων από όργανα ή πρόσωπα της εκλογής τους.
Η σχέση της διαιτησίας προς την τακτική δικαιοσύνη, υπό την ισχύ του Κ.Πολ.Δ, διαμορφώθηκε ως σχέση δύο παράλληλων δικαιοδοτικών τάξεων, που αποκλείονται αμοιβαία. Ως γνήσια δικαιοδοτική πράξη, η διαιτητική απόφαση, από την έκδοση της, παράγει δεδικασμένο υπό τις διαγραφόμενες στο άρθρο 896 Κ.Πολ.Δ., προϋποθέσεις, (εφαρμοζόμενων προς τούτο των διατάξεων των άρθρων 322, 324 έως 330, 332 έως 334 Κ.Πολ.Δ.) και εξοπλίζεται με εκτελεστότητα κατ' άρθρο 904 παρ. 2 εδαφ.
β' Κ.Πολ.Δ.(ΑΠ 192/2021). Για την τήρηση όμως των στοιχειωδών δικαιοδοτικών εγγυήσεων εκ μέρους των διαιτητών και τη συμμόρφωση τους προς τη βασική αυτή επιταγή, θεματοφύλακας παραμένει το κράτος μέσω των πολιτειακών (τακτικών) δικαστηρίων. Η ενεργός ανάμειξη των τελευταίων εκδηλώνεται με τον έλεγχο της διαιτητικής αποφάσεως, μέσω κυρίως της αγωγής ακυρώσεως, κατ' άρθρο 897 επ.
Κ.Πολ.Δ.. Έτσι, κατά το εδάφ. 6 του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ., "Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί, ολικά ή εν μέρει, μόνο με δικαστική απόφαση... αν είναι αντίθετη προς διατάξεις δημόσιας τάξης ή προς τα χρηστά ήθη". Κατά την έννοια του εδαφίου αυτού, ως διατάξεις δημόσιας τάξης, η παραβίαση των οποίων δικαιολογεί τη δικαστική ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως (και) επί εσωτερικής διαιτησίας, νοούνται οι κανόνες αναγκαστικού δικαίου που έχουν θεσπισθεί πρωτίστως για την προστασία του δημοσίου συμφέροντος και συνθέτουν τα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά ή οικονομικά θεμέλια της ημεδαπής έννομης τάξης, συγκροτούν δηλαδή τη δημόσια τάξη, υπό έννοια προσομοιάζουσα προς εκείνη του άρθρου 33 ΑΚ (πρβλ.
ΟλΑΠ 14/2015, Ολ. ΑΠ 4/2012, Ολ. ΑΠ 20/2011, Ολ. ΑΠ 15/2000, ΑΠ 192/2021). Η παραβίαση, άρα, κανόνων αναγκαστικού δικαίου τεθέντων πρωτίστως προς εξυπηρέτηση ιδιωτικών συμφερόντων, εκφεύγει του ουσιαστικού δικαστικού ελέγχου. Εξάλλου, δεν προσβάλλεται η δημόσια τάξη κατά την παραπάνω έννοια και δεν θεμελιώνεται συνεπώς ο αντίστοιχος λόγος ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, όταν αυτή εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τον νόμο ή έχει απλώς ανεπαρκή αιτιολογία, εκτός αν από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης (ΟλΑΠ 14/2015, Ολ.
ΑΠ 4/2012, Ολ. ΑΠ 20/2011). Σημειώνεται ότι σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 34 παρ. 1, 2 εδαφ. β' ββ' του Ν. 2735/1999 "Διεθνής Εμπορική Διαιτησία", με τον οποίο εισήχθη στην Ελληνική έννομη τάξη ο πρότυπος Νόμος UNCITRAL, το δικαστήριο που επιλαμβάνεται ύστερα από αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης, προκειμένου για διεθνείς διαιτησίες (που διεξάγονται στην Ελλάδα), "κρίνει αυτεπαγγέλτως αν η διαιτητική απόφαση είναι αντίθετη προς τη διεθνή δημόσια τάξη, όπως αυτή νοείται στο άρθρο 33 του Αστικού Κώδικα".
Υπό την αντίθετη εκδοχή, κατά την οποία, ως τέτοιες διατάξεις (δημόσιας τάξης), νοούνται όλες ανεξαιρέτως οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου (jus cogens), θα προέκυπτε το άτοπο να ελέγχεται η διαιτητική απόφαση για παραβίαση οποιασδήποτε διάταξης αναγκαστικού δικαίου (από τις οποίες υπάρχει πληθώρα στο δίκαιο των συναλλαγών), ουσιαστικώς δηλαδή να επανεκδικάζεται η υπόθεση και να περιάγεται η διαιτητική διαδικασία σε απλό διαδικαστικό προστάδιο της πολιτικής δίκης, πράγμα που θα αντιστρατευόταν ευθέως στη σχετική προς τη φύση της αρχής της μη αναθεωρήσεως της ουσίας της διαιτητικής αποφάσεως (Ολ.
ΑΠ 14/2015, ΑΠ 1514/2021). Ωστόσο, λαμβάνοντας υπόψη και τις λοιπές διατάξεις του άρθρου 897 Κ.Πολ.Δ καμία από τις οποίες δεν παρέχει λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης για εσφαλμένη ουσιαστική κρίση του διαιτητή, παρέπεται ότι η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ή η έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρ. 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ) πρέπει να προκύπτει αμέσως από τις παραδοχές του αιτιολογικού και του διατακτικού της ελεγχόμενης διαιτητικής απόφασης με βάση τα πραγματικά δεδομένα, τα οποία ανέλεγκτα, ως εκ της ουσιαστικής κατά την κρίση του βασιμότητάς τους, δέχθηκε ο διαιτητής, το δε Εφετείο, κρίνοντας επί λόγου ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από την ίδια διάταξη, για αντίθεσή της προς κανόνα δημόσιας τάξης και για την εκφορά του αντίστοιχου αξιολογικού πορίσματός του, ερευνά και κρίνει μόνο με τις ίδιες παραδοχές σε συνδυασμό με το αιτιολογικό της διαιτητικής απόφασης, με τις ίδιες δε παραδοχές, που επίσης παραδεκτά επισκοπεί, κατ' άρθρ. 561 παρ.2 Κ.Πολ.Δ, ο Άρειος Πάγος, ερευνάται, η βασιμότητα αντίστοιχου αναιρετικού λόγου από το άρθρο 559 αρ.1 και 19 Κ.Πολ.Δ.
Η υιοθέτηση της αντίθετης άποψης, δηλαδή η εκ μέρους του Εφετείου, που δικάζει αγωγή ακύρωσης διαιτητικής απόφασης από τα άρθρα 897 αρ.6 Κ.Πολ.Δ (ή άρθρ. 34 παρ.2 εδ.β' περ.ββ ν.2735/1999,περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας)παραδοχή πραγματικών περιστατικών και ισχυρισμών που απορρίφθηκαν από το διαιτητικό δικαστήριο κατ' ουσίαν, ισοδυναμεί με αναδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, που εκ των πραγμάτων καταλήγει να ανατρέψει την οριστικότητα της επίλυσης της διαφοράς από το διαιτητικό δικαστήριο, αναιρώντας το θεμέλιο στο οποίο απέβλεψαν τα μέρη κατά τη συνομολόγηση της διαιτητικής ρήτρας (ΑΠ 517/2016, ΑΠ 1578/2014, πρβλ.
ΑΠ 716/2019).
IV. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατά το άρθρο 561§2 ΚΠολΔ επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι έγιναν δεκτά τα ακόλουθα, κατά το ενδιαφέρον για την αναιρετική διαδικασία μέρος της: ..."Η εναγόμενη [και ήδη αναιρεσίβλητη] (Α. Θ.) στην από 12-11-2013 αγωγή - αίτηση διαιτησίας, την οποία άσκησε σε βάρος των εδώ εναγουσών [και ήδη αναρεσειουσών] ενώπιον της Προέδρου Πρωτοδικών Ηρακλείου, ιστορούσε τα ακόλουθα :
Ότι η ίδια (ενάγουσα - αιτούσα-Α. Θ.) δυνάμει του με αριθμ. ... προσυμφώνου μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικού συμβολαίου της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μ. Κ., όπως αυτό τροποποιήθηκε, ανέθεσε με τους λοιπούς συνιδιοκτήτες, ως οικοπεδούχος, το περιγραφόμενο σ' αυτήν ακίνητο, στην πρώτη εναγόμενη- καθ'ων η αίτηση ανώνυμη εταιρεία, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να κατασκευάσει και να της παραδώσει με δαπάνες της και σύμφωνα με τους όρους και τις προδιαγραφές που περιέχονται στην τεχνική συγγραφή υποχρεώσεων, τις ανεξάρτητες διηρημένες ιδιοκτησίες της πολυώροφης οικοδομής που θα ανέγειρε και οι οποίες περιγράφονται ειδικότερα στην αγωγή.
Ότι δυνάμει του προαναφερομένου συμβολαίου η δεύτερη εναγόμενη-καθ'ων η αίτηση, εγγυήθηκε για την εκ μέρους της πρώτης των καθ' ων εργολήπτριας εταιρείας, εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεων της, από το προαναφερόμενο συμβόλαιο, ευθυνόμενη ως αυτοφειλέτης. Ότι ακολούθως δυνάμει της υπ' αριθμ. ...
πράξης του συμβολαιογράφου Ηρακλείου, Ι. Μ., η τρίτη εναγόμενη- καθ' ων η αίτηση, εγγυήθηκε και αυτή ρητά έναντι των οικοπεδούχων για την προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκπλήρωση των εργολαβικών υποχρεώσεων της πρώτης των καθ'ων, αναλαμβάνοντας και αυτή αλληλέγυα και εις ολόκληρο την ευθύνη έναντι όλων των οικοπεδούχων.
Περαιτέρω ιστορούσε ότι με την υπ' αριθμ. ... πράξη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένη, συμφωνήθηκε η κατανομή των οριζόντιων ιδιοκτησιών, σε συνδυασμό με τους όρους του εργολαβικού συμβολαίου και τις πράξεις που στη συνέχεια υπογράφηκαν και ότι θα παρέμεναν στην ίδια (αιτούσα) τα 41,01/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου τα οποία αντιστοιχούσαν στις αναλυτικά στην αίτηση - αγωγή της αναφερόμενες οριζόντιες διαιρεμένες ιδιοκτησίες.
Ότι με την αυτή ως άνω αναφερόμενη πράξη συμφωνήθηκε εκτός των άλλων και οι καθ'ων η αίτηση - αγωγή δεσμεύθηκαν, ότι η οικοδομική άδεια της άνω οικοδομής του κτιριακού συγκροτήματος θα εκδίδονταν τον Οκτώβριο 2010 και ο υπόγειος σταθμός θα είχε αποπερατωθεί το Δεκέμβριο 2010, ότι τα καταστήματα, γραφεία και κατοικίες το Δεκέμβριο 2011 και οι κοινόχρηστοι χώροι το Μάρτιο 2012.
Ότι με το αρχικό (...) ως άνω αναφερόμενο προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης παράδοσης από την πρώτη εναγόμενη του έργου κατά τις ταχθείσες προθεσμίες, αυτή θα υποχρεούται να καταβάλει στους οικοπεδούχους, μεταξύ των οποίων και η ενάγουσα 25 ευρώ/τ.μ.
για τα καταστήματα, 20 ευρώ/τ.μ. για τα γραφεία, κατοικίες κλπ και 2 ευρώ/τ.μ. για τα κοινόχρηστα, για κάθε μήνα καθυστέρησης παράδοσης των ιδιοκτησιών, ως εύλογης ποινικής ρήτρας, οι οποίες κατά τη συμφωνία τους θα διπλασιάζονταν μετά την πάροδο εξαμήνου από το συμφωνημένο χρόνο παράδοσης, όρος ο οποίος παρέμενε ισχυρός.
Ότι παρά το γεγονός ότι η ίδια και οι λοιποί συνιδιοκτήτες του οικοπέδου παρέδωσαν τη χρήση των ακινήτων τους μέσα στις συμβατικές προθεσμίες, η πρώτη εναγόμενη καθυστέρησε αδικαιολόγητα την έκδοση της οικοδομικής άδειας και εν συνεχεία και όλου οικοδομήματος και για το λόγο αυτό η ενάγουσα διαμαρτυρόμενη για την αντισυμβατική συμπεριφορά της την όχλησε εξωδίκως με την από 10.6.2013 εξώδικό της, ζητώντας να καταβάλει ως ποινική ρήτρα, το συμφωνηθέν ποσό των 216.508,80 ευρώ, όπως αναλυτικά ανέφερε στην αγωγή, εντός προθεσμίας πέντε ημερών από την επίδοση αυτής.
Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά και την πάροδο απράκτου της προθεσμίας που η αιτούσα- ενάγουσα έθεσε, ζήτησε να διενεργηθεί διαιτησία, όπως συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων προκειμένου να υποχρεωθούν οι εναγόμενες-καθ'ων η αίτηση, εις ολόκληρον ευθυνόμενες, να της καταβάλουν το συνολικό ποσό των 216.598,80 ευρώ, λόγω καταπτώσεως συμφωνηθείσας ποινικής ρήτρας συνεπεία παραβιάσεως συμφωνηθέντος χρόνου παραδόσεως των διηρημένων ιδιοκτησιών της, με το νόμιμο τόκο για το ποσό των 143.389,60 ευρώ από 19-6-2013, για το ποσό των 62.673,60 ευρώ από την επίδοση της αγωγής και για το ποσό των 10.445,60 ευρώ από 1-1-2014 μέχρι την εξόφληση και να καταδικαστούν αυτές στη διαιτητική δαπάνη καθώς και την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους.
Η διαιτητική δίκη που διεξήχθη αντιμωλία των διαδίκων, ενώπιον της Προέδρου Πρωτοδικών Ηρακλείου κατά τη δικάσιμο της 26-2-2014, με την ... απόφαση του Μονομελούς Διαιτητικού Δικαστηρίου Ηρακλείου, όπως αυτή διορθώθηκε με την 3/2014 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου, έκρινε ως βάσιμη και στην ουσία κατά ένα μέρος την αίτηση - αγωγή δεχόμενη τα εξής :
Μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης υπογράφηκε το αρ. ... προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μ. Κ., το οποίο στη συνέχεια τροποποιήθηκε δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης της ίδιας ως άνω συμβολαιογράφου και των υπ' αριθμ. ...
πράξεων του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι. Μ.. Με την τελευταία αυτή πράξη η ενάγουσα και λοιποί συνιδιοκτήτες (συμπεριλαμβανομένων των δεύτερης και τρίτης εναγομένης ως συνοικοπεδούχων του ιδίου ακινήτου), ανέθεσε, ως "οικοπεδούχος" του περιγραφομένου στα ως άνω συμβόλαια λεπτομερώς και ανήκοντος στην ίδια κατά ποσοστό 48,25/1000 αδιανεμήτως οικοπέδου, εμβαδού 2.275,41 τ.μ., κειμένου στο με αριθμό 297 οικοδομικό τετράγωνο της πόλης του Ηρακλείου, στην πρώτη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "...", ως εργολήπτρια του άνω εργολαβικού- συμβολαίου, την ανέγερση οικοδομικού συγκροτήματος επί τμήματος του παραπάνω οικοπέδου, εκτάσεως 2.012,47 τετραγωνικών μέτρων, κείμενο μεταξύ των οδών Ν.
Π. και παρόδου Γ.. Ειδικότερα δε της αποτελούμενης από ισόγειο και τριών επ' αυτού ορόφων ανωδομής της εν λόγω οικοδομής, με το σύστημα της αντιπαροχής με βάση τους όρους και τις συμφωνίες που περιέχονται στο ως άνω αναφερόμενο εργολαβικό συμβόλαιο (...) και τις συμφωνηθείσες σε αυτό ανεξάρτητες διηρημένες ιδιοκτησίες.
Με το ίδιο προσύμφωνο συμβόλαιο (...) η δεύτερη των εναγομένων, εγγυήθηκε έναντι των οικοπεδούχων, την εκ μέρους της πρώτης εναγομένης εργολήπτριας εταιρείας, εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, πηγάζουσες από το ως άνω εργολαβικό συμβόλαιο, παραιτηθείσα του δικαιώματος της ενστάσεως και της διζήσεως και ευθυνομένη ως αυτοφειλέτης.
Αντίστοιχα με το αυτό συμβόλαιο η τρίτη των εναγομένων ως συνοικοπεδούχος είχε αναλάβει την υποχρέωση να κατασκευάσει η ίδια και εξ ιδίων τους ανήκοντες σ'αυτήν δέκα (10) υπογείους ορόφους της πολυώροφης οικοδομής, συμπεριλαμβανομένων των εκσκαφών, των αντιστηρίξεων των πρανών της εκσκαφής και θεμελιώσεων της οικοδομής, το αργότερο μέχρι το Δεκέμβριο του έτους 2010, όπως η προθεσμία αυτής τροποποιήθηκε με το αριθμ....
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου I. Μ., ανέλαβε επί πλέον την υποχρέωση και ευθύνη αυτή και έναντι των οικοπεδούχων, ως προς την ποιότητα της κατασκευής και την προθεσμία απερατώσεως της εν λόγω υποδομής, η δε πρώτη εναγόμενη - εργολήπτρια εγγυήθηκε ομοίως έναντι των οικοπεδούχων, την εκ μέρους της τρίτης εναγομένης εταιρείας εμπρόθεσμη και προσήκουσα εκπλήρωση των υποχρεώσεών της, εκ του άνω εργολαβικού συμβολαίου, όπως τροποποιήθηκε, κατά τα άνω, η οποία αποτελούσε προϋπόθεση της συνεχίσεως και αποπερατώσεως του αναληφθέντος από αυτήν έργου της ανωδομής, η οποία υπήρξε το αντικείμενο της μεταξύ τους συμβάσεως έργου.
Επιπροσθέτως, με την ως άνω αρ. ... πράξη του συμβολαιογράφου Ηρακλείου I. Μ. η τρίτη εναγομένη, εγγυήθηκε και ρητά έναντι των οικοπεδούχων για την εκ μέρους της πρώτης εναγομένης προσήκουσα και εμπρόθεσμη εκπλήρωση των αναληφθεισών εργολαβικών υποχρεώσεων εκ μέρους της, η οποία επανεπιβεβαιώθηκε με σχετική αναφορά στην άνω αρ....
πράξη του συμβολαιογράφου I. Μ., δημιουργηθείσας κατά τον τρόπο αυτό εις ολόκληρον ευθύνης έναντι όλων των οικοπεδούχων και εργοδοτών για την εκ μέρους της πρώτης από αυτές εμπρόθεσμης και προσήκουσας εκπλήρωσης των εργολαβικών υποχρεώσεών της στο σύνολό τους. Περαιτέρω δέχθηκε η διαιτητική απόφαση ότι η ενάγουσα έχει αποκτήσει το ποσοστό των 48,25/1000 αδιανεμήτως επί του οικοπέδου κατά πλήρη κυριότητα δυνάμει του 13212/2010 συμβολαίου συνένωσης ακινήτων του συμβολαιογράφου I.
Μ., νομίμως μεταγεγραμμένου, όπως και ότι η ενάγουσα με την υπ'αριθμ. ... πράξη του προαναφερομένου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Ηρακλείου, συνέπραξε στη σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας επί του ακινήτου αυτού. Ακολούθως καταρτίσθηκε μεταξύ όλων των συμβαλλομένων μερών (ενάγουσα- εναγομένων και λοιπών οικοπεδούχων) η με αριθμ. ...
πράξη του ιδίου συμβολαιογράφου, νομίμως μεταγεγραμμένης στα αυτά βιβλία, δυνάμει της οποίας συμφώνησαν τα μέρη: 1) στην τροποποίηση του προαναφερομένου προσυμφώνου μεταβίβασης αδιαίρετων ποσοστών ακινήτου - εργολαβικού συμβολαίου, 2) στην τροποποίηση της προαναφερόμενης πράξης σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας - υποδιαίρεση οριζόντιας ιδιοκτησίας και 3) στην κατανομή των οριζοντίων ιδιοκτησιών και τον κανονισμό σχέσεων ιδιοκτητών οριζοντίων ιδιοκτησιών.
Με βάση τις τροποποιήσεις που επέφερε η ως άνω πράξη, συμφωνήθηκε ότι στην ενάγουσα θα παραμείνουν κατά το δικαίωμα της πλήρους κυριότητας τα 41,01/1000 εξ αδιαιρέτου του όλου οικοπέδου, στα οποία αντιστοιχούν οι αναφερόμενες στην πράξη αυτή ανεξάρτητες οριζόντιες ιδιοκτησίες συνολικής επιφάνειας 237,40 τ.μ.
Εξάλλου με την αυτή πράξη ορίστηκε επιπλέον ότι κατά τα σημεία που η περιγραφή των οριζόντιων ιδιοκτησιών σε αυτήν, η κατανομή τους και εν γένει οποιοδήποτε σημείο διαφοροποιείται σε σχέση με τους όρους που περιέχονται στις προηγούμενες ως άνω αναφερόμενες πράξεις και στο προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο (...) θεωρείται ότι η πράξη αυτή τροποποιεί το τελευταίο αναφερόμενο, το οποίο όμως κατά τα λοιπά σημεία του παραμένει έγκυρο και ισχυρό.
Ακόμη τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν, λόγω δυσχερειών στην εκτέλεση του έργου, στις ακόλουθες προθεσμίες για την πορεία της εκτέλεσής του, οι οποίες τους δεσμεύουν. Ήτοι : "Τον Οκτώβρη του 2010 θα έχει εκδοθεί άδεια της ανωδομής του κτιριακού συγκροτήματος. Ο υπόγειος σταθμός αυτοκινήτων θα αποπερατωθεί το Δεκέμβριο του 2010.
Η ανωδομή τού συγκροτήματος όσον αφορά στα καταστήματα, γραφεία και κατοικίες θα αποπερατωθεί το Δεκέμβριο του 2011 και η αποπεράτωση των κοινοχρήστων θα γίνει το Μάρτιο του 2012". Στους μη τροποποιηθέντες όρους του ... προσυμφώνου περιλαμβάνονται και οι συμφωνηθείσες ποινικές ρήτρες σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης αποπεράτωσης και παράδοσης κατά τις ταχθείσες προθεσμίες, όπως οι προθεσμίες αυτές στη συνέχεια τροποποιήθηκαν και αναφέρθηκαν ανωτέρω.
Με βάση τα συμφωνηθέντα η πρώτη εναγομένη-εργολάβος θα υποχρεούται να καταβάλει στους οικοπεδούχους, μεταξύ αυτών και στην ενάγουσα, είκοσι πέντε (25) ευρώ ανά τ.μ. για τα καταστήματα και είκοσι (20) ευρώ ανά τ.μ. για τα γραφεία , κατοικίες κλπ και δυο (2) ευρώ ανά τ.μ. για τα κοινόχρηστα για κάθε μήνα καθυστέρησης παράδοσης των διηρημένων ιδιοκτησιών τους, λόγω ευλόγου και δικαίας ποινικής ρήτρας και αποζημίωσής τους.
Οι ως άνω ποινικές ρήτρες μάλιστα συμφωνήθηκε, με το ίδιο ως άνω εργολαβικό συμβόλαιο, να διπλασιάζονται μετά την πάροδο εξαμήνου από το συμφωνημένο χρόνο παραδόσεως. Ενόψει δε του ότι η πρώτη εναγομένη δεν προέβη μέχρι τη συμφωνηθείσα ημερομηνία στην έκδοση της οικοδομικής άδειας, η ενάγουσα όχλησε αυτήν εξωδίκως την 10-6-2013 καλώντας τόσο την ίδια όσο και τις λοιπές εναγόμενες, από τη λήξη των παραπάνω προθεσμιών, να προβούν σε άμεση εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεών τους καθώς επίσης να καταβάλουν σε αυτήν ευθυνόμενες εις ολόκληρον εκάστη, τις οφειλόμενες ποινικές ρήτρες, για κάθε μήνα καθυστέρησης στην παράδοση των ανεξάρτητων ιδιοκτησιών της και των κοινοχρήστων μερών, συνεπεία της υπερημερίας της πρώτης εξ αυτών, ανερχομένων αυτών στο συνολικό ποσό των 216.508,80 ευρώ για διάστημα από 1-1-2012 έως και 12/2013 κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα.
Περαιτέρω η διαιτητική απόφαση απέρριψε τις αιτιάσεις των εναγομένων περί ελλείψεως υπαιτιότητας εκ μέρους των και ειδικότερα, ότι η καθυστέρηση οφείλεται σε εξωγενείς παράγοντες, ενώ έκρινε τον προβληθέντα εκ μέρους των ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ της ενάγουσας, ως μη νόμιμο και απέρριψε αυτόν, δεχόμενη την κατάπτωση της ποινικής ρήτρας υπέρ της ενάγουσας και ακολούθως, κατά παραδοχή εν μέρει ως ουσιαστικά βάσιμου του περί μειώσεως της ποινικής ρήτρας, (κατ' ένσταση προβληθέντος), αιτήματος των εναγομένων, υποχρέωσε αυτούς να καταβάλουν στην ενάγουσα το συνολικό ποσό των 148.849,80 ευρώ νομιμοτοτόκως και ειδικότερα :
α) το ποσό των 100.420,20€ από 19.6.2013, β) το ποσό των 41.782,40€ από την επίδοση της αγωγής και γ) το ποσό των 6647,20€ (ποινική ρήτρα Δεκεμβρίου 2013) από 1/1/2014 μέχρι την εξόφληση. Κατά της αποφάσεως δε αυτής στρέφονται, όπως προαναφέρθηκε, με την ένδικη ακυρωτική αγωγή τους οι ενάγουσες εργολήπτριες εταιρίες. Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση ακυρωτικής αγωγής οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι η διαιτητική απόφαση είναι άκυρη, διότι αντίκειται σε κανόνες δημόσιας τάξης και χρηστών ηθών και συγκεκριμένα ότι η διαφορά επί της οποίας εκδόθηκαν οι προσβαλλόμενες αποφάσεις εδράζεται στην ως άνω αναφερόμενη με αριθμό ...
εργολαβική σύμβαση της συμβολαιογράφου Ηρακλείου Μ. Κ. και στη με αριθμό ... πράξη συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ι. Μ., χωρίς η άδεια δόμησης να αναφερθεί και προσαρτηθεί αριθμό στη με αριθμό ... συμβολαιογραφική πράξη, ενώ στην τελευταία αυτή συμβολαιογραφική πράξη είναι συνημμένος μεταξύ άλλων και ο από "Ιούλιος 2010" Πίνακας Αναλογιών Ποσοστών Συνιδιοκτησίας του Αρχιτέκτονα Μηχανικού Ι.
Χ., ο οποίος δεν φέρει τις υπογραφές των συμβληθέντων στον ως άνω συμβόλαιο. Όμως ανεξαρτήτως νομικής βασιμότητας των όσων ισχυρίζονται οι ενάγουσες, δεδομένου ότι α) στην πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν είναι απαραίτητη η επίκληση και προσάρτηση οικοδομικής άδειας, καθόσον η σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν θεωρείται μεταβίβαση κτίσματος και μόνο στις δικαιοπραξίες που έχουν ως αντικείμενο την μεταβίβαση κτίσματος κατ' άρθρο 17 παρ.12 του Ν. 1337/1983, αναφέρεται στο πωλητήριο συμβόλαιο ο αριθμός αδείας οικοδόμησης αυτού και επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφό της, και β) δεν υπάρχει υποχρέωση προσάρτησης στις συμβολαιογραφικές πράξεις συστάσεως η τροποποιήσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας, πίνακας ποσοστών συνιδιοκτησίας κατανομής βαρών -των κατ' ιδία ιδιοκτησιών, τα οποία στοιχεία αναφέρονται κατά την περιγραφή της καθεμιάς αυτοτελούς ιδιοκτησίας στο κείμενο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, το οποίο φέρει τις υπογραφές των συμβαλλομένων και του συμβολαιογράφου, το περιεχόμενο του υπό κρίση λόγου αφορά υποτιθέμενες παραβιάσεις κανόνων που δεν την καθιστούν αντίθετη προς διατάξεις δημοσίας τάξεως, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στην αρχή της παρούσης, ούτε αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, όπως η έννοια αυτών παρατέθηκε επίσης στην αρχή της παρούσης, ήτοι δεν παραβιάστηκαν διατάξεις από εκείνες που συγκροτούν τα απαρασάλευτα κοινωνικά και ιδίως οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης.
Συνεπώς ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμος. Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αγωγής, ζητούν την ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως επικαλούμενοι ότι κατά παράβαση του κανόνα αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και των χρηστών ηθών απορρίφθηκε η επικουρικώς προβληθείσα ένστασή τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εναγομένης, αφού ουδέν πταίσμα δεν τις βαρύνει για την μη έγκαιρη παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών, ο δε καταναγκασμός τους στην καταβολή των ποινικών ρητρών είναι ιδιαίτερα επαχθής γι' αυτές και θα καταστήσει τη θέση τους δυσχερή, με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί εν τέλει το συνολικό έργο.
Όμως, ο λόγος αυτός ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ δεν περιέχει θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιικής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, δεν είναι δηλαδή δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια των άρθρων 897 αριθ. 6 Κ.Πολ.Δ (και 33 ΑΚ) και πάντως δεν έχει τεθεί για να υπηρετήσει το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον (εμπίπτουσα στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 ΑΚ), με συνέπεια η εφαρμογή της να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκ του λόγου αυτού κατ' άρθρο 897 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ. .
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, όπου για την θεμελίωση του 281 ΑΚ, γίνεται αναφορά σε γνώση και συναίνεση της εναγομένης στην προσκύρωση της αδιέξοδης οδού στο αρχικό ακίνητο, στην έκδοση νέας οικοδομικής άδειας και τις καθυστερήσεις που συνεπαγόταν όλες αυτές οι διαδικασίες, κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως λόγω της απαράδεκτης προβολής του, διότι, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο ως άνω ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από τις αιτούσες στ) διεξαχθείσα διαιτητική δίκη, κατά την οποία, μόνο ισχυρισμοί περί του ότι ο καταναγκασμός τους στην πληρωμή της ποινικής ρήτρας θα τους εξετάσει οικονομικά και επιχειρηματικά προτάθηκαν.
Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της αγωγής ισχυρίζονται ότι η διαιτητική απόφαση είναι άκυρη, διότι είναι αντίθετη με τη δημόσια τάξη και τα χρηστά ήθη κατά την έννοια του άρθρου 897 αριθ.6 ΚΠολΔ και επειδή παρέλειψε να αναζητήσει αυτεπαγγέλτως τα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά και ειδικότερα παρέλειψε να διενεργήσει πραγματογνωμοσύνη και θεώρηση του ακινήτου, προκειμένου να διαπιστώσει την πραγματική αξία του ακινήτου, από την οποία προκύπτει ότι η ποινή είναι δυσανάλογα μεγάλη.
Ο λόγος αυτός επίσης δεν είναι νόμιμος, αφού ανάγεται στην ουσιαστική διερεύνηση της υπόθεσης και η εσφαλμένη εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού ή η εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου δεν αποτελεί νόμιμο λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης (..........). Με τον τρίτο λόγο της υπό κρίση αγωγής οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις ιδίως η με αριθμό 2 διαιτητική απόφαση είναι άκυρες, επιπλέον και διότι είναι αντίθετες με την έννοια του άρθρου 897 αριθ.5 ΚΠολΔ, καθώς δεν τηρήθηκαν κατά την Διαιτησία οι επιβαλλόμενες από την διάταξη του άρθρου 886 αριθ. 2 ΚΠολΔ αρχές της ισότητας των διαδίκων και της ακροάσεως όλων των πλευρών, διότι το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, δεν έλαβε υπόψη του όλους τους ισχυρισμούς που παρουσιάσθηκαν και υποβλήθηκαν προφορικά και εγγράφους με τις προτάσεις και τα υπομνήματα.
Όμως όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός ακύρωσης ήτοι η υπό επίκληση μη λήψη υπόψη εγγράφων και ισχυρισμών δεν εμπίπτει ερμηνευτικά στην παραβίαση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, η οποία ως αρχή στο κεφάλαιο ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά σε σχέση με του υπολοίπους ιδιαίτερα δικαιώματα η δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλους υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο, ούτε στην παραβίαση της αρχής της ακροάσεως όλων των διαδίκων, η οποία επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφ' ενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και υποβάλλουν τους ισχυρισμούς τους και τα αποδεικτικά τους μέσα αφετέρου να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους ακούσουν.
Αντίθετα, θα πραγματωνόταν παραβίαση των αρχών αυτών, εάν (οι) ισχυρίζονταν ότι δεν τους επιτράπηκε να υποβάλλουν αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο ισχυρισμός ότι τα υποβληθέντα παρ' αυτών αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη αποτελεί ομοίως αιτίαση κατά της ουσιαστικής κρίσεως της διαιτητικής αποφάσεως, η οποία κατά τα αναφερθέντα και στην νομική σκέψη της παρούσας, δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της απόφασης.
Σε κάθε δε περίπτωση όπως δε προκύπτει από την έκθεση πρακτικών συνεδρίασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου και τα σχετικά δικόγραφα που κατατέθηκαν και προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση, κατά τη διαιτητική δίκη τηρήθηκε η αρχή της ακρόασης των μερών υπό συνθήκες διαδικαστικής ισότητας, αφού όλοι οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (στις 26 Φεβρουαρίου 2014), προέβαλαν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ενστάσεις - αντενστάσεις), εξέτασαν μάρτυρες, προσκόμισαν αποδεικτικά έγγραφα και κατέθεσαν προτάσεις κατά τη συζήτηση και συμπλήρωσαν τις προσθήκες - αντικρούσεις των προτάσεων μέσα στη σχετική προθεσμία που τάχτηκε.
Με τον τέταρτο ακυρωτικό λόγο οι ενάγουσες ισχυρίζονται ότι το διαιτητικό δικαστήριο παρέβη κανόνα ουσιαστικού, δηλαδή δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 342 ΑΚ περί ανυπαίτιας αδυναμίας παροχής ως αιτήθηκαν, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδεδειγμένα αρκούσαν για την εφαρμογή του, και προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών, κατά παράβαση των άρθρων 559 αρ.1 και 897 αριθ. 3.
ΚΠολΔ. Ο λόγος αυτός είναι μη νόμιμος καταφανώς μη εμπίπτων στο άρθρο 897 παρ.3 ΚΠολΔ όπου ορίζεται ότι η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί " ...3) εάν εκείνοι που την εξέδωσαν ορίστηκαν κατά παράβαση των όρων της συμφωνίας για τη διαιτησία η των διατάξεων του νόμου η αν τα μέρη τους είχαν ανακαλέσει η αποφάνθηκαν αν και είχε γίνει δεκτή αίτηση εξαιρέσεως τους"..
Εξάλλου η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου έχει αναχθεί από το νομοθέτη στα πλαίσια του αστικού δικονομικού δικαίου σε λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ), όχι δε και σε λόγο ακύρωσης της διαιτητικής απόφασης, από εκείνους που περιοριστικά ορίζονται από τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ. Η οποιαδήποτε ερμηνευτική εκδοχή, που, υπό\το πρόσχημα της παράβασης του άρθρου 897 ΚΠολΔ, αλλά και εκείνης του άρθρου 342 ΑΚ (...), εισάγει, με πλάγιο τρόπο, τέτοιο λόγο ακύρωσης των διαιτητικών αποφάσεων από τη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ, η οποία περιοριστικά και ειδικά καθορίζει τους αντίστοιχους λόγους ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη σαφώς εκπεφρασμένη βούληση του νομοθέτη (......).
Συνεπώς και ο λόγος αυτός ακυρώσεως της διαιτητικής αποφάσεως είναι μη νόμιμος και απορριπτέος, δεδομένου ότι, ακόμη και αν η άνω παραδοχή της διαιτητικής αποφάσεως αποτελεί πράγματι παράβαση του άρθρου 342, ο λόγος αυτός μπορεί μεν, να έχει αναχθεί από το νομοθέτη σε λόγο αναίρεσης (άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ), δεν έχει όμως αναχθεί και σε λόγο ακυρώσεως των διαιτητικών αποφάσεων.
Κατόπιν τούτων και μη υπαρχόντων άλλων λόγων προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αγωγή ν' απορριφθεί...".? Με τον πρώτο από τους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείουσες, ισχυρίζονται ότι το Εφετείο, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε κανόνες ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 και 3 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν.1577/1985) και των άρθρων 17 και 18 ν.1337/ 1983, βάσει των οποίων καθιερώνεται η υποχρέωση εκδόσεως αδείας οικοδομής, εν όψει του ότι η επίμαχη άδεια δόμησης θα έπρεπε να αναφέρεται και να είναι προσαρτώμενη στην τελευταία αυτή συμβολαιογραφική πράξη, καθώς και ότι εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις των άρθρων 432 επ.
Κ.Πολ.Δ, επειδή η επίμαχη άδεια δόμησης θα έπρεπε να αναφέρεται και να είναι προσαρτώμενη στην υπ'αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη, επιπλέον δε ότι ο πίνακας αναλογιών που προσαρτάται στο συμβόλαιο δεν φέρει την υπογραφή κανενός από τους συμβληθέντες στο συμβόλαιο, ούτε καν του ίδιου του συμβολαιογράφου και, ως εκ τούτου, είναι εντελώς ανυπόστατος και ουδεμία συστατική ή αποδεικτική δύναμη έχει (432 ΚΠολΔ) και, επομένως, η απόφασή του θα πρέπει να αναιρεθεί, αποδίδοντας πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ.
Κατ'αρχήν, ο ανωτέρω λόγος, κατά το δεύτερο σκέλος του με το οποίο επιχειρείται στοιχειοθέτηση της πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη σε παραβίαση των δικονομικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 432 επ. ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος, διότι η ως άνω πλημμέλεια δεν ιδρύεται σε περίπτωση παραβίασης δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 1972/2022, ΑΠ 1272/2021, ΑΠ 808/2015, ΑΠ 482/2006).
Τούτο δε, ανεξαρτήτως και της αοριστίας του, αφού δεν εκτίθεται αναλυτικά το σύνολο των τροποποιήσεων που έγιναν στις συσταθείσες οριζόντιες ιδιοκτησίες στην επίμαχη συμβολαιογραφική πράξη, όπως παγίως αναφέρονται στη γενική περιγραφή αυτής (πράξη συστάσεως ή τροποποιήσεως) στα σχετικά συμβόλαια συστάσεως και τροποποιήσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών, με τα ποσοστά και τις αναλογίες τους στην διηρημένη ιδιοκτησία, προκειμένου να μπορούν να ελεγχθούν οι περιλαμβανόμενες στο συμβόλαιο αυτό συγκεκριμένες συμφωνίες των διαδίκων, αλλά και σε συνάρτηση με τον επιπλέον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι - πέραν από ανυπόγραφος από τους συμβληθέντες [που εφόσον, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, οι προβλέψεις του περιλαμβάνονταν στο συμβόλαιο αυτό (το οποίο σημειωτέον δεν περιέχεται στον φάκελο που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες κατά την άσκηση της αναιρέσεως ούτε προσκομίζεται από την αναιρεσίβλητη) δεν ασκεί έννομη επιρροή η μη υπογραφή και του πίνακα αυτού, ως προσαρτώμενου εγγράφου, από τους συμβληθέντες] - είναι και άσχετος με την πραγματικότητα των ποσοστών συνιδιοκτησίας καθενός από τους συμβληθέντες.
Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 παρ. 12 εδ. α'- δ' Ν. 1337/1983, "Σε κάθε δικαιοπραξία, που συντάσσεται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου και έχει ως αντικείμενο μεταβίβαση κτίσματος, αναφέρεται στο πωλητήριο συμβόλαιο ο αριθμός της άδειας οικοδόμησης του κτίσματος αυτού και επισυνάπτεται κυρωμένο αντίγραφό της, εφόσον το κτίσμα οικοδομήθηκε μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου.
Αν το μεταβιβαζόμενο κτίσμα έχει ανεγερθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου, επισυνάπτεται υπεύθυνη δήλωση των δικαιοπρακτούντων που συντάσσεται κατά το Ν.Δ. 105/1969 "περί ατομικής ευθύνης του δηλούντος ή βεβαιούντος" ότι το μεταβιβαζόμενο έχει ανεγερθεί πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού. Εάν οι δικαιοπρακτούντες δηλώνουν ή βεβαιώνουν εν γνώσει τους ψευδή γεγονότα ως προς τα ανωτέρω, τιμωρούνται με την ποινή του άρθρου 2 του Ν.Δ. 105/1969.
Οι συμβολαιογράφοι που συντάσσουν συμβόλαια, κατά παράβαση των διατάξεων της παραγράφου αυτής, οι δικαιοπρακτούντες, οι μεσίτες που μεσολαβούν, οι υποθηκοφύλακες που μεταγράφουν, οι δικηγόροι που παρίστανται σε τέτοια συμβόλαια, τιμωρούνται με τις ποινές του πρώτου εδαφίου της παραγράφου 8 του παρόντος άρθρου ή με τις ποινές του δευτέρου εδαφίου, εάν η πράξη τελέσθηκε από αμέλεια".
Είναι όμως σαφές ότι η παραπάνω διάταξη αφορά μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες και όχι πράξεις συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας ή τροποποιήσεως αυτής εν όψει ανεγέρσεως οικοδομής στο πλαίσιο του θεσμού της διηρημένης ιδιοκτησίας. Περαιτέρω, διατάξεις δημοσίας τάξεως, είναι και εκείνες των άρθρων 22 παρ.1 και 3 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν.1577/1985) και των άρθρων 17 και 18 ν.1337/1983, με τις οποίες καθιερώνεται η υποχρέωση εκδόσεως αδείας οικοδομής.
Οι πολεοδομικές αυτές, όμως, διατάξεις δεν απαγορεύουν καθεαυτή την κατάρτιση συμβάσεως έργου που ορίζει ότι η κατασκευή οικοδομής θα γίνει κατά παράβαση της οικείας άδειας οικοδομικών εργασιών ή χωρίς τέτοια άδεια, γι' αυτό και κρίθηκε ότι η διαιτητική απόφαση με την οποία επιλύθηκε διαφορά σύμφωνα με τέτοιες συμβάσεις δεν είναι αντίθετη προς τις πιο πάνω διατάξεις δημόσιας τάξεως (ΑΠ 1819/2013, ΑΠ 404/ 2000).
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1002 και 1117ΑΚ, 1, 2 παρ.1, 3 παρ.1, 4 παρ.1, 5 και 13 του ν. 3741/1929 "Περί της ιδιοκτησίας κατ' ορόφους" ο οποίος διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Αστικού Κώδικα, δια του άρθρου 54 του ΕισΝΑΚ, σαφώς συνάγεται ότι επί οριζοντίου ιδιοκτησίας, ιδρύεται κυρίως μεν χωριστή (διηρημένη) κυριότητα επί ορόφου οικοδομής ή διαμερίσματος ορόφου, παρεπομένως δε αναγκαστική, συγκυριότητα, κατ' ανάλογη μερίδα επί των μερών του όλου ακινήτου, τα οποία χρησιμεύουν σε κοινή από όλους τους οροφοκτήτες χρήση, όπως αυτά ορίζονται στο άρθρο 2§1 του Ν.3741/1929.
Με τις ανωτέρω διατάξεις, όμως, δεν προσδιορίζεται επαρκώς η έννοια του "ορόφου" και του "διαμερίσματος" ορόφου. Από το πνεύμα, εν τούτοις, των διατάξεων για την οροφοκτησία, και ιδίως από τον σκοπό αυτών, ο οποίος, όπως προκύπτει από την εισηγητική έκθεση του Ν.3741/1929, είναι η ευχερέστερη κάλυψη των στεγαστικών αναγκών των πολιτών και η καθ' ύψος επέκταση των πόλεων, καθώς και από τα ερμηνευτικά πορίσματα εκ της κοινής πείρας και από τις σχετικές διατάξεις της πολεοδομικής νομοθεσίας, συνάγεται, ότι "όροφος" ή "διαμέρισμα ορόφου" είναι το αναποχώριστο τμήμα της οικοδομής ή του ορόφου, μετά των συστατικών του και του εντός αυτού (κυβικού) χώρου, που περικλείεται τεχνικώς από κάτω, από τα πλάγια και από πάνω, με τοίχους ή άλλα οικοδομικά στοιχεία, ώστε να διαχωρίζεται σαφώς από τα λοιπά, διαιρετά ή αδιαίρετα, τμήματα της οικοδομής και να έχει αναχθεί σε συγκεκριμένο ή ανεξάρτητο τμήμα αυτής, κατάλληλο προς χωριστή και αυτοτελή εν γένει οικιστική χρήση.
Μόνον δε οι όροφοι και τα διαμερίσματα ορόφων, υπό την ανωτέρω έννοια, καθώς και τα εξομοιούμενα από τον νόμο με ορόφους υπόγεια και δωμάτια κάτω από την στέγη (άρθ. 1002 εδ. β ΑΚ και 1§2 του Ν.3741/1929) μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο οριζόντιας ιδιοκτησίας. Επομένως, δεν είναι δυνατόν να συσταθεί διηρημένη ιδιοκτησία επί ανοικτού χώρου, εκτός αν προβλέπεται στην συστατική της οροφοκτησίας πράξη ή σε μεταγενέστερη συμφωνία όλων των οροφοκτητών που έχει μεταγραφεί νομίμως, ότι ο χώρος αυτός πρόκειται να οικοδομηθεί, οπότε η σύσταση διηρημένης ιδιοκτησίας αναφέρεται στους μελλοντικούς ορόφους ή διαμερίσματα και τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της κατασκευής των (άρθρο 201 ΑΚ - πρβλ.
ΑΠ 1213/2020). Περαιτέρω, προκειμένου για σύνταξη πράξης συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας ή τροποποιήσεως αυτής, δεν προβλέπεται από καμία διάταξη (τουλάχιστον μέχρι τότε που συνετάγη η αφορώσα, μεταξύ άλλων, την ένδικη υπόθεση υπ'αριθμ. ... συμβολαιογραφική πράξη) ότι πρέπει υποχρεωτικά να αναφέρεται σε αυτήν η τυχόν εκδοθείσα άδεια οικοδομής, πολλώ δε μάλλον που αυτή μπορεί καν να μην έχει εκδοθεί κατά τη σύνταξη ή τυχόν τροποποίησή της, αλλά απλώς να γίνεται σε αυτήν αναφορά σε μέλλουσα να ανεγερθεί οικοδομή βάσει εκδοθησομένης αδείας δομήσεως με βάση τις πολεοδομικές διατάξεις, ενώ παράλειψη υπογραφής προσαρτώμενων στο σχετικό συμβόλαιο (πράξη συστάσεως ή τροποποιήσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας) εγγράφων, εφόσον το κατά τα ουσιώδη στοιχεία τους περιεχόμενο των συμφωνιών των συμβληθέντων αναφέρεται στη σχετική ως ανωτέρω συμβολαιογραφική πράξη, δεν συνεπάγεται ακυρότητα της τελευταίας, παρά μόνο αν η προσάρτηση των εγγράφων είναι υποχρεωτική κατά νόμον.
Στην προκειμένη περίπτωση, με το πρώτο σκέλος του πρώτου από τους λόγους αναιρέσεως, προβάλλεται, κατά τα ανωτέρω, από τις αναιρεσείουσες ότι, επειδή στην εργολαβική σύμβαση ή στην πράξη σύστασης οριζόντιας ιδιοκτησίας δεν αναφέρεται και δεν προσαρτάται στο συμβόλαιο η άδεια οικοδομής", εσφαλμένα ερμηνεύτηκε και εφαρμόστηκε από το Εφετείο ο ουσιαστικός νόμος, δηλαδή οι διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 και 3 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν.1577/1985) και των άρθρων 17 και 18 ν.1337/ 1983, βάσει των οποίων καθιερώνεται η υποχρέωση εκδόσεως αδείας οικοδομής, εν όψει του ότι η επίμαχη άδεια δόμησης δεν αναφερόταν, όπως έπρεπε, και δεν ήταν προσαρτώμενη στην ως άνω συμβολαιογραφική πράξη.
Πέραν, όμως του ότι ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, αφού οι αναιρεσείοντες δεν εκθέτουν ότι είχε εκδοθεί άδεια δόμησης και ότι, παρά ταύτα, παρελείφθη η αναφορά της στη σχετική συμβολαιογραφική πράξη (μάλιστα δε, σε άλλο σημείο της αναιρέσεως - βλ. σελ. 21 υπ'αριθ. 3 του δικογράφου της αναιρέσεως - εκθέτουν αντιφατικά ότι τέτοια άδεια δεν μπορούσε να εκδοθεί, σε κάθε περίπτωση τυγχάνει και αβάσιμος, αφού, κατά τα ανωτέρω, οι παραπάνω διατάξεις των άρθρων 22 παρ.1 και 3 του Γενικού Οικοδομικού Κανονισμού (ν.1577/1985) και των άρθρων 17 και 18 ν.1337/ 1983 αφορούν μεταβιβαστικές δικαιοπραξίες και όχι πράξεις συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας ή τροποποιήσεως αυτής εν όψει ανεγέρσεως οικοδομής στο πλαίσιο του θεσμού της διηρημένης ιδιοκτησίας, όπου δεν είναι απαραίτητο, όταν αναφέρεται σε μέλλουσα να ανεγερθεί οικοδομή επί οικοπέδου, ότι έχει ήδη εκδοθεί άδεια δομήσεως (το οποίο μπορεί και να μην έχει ακόμη συμβεί).
Η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που ορίζει ότι: "Η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", καθώς και οι σχετικές με την καλή πίστη διατάξεις των άρθρων 200 και 288 ΑΚ, στην πρώτη των οποίων ορίζεται ότι "οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη" και στη δεύτερη ότι "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", περιέχουν μεν συναφώς κανόνες αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης, δεν είναι όμως δημόσιας τάξης κατά την προεκτεθείσα έννοια των άρθρων 33 ΑΚ και 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού δεν μπορούν να ενταχθούν στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του ότι έχουν θεσπισθεί για να υπηρετήσουν, όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων, με συνέπεια η εφαρμογή τους να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την προεκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκ του λόγου αυτού (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 308/2023, ΑΠ 805/2021, ΑΠ 1292/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο από τους λόγους αναιρέσεως, οι αναιρεσείοντες, αφού πρώτα εκθέτουν τις νομικές παραδοχές του Εφετείου σε σχέση με ότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ δεν είναι δημοσίας τάξεως υπό την έννοια του άρθρου 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, ισχυρίζονται ότι - με τις περαιτέρω παραδοχές του, που έχουν ως ακολούθως:..."Με το πρώτο σκέλος του δεύτερου λόγου της αγωγής, ζητούν την ακύρωση της διαιτητικής αποφάσεως επικαλούμενοι ότι κατά παράβαση του κανόνα αναγκαστικού δικαίου του άρθρου 281 ΑΚ και των χρηστών ηθών απορρίφθηκε η επικουρικώς προβληθείσα ένσταση τους περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος της εναγόμενης, αφού ουδέν πταίσμα δεν τις βαρύνει για την μη έγκαιρη παράδοση των οριζόντιων ιδιοκτησιών, ο δε καταναγκασμός τους στην καταβολή των ποινικών ρητρών είναι ιδιαίτερα επαχθής γι' αυτές και θα καταστήσει τη θέση τους δυσχερή, με αποτέλεσμα να μην ολοκληρωθεί εν τέλει το συνολικό έργο.
Όμως, ο λόγος αυτός ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης, είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, αφού σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, η διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ δεν περιέχει θεμελιακό κανόνα της πολιτειακής, πολιτιστικής, δικαιικής, ηθικής, κοινωνικής ή οικονομικής ζωής της Χώρας, δεν είναι δηλαδή δημοσίας τάξεως, κατά την έννοια των άρθρων 897 αριθ. 6 ΚΠολΔ (και 33 ΑΚ) και πάντως δεν έχει τεθεί για να υπηρετήσει το δημόσιο, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον (εμπίπτουσα στην έννοια των αναγκαστικού δικαίου διατάξεων του άρθρου 3 ΑΚ), με συνέπεια η εφαρμογή της να μην βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την εκτεθείσα έννοια δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκ του λόγου αυτού κατ' άρθρο 897 αρ. 6 ΚΠολΔ.
Ο ίδιος λόγος κατά το μέρος του, όπου για την θεμελίωση του 281 ΑΚ, γίνεται αναφορά σε γνώση και συναίνεση της εναγόμενης στην προσκύρωση της αδιέξοδης οδού στο αρχικό ακίνητο, στην έκδοση νέας οικοδομικής άδειας και τις καθυστερήσεις που συνεπαγόταν όλες αυτές οι διαδικασίες, κρίνεται απορριπτέος πρωτίστως λόγω της απαράδεκτης προβολής του, διότι, σύμφωνα και με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, ο ως άνω ισχυρισμός δεν είχε προταθεί από τις αιτούσες στη διεξαχθείσα διαιτητική δίκη, κατά την οποία, μόνο ισχυρισμοί περί του ότι ο καταναγκασμός τους στην πληρωμή της ποινικής ρήτρας θα τους εξοντώσει οικονομικά και επιχειρηματικά προτάθηκαν, ότι ερμηνεύτηκε εσφαλμένως η φύση του άρθρου 281 ΑΚ θεωρώντας ότι δεν περιέχει κανόνα δημοσίας τάξεως και πάντως δεν έχει τεθεί για να υπηρετήσει το δημόσιο αλλά το ιδιωτικό συμφέρον και ότι, έτσι, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 περ. 1 ΚΠολΔ και για το λόγο αυτό θα πρέπει να αναιρεθεί.
Όπως, όμως, παραπάνω, στη μείζονα σκέψη, γίνεται δεκτό, η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και οι συναφείς με αυτήν λοιπές αναφερόμενες διατάξεις περιέχουν μεν κανόνες αναγκαστικού δικαίου της ελληνικής έννομης τάξης, δεν είναι όμως δημόσιας τάξης, κατά την προεκτεθείσα έννοια των άρθρων 33 ΑΚ και 897 παρ. 6 ΚΠολΔ, αφού δεν μπορεί να ενταχθούν στα πολιτειακά, πολιτιστικά, κοινωνικά και, ιδίως, οικονομικά θεμέλια της ελληνικής έννομης τάξης, ενόψει μάλιστα και του ότι έχουν θεσπισθεί για να υπηρετήσουν, όχι το δημόσιο συμφέρον, αλλά το ιδιωτικό συμφέρον των συναλλασσομένων, με συνέπεια η εφαρμογή τους να μη βρίσκεται σε αντίθεση με την, κατά την προεκτεθείσα έννοια, δημόσια τάξη και να μη δικαιολογείται η ακύρωση της διαιτητικής απόφασης, εκ του λόγου αυτού (ΑΠ 308/2023).
Επομένως, το Εφετείο, που έκρινε ομοίως, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις αναιρεσείουσες με τον δεύτερο από τους λόγους της αναίρεσης είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών" (ΕΣΔΑ), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως...".
Με το ανωτέρω άρθρο, καθ' ο μέρος θεσπίζεται, ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται αντίστοιχα ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων, στα οποία αφορά η σύμβαση και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.
Με τη διάταξη αυτή, καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται, συνεπώς, για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίαση της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 786/2023). Επίσης κατά το άρθρο 20 παρ. 1 Συντ "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ` αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως ο νόμος ορίζει".
Με τις ως άνω διατάξεις, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 110 και 115 ΚΠολΔ, εξασφαλίζεται σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, μεταξύ των οποίων και εκείνων της ισότητας των όπλων και της εκατέρωθεν ακρόασης των διαδίκων (ΑΠ 1118/2021), που συνεπάγεται την υποχρέωση να δίδεται σε κάθε διάδικο μέρος η εύλογη δυνατότητα να αξιολογηθούν τα επιχειρήματά του υπό συνθήκες που δεν το θέτουν σε μειονεκτική θέση και κατά τρόπο αισθητό σε σχέση με το αντίδικο μέρος, η δε διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης, εκτιμώμενη στο σύνολό της, πρέπει να έχει δίκαιο χαρακτήρα (ΑΠ 1307/2006).
Δεν στοιχειοθετείται όμως παραβίαση των άνω διατάξεων όταν πολιτικό δικαστήριο που πληροί τις προϋποθέσεις των παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεων, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του εφαρμόσει εσφαλμένα σε συγκεκριμένη υπόθεση διάταξη ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου αλλά η πλημμέλεια αυτή της αποφάσεως ελέγχεται με τα προβλεπόμενα από τον Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας ένδικα μέσα (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 786/2023), πολύ δε περισσότερο δεν στοιχειοθετείται παράβασή τους για διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο, ειδικότερα δε από διαιτητικό δικαστήριο [του οποίου, μάλιστα, οι αποφάσεις προσβάλλονται για ακύρωση μόνο για τους περιοριστικά προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ λόγους], που άγει σε κατάρριψη των ισχυρισμών που προέβαλε ένας από τους διαδίκους, εκτός εάν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης.
Με τον τρίτο από τους λόγους αναίρεσης, οι αναιρεσείουσες, αναφερόμενες στην απόρριψη από το Εφετείο του τρίτου λόγου ακύρωσης, ήτοι ότι οι προσβαλλόμενες αποφάσεις, ιδιαίτερα δε η υπ' αριθμ. ... διαιτητική απόφαση είναι άκυρες, καθώς δεν τηρήθηκαν κατά τη Διαιτησία οι επιβαλλόμενες από τη διάταξη του άρθρου 886 αρ. 2 ΚΠολΔ αρχές της ισότητας των διαδίκων και της ακροάσεως όλων των πλευρών επειδή, "όπως διατυπώνεται ο λόγος αυτός ακύρωσης ήτοι η υπό επίκληση μη λήψη υπόψη εγγράφων και ισχυρισμών δεν εμπίπτει ερμηνευτικά στην παραβίαση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, η οποία ως αρχή στο κεφάλαιο ακυρώσεως της διαιτητικής απόφασης πραγματώνεται όταν κανένας από τους διαδίκους δεν αποκτά σε σχέση με του υπολοίπους ιδιαίτερα δικαιώματα η δεν απαλλάσσεται από τις επιβαλλόμενες στους άλλου υποχρεώσεις στο δικονομικό πεδίο, ούτε στην παραβίαση της αρχής της ακροάσεως όλων των διαδίκων, η οποία επιτυγχάνεται με την παροχή σε όλους τους διαδίκους της ευχέρειας αφ' ενός να παραστούν κατά τις συζητήσεις της διαφοράς και υποβάλλουν τους ισχυρισμούς τους και τα αποδεικτικά τους μέσα αφετέρου να λάβουν γνώση των ισχυρισμών των αντιδίκων τους και να τους ακούσουν.
Αντίθετα θα πραγματωνόταν παραβίαση των αρχών αυτών, εάν οι [ενάγουσες] ισχυρίζονταν ότι δεν τους επιτράπηκε να υποβάλλουν αποδεικτικά μέσα. Επομένως ο ισχυρισμός ότι τα υποβληθέντα παρ' αυτών αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη αποτελεί ομοίως αιτίαση κατά της ουσιαστικής κρίσεως της διαιτητικής αποφάσεως, η οποία κατά τα αναφερθέντα και στην νομική σκέψη της παρούσας, δεν αποτελεί λόγο ακυρότητας της απόφασης.
Σε κάθε δε περίπτωση όπως προκύπτει από την έκθεση πρακτικών συνεδρίασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου και τα σχετικά δικόγραφα που κατατέθηκαν και προσκομίζονται νόμιμα με επίκληση, κατά τη διαιτητική δίκη τηρήθηκε η αρχή της ακρόασης των μερών υπό συνθήκες διαδικαστικής ισότητας, αφού όλοι οι διάδικοι εκπροσωπήθηκαν νόμιμα από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (στις 26 Φεβρουάριου 2014), προέβαλαν τους αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ενστάσεις - αντενστάσεις), εξέτασαν μάρτυρες, προσκόμισαν αποδεικτικά έγγραφα και κατέθεσαν προτάσεις κατά τη συζήτηση και συμπλήρωσαν τις προσθήκες - αντικρούσεις των προτάσεων μέσα στη σχετική προθεσμία που τάχτηκε", περαιτέρω δε ότι, μολονότι θεωρητικά δεν στερήθηκαν τη δικονομική δυνατότητα να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς της αντιδίκου τους, στην πραγματικότητα τα αποδεικτικά τους μέσα (έγγραφα, μαρτυρικές καταθέσεις, κλπ), δεν ελήφθησαν με ισότιμο τρόπο υπόψη.
Επίσης δε, ότι εάν η αναιρεσιβαλλόμενη, είχε προχωρήσει σε πραγματική εξέταση των ισχυρισμών τους και λάμβανε υπόψη τα αποδεικτικά τους μέσα, θα είχε καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η όποια καθυστέρηση οφειλόταν σε γεγονότα για τα οποία δεν είχαν ευθύνη (342 ΑΚ) και θα είχε γίνει αντιληπτό ότι με την αδιάκοπη υπογραφή νέων συμβολαίων σκοπό είχαν η αντίδικος τους και οι λοιποί αντισυμβαλλόμενοί τους, να δημιουργήσουν σύγχυση (αφού, τελικά, κανείς δεν μπορούσε να παρακολουθήσει γιατί τροποποιούνταν και διορθώνονταν συνέχεια τα συμβόλαια) και να μειώσουν το χρόνο παράδοσης του έργου, προκειμένου να τους ζητήσουν εκ των υστέρων απαράδεκτες και εξωφρενικές ποινικές ρήτρες.
Περαιτέρω δε, προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναιρέσεως, αναφέρονται ειδικότερα στα έγγραφα που είχαν προσκομίσει και, κατ'αυτούς, αποδεικνύουν τους ισχυρισμούς των, από τους οποίους συνάγεται ότι ναι μεν δεν στερήθηκαν τη δικονομική δυνατότητα να προβάλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και αντικρούσεις, ωστόσο τα αποδεικτικά τους μέσα δεν λήφθηκαν με ισότιμο τρόπο υπόψη και, επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη κρίνοντας ότι ο τρίτος λόγος ακύρωσης δεν εμπίπτει ερμηνευτικά στην παραβίαση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων παραβίασε το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και πρέπει να αναιρεθεί κατ' άρθρον 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ σε συνδυασμό με το άρθρο 6παρ. 1 της ΕΣΔΑ.
Πλην, όμως - και ανεξαρτήτως του ότι στον λόγο αυτό αναιρέσεως γίνεται ρητή αναφορά σε παραδοχές της υπ' αριθμ. ... διαιτητικής αποφάσεως και όχι, όπως θα έπρεπε, στις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, προκειμένου να θεμελιώσουν οι αναιρεσείουσες τον ισχυρισμό τους ότι τα υποβληθέντα παρ' αυτών αποδεικτικά μέσα δεν ελήφθησαν υπόψη, καθώς δεν τηρήθηκαν κατά τη Διαιτησία οι επιβαλλόμενες από τη διάταξη του άρθρου 886 αρ. 2 ΚΠολΔ αρχές της ισότητας των διαδίκων και της ακροάσεως όλων των πλευρών και ότι, επομένως, η αναιρεσιβαλλόμενη κρίνοντας ότι ο τρίτος λόγος ακύρωσης δεν εμπίπτει ερμηνευτικά στην παραβίαση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων παραβίασε, κατά τα ανωτέρω, το άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ - όπως αναφέρεται στη μείζονα σκέψη της αποφάσεως, δεν στοιχειοθετείται παραβίαση των άνω διατάξεων όταν διαιτητικό δικαστήριο, που πληροί τις προϋποθέσεις της παραπάνω αυξημένης τυπικής ισχύος διατάξεως, ήτοι είναι ανεξάρτητο, αμερόληπτο και λειτουργεί νόμιμα με βάση κανόνες δικαίου και με οργανωμένη διαδικασία για τα ζητήματα της αρμοδιότητάς του προβεί σε διαφορετική εκτίμηση των αποδείξεων, που άγει σε κατάρριψη των ισχυρισμών που προέβαλε ένας από τους διαδίκους, εκτός εάν, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, από την υλοποίηση (εκτέλεση) της απόφασης θα εδημιουργείτο κατάσταση αντίθετη προς τις ως άνω θεμελιώδεις αντιλήψεις της ελληνικής έννομης τάξης, πολλώ δε μάλλον που, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, οι αποφάσεις των διαιτητικών δικαστηρίων προσβάλλονται για ακύρωση μόνο για τους περιοριστικά προβλεπόμενους στη διάταξη του άρθρου 897 ΚΠολΔ λόγους, ενώ η νομολογιακή παραδοχή ότι η διαδικασία εκδίκασης της υπόθεσης, εκτιμώμενη στο σύνολό της, πρέπει να έχει δίκαιο χαρακτήρα, αναφέρεται στην τήρηση των δικονομικών κανόνων και την αρχή της ίσης μεταχειρίσεως των διαδίκων και όχι στην εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο.
Επομένως, το Εφετείο που έκρινε ομοίως, ως προς ότι ο τρίτος λόγος ακύρωσης δεν εμπίπτει ερμηνευτικά στην παραβίαση της ίσης μεταχείρισης των διαδίκων, δεν παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με τον τρίτο από τους λόγους αναιρέσεως είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας των αναιρεσειουσών (άρθρ. 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ ως ισχύει). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως αυτά ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 7-9-2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 59/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τις αναιρεσείουσες παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαρτίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ