Supreme Court allows appeal against labor contract ruling due to insufficient reasoning on employment relationship criteria.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding a labor dispute. The appellant argued that the lower court failed to provide sufficient reasoning to justify classifying the relationship as an employment contract rather than a service contract. The court agreed, finding the reasoning regarding the conditions of work and control insufficient to support the employment classification.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 580, 583 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may allow an appeal when the lower court's reasoning is insufficient to justify its finding that a contractual relationship constitutes an employment contract rather than a service contract.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 953 / 2020 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 953/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου και Θεόδωρο Μαντούβαλο - Εισηγητή, Πελαγία Ακάσογλου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Φεβρουαρίου 2020, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Πρακτορείου Ειδήσεων με την επωνυμία "...", που εδρεύει στη ..., το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα και διατηρεί γραφείο αντιπροσωπείας στην Ελλάδα με την επωνυμία "... ...". Εκπροσωπήθηκε από τις πληρεξούσιες δικηγόρους του Ευφημία Μητσοπούλου και Στεργιανή - Μαργαρίτα Δρόσσα, οι οποίες κατέθεσαν προτάσεις. Του αναιρεσιβλήτου: Ν. Γ. του Κ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ανδρέα Ματθαίου, ο οποίος ανακάλεσε την από 10/2/2020 δήλωσή του κατ' άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24/11/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1039/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2044/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον νομικό πρόσωπο με την από 29/5/2019 αίτησή του και τους από 23/12/2019 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Οι πληρεξούσιες του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 29-5-2019 και με αριθ. κατάθεσης 4995/479/29-5-2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 23-12-2019 και με αριθ. κατάθεσης 134/24-12-2019 πρόσθετους λόγους, προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών υπ' αριθ. 2044/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με την απόφαση αυτή, το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσία την από 27-9-2016 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της υπ' αριθ. 1039/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε απορριφθεί ως ουσία αβάσιμη η από 24-11-2014 αγωγή του επιδικάσεως μισθών υπερημερίας λόγω άκυρης καταγγελίας, προσαύξησης ημερομισθίου για την απασχόλησή του τα Σαββατοκύριακα, επιδομάτων εορτών και ηδείας και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, κατά του εναγομένου Πρακτορείου ειδήσεων -αναιρεσείοντος, με την αιτιολογία ότι δεν αποδείχθηκε ότι η έννομη σχέση μεταξύ του ενάγοντος και του εναγομένου είχε το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας.
Με την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, αναγνώρισε την ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος και του επιδίκασε καταψηφιστικά, για μισθούς υπερημερίας και επιδόματα εορτών και άδειας το συνολικό ποσό των 34.109,34 € με το νόμιμο τόκο από τότε που κατέστη απαιτητό το κάθε κονδύλιο.
Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής, ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (ΚΠολΔ 552, 553, 556, 558, 564 § 3, 566 § 1, 569, 144). Είναι συνεπώς παραδεκτοί (ΚΠολΔ 577 § 1) και πρέπει να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα των λόγων τους (ΚΠολΔ 577 § 3).
Κατά το άρθρο 559 αρ. 9 περ. β' ΚΠολΔ "Αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο επιδίκασε περισσότερα από όσα ζητήθηκαν". Στο πλαίσιο δε τη καθιερουμένης από το άρθρο 106 του ΚΠολΔ θεμελιακής δικονομικής αρχής της ελεύθερης διάθεσης του αντικειμένου της δίκης, το δικαστήριο δεν έχει εξουσία να επιληφθεί αυτεπαγγέλτως μιας διαφοράς παρά μόνο ύστερα από σχετική αίτηση του διαδίκου, αν δε παρά ταύτα προβεί σε εκδίκαση και έκδοση αποφάσεως, τότε αυτή η απόφαση είναι ελαττωματική, διότι αντίκειται στην εν λόγω διαθετική αρχή. Έλλειψη αιτήσεως υπάρχει και όταν έγινε παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, αφού η παραίτηση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 295 § 1 εδ. α' ΚΠολΔ, έχει ως συνέπεια η αγωγή να θεωρείται ως μη ασκηθείσα, αιρουμένων αναδρομικώς των συνεπειών της ασκήσεώς της. Το ίδιο δε ισχύει, σύμφωνα με τα άρθρα 223 εδ. β' και 295 § 1 εδ. β' του ΚΠολΔ, και στην περίπτωση του περιορισμού με τις προτάσεις ή με δήλωση στα πρακτικά εωσότου περατωθεί η δίκη στον πρώτο βαθμό του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, αφού ο περιορισμός αυτός θεωρείται μερική παραίτηση από το δικόγραφο. Έτσι, η διάγνωση από το δικαστήριο αιτήματος, ως προς το οποίο είχε γίνει παραίτηση από το δικόγραφο της αγωγής, ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο του αρ. 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΟλομΑΠ 9/2002, ΑΠ 537/2016, ΑΠ 1352/2009, ΑΠ 1348/2006).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δεχόμενο την έφεση του ενάγοντος - αναιρεσίβλητου και δικάζοντας, μετ' εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης την από 24-11-2014 αγωγή αυτού, του επιδίκασε για μισθούς υπερημερίας το συνολικό ποσό των 16.605 € και για επιδόματα εορτών και άδειας 17.504,34 € (σύνολο 34.109, 34 €) και δη ως καταψηφιστικά, μολονότι (ο ενάγων), όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, κατά την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της αγωγής, με δήλωση του που καταχωρήθηκε στα πρακτικά και με τις προτάσεις είχε περιορίσει παραδεκτώς το αίτημα αυτής για επιδόματα εορτών και άδειας σε αναγνωριστικό. Έτσι κρίνοντας το Εφετείο επιδίκασε με την προσβαλλόμενη απόφασή του πλέον του αιτηθέντος και υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αρ. 9 περ. β' ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, όπως βασίμως διατείνεται με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση από 29-5-2019 αιτήσεώς του το αναιρεσείον. Επομένως ο λόγος αυτός πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί κατά τούτο η προσβαλλομένη απόφαση, ήτοι κατά το μέρος που προέβη στην καταψήφιση του προαναφερθέντος χρηματικού ποσού των 17.504,34 € (για επιδόματα εορτών και άδειας).
Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ. ΑΚ & 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την ΠΥΣ 324/1946 και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ (άρθρο 38 ΕισΝΑΚ), συνάγεται ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, στην οποία μόνο έχουν εφαρμογή οι ειδικοί κανόνες του εργατικού δικαίου, όπως οι περί αποζημιώσεως απολύσεως, χορηγήσεως αδείας, επιδομάτων εορτών κλπ, ως έχοντες θεσπισθεί εν όψει της ανάγκης μείζονος προστασίας, την οποία έχουν κατά τεκμήριο οι παρέχοντες εξηρτημένη εργασία, υπάρχει, όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στον μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και ν' ασκεί εποπτεία και έλεγχο για την διαπίστωση της συμμόρφωσης του εργαζομένου προς αυτές.
Η υποχρέωση, μάλιστα, του εργαζομένου να δέχεται τον έλεγχο του εργοδότη και να συμμορφώνεται προς τις οδηγίες του ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας αποτελεί το βασικό γνώρισμα της εξάρτησης αυτής, η οποία μπορεί να είναι χαλαρότερη στις περιπτώσεις που ο εργαζόμενος αναπτύσσει πρωτοβουλία κατά την εκτέλεση της εργασίας του λόγω των επιστημονικών ή ειδικών γνώσεών του και του αντικειμένου της εργασίας, αλλά θα πρέπει να υπάρχει για να θεωρηθεί η εργασία ως εξαρτημένη.
Η σύμβαση αυτή διακρίνεται από την αναφερομένη στο άρθρο 681 ΑΚ σύμβαση μίσθωσης έργου, επί της οποίας δεν έχουν "εφαρμογή οι διατάξεις του εργατικού δικαίου, κυρίως διότι με την σύμβαση εργασίας οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην εργασία, που θα παρέχεται σε ορισμένο ή αόριστο χρόνο, ενώ με την σύμβαση μίσθωσης έργου οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην επίτευξη του συμφωνηθέντος τελικού αποτελέσματος, η πραγμάτωση του οποίου συνεπάγεται την αυτόματη λύση της μεταξύ των συμβαλλομένων συμβατικής σχέσης.
Αντίθετα, σύμβαση ανεξαρτήτων υπηρεσιών υπάρχει, όταν ο εργαζόμενος παρέχει αντί μισθού τις υπηρεσίες του, χωρίς να υπόκειται στον έλεγχο και την εποπτεία του εργοδότη και να είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται προς τις εντολές και οδηγίες αυτού, ιδίως ως προς τον τρόπο και τον χρόνο παροχής των υπηρεσιών του.
Και στην σύμβαση αυτή, πάντως, υπάρχει κάποια δέσμευση και εξάρτηση, όπως συμβαίνει σε κάθε περίπτωση που αναλαμβάνονται υποχρεώσεις με ενοχική σύμβαση και γι' αυτό ακριβώς η συμμόρφωση του εργαζομένου προς τους όρους της σύμβασής του, που μπορούν να έχουν σχέση και με τον τόπο ή τα χρονικά πλαίσια παροχής της εργασίας δεν υποδηλώνουν, χωρίς άλλο, εξάρτηση αυτού από τον εργοδότη με την προεκτεθείσα έννοια.
Οπωσδήποτε το δικαίωμα του εργοδότη να δίνει εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο, τον τόπο και τον χρόνο παροχής της εργασίας και να ελέγχει την συμμόρφωση του εργαζομένου προς αυτές, καθώς και η έκταση των αντιστοίχων υποχρεώσεων του τελευταίου, αποτελούν ενδεικτικά στοιχεία της ύπαρξης εξάρτησης, η οποία, όμως, δεν εξαρτάται μόνο από την συνδρομή όλων ή των περισσοτέρων από τα στοιχεία αυτά, διότι εκείνο που διακρίνει την εξαρτημένη εργασία από την ανεξάρτητη δεν είναι το ποσοτικό στοιχείο, δηλ.
η σώρευση περισσοτέρων ενδείξεων δέσμευσης και εξάρτησης, αλλά το ποιοτικό, δηλ. η ιδιαίτερη ποιότητα της δέσμευσης και εξάρτησης, η οποία έχει για τον υποβαλλόμενο σ' αυτήν εργαζόμενο συνέπειες που καθιστούν απαραίτητη την ιδιαίτερη ρύθμιση της σχέσης του με τον εργοδότη και δικαιολογούν την ειδική προστασία από το εργατικό δίκαιο.
Το ποιοτικό αυτό στοιχείο συνάγεται από την εκτίμηση των όρων και των συνθηκών παροχής της εργασίας και διαφέρει κατά περίπτωση, ανάλογα με το είδος και την φύση της εργασίας, συνδυαζόμενο δε με τις υφιστάμενες ενδείξεις εξάρτησης, παρέχει ασφαλέστερο κριτήριο για την διάκριση της εξαρτημένης εργασίας από την ανεξάρτητη (ΟλομΑΠ 28/2005).
Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας μπορεί να συνάπτει και ο δημοσιογράφος, όταν, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι λόγω της φύσης του επαγγέλματος και της αποστολής του αλλά και ενόψει των περί ελευθεροτυπίας συνταγματικών διατάξεων αναπτύσσει μεγαλύτερη πρωτοβουλία ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, συνισταμένη στην ελεύθερη και αντικειμενική διατύπωση των ειδήσεων και σχολίων του, ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα ελέγχου και εποπτείας του ως προς τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας (ΑΠ 793/2013).
Τέλος, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός μιας σχέσης ως σύμβασης έργου ή εξαρτημένης εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ή ανεξαρτήτων υπηρεσιών αποτελεί κατ' εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας του δικαστηρίου που μετά από εκτίμηση όλων των συγκεκριμένων περιστάσεων χαρακτηρίζει αυτεπάγγελτα την καταρτισθείσα σύμβαση με βάση το περιεχόμενο της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό και υπάγει αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, χωρίς ν' ασκεί οποιαδήποτε επιρροή ο χαρακτηρισμός που έδωσαν σ' αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη (ΟλομΑΠ 20, 19/2007, 18/2006).
Προς τούτο, συνεκτιμάται το περιεχόμενο της συμβάσεως, αλλά αποφασιστική σημασία έχουν οι συνθήκες, υπό τις οποίες παρέχεται η εργασία, οι οποίες δυνατόν να αποκλίνουν από τους συνομολογημένους όρους. Επίσης συνεκτιμώνται ως σχετικές ενδείξεις και άλλα κατά περίπτωση στοιχεία, όπως ο τρόπος της αμοιβής, η ασφάλιση σε ασφαλιστικό οργανισμό, η έκδοση δελτίων παροχής υπηρεσιών, η δυνατότης του εργαζομένου να παρέχει τις υπηρεσίες του και σε άλλον εργοδότη κλπ (ΑΠ 710/2019, ΑΠ 1110/2017, ΑΠ 1153/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. 0 κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλομΑΠ 1/2016, 7/2006, 4/2005).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (ΑΠ 542/2014).
Περαιτέρω κατά τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη δε ή ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα της αιτιολογίας, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής υπάρχει όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται διόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόστηκε (ΟλομΑΠ 26/2004).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ανελέγκτως, ως αποδειχθέντα, τα εξής πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων, από το έτος 1999, διατηρούσε μόνιμη συνεργασία - και περιστασιακή από το έτος 1988 - με το εναγόμενο πρακτορείο ειδήσεων, στο οποίο προσέφερε τις υπηρεσίες του, ως φωτορεπόρτερ - δηλαδή, φωτογράφος που καλύπτει την ειδησεογραφία φωτογραφικά - ήδη, δε, από το έτος 2002 και εξής, ελάμβανε μηνιαίο μισθό, αρχικά, 750 ευρώ, για απασχόληση πέντε ημερών τον μήνα, ακολούθως, από το έτος 2008, 1.200 ευρώ, για εργασία οχτώ ημερών τον μήνα και τέλος, από το έτος 2012, 1.500 ευρώ, για απασχόληση δέκα ημερών τον μήνα ...
ενώ για κάθε ημέρα εργασίας πέραν των συμφωνημένων ημερών ελάμβανε το ποσό των 150 ευρώ. Τα θέματα που κάλυπτε φωτογραφικά ο ενάγων αποφασίζονταν από τον αρμόδιο Διευθυντή σύνταξης φωτογραφικού υλικού της εναγομένης εταιρίας στην Αθήνα, ο ίδιος, δε, μπορούσε, μόνο, να προτείνει και όχι να αναλάβει πρωτοβουλία, αναφορικά με τα εκάστοτε καλυπτόμενα γεγονότα, τον απόλυτο έλεγχο των οποίων είχε το "...".
Περαιτέρω, ο ενάγων έπρεπε να συλλέξει το σχετικό με τα ως ανωτέρω επιλεγόμενα θέματα φωτογραφικό υλικό - σημειωτέον ότι χρησιμοποιούσε εξοπλισμό που του είχε χορηγήσει η εναγομένη, η οποία είχε αναλάβει και τα έξοδα για τη συντήρηση του εξοπλισμού - και να το στείλει στα γραφεία του πρακτορείου στην Αθήνα, όπου, αφού γινόταν η επιλογή συγκεκριμένων φωτογραφιών, αποστέλλονταν αυτές στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης εταιρίας στο Λονδίνο.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, κρίνεται ότι, ακόμη κι αν ο ενάγων, λόγω της φύσης του επαγγέλματος και της αποστολής του, είχε, κατ' ανάγκην, μια ελευθερία κινήσεων, ως προς τον τρόπο παροχής της εργασίας του, όπως ισχυρίζεται η εναγομένη, η τελευταία διατηρούσε το δικαίωμα εποπτείας και ελέγχου του, εν σχέσει με τον τόπο και χρόνο παροχής της εργασίας, σε συνάρτηση με τα γεγονότα που αυτή επέλεγε κι αποφάσιζε να καλυφθούν φωτογραφικά και άρα, υπήρχε, σαφώς, το στοιχείο της - νομικής και προσωπικής - εξάρτησης του ενάγοντος από την εναγομένη εταιρία, το οποίο και αποτελεί την ειδοποιό διαφορά μεταξύ της σχέσης εξαρτημένης εργασίας που προέκυψε ότι συνέδεε τους διαδίκους και των συμβάσεων έργου και παροχής ανεξάρτητων υπηρεσιών, ο χαρακτηρισμός, δε, που προσέδωσαν οι συμβληθέντες διάδικοι στην επίδικη σύμβασή τους δεν δεσμεύει το δικαστήριο...".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο, κρίνοντας την έννομη σχέση που συνέδεε τους διαδίκους ως σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, δεχόμενο μετά ταύτα την αγωγή, παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ΑΚ και του ν. 765/1943, τις οποίες εσφαλμένα εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, ως προς το ζήτημα αυτό που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και συνεπώς στερείται νόμιμης βάσης.
Ειδικότερα, η παραδοχή ότι "τα θέματα που κάλυπτε φωτογραφικά ο ενάγων αποφασίζονταν από τον αρμόδιο Διευθυντή σύνταξης φωτογραφικού υλικού της εναγομένης εταιρίας στην Αθήνα, ο ίδιος, δε, μπορούσε, μόνο, να προτείνει και όχι να αναλάβει πρωτοβουλία, αναφορικά με τα εκάστοτε καλυπτόμενα γεγονότα, τον απόλυτο έλεγχο των οποίων είχε το "...", δεν πληροί το δίχως άλλο την έννοια της νομικής και προσωπικής εξάρτησης αυτού από τον εργοδότη αλλά προσιδιάζει και στη σύμβαση έργου.
Εξάλλου, η παραδοχή ότι "ο ενάγων έπρεπε να συλλέξει το σχετικό με τα ως ανωτέρω επιλεγόμενα θέματα φωτογραφικό υλικό και να το στείλει στα γραφεία του πρακτορείου στην Αθήνα, όπου, αφού γινόταν η επιλογή συγκεκριμένων φωτογραφιών, αποστέλλονταν αυτές στα κεντρικά γραφεία της εναγομένης εταιρίας στο Λονδίνο", δεν αποτελεί ένδειξη παρέμβασης και εποπτείας στο έργο του αναιρεσίβλητου, γιατί το δικαίωμα αυτό ασκείται από το αναιρεσείον μετά την παράδοση του έργου από τον αναιρεσίβλητο και όχι κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης αυτού.
Η παροχή δε εργαλείων και μέσων προβλέπεται και από τις διατάξεις των άρθρων 683 & 685 του ΑΚ και δεν υποδηλώνει το δίχως άλλο εξάρτηση του αναιρεσίβλητου από το αναιρεσείον. Περαιτέρω, το Εφετείο, κατά το χαρακτηρισμό της επίδικης σύμβασης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας διαλαμβάνει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του ελλιπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης και δη ως προς τις συνθήκες, υπό τις οποίες παρείχε την εργασία του ο αναιρεσίβλητος, ως προς τη δυνατότητα του αναιρεσείοντος να διευθύνει την εργασία του αναιρεσίβλητου εκ του μακρόθεν και σε διαφορετικό κάθε φορά τόπο και χρόνο και να παρέχει σ' αυτόν κατά το διευθυντικό του δικαίωμα εντολές και οδηγίες ως προς τον τόπο και το χρόνο παροχής των υπηρεσιών, ασκώντας ταυτόχρονα εποπτεία και έλεγχο προς διαπίστωση της συμμόρφωσής του προς αυτές.
Ειδικότερα, δεν μνημονεύει τον συμφωνημένο τόπο παροχής της εργασίας του αναιρεσίβλητου, τον χρόνο εργασίας του, εάν και πώς ελεγχόταν η τήρηση του ωραρίου του, ενόψει του ότι η αναιρεσείουσα εδρεύει στην … ενώ ο αναιρεσίβλητος κατοικεί στη …, ούτε προσδιορίζει τον τρόπο αμοιβής του (με αποδείξεις ή με άλλο τρόπο), το καθεστώς καταβολής των ασφαλιστικών του εισφορών, όπως και αν παρείχε τις υπηρεσίες του μόνο στην αναιρεσείουσα ή και σε τρίτους.
Σύμφωνα με αυτά, συνεπώς, καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων, που εφαρμόσθηκαν, σχετικά δηλαδή με το αν η συνδέουσα τον αναιρεσίβλητο με το αναιρεσείον, ως άνω συμβατική σχέση είχε τη μορφή της εξαρτημένης εργασίας ή αυτή της συμβάσεως έργου και οι σχετικοί λόγοι 2ος της αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια εκ των αρ. 1α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει να γίνουν δεκτοί ως βάσιμοι.
Μετά απ' αυτά, πρέπει να γίνουν δεκτοί οι 1ος και 2ος λόγοι της αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ. 9, 1α & 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και να αναιρεθεί αυτή, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, που θα συντεθεί από άλλον δικαστή (ΚΠολΔ 580 § 3). Η δικαστική δαπάνη βαρύνει τον αναιρεσίβλητο που ηττήθηκε κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του αναιρεσείοντος με την αίτηση και τους πρόσθετους λόγους που έχει υποβάλει και προτάσεις (ΚΠολΔ 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2044/2019 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 23 Ιουνίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 16 Σεπτεμβρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ