Legislator Giurisprudenza & Legislazione
953/2017 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal for admitting insufficient evidence and misapplying contract interpretation rules.

Numero d'incarto 953/2017
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property transfer dispute. The appellants argued the lower court erred in finding a loan agreement and misinterpreted the parties' intent, but the court held that evidentiary errors are not grounds for appeal. The court ruled that the appellants failed to demonstrate a legal gap or ambiguity in the parties' declarations, as their complaints centered on the lower court's evaluation of evidence, which is legally unreviewable on appeal.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1), 561(1) of the Code of Civil Procedure; Articles 173, 200 of the Civil Code: An appeal based on the misapplication of interpretative rules regarding declarations of intent is inadmissible if the complaint does not establish a legal gap or ambiguity in the parties' statements, but rather alleges an error in the evaluation of evidence, which constitutes a non-reviewable ground for appeal.

Parole chiave

Generato dall'IA
appeal admissibility evidentiary error review contract interpretation rules declarations of intent legal gap requirement civil procedure code property transfer dispute

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 173 of the Civil Code
Article 200 of the Civil Code
Article 495(3)(e) of the Code of Civil Procedure
Articles 183, 176, 180(1) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
OLAP 26/2004

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 953 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 953/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 3η Μαϊου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1. Α. Π. του Κ., 2.Κ. Π. του Α., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ανδρέα Πιστικού.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Π. του Α., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Αθανασίου Ζιώγα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-2-2010, αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 25586/2012 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 268/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 17-4-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 12-12-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσίβλητου ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή η νομική αοριστία της αγωγής, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με την εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοσθεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ αν το δικαστήριο για την κρίση του, ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής, είτε αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα, ενώ αντίθετα η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν αναφέρονται όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά το νόμο για τη θεμελίωση του αιτήματος, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ. 14 ή 8 του ΚΠολΔικ.

Η αοριστία του δικογράφου της αγωγής, ενόψει του ότι δεν αφορά τη δημόσια τάξη, αφού συνιστά έλλειψη αυτοτελούς διαδικαστικής προϋπόθεσης και όχι προδικασίας, πρέπει κατ’ άρθρο 562 ΚΠολΔικ., για το παραδεκτό της προβολής του, να προταθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση και να γίνεται περί τούτου μνεία στο αναιρετήριο, ενόψει δε του ότι αφορά σε ισχυρισμό που λαμβάνεται υπόψη και αυτεπάγγελτα, μπορεί να προταθεί το πρώτο στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης και κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες της μη απορρίψεως της αγωγής, τόσο για ποιοτική <ποσοτική> αοριστία, όσο και για νομική αοριστία, χωρίς να προσδιορίζονται τα ελλείποντα και απαραίτητα για το ορισμένο της αγωγής στοιχεία, για την αναφερόμενη σ’ αυτήν συμφωνία, περί καταρτίσεως μεταξύ των διαδίκων και αναφορικά με το ένδικο ακίνητο, συμβάσεως χρησιδανείου.

Ο λόγος αυτός ανεξάρτητα από την αοριστία του είναι προεχόντως απαράδεκτος, αφενός μεν γιατί δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο οικείος περί αοριστίας ισχυρισμός είχε υποβληθεί το πρώτον ή είχε επαναφερθεί με λόγο εφέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφετέρου δε γιατί, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας (άρθρ. 561 § 2 ΚΠολΔικ) δεν είχε υποβληθεί τέτοιος ισχυρισμός κατά τον προαναφερθέντα τρόπο στο εκδώσαν την προσβαλλομένη απόφαση δικαστήριο της ουσίας.

Ενόψει τούτων ο ερευνώμενος λόγος (πρώτος λόγος - δεύτερο μέρος) πρέπει να απορριφθεί. Επειδή όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 § 1 και 577 § 3 ΚΠολΔικ., για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ.), εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα και σαφήνεια οι ουσιαστικές παραδοχές με τις οποίες το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν το λόγο αυτό αναίρεσης, η έννομη συνέπεια που με αυτές καταγνώσθηκε, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παραβίαση κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του κανόνα.

Εξ’ ετέρου ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών, ιδρύεται όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είναι, κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή του, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Εξάλλου δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, οι αιτιολογημένες αρνήσεις, οι νομικές αναλύσεις, καθώς και τα επιχειρήματα των διαδίκων, νομικά ή πραγματικά που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Ακόμη ο ίδιος λόγος δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη περιστατικά προκύψαντα από τις αποδείξεις, όπως από τις καταθέσεις των μαρτύρων ή από την εκτίμηση των εγγράφων μη διαλαμβανόμενα στην ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή τους, ούτε αν εκθέτει περιστατικά εκ περισσού και όχι προς στήριξη του διατακτικού του.

Τέλος η αιτίαση ότι από τα προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αντίθετο πόρισμα από εκείνο που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ιδρύει τον από τη διάταξη του αριθμού 11 του ίδιου άρθρου, λόγο αναίρεσης και προσέτι είναι απαράδεκτη, καθόσον πλήττει την, κατά το άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔικ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔικ.), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, ως προς την 9.2.2010 διεκδικητική αγωγή ακινήτου του αναιρεσίβλητου, ένεκα λήξεως του μεταξύ αυτού και του πρώτου αναιρεσείοντος καταρτισθέντος χρησιδανείου και την κατά της αγωγής αυτής υποβληθείσα από τους αναιρεσείοντες ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του καταχθέντος σε δίκη αγωγικού δικαιώματος "Επίδικο είναι ένα διαμέρισμα εμβαδού 121,19 τ.μ.

που αποτελείται από τρία κύρια δωμάτια, χώλ, σαλόνι, μαγειρείο, λουτρό αποχωρητήριο και αποθήκη, που βρίσκεται στον τρίτο όροφο της πολυόροφης οικοδομής της συμβολής των οδών ... και ... στη Θεσσαλονίκη, με το από 2,58/100 εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί του οικοπέδου και των λοιπών κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων της οικοδομής.

Όπως εκατέρωθεν συνομολογείται, το διαμέρισμα αυτό περιήλθε στην κυριότητα του ενάγοντος με την υπ’ αριθμ. .../1984 συμβολαιογραφική πράξη διανομής διηρημένων χώρων ανεγερθησόμενης οικοδομής επί κοινού οικοπέδου, του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ν. Σ. και νόμιμα μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, στον τόμο ...

και .... Από το έτος 1987 που ολοκληρώθηκαν οι εργασίες ανέγερσης της οικοδομής, ο ενάγων εγκαταστάθηκε στο άνω διαμέρισμα, μαζί με την τότε εν ζωή σύζυγο του Π. Π. και διέμειναν σ’ αυτό μέχρι και το 1991, όταν και μετακόμισαν σε άλλο ιδιόκτητο διαμέρισμα σε οικοδομή της οδού ... στη Θεσσαλονίκη, ενώ το επίδικο, μετά την αποχώρησή τους από αυτό, ο ενάγων εκμίσθωσε στον Κ.

Π., ο οποίος διέμεινε σ’ αυτό μέχρι το τέλος του 1996. Ακολούθως, αρχές του 2007 τη χρήση του παραπάνω διαμερίσματος, ο ενάγων, με σύμβαση χρησιδανείου, που άτυπα συνήψε με τον πρώτο εναγόμενο ανεψιό του, ο οποίος διέμενε με την οικογένειά του σε μικρότερο εμβαδού διαμέρισμα του δευτέρου ορόφου της ίδιας οικοδομής, παραχώρησε στον τελευταίο, χωρίς αντάλλαγμα, για αόριστο χρονικό διάστημα.

Σκοπός της παραχώρησης ήταν να καλυφθούν οι αυξημένες και ιδιαίτερες ανάγκες που αντιμετώπιζε η οικογένεια εκείνου, λόγω του προβλήματος της σπαστικής τετραπληγίας από την οποία έπασχε ο δεύτερος εναγόμενος, υιός του, τις οποίες δεν κάλυπτε, επαρκώς, το δικό τους μικρό διαμέρισμα. Την 23 Δεκεμβρίου του 1997, με το ταυτόχρονο υπ’ αριθμ. ...6/1997 προσύμφωνο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α.

Β., το ίδιο διαμέρισμα,- ο ενάγων ανέλαβε την υποχρέωση να πωλήσει και να μεταβιβάσει κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 3741/1929, στον πρώτο εναγόμενο αντί συμφωνηθέντος τιμήματος από 15.500.000 δραχμές [ήδη 45.407,89 ευρώ], το οποίο ο ανωτέρω όφειλε να καταβάλει σε οκτώ συνεχόμενες δόσεις την 5η Ιανουαρίου κάθε έτους, αρχής γενομένης από την 5.1.1998.

Συμφωνήθηκε δε ότι το οριστικό συμβόλαιο θα υπογραφόταν σε πρώτη ζήτηση του αγοραστή, ακόμη και πριν την εξόφληση του τιμήματος, στην περίπτωση όμως αυτή με τον όρο της διαλυτικής αίρεσης της πλήρους εξόφλησης αυτού, η οποία, σύμφωνα με όρο του προσυμφώνου, θα αποδεικνύεται με απλές έγγραφες ιδιωτικές αποδείξεις του πωλητή ή με συμβολαιογραφική πράξη ή με τα σχετικά αποδεικτικά επίδοσης του γραμματίου σύστασης παρακαταθήκης του Ταμείου Παρακαταθηκών και Δανείων.

Παράλληλα, την ίδια ημέρα, μεταξύ των παραπάνω συμβληθέντων, συντάχθηκε και το υπ’ αριθμ. ...7/1997 ειδικό πληρεξούσιο της ίδιας συμβολαιογράφου, με το οποίο χορηγήθηκε στον ενάγοντα, η ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα ,να υπογράψει οποτεδήποτε, για λογαριασμό του, συμβολαιογραφική πράξη ακύρωσης του άνω προσυμφώνου συμβολαίου.

Έκτοτε, κανένα τίμημα δεν καταβλήθηκε στον ενάγοντα, ούτε όμως ακυρώθηκε’ ή ανακλήθηκε’ ‘ συμβολαιογραφικά, το άνω προσύμφωνο. Σ’ αυτό δεν αναγράφεται ότι η νομή του διαμερίσματος παραδόθηκε στον πρώτο εναγόμενο, ούτε αυτό αποδείχθηκε από άλλο αποδεικτικό στοιχείο και έτσι ο τελευταίος παρέμεινε στην κατοχή αυτού [διαμερίσματος] μαζί με την οικογένεια του, δυνάμει της καταρτισθείσας παραπάνω έγκυρης σύμβασης χρησιδανείου.

Μετά το θάνατο της συζύγου του ενάγοντος Χ. Π., ο ενάγων, στα πλαίσια της τακτοποίησης των κληρονομικών της υποθέσεων, διαπίστωσε ότι οι εναγόμενοι, την 13-10-2009 είχαν προβεί στην κατάρτιση του ταυτόχρονου υπ’ αριθμ. .../2009 συμβολαίου ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σ. Ι., που νόμιμα είχε μεταγραφεί στον τόμο ....

και ... των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Θεσσαλονίκης, με το οποίο, ο πρώτος αυτών φέρεται να μεταβιβάζει στον δεύτερο εναγόμενο υιό του, το προπεριγραφόμενο διαμέρισμα. Στο συμβόλαιο αυτό, ως αιτία κτήσης της κυριότητας του επιδίκου αναφέρεται η έκτακτη χρησικτησία, λόγω της ; άσκησης, από μέρους του πρώτου εναγομένου, πράξεων νομής και κατοχής με διάνοια κυρίου, ήδη από το έτος 1986, όταν το ακίνητο περιήλθε σ’ αυτόν δυνάμει άτυπης δωρεάς από τον ενάγοντα θείο του.

Πλην, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε η ουσιαστική βασιμότητα του άνω επικαλούμενου πρωτότυπου τρόπου κτήσης της κυριότητας του επιδίκου. Ειδικότερα, από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι ο ενάγων μεταβίβασε με άτυπη δωρεά στον πρώτο εναγόμενο το 1986 το επίδικο, το οποίο εξάλλου κατά τον χρόνο εκείνο δεν είχε καν αποπερατωθεί, με την ειδικότερη συμφωνία όπως αυτός [ενάγων] παραμείνει μαζί με τη σύζυγο του σ’ αυτό χωρίς αντάλλαγμα, προσωρινά, μέχρις ότου αποπερατωθούν οι εργασίες ανοικοδόμησης άλλης οικοδομής, σε διαμέρισμα της οποίας θα μετακόμιζε ακολούθως.

Η σχετική περί αυτού κατάθεση της μάρτυρος ανταπόδειξης Π. Π., συζύγου του πρώτου εναγομένου και μητέρας του δευτέρου αυτών, δεν κρίνεται πειστική, αφού δεν επιβεβαιώθηκε από κανένα, έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο. Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το γεγονός ότι, μετά την αποχώρηση από το επίδικο το 1991 του ενάγοντος και της συζύγου του και την εγκατάσταση αυτών σε άλλο διαμέρισμα, το επίδικο δεν παρέλαβε ο πρώτος εναγόμενος, αλλά ο ενάγων το εκμίσθωσε, όπως εκτέθηκε, για δικό του λογαριασμό στον Κ.

Π. μέχρι και το 1996, εισπράττοντας για τον ίδιο τα μισθώματα αυτού. Για τους παραπάνω λόγους, προφανώς, άλλωστε, οι εναγόμενοι δεν προέβαλαν ενώπιον του πρωτοβάθμιου, αλλά και του παρόντος Δικαστηρίου σαφώς κτήση της κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία. Αποδείχθηκε, επίσης, ότι μετά την παραπάνω διαπίστωση, ο ενάγων με την από 6-5-2010 εξώδικη δήλωση .που επέδωσε στους εναγόμενους την 14.5.2010 [βλ.

τις υπ’ αριθμ. .../2010 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Θ. Κ.], κατήγγειλε τη σύμβαση χρησιδανείου και ως κύριος του επιδίκου διαμερίσματος, ζήτησε από τους εναγόμενους να του καταβάλουν, για όσο διάστημα εξακολουθούν πλέον να χρησιμοποιούν αυτό αυθαίρετα, ως αποζημίωση χρήσης το ποσό των 500 ευρώ μηνιαίως, που αντιστοιχεί στη μηνιαία μισθωτική αξία αυτού.

Βέβαια οι εναγόμενοι αρνούμενοι τη συνομολόγηση σύμβασης χρησιδανείου μεταξύ του πρώτου αυτών και του ενάγοντος, προβάλλουν ότι η άσκηση του δικαιώματος του τελευταίου να διεκδικήσει την απόδοση του άνω διαμερίσματος, παρίσταται καταχρηστική για τους εξής λόγους: Διότι αυτοί ήδη από τις αρχές του 1997 είναι εγκατεστημένοι με τη συναίνεση του ενάγοντος στο διαμέρισμα αυτό, για το οποίο, ακολούθως, την 23-12-1997 συντάχθηκε μεταξύ των ιδίων παραπάνω, το προαναφερόμενο υπ’ αρίθμ....6/1997 προσύμφωνο πώλησης αυτού, το τίμημα του οποίου, κατά τη συμφωνία τους, θα εξοφλείτο τμηματικά με την από μέρους του ενάγοντος είσπραξη των ποσών των μερισμάτων από μετοχές του ...

και του συνεταιρισμού αυτοκινητιστών ο "..." που ανήκαν στον πρώτο από αυτούς [εναγόμενους] και τη σύζυγό του Π. Π., ,η διαχείριση όμως, βάσει σχετικών συμβολαιογραφικών πληρεξουσίων είχε ανατεθεί ο’ εκείνον [ενάγοντα]. Ότι έκτοτε και μέχρι την 13-10-2009, ο ενάγων εισέπραξε βάσει των πληρεξουσίων αυτών, για λογαριασμό του, από μερίσματα των μετοχών του πρώτου εναγομένου, ποσά 128.094, 04 και 5.557,51 ευρώ από τον ...

και τον ."..." αντίστοιχα και από μερίσματα των μετοχών της συζύγου του Π., ποσά 44.694, 78 και 2.810,31 ευρώ από τον ... και "..." αντίστοιχα, τα οποία ποσά υπερκαλύπτουν το από 45.405,8 9 ευρώ προσυμφωνηθέν τίμημα πώλησης αυτού και ότι μετά από αυτά, εύλογα δημιουργήθηκε σ’ αυτούς η εντύπωση ότι δεν πρόκειται να ασκήσει δικαιώματα κυριότητας στο επίδικο διαμέρισμα.

Όμως από τη συνεκτίμηση όλων των αναφερομένων στην αρχή αποδεικτικών στοιχείων, δεν αποδείχθηκε η ακρίβεια του άνω περιεχομένου ισχυρισμού. Συγκεκριμένα αποδείχθηκε ότι, ο ενάγων, μέτοχος του ..., την 15 Ιουλίου 1997, με το ταυτόχρονο υπ’ αριθμ. ... συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δ. Β., φέρεται να μεταβιβάζει στον πρώτο εναγόμενο την υπ’ αριθμ. ...

ονομαστική, μη ακέραιη μετοχή του ..., που αντιστοιχεί σε 12,50% ακέραιης μετοχής, έκδοσης την 3-1-1983, αντί τιμήματος 150.000 δραχμών, που φέρεται να καταβλήθηκε την ημέρα εκείνη σε μετρητά. Πλην, η παραπάνω πώληση ήταν εικονική και υπέκρυπτε δωρεά, γεγονός που συνομολογούν οι εναγόμενοι, αφού κανένα τίμημα δεν κατέβαλαν στον ενάγοντα.

Όπως δε αποδείχθηκε στη μεταβίβαση αυτή ο ενάγων προέβη προκειμένου να εξασφαλίσει την οικονομικά ασθενή οικογένεια του ανεψιού του [1ου εναγομένου] στην οποία και θα παρέμενε αυτή μετά το θάνατο του ιδίου, δοθέντος ότι αυτός δεν είχε αποκτήσει δικά του τέκνα. Για τον ίδιο λόγο ο ενάγων, αργότερα με το υπ’ αριθμ. ....3.2002 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γ.

Κ., αγόρασε με δικά του χρήματα στο όνομα του πρώτου εναγομένου από τρίτους, κατά κυριότητα, τις υπ’ αριθμ. ... ονομαστικές μη ακέραιες μετοχές του ... που η καθεμία αυτών αντιστοιχεί σε 6,25% ακέραιας μετοχής. Παράλληλα, όμως, ο ενάγων για να μην στερηθεί όσο ζούσε, του εισοδήματος των μερισμάτων των άνω μετοχών, έλαβε από τον πρώτο εναγόμενο την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να τον εκπροσωπεί σε κάθε συνέλευση των μετόχων και να εισπράττει για λογαριασμό του τα μερίσματα που του αναλογούν από τον ...

και τον Συνεταιρισμό Αυτοκινητιστών ο "..." δυνάμει των υπ’ αριθμ. .../1997 και ... πληρεξουσίων του ίδιου άνω συμβολαιογράφου. Επίσης, ακόμη και όταν ο πρώτος εναγόμενος μεταβίβασε, λόγω δωρεάς, τις παραπάνω μετοχές στη σύζυγο του Π. με το υπ’ αριθμ. ...2009 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Α. Β., καταρτίστηκε το υπ’ ‘ αριθμ. .../12.10.2009 ειδικό πληρεξούσιο της ίδιας συμβολαιογράφου, με το οποίο η ανωτέρω χορήγησε στον ενάγοντα ομοίου περιεχομένου εντολή.

Από τα παραπάνω είναι σαφές ότι η είσπραξη από τον ενάγοντα των μερισμάτων των παραπάνω μετοχών, δεν έγινε προς εξόφληση του προσυμφωνηθέντος τιμήματος αγοράς του επιδίκου διαμερίσματος, αφού άλλωστε η δυνάμει του πρώτου των πιο πάνω πληρεξουσίων [υπ’ αριθμ. .../15.7.1997] εντολή προς είσπραξη αυτών, χορηγήθηκε στον ενάγοντα πολύ πριν την κατάρτιση του προαναφερομένου προσυμφώνου συμβολαίου πώλησης αυτού [23-12- 1997].

Εξάλλου, αν πράγματι μεταξύ των ανωτέρω είχε συμφωνηθεί η με τον προαναφερόμενο τρόπο εξόφληση του τιμήματος αγοράς του διαμερίσματος, ο πρώτος των εναγομένων θα μεριμνούσε να αποτυπωθεί η σχετική συμφωνία εγγράφως, ενώ περαιτέρω τόσο εκείνος, όσο και η σύζυγος του Π., άφησαν τον ενάγοντα να εισπράξει μερίσματα τριπλάσιας αξίας σε σχέση με το προσυμφωνηθέν τίμημα αγοράς αυτού, χωρίς να προβούν στην ανάκληση των άνω σχετικών πληρεξουσίων, όπως θα έπρεπε αν αλήθευε ο άνω ισχυρισμός, πράξη στην οποία το πρώτον προέβησαν την 5-1-2010 και 6-4-2010 ο καθένας αυτών αντίστοιχα [βλ.

τα υπ αριθμ. πρωτ. .../2010 έγγραφα του ...]. Ενόψει όλων των παραπάνω δεκτών γενομένων, το αξιούμενο από τον ενάγοντα με την αγωγή δικαίωμα [αναγνώρισης της κυριότητας του στο επίδικο και απόδοση του σ’ αυτόν], δεν υπερβαίνει τα διαγραφόμενα στις διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ όρια που επιβάλλονται από την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά αποτελεί εκδήλωση του από την κυριότητα πηγάζοντος δικαιώματος, του να διαθέτει κατ’ αρέσκεια και να αποκλείει κάθε ενέργεια άλλον πάνω σ’ αυτό και συνεπώς, ο ανωτέρω ισχυρισμός των εναγομένων ήταν απορριπτέος ως αβάσιμος κατ’ ουσίαν".

Ακολούθως το Εφετείο αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων επικύρωσε, μετά από συμπλήρωση των αιτιολογιών της (άρθρ. 534 ΚΠολΔικ.) την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει ομοίως, ήτοι είχε απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την από το άρθρο 281 ΑΚ ένσταση των εναγομένων - αναιρεσειόντων, και είχε κάνει δεκτή την ένδικη διεκδικητική κυριότητας αγωγή του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου.

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατά το πρώτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. αναιρετική πλημμέλεια, χωρίς να προσδιορίζεται ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και που ακριβώς, κατά την ερμηνεία ή εφαρμογή του, εντοπίζεται η παραβίασή του, δηλαδή το νομικό σφάλμα, που κατά τους αναιρεσείοντες συγκροτεί τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο.

Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός κατά το ερευνώμενο μέρος του πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος. Με το δεύτερο μέρος του ίδιου λόγου της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου, κατά την οποία το δικαστήριο δεν αιτιολογεί επαρκώς τα προκύψαντα από τις αποδείξεις και δη αυτό τα προσκομισθέντα έγγραφα και της μαρτυρικής καταθέσεως.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, γιατί αφορά σε ελλείψεις ως προς την αιτιολόγηση των αποδειχθέντων, οι οποίες όμως (ελλείψεις) δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο λόγο, καθόσον, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη, μόνο τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε πρέπει να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης και με το πρώτο μέρος του και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του αριθμού 8εδα του ίδιου άρθρου, κατά την οποία το Εφετείο έλαβε υπόψη, χωρίς τούτο να αναφέρεται στην αγωγή, ότι μεταξύ του ενάγοντος - αναιρεσιβλήτου και του πρώτου εναγομένου - αναιρεσείοντος συνήφθη προσύμφωνο πώλησης του επιδίκου, καθώς και ότι η είσπραξη των μερισμάτων των μετοχών του ..., που ανήκουν στον εν λόγω αναιρεσείοντα, γινόταν από τον αναιρεσίβλητο για δικό του λογαριασμό, λόγω παρακρατήσεως της επικαρπίας τους, όταν τις μεταβίβασε στον αναιρεσείοντα και όχι για εξόφληση του ορισθέντος με το προσύμφωνο τιμήματος του επιδίκου.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, αφορά σε ισχυρισμούς που υποβλήθηκαν από τους αναιρεσείοντες προς υποστήριξη της εκ του άρθρου 281 ΑΚ ενστάσεώς τους, ενώ η παραδοχή περί εισπράξεως των μερισμάτων για άλλη αιτία από εκείνη που οι αναιρεσείοντες - εναγόμενοι υποστήριξαν, αφορά σε επιχείρημα που προέκυψε από την εκτίμηση των αποδείξεων και δεν συνιστά πράγμα, υπό την έννοια του ερευνώμενου αναιρετικού λόγου.

Με τον ίδιο δεύτερο λόγο της αναιρέσεως και κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τη διάταξη του αριθμού 11γ του ίδιου άρθρου αναιρετική πλημμέλεια, κατά την οποία το δικαστήριο ως προς την κατάρτιση του αναφερομένου σ’ αυτήν προσυμφώνου πωλήσεως του ενδίκου διαμερίσματος και την εξόφληση του επικαλουμένου τιμήματος από τα μερίσματα των αναφερομένων μετοχών, δέχθηκε τα αντίθετα από εκείνα που προέκυπταν από τα έγγραφα (προσύμφωνο και πληρεξούσια) και τις καταθέσεις των μαρτύρων.

Οι αιτιάσεις αυτές δεν ιδρύουν τον επικαλούμενο αναιρετικό λόγο και είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων. Ενόψει τούτων οι δεύτερος και τρίτος από τους λόγους της αναιρέσεως και ως προς όλες τις αιτιάσεις τους πρέπει να απορριφθούν.

Επειδή στους κανόνες ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οπίων ιδρύει τον από τη διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προβλεπόμενο λόγο αναιρέσεως, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθής βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, καθώς επίσης ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη και αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη.

Το δικαστήριο παραβιάζει τους ερμηνευτικούς κανόνες όταν, αν και ανελέγκτως διαπιστώνει, έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας τους, παραλείπει να προσφύγει για την συμπλήρωση ή ερμηνεία τους, στις διατάξεις την πιο πάνω άρθρων, ή προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και τη συμπλήρωση η ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι δέχεται επίσης ανελέγκτως, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΟλΑΠ 26/2004).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως κατά το πρώτο μέρος του και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ. πλημμέλεια, κατά την οποία το δικαστήριο εσφαλμένα δέχθηκε ότι το ένδικο διαμέρισμα παραχωρήθηκε από τον αναιρεσίβλητο στον πρώτο αναιρεσείοντα με σύμβαση χρησιδανείου, ενώ από το αναφερόμενο στην απόφαση προσύμφωνο προέκυπτε βούληση του αναιρεσιβλήτου να αποξενωθεί από την κυριότητα του ακινήτου και με υποκρυπτόμενη σύμβαση δωρεάς να το μεταβιβάσει στον εν λόγω αναιρεσείοντα.

Οι αιτιάσεις αυτές δεν στοιχειοθετούν την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, γιατί δεν επικαλούνται την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις βουλήσεως των καταρτισάντων το προσύμφωνο διαδίκων, αλλά αιτιώνται εσφαλμένη εκτίμηση αποδεικτικού μέσου, η οποία κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔικ είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.

Επίσης για την ίδια αιτία είναι απαράδεκτες οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου, κατά τις οποίες το δικαστήριο λόγω εσφαλμένης εκτιμήσεως των προσκομισθέντων εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων και ιδιαίτερα εκείνης του Α. Π., που παρατίθεται αυτολεξεί κατέληξε στο εσφαλμένο συμπέρασμα περί καταρτίσεως μεταξύ των προαναφερθέντων διαδίκων συμβάσεως χρησιδανείου.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός <πρώτος - πρώτο μέρος> καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν, ενώ πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου <άρθρο 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔικ), οι δε τελευταίοι, λόγω της ήττας τους, πρέπει να καταδικασθούν στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου <άρθρ. 183, 176 και 180 παρ. 1 ΚΠολΔικ>, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 17.4.2015 αίτηση των Α. Π. του Κ. και Κ. Π. του Α. κατά του Δ. Π. του Α., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 268/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τους αναιρεσείοντες παραβόλου.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ