Supreme Court dismisses appeal on lack of legal basis and failure to consider evidence in property dispute.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property ownership dispute. The appellant argued the lower court lacked a legal basis for its ruling and failed to consider specific private agreements submitted as evidence. The court found the lower court's reasoning clear, consistent, and legally sound regarding the loss of possession, and confirmed that the unmentioned documents were duly evaluated within the overall context of the decision.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 974, 984, 987, 989 of the Civil Code; Article 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on lack of legal foundation due to insufficient or contradictory reasoning is inadmissible when the lower court's decision contains clear, coherent, and complete justification regarding the essential facts and applicable legal provisions.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 953 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 953/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 2 Απριλίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας:χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Φανή Ζάχου.
Του αναιρεσιβλήτου: ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Τσιάμπαλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-12-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λάρισας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 755/2006 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της απόφασης αυτής ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 18-1-2007 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 19-3-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της, καθένας δε την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 974, 984 εδ. α` και 987 ,989 ΑΚ συνάγεται ότι στοιχείο της αγωγής περί αποβολής ή διατάραξης από τη νομή αποτελεί η ύπαρξη νομής του ενάγοντος κατά το χρόνο της προσβολής της νομής, η οποία κατά το άρθρο 981εδ.α ΑΚ, χάνεται μόλις πάψει η φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, δεν προκύπτουν, κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά ,τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάσθηκε ή όχι ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο στηρίζεται το διατακτικό της απόφασης. Ως ζητήματα δε που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, των οποίων η αιτιολόγηση κατά τρόπο αντιφατικό ή ανεπαρκή, στερεί από νόμιμη βάση την απόφαση, νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όπως είναι και τα αναγκαία, κατά νόμο, περιστατικά, προς στήριξη της αγωγής ή κάποιας νόμιμης ένστασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, δέχθηκε, τα εξής ουσιώδη, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, αναφορικώς με την ένδικη αγωγή περί προστασίας της νομής της ήδη αναιρεσείουσας: Ο δικαιοπάροχος και σύζυγος της ενάγουσας χ ήταν νομέας ενός ελαιοπερίβολου, εμβαδού 13.440 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "...." της παραλίας της Κοινότητας ....
Λάρισας, νομείς δε του όμορου και βορειοδυτικά αυτού κειμένου ακινήτου, εμβαδού 9.185 τ.μ., ήταν ο εναγόμενος και οι αδελφοί του γ1 και γ2. Κατά το έτος 1992 η Κοινότητα .... προέβη στη διάνοιξη ενός αγροτικού δρόμου πλάτους 5 μέτρων, ο οποίος διασχίζει το ακίνητο του εναγομένου στο μεσαίο τμήμα και το τέμνει σε δύο τμήματα, κατευθύνεται ανατολικά προς τη θάλασσα και κατά μήκος του ρέματος "........" και αφού καταλαμβάνει μέρος του βορειοδυτικού τμήματος του ακινήτου του εναγομένου καταλήγει προς τη θάλασσα.
Το τελευταίο αυτό τμήμα, το οποίο είναι το επίδικο, ο χ ενσωμάτωσε στην ιδιοκτησία του το έτος 1994, αφού προέβη στην κατασκευή περίφραξης σε επαφή με την ως άνω αγροτική οδό και την παραλία και προέβη στη σύνταξη το από ..... τοπογραφικού διαγράμματος στο οποίο πλέον το ακίνητο του φέρεται να έχει εμβαδόν 14.435,50 τ.μ., ενώ η προσπάθεια για μεγέθυνση του κτήματος συνεχίσθηκε και στο από .....
ιδιωτικό συμφωνητικό που υπογράφηκε μεταξύ αυτού και του Προέδρου της Κοινότητας ...., στο οποίο εμφανίζει το αγρόκτημα του να έχει έκταση 20 στρεμμάτων περίπου. Μετά τον θάνατο του χ, στις 1-4-1995, διαδέχθηκαν αυτόν στη νομή οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του, μεταξύ των οποίων είναι και η ενάγουσα σύζυγός του.
Ο εναγόμενος και οι ανωτέρω αδελφοί του δεν αντελήφθησαν εγκαίρως την κατάληψη του ως άνω τμήματος του ακινήτου τους που έγινε στην αρχή από το δικαιοπάροχο της ενάγουσας και συνεχίσθηκε μετά από την ενάγουσα, αφού απουσίαζαν επί μακρό χρόνο από την περιοχή. Μόλις ο εναγόμενος, έλαβε γνώση αυτής, το καλοκαίρι του 1998, προέβη αμέσως στην καθαίρεση της περίφραξης και απέβαλε την ενάγουσα από τη νομή που είχε στο καταληφθέν ως άνω τμήμα του ακινήτου του. 'Έκτοτε η ενάγουσα δεν προέβη στην επανάκτηση της νομής της, αλλά αρκέσθηκε σε καταμήνυση για την καταστροφή της περίφραξης, ενώ ο εναγόμενος αφότου επανέκτησε τη νομή δεν έπαυσε να ασκεί αυτήν, επιβλέποντας το ως άνω ακίνητό του, βοηθούμενος προς τούτο από τον .......
Όταν τον Ιούνιο 2001 ο γιος της ενάγουσας ..... προσπάθησε να επανακαταλάβει, για λογαριασμό της μητέρας του, τμήμα του ακινήτου του εναγομένου, ο τελευταίος και οι αδελφοί του, άσκησαν κατ' αυτού αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής και τακτική αγωγή νομής, αναγνωρίσθηκαν συννομείς όλου του ακινήτου τους, έκτασης 9.185 και επανέκτησαν τη νομή στο επίδικο τμήμα των 235 τ.μ., στο οποίο εγκαταστάθηκαν, σε εκτέλεση της 44/2001 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ολύμπου με την ....
έκθεση βίαιης αποβολής της δικαστικής επιμελήτριας Λάρισας ........ 'Έτσι κατά το χρόνο της φερόμενης αποβολής της ενάγουσας από τη νομή της στο επίδικο ακίνητο των 1.562,30 τ.μ., δηλ. από 1 Απριλίου μέχρι τον Ιούνιο 2003, η εν λόγω διάδικος δεν ήταν νομέας αυτού, αφού δεν ασκούσε επ' αυτού φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου, αλλά αντίθετα νομείς του επιδίκου ακινήτου ήσαν ο εναγόμενος και οι αδελφοί του γ1 και γ2.
Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, έκρινε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την ένδικη αγωγή περί νομής της αναιρεσείουσας και απέρριψε την έφεση της τελευταίας κατά της εκκληθείσας απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, που έκρινε ομοίως. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα της μη ύπαρξης νομής της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου κατά το χρόνο της προσβολής της νομής, οι οποίες επιτρέπουν τον έλεγχο της συνδρομής των όρων της διάταξης του άρθρου 981εδ.α ΑΚ, την οποία εφάρμοσε, αφού συνέτρεχαν οι απαιτούμενοι από αυτήν όροι για την απώλεια της νομής της ενάγουσας, από το επίδικο ακίνητο, το έτος 1998,καθώς και της μη συνδρομής των όρων των άρθρων 974, 984 εδ.
α` και 987 ,989 ΑΚ, τις οποίες ορθώς δεν εφάρμοσε, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του, δεν συνέτρεχαν οι όροι αυτών, ήτοι η ύπαρξη νομής της ενάγουσας επί του επίδικου ακινήτου κατά τον χρόνο της φερόμενης αποβολής της από αυτήν. Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αιτιάσεις για έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλόμενης απόφασης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της απώλειας της νομής του επίδικου ακινήτου από την ενάγουσα και της απόκτησης της νομής του επίδικου εδαφικού τμήματος, εμβαδού 1562,30 τ.μ από τον αναιρεσίβλητο, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από τα ν έγγραφα που οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, προς συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματός του, και τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι τα από .....
και από .... ιδιωτικά συμφωνητικά . Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-1-2007 αίτηση για αναίρεσης της 755/2006 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαΐου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ