Legislator Giurisprudenza & Legislazione
952/2018 Generato dall'IA

Supreme Court annuls first-instance judgment regarding negative personal difference calculation for public servants and dismisses their claim.

Numero d'incarto 952/2018
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court annulled the Multi-member District Court of Athens judgment concerning the calculation of negative personal differences for public servants. The plaintiffs argued that the court erred in applying the 2001 State Secretaries' Decree regarding their salary adjustments. The court ruled that the 2004 and 2005 decrees maintained the validity of the 2001 decree's provisions, rendering the plaintiffs' claims for additional amounts legally unfounded.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 6A(1) of the 1944 Law on the Code of Laws of the State and 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court annuls a judgment where the lower court incorrectly applied the State Secretaries' Decree regarding negative personal differences, as subsequent decrees confirmed the validity of the original salary calculation basis.

Parole chiave

Generato dall'IA
negative personal difference public servant salary State Secretaries Decree annulment of judgment civil procedure appeal lavoro a tempo determinato direttiva sull'orario di lavoro attività sottoposta a contribuzione

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 6A(1) of the Decree of 26/6/11/7/1944
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 179(b) of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Decision 407/2009 of the Peace Court of Halandria
Decision 2536/2012 of the Multi-member District Court of Athens
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 952 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 952/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του στις 24 Ιανουαρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εκπροσωπούμενου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ως καθολικού διαδόχου της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...." (....) και 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ανώνυμη Εταιρεία" που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαχειρίστριας του συνόλου των στοιχείων του ενεργητικού και παθητικού της καταργηθείσας .... που μεταβιβάσθηκαν στο Ελληνικό Δημόσιο, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Λάλλα και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Α., 2) Φ. Β., 3) Ο. Β., 4) Γ. Γ., 5) Γ. Γ., 6) Σ. Ζ., 7) Ι. Ζ., 8) Ε. Κ., 9) Γ. Κ., 10) Σ. Λ., 11) Μ. Μ., 12) Έ. Μ., 13) Ι. Μ., 14) Χ. Ν., 15) Α. Π., 16) Ε. Σ., 17) Ό. Σ., 18) Γ. Τ., 19) Κ. Τ., 20) Ν. Τ., 21) Δ. Φ., 22) Δ. Μ., 23) Γ. Π., 24) Α. Β., 25) Χ. Τ. και 26) Γ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παρέστησαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-10-2007 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και άλλου ενός ήδη μη διαδίκου, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Χαλανδρίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 407/2009 του ίδιου δικαστηρίου και 2536/2012 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-3-2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο οι αναιρεσείοντες όπως σημειώνεται πιο πάνω και ορίσθηκε εισηγήτρια η Αρεοπαγίτης Σοφία Καρυστηναίου.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Κατά το άρθρο 6Α παρ. 1 του διατάγματος της 26-6/11-7-1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου", το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 46 παρ. 3 ν. 4305/2014: "Η επίδοση από το Ελληνικό Δημόσιο ή οποιοδήποτε Ν.Π.Δ.Δ. κάθε ενδίκου βοηθήματος και ενδίκου μέσου, οποιασδήποτε κλήσης προς συζήτηση υπόθεσης, οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης, προσωρινής διαταγής, για οποιαδήποτε υπόθεση σε οποιονδήποτε βαθμό ή στο πλαίσιο της αναιρετικής δίκης, ενώπιον οποιουδήποτε πολιτικού ή διοικητικού δικαστηρίου, δύναται να γίνει:

α) στους αντιδίκους του ή τον αντίκλητό τους, β) στον δικηγόρο ο οποίος τους εκπροσώπησε κατά την τελευταία συζήτηση της υπόθεσης ή έχει υπογράψει το τελευταίο δικόγραφό που αφορά την υπόθεση, στην τελευταία δηλωθείσα, κατά τις κείμενες διατάξεις, διεύθυνσή τους. Ο δικηγόρος στην περίπτωση του προηγούμενου εδαφίου θεωρείται αντίκλητος και για κάθε μεταγενέστερη επίδοση, έκτος εάν ο διάδικος, κατά περίπτωση, γνωστοποίησε με δήλωση στην Κεντρική Υπηρεσία του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους ή την έδρα του Ν.Π.Δ.Δ., το διορισμό νέου πληρεξουσίου ή αντικλήτου.

Ο δικηγόρος ή ο αντίκλητος οφείλει να παραδίδει αμελλητί το επιδιδόμενο έγγραφο. Επιδόσεις που έχουν διενεργηθεί κατά τα αναφερόμενα στα προηγούμενα εδάφια θεωρούνται νόμιμες και για εκκρεμείς σε οποιοδήποτε στάδιο υποθέσεις". Στην προκειμένη περίπτωση από την .../11-3-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.

Μ., την οποία επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση της υποθέσεως αναιρεσείοντες, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο: α) της υπό κρίση από 20-3-2015 αιτήσεως για αναίρεση της 2536/2012 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με πράξη ορισμού δικασίμου, της 12-1-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση για τη δικάσιμο της 24-5-2016 και β) της ...-2-2016 βεβαιώσεως της γραμματέως του Β1 Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου περί αναβολής της συζητήσεως της υποθέσεως για τη δικάσιμο της 24-5-2016, κατά την οποία αναβλήθηκε εκ νέου η συζήτηση για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο (24-1-2017), επιδόθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα στο δικηγόρο Αθηνών Ν.

Σ., ο οποίος είχε εκπροσωπήσει τους αναιρεσιβλήτους κατά την τελευταία συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο. Ως εκ περισσού η υπό κρίση αίτηση και η ανωτέρω βεβαίωση επιδόθηκαν και ατομικά στους πρώτη, δεύτερο, τρίτη, τέταρτο, πέμπτη, έκτο, έβδομο, ένατο, δέκατο, ενδέκατη, δωδέκατη, δέκατο τρίτο, δέκατη πέμπτη, δέκατη έκτη, δέκατη έβδομη, δέκατη ένατη, εικοστό, εικοστό πρώτο, εικοστό δεύτερο, εικοστό τρίτο, εικοστό τέταρτο και εικοστό πέμπτο αναιρεσιβλήτους, όπως προκύπτει αντίστοιχα από τις εξής εκθέσεις επιδόσεως, τις οποίες επίσης επικαλούνται και προσκομίζουν οι επισπεύδοντες τη συζήτηση αναιρεσείοντες: .../11-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν.

Χ., .../18-3-2016, .../21-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Χ., .../21-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Μ., .../24-3-2016, .../21-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Χ., .../11-3-2016, .../21-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Χ., .../18-3-2016 .../18-3-2016, .../18-3-2016, .../18-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι.

Μ., .../18-3-2016, .../18-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Χ., .../18-3-2016, .../18-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Μ., .../21-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν. Χ., .../21-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Μ., .../11-3-2016, .../21-3-2016, .../21-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ν.

Χ., ...9-3-2016 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Πατρών Π. Δ., ...9-3-2016 της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Ιωαννίνων Ε. Σ. και ...9-3-2016 του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης Ά. Σ.. Εξ άλλου από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως αυτού του δικαστηρίου προκύπτει ότι κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου κατά την προαναφερθείσα νόμιμη δικάσιμο αυτής (24-1-2017), οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανισθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Εφόσον δε η αναγραφή της υποθέσεως στο πινάκιο κατά τη μετ’ αναβολήν δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (άρθρο 226 παρ. 4 εδ. γ και δ Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη κατά το άρθρο 575 εδ. β του ίδιου κώδικα), πρέπει οι αναιρεσίβλητοι να δικασθούν ερήμην, να προχωρήσει όμως η συζήτηση της υποθέσεως σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). 2.

Σύμφωνα με την αρχή της εύνοιας των μισθωτών, την οποία καθιέρωνε το άρθρο 3 παρ. 1 του προϊσχύσαντος ν. 3239/1955 "Περί του τρόπου ρυθμίσεως των συλλογικών διαφορών εργασίας" σε συνδυασμό με το άρθρο 680 Α.Κ. και επανέλαβε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του κατά τον εν προκειμένω κρίσιμο χρόνο ισχύοντος ν. 1876/1990 "Για τις ελεύθερες διαπραγματεύσεις", οι ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των τυχόν δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων εργασίας (Σ.Σ.Ε.).

Και τούτο διότι οι κανονιστικοί όροι μιας συλλογικής συμβάσεως εργασίας περιέχουν κατώτατα όρια υποχρεωτικής προστασίας, έτσι ώστε με τις ατομικές συμβάσεις να απαγορεύεται μεν η δυσμενέστερη ρύθμιση των ίδιων ζητημάτων, να επιτρέπεται όμως η βελτίωση της προστασίας αυτής. Από τη διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών συνάγεται ότι η αρχή της εύνοιας υπέρ αυτών δεν εφαρμόζεται μόνο στη σχέση συλλογικής συμβάσεως εργασίας και ατομικής συμβάσεως αλλά και στη σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής συμβάσεως εργασίας, κανονισμού, ατομικής συμβάσεως) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση (πρβλ.

και άρθρο 7 παρ. 3 ν. 1876/1990, όσον αφορά τη σχέση συλλογικών συμβάσεων εργασίας και νόμων). Στην περίπτωση αυτή η ρύθμιση της ασθενέστερης πηγής μπορεί να αποκλίνει από τη ρύθμιση της ισχυρότερης, μόνο όμως προς το συμφέρον των εργαζομένων. Εν τούτοις, για την εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών κατά το συσχετισμό μιας συλλογικής συμβάσεως εργασίας ή άλλης πηγής κανόνων που ρυθμίζουν την εργασιακή σχέση και μιας ατομικής συμβάσεως ή, γενικότερα, κατά το συσχετισμό των διαφόρων κανονιστικών πηγών μεταξύ τους, τα σύνολα των όρων που ρυθμίζουν τις αποδοχές συγκρίνονται ως ενότητα.

Με την έννοια αυτή, αν δεν υπάρχει αντίθετη ειδική ρύθμιση, προκειμένου να εξευρεθούν και να θεωρηθούν εφαρμοστέοι οι ευνοϊκότεροι κανόνες, δεν είναι δυνατή η επιλογή ορισμένων όρων αποδοχών από μία πηγή και ορισμένων από άλλη, διότι δεν επιτρέπεται η σύγχρονη εφαρμογή περισσοτέρων κανονιστικών πηγών, αλλά πρέπει να αναζητηθεί η πηγή που περιέχει τους ευνοϊκότερους όρους ως σύνολο για το ζήτημα των αποδοχών των εργαζομένων.

Ειδικά όσον αφορά στη συσχέτιση περισσοτέρων συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αυτό αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 ν. 1876/1990. Περαιτέρω από το σύνολο των διατάξεων του ν. 1876/1990 συνάγεται ότι οι όροι εργασίας τους οποίους ρυθμίζει κάποια συλλογική σύμβαση εργασίας, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη τέτοια σύμβαση (διαδοχή συλλογικών συμβάσεων εργασίας).

Διαδοχή συλλογικών συμβάσεων εργασίας υπάρχει όταν χρονικά νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Κατά τη διαδοχή συλλογικών συμβάσεων εργασίας η νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης τόσο υπέρ όσο και εις βάρος των εργαζομένων, δηλαδή κατά τη διαδοχή συλλογικών συμβάσεων εργασίας δεν ισχύει η αρχή της προστασίας ή της ευνοίας υπέρ των μισθωτών αλλά η αρχή της τάξεως (αρχή της διαδοχής των ρυθμίσεων).

Για να καταστεί όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας κανονιστικός όρος της συλλογικής συμβάσεως εργασίας, πρέπει η παραπομπή να γίνει σε συγκεκριμένη συλλογική σύμβαση εργασίας και όχι αορίστως στις εκάστοτε ισχύουσες στις σχέσεις του εργοδότη και μισθωτών συλλογικές συμβάσεις εργασίας, διότι στην τελευταία περίπτωση θα ισχύει η νεότερη συλλογική σύμβαση εργασίας (διαδοχή τάξεων), έστω και αν περιέχει δυσμενέστερες διατάξεις για τους μισθωτούς, αφού ρητά συμφωνήθηκε με την ατομική σύμβαση εργασίας ότι θα εφαρμόζεται η εκάστοτε ισχύουσα συλλογική σύμβαση εργασίας (Α.Π. 480/2014, 228/2014).

Εξ άλλου κατά το άρθρο 1 παρ. 1 του από 20-4-1989 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού (Γ.Κ.Π.) της ...., ο οποίος εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του ν. 1730/1987 και εγκρίθηκε με την .../12-4-1989 απόφαση του αναπληρωτή Υπουργού Προεδρίας της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Β 283/20-4-1989): "Ο παρών Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της .... καθορίζει τους όρους και τις συνθήκες εργασίας του προσωπικού, την υπηρεσιακή γενικά κατάστασή του, τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του στα εργασιακά θέματα και στα θέματα λειτουργίας και παραγωγής, καθώς και τις εν γένει σχέσεις του προσωπικού με την εταιρεία".

Κατά το άρθρο 12 παρ. 1 εδ. α του πιο πάνω Γενικού Κανονισμού Προσωπικού: "Το τακτικό προσωπικό κατατάσσεται σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) και εξελίσσεται από το κατεχόμενο στο αμέσως ανώτερο μισθολογικό κλιμάκιο μετά τη συμπλήρωση ενός έτους υπηρεσίας ανεξάρτητα από το βαθμό που κάθε φορά κατέχει", κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου: "Ο βασικός μισθός κάθε μισθολογικού κλιμακίου καθορίζεται με ειδική συλλογική σύμβαση εργασίας που συνάπτεται μεταξύ της πολυπληθέστερης δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης και της ......" και κατά την παρ. 10 του ίδιου άρθρου: "Μειωμένες αποδοχές καταβάλλονται στο προσωπικό στις περιπτώσεις που προβλέπονται από τον παρόντα κανονισμό και από τις σχετικές διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας".

Με την από 30-7-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.), που κατατέθηκε στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας (πράξη 5/1-8-2001), τροποποιήθηκε ο μέχρι τότε ισχύων Γενικός Κανονισμός Προσωπικού της ...., σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990. Ειδικότερα κατά το άρθρο 1 της εν λόγω Ε.Σ.Σ.Ε.: "Στην παρούσα Σ.Σ.Ε.

υπάγεται το τακτικό και έκτακτο (πλην δημοσιογράφων, ιατρών και δικηγόρων) προσωπικό της ...., που καλύπτεται από τα πρωτοβάθμια σωματεία, τα οποία είναι μέλη της ...". Κατά το άρθρο 2 αυτής: "1. Με την παρούσα σύμβαση θεσπίζεται νέο μισθολόγιο, το οποίο αποκαθιστά τις δυσχέρειες και αδυναμίες του προηγούμενου, όπως και τις ακραίες εξατομικεύσεις των αμοιβών, δημιουργώντας νέο, δικαιότερο, ορθολογικότερο, ευνοϊκότερο για τους εργαζομένους, κατανοητό και εύκολα εφαρμόσιμο λογιστικά, μισθολογικό καθεστώς. 2.

Οι διαφορές αποδοχών που θα προκύψουν μεταξύ των καταβαλλομένων την 28-2-2001 και των δικαιουμένων με την εφαρμογή του νέου μισθολογίου την 1-3-2001, θα καταβληθούν σταδιακά ως εξής: Α) Το 50% της διαφοράς από την 1-3-2001. Β) Το υπόλοιπο 50% της διαφοράς από την 1-3-2002. 3. Με την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργούνται οι.

αντίστοιχες διατάξεις του Γ.Κ.Π. της ...., όπως ενδεικτικά το άρθρο 12, 13 κ.λπ. και γενικά κάθε διάταξη που ρυθμίζει θέματα μισθολογικά ή σχετίζεται με τις καταργούμενες ρυθμίσεις. 4. Όπου στον Γ.Κ.Π. της .... γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του, που ρυθμίζουν μισθολογικά θέματα, εφεξής θεωρείται ότι η παραπομπή γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσης. 5.

Η επανένταξη του προσωπικού με βάση τα νέα Μ.Κ. θα ολοκληρωθεί μέσα σε προθεσμία τριών (3) μηνών από την κατάθεση ενός πρωτοτύπου της παρούσας στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας". Με τα άρθρα 3-8 ορίσθηκαν το νέο μισθολόγιο, τα νέα μισθολογικά κλιμάκια, οι κανόνες εντάξεως των εργαζομένων σε αυτά ανάλογα με την ειδικότητά τους, τα διατηρούμενα και καταργούμενα επιδόματα και γενικά το μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων που υπάγονταν στην από 30-7-2001 Ε.Σ.Σ.Ε.

κατά τρόπο πλήρη, οριστικό και διαφορετικό του μέχρι τότε ισχύοντος βάσει του Γενικού Κανονικού Προσωπικού. Κατά το άρθρο 9 της ίδιας Ε.Σ.Σ.Ε.: "Οι ποσοστιαίες αυξήσεις του νέου μισθολογίου, σε σχέση με τις καταβαλλόμενες αποδοχές στις 28-2-2001, κυμαίνονται για όλους τους υπαλλήλους από 8% μέχρι 12%. Στην περίπτωση κατά την οποία προκύπτει ποσοστιαία αύξηση μικρότερη του 8%, τότε καταβάλλεται συμπληρωματικό ποσό μέχρι την κάλυψη του συγκεκριμένου ποσοστού (8%), που διατηρείται ως θετική προσωπική διαφορά και εμφανίζεται σε ξεχωριστή στήλη στη μισθολογική κατάσταση.

Στην περίπτωση κατά την οποία προκύπτει ποσοστιαία αύξηση μεγαλύτερη του 12%, τότε περικόπτεται ανάλογο ποσό, ώστε η αύξηση να περιοριστεί στο συγκεκριμένο ποσοστό (12%). Το ποσό που περικόπτεται εμφανίζεται σε ξεχωριστή στήλη στη μισθοδοτική κατάσταση, ως αρνητική διαφορά. Η ανωτέρω προσωπική διαφορά (θετική ή αρνητική) λαμβάνεται υπόψη για τη σταδιακή εφαρμογή του νέου μισθολογίου, όπως αυτή προβλέπεται στην παρ. 2 του άρθρου 2".

Τέλος κατά το άρθρο 23 της ίδιας Ε.Σ.Σ.Ε.: "...Ευνοϊκότεροι όροι και συνθήκες εργασίας, που έχουν θεσπιστεί για τους εργαζόμενους της … με διατάξεις νόμων, Σ.Σ.Ε., διαιτητικών αποφάσεων, Γ.Κ.Π., Α.Δ.Σ. …, δεν θίγονται με την παρούσα αλλά εξακολουθούν να ισχύουν και εφαρμόζονται στο τακτικό και έκτακτο προσωπικό της … που καλύπτεται από την ....

Η ισχύς της παρούσας Σ.Σ.Ε. σε όσα θέματα δεν ορίζεται άλλη ημερομηνία, αρχίζει από 1-3-2001 και λήγει στις 31-12-2002, οι δε διατάξεις της δεσμεύουν τα δύο μέρη για όλο το χρονικό διάστημα και μέχρι την υπογραφή νέας Σ.Σ.Ε.". Στη συνέχεια στο άρθρο 3 της από 12-2-2004 νεότερης Επιχειρησιακής Συλλογικής Συμβάσεως Εργασίας μεταξύ της ....

και της ..., που κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας: ορίσθηκαν τα εξής: "Οι βασικοί μισθοί που αντιστοιχούν στα μισθολογικά κλιμάκια, όπως περιγράφονται στο άρθρο 12 του Γ.Κ.Π. και έχουν διαμορφωθεί σήμερα αυξάνονται (προσθετικά) κατά ποσοστό ως εξής: Από 1-1-2003 κατά 3,1%. Από 1-7-2003 κατά 3,1%. Από 1-1-2004 κατά 3,5%.

Από 1-7-2004 κατά 3,5%".

Συνεπώς για όλο το εν λόγω χρονικό διάστημα χορηγήθηκε συνολική αύξηση ποσοστού 13,2%. Κατά το άρθρο 2 της ίδιας ΕΣΣΕ: "2.1. Με την έναρξη ισχύος της παρούσας καταργούνται όσες διατάξεις του Γ.Κ.Π. της … είναι αντίθετες με τα ρυθμιζόμενα στην παρούσα θέματα... 2.2. Όπου στον Γ.Κ.Π. της .... γίνεται παραπομπή στις διατάξεις του, που ρυθμίζουν μισθολογικά θέματα, θεωρείται ότι η παραπομπή γίνεται στις αντίστοιχες διατάξεις της παρούσας και στις Ε.Σ.Σ.Ε.

που έχουν υπογραφεί μέχρι σήμερα". Κατά το άρθρο 15 παρ. 2 της ίδιας Ε.Σ.Σ.Ε.: "Όλες οι προηγούμενες Ε.Σ.Σ.Ε. και διαιτητικές αποφάσεις με οποιοδήποτε τρόπο και αν θεσπίστηκαν και τέθηκαν σε ισχύ, αποτελούν αδιάσπαστο σύνολο με την παρούσα και εξακολουθούν να ισχύουν σε όσα θέματα δεν τροποποιούνται από την παρούσα".

Όμοια διάταξη περιλήφθηκε και στο άρθρο 21 παρ. 2 της από 16-12-2005 Ε.Σ.Σ.Ε. μεταξύ … και ..., η οποία κατατέθηκε αρμοδίως και με την οποία προβλέφθηκε μεταξύ άλλων η χορήγηση αυξήσεως στους βασικούς μισθούς και τα εκεί αναφερόμενα επιδόματα. Από τις τελευταίες αυτές διατάξεις προκύπτει ότι με τις από 12-2-2004 και από 16-12-2005 Ε.Σ.Σ.Ε.

διατηρήθηκαν σε ισχύ τόσο ο όρος του άρθρου 9 της από 30-7-2001 Ε.Σ.Σ.Ε. περί "αρνητικής προσωπικής διαφοράς" όσο και οι αποδοχές των εργαζομένων της ...., όπως µε εκείνη είχαν διαμορφωθεί, οι οποίες και αποτέλεσαν τη βάση υπολογισµού των νέων αυξήσεων. Αν ίσχυε το αντίθετο θα επερχόταν αύξηση των αποδοχών των εργαζομένων σε ποσοστό µεγαλύτερο από εκείνο που οι ίδιοι µέσω του συνδικαλιστικού τους φορέα είχαν αποδεχθεί και συμφωνήσει µε την .... (Α.Π. 480/2014).

3. Στην προκειμένη περίπτωση με την από 24-10-2007 αγωγή τους οι ήδη αναιρεσίβλητοι εξέθεσαν τα εξής: Ότι με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσελήφθησαν κατά τους αναφερόμενους χρόνους από την αρχικά εναγομένη .... (της οποίας καθολικός διάδοχος είναι το πρώτο αναιρεσείον και ειδική διαχειρίστρια η δεύτερη αναιρεσείουσα), απασχολούνται δε έκτοτε από αυτήν με τις αναφερόμενες ειδικότητες.

Ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-1-2004 έως 31-12-2006 η αρχικά εναγομένη παρακράτησε από τις αποδοχές τους τα αναφερόμενα για τον καθένα χρηματικά ποσά ως "αρνητική προσωπική διαφορά", επικαλούμενη τη διάταξη του άρθρου 9 της από 30-7-2001 επιχειρησιακής συλλογικής συμβάσεως εργασίας (Ε.Σ.Σ.Ε.). Ότι η τελευταία αυτή διάταξη δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση ως αντικείμενη αφενός μεν προς το ευνοϊκότερο γι’ αυτούς άρθρο 12 του από 20-4-1989 Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της αρχικά εναγομένης, το οποίο αποτελεί ατομικό όρο της συμβάσεως εργασίας καθενός από αυτούς και αφετέρου προς τις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 22 παρ. 1 του Συντάγματος.

Ζήτησαν δε να υποχρεωθεί η αρχικά εναγομένη να τους καταβάλει τα πιο πάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής κυρίως με βάση το νόμο και τη μεταξύ τους σύμβαση, άλλως με βάση τη συνταγματική αρχή της ισότητας, άλλως με βάση τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες άλλως με βάση τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού έκρινε ότι η αγωγή ήταν νόμιμη κατά την κύρια βάση της και μη νόμιμη κατά τις επικουρικές, την δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη κατά το μέρος που την έκρινε νόμιμη, υποχρέωσε δε την εναγομένη να καταβάλει στους ενάγοντες τα αιτούμενα ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Μετά από έφεση της αρχικά εναγομένης και αντέφεση των εναγόντων εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες... απασχολήθηκαν στην εναγόμενη... ανώνυμη εταιρεία με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και κατά το χρονικό διάστημα από την 1-3-2001 έως την 31-12-2006, αμειβόμενοι με το μισθολόγιο που οριζόταν από τον ισχύοντα Γενικό Κανονισμό Προσωπικού της εναγομένης, σε συνδυασμό με τις ισχύουσες Επιχειρησιακές Σ.Σ.Ε.

που συνήφθησαν μεταξύ της εναγομένης και της ... (δευτεροβάθμιας συνδικαλιστικής οργάνωσης των εργαζομένων στην εναγομένη), της οποίας οι ενάγοντες είναι μέλη". Στη συνέχεια το δευτεροβάθμιο δικαστήριο προέβη σε ερμηνεία των αναφερόμενων στην προηγούμενη σκέψη διατάξεων του Γενικού Κανονισμού Προσωπικού της αρχικά εναγομένης και των από 30-7-2001, 12-2-2004 και 16-12-2005 Επιχειρησιακών Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας και κατέληξε ως εξής: "Συνεπώς για το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι από την 1-1-2004 έως την 31-1-2006, οπότε η ισχύς της από 30-7-2001 Ε.Σ.Σ.Ε.

είχε λήξει, η εναγομένη μη νόμιμα εξακολούθησε να παρακρατεί από τις αποδοχές των εναγόντων, κατ’ εφαρμογή του επίμαχου όρου του άρθρου 9 αυτής, ως προσωπική αρνητική διαφορά, τα αιτούμενα από αυτούς με την ένδικη αγωγή χρηματικά ποσά, παρά το ότι από 1-1-2003 ίσχυσε η από 12-2-2004 Ε.Σ.Σ.Ε., κατά τη διάρκεια ισχύος της οποίας χορηγήθηκε σταδιακά ποσοστιαία συνολική αύξηση επί των έως τότε διαμορφωμένων βασικών μισθών των μισθολογικών κλιμακίων 13,2%, που κάλυπτε το παρακρατηθέν ως προσωπική διαφορά ποσό και η οποία συνεπώς αντικατέστησε την προγενέστερη από 30-7-2001 Ε.Σ.Σ.Ε...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές (και άλλες οι οποίες αφορούν την παραδοχή της εφέσεως και την απόρριψη της αγωγής ως προς τον ήδη μη διάδικο εικοστό έβδομο ενάγοντα, καθώς και την απόρριψη της προβληθείσης από την αρχικά εναγομένη ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος των εναγόντων και οι οποίες δεν ενδιαφέρουν εν προκειμένω) το δευτεροβάθμιο δικαστήριο απέρριψε κατ’ ουσίαν την έφεση της αρχικά εναγομένης ως προς τους είκοσι έξι πρώτους ενάγοντες, καθώς και την αντέφεση των εναγόντων κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, είχε γίνει δεκτή η αγωγή κατά την κύρια βάση της.

Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 560 παρ. 1 εδ. α Κ.Πολ.Δ. και συγκεκριμένα παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που παρατέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, αφού υπό τα δεκτά γενόμενα πραγματικά περιστατικά, οι ενάγοντες δεν εδικαιούντο τα ζητούμενα με την αγωγή ποσά.

Ειδικότερα η εξακολούθηση της παρακρατήσεως από την αρχικά εναγομένη .... των ποσών αυτών ως "αρνητικής προσωπικής διαφοράς" με βάση τον όρο του άρθρου 9 της από 30-7-2001 Ε.Σ.Σ.Ε. ήταν νόµιµη, δεδομένου ότι, όπως εξετέθη στην προηγούμενη σκέψη, με τις επακολουθήσασες από 12-2-2004 και 16-12-2005 Ε.Σ.Σ.Ε. διατηρήθηκαν τόσο ο προαναφερθείς όρος του άρθρου 9 της από 31-7-2001 Ε.Σ.Σ.Ε.

περί "αρνητικής προσωπικής διαφοράς" όσο και οι αποδοχές, όπως µε εκείνη είχαν διαμορφωθεί, οι οποίες και αποτέλεσαν τη βάση υπολογισµού των νέων αυξήσεων. Επομένως οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πιο πάνω πλημμέλεια, είναι βάσιμοι. 4.

Ενόψει όλων αυτών πρέπει, κατά παραδοχή των ανωτέρω (πρώτου και δευτέρου) λόγων αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το μέρος που δέχθηκε την αγωγή των αναιρεσιβλήτων (είκοσι έξι πρώτων εναγόντων) κατά την κύρια βάση της (οι επικουρικές βάσεις δεν ερευνώνται διότι όσον αφορά την απόρριψη αυτών η προσβαλλόμενη κατέστη αμετάκλητη λόγω μη ασκήσεως αναιρέσεως εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων), παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου αναιρέσεως.

Στη συνέχεια και εφόσον η υπόθεση δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση, πρέπει να κρατηθεί κατά το προαναφερθέν μέρος της και να δικασθεί από το παρόν δικαστήριο (άρθρο 580 παρ. 3 εδ. α Κ.Πολ.Δ.), να ερευνηθεί κατ’ ουσίαν η έφεση της εναγομένης κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το μέρος που στρέφεται κατά των είκοσι έξι πρώτων εναγόντων (η αντέφεση δεν ερευνάται λόγω μη ασκήσεως αναιρέσεως από τους αναιρεσιβλήτους κατά τα προεκτεθέντα), να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη απόφαση όσον αφορά τους είκοσι έξι πρώτους ενάγοντες, να κρατηθεί η υπόθεση και να δικασθεί η αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από αυτούς και κατά την κύρια βάση της, να απορριφθεί δε αυτή ως μη νόμιμη.

Τούτο διότι, αν υποτεθεί ότι είναι αληθινά τα παρατεθέντα στην προηγούμενη σκέψη πραγματικά περιστατικά τα οποία επικαλέσθηκαν οι ανωτέρω ενάγοντες για τη θεμελίωσή της, αυτοί δεν δικαιούνται τα ζητούμενα χρηματικά ποσά για τους προεκτεθέντες λόγους. Τέλος πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της η εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των πρώτου και δευτέρου βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσας δίκης διότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρα 179 περ.

β και 183 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 2536/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της και όσον αφορά τους αναιρεσιβλήτους.

Κρατεί την υπόθεση κατά το μέρος της αυτό και δικάζει την έφεση της εναγομένης κατά το μέρος που στρέφεται κατά των είκοσι έξι πρώτων εναγόντων.

Δέχεται αυτήν.

Εξαφανίζει την εκκαλούμενη 407/2009 απόφαση του Ειρηνοδικείου Αθηνών όσον αφορά τους είκοσι έξι πρώτους ενάγοντες.

Κρατεί την υπόθεση και δικάζει την αγωγή κατά το μέρος που ασκήθηκε από αυτούς και κατά την κύρια βάση της.

Απορρίπτει αυτήν.

Συμψηφίζει στο σύνολό της την εκατέρωθεν δικαστική δαπάνη των διαδίκων των δύο βαθμών δικαιοδοσίας και της παρούσης δίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Μαΐου 2018.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ