Supreme Court allows appeal against railway company's dismissal of public employee's salary claim due to statute of limitations error.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court allowed the appeal against the Athens Court of Appeal's dismissal of a public employee's salary claim against the Hellenic Railways Organization (OSE). The lower court had rejected the claim based on a two-year statute of limitations applicable to public entities, but the employee argued this rule did not apply to OSE. The Court ruled that OSE, as a public-law entity operating under commercial principles, must be treated equally to private companies and is subject to the standard five-year statute of limitations for salary claims rather than the shorter two-year period.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 90 para. 3 of Law 2362/1995; Art. 2 para. 3 of Law 4/4.9.1935: The Supreme Court holds that the Hellenic Railways Organization (OSE), as a public-law entity exercising commercial activities, enjoys no special privilege regarding the statute of limitations for salary claims and must be treated with equality under the standard five-year limitation period applicable to private companies.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 951 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 951/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Αθηνά Δήμαινα - Μανίκα.
Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΣΙΔΗΡΟΔΡΟΜΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ" (ΟΣΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αρτεμισία Κομπάρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-8-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1006/2007 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2063/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά ο αναιρεσείων με την από 19-11-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν 2362/1993 περί Δημοσίου Λογιστικού κ.λ.π., που ισχύει, κατ' άρθρο 119 αυτού, από 1.1.1996, ο χρόνος παραγραφής των αξιώσεων των υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, που αφορούν αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφονται μετά διετία από της γενέσεως τους.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 3, του ΝΔ 4/4.9.1935 "περί διοικήσεως των Σιδηροδρόμων του Ελληνικού Κράτους και συμπληρώσεως της περί σιδηροδρόμων νομοθεσίας", η οποία διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά τον ΑΝ 392/1968, οι ΣΕΚ απολαμβάνουν ως προς τις αστικές τους σχέσεις όλων των προνομίων του Δημοσίου (δικαστικών κ.λ.π.).
Ειδικότερα ορίζεται στο εδ. 2 ότι "οι διατάξεις περί παραγραφής των κατά του Δημοσίου απαιτήσεων και περί τόκου υπερημερίας εφαρμόζονται επίσης και για τους ΣΕΚ". Η εκμετάλλευση του δικτύου των Ελληνικών Σιδηροδρόμων αποτελεί μονοπώλιο του Δημοσίου, που το είχε εκχωρήσει στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους" (ΣΕΚ).
Οι βασικοί όροι της εκμετάλλευσης αυτής διατυπώθηκαν αρχικά μεν στο από 4/4-9-1935 ως άνω νομοθετικό διάταγμα, διευρύνθηκαν δε αργότερα με το ΝΔ 4246/1962. Οι δύο αυτοί νόμοι καταργήθηκαν κατά ένα μέρος με το άρθρο 9 του ΑΝ 392/1968. Επακολούθησε το άρθρο 21 παρ. 2 του ΝΔ 674/1970 "περί ιδρύσεως Οργανισμού Σιδηροδρόμων Ελλάδος", με το οποίο διαλύθηκε το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου των ΣΕΚ.
Με τα άρθρα δε 1 και 2 του ιδίου νομοθετικού διατάγματος ιδρύθηκε ο Ο.Σ.Ε, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί έκτοτε και μέχρι σήμερα με τη μορφή της ανώνυμης εταιρίας. Στο άρθρο 4 παρ. 1 του ΝΔ 674/1970, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 του ΝΔ 1116/1972, ορίζεται ότι από της ιδρύσεως του ο Ο.Σ.Ε αναλαμβάνει το αποκλειστικό δικαίωμα, την ευθύνη και αρμοδιότητα των συγκοινωνιακών και μεταφορικών υπηρεσιών που ήδη διεξάγονται και παρέχονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Σιδηρόδρομοι Ελληνικού Κράτους (ΣΕΚ), οι υπηρεσίες δε αυτές "μεθ' όλων των συμπαραμαρτούντων δικαιωμάτων, υποχρεώσεων, προνομίων και καθηκόντων των ΣΕΚ περιέρχονται αυτοδικαίως και άνευ οιασδήποτε μεταβολής εις το Ελληνικό Δημόσιο, μεταβιβαζόμενα αυτοδικαίως δυνάμει του παρόντος εις τον ΟΣΕ όστις διαδέχεται ούτω τους ΣΕΚ ως καθολικός αυτών διάδοχος".
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος, οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου. Οι Έλληνες και οι Ελληνίδες έχουν ίσα δικαιώματα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται όχι μόνον η ισότητα των Ελλήνων πολιτών έναντι του νόμου, αλλά και η ισότητα του νόμου έναντι αυτών, με την έννοια ότι ο νομοθέτης κατά τη ρύθμιση ουσιωδώς ομοίων πραγμάτων, σχέσεων ή καταστάσεων και κατηγοριών προσώπων δεν μπορεί να νομοθετεί κατά διαφορετικό τρόπο, εισάγοντας εξαιρέσεις και κάνοντας διακρίσεις, εκτός αν η διαφορετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη, αλλά επιβάλλεται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος, η συνδρομή των οποίων υπόκειται στον έλεγχο των δικαστηρίων.
Σύμφωνα με το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος, καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή τα συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει. Κατά το άρθρο 22 παρ. 1β του Συντάγματος, όλοι οι εργαζόμενοι, ανεξάρτητα από φύλλο ή άλλη διάκριση, έχουν δικαίωμα ίσης αμοιβής για παρεχόμενη εργασία ίσης αξίας.
Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος, τα δικαιώματα του ανθρώπου, ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου, τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικαστεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας, υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως..." Η χώρα μας έχει κυρώσει την ΕΣΔΑ με το ΝΔ 53/1974.
Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 14 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα, "όλοι είναι ίσοι ενώπιον των δικαστηρίων. Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα η υπόθεση του να δικαστεί δίκαια και δημόσια από αρμόδιο, ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο... για αμφισβητήσεις δικαιωμάτων και υποχρεώσεων αστικού χαρακτήρα." Το ΔΣΑΠΔ έχει ενσωματωθεί στην Ελληνική έννομη τάξη με το Ν 2462/1997.
Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, η αρχή της ισότητας των διαδίκων, που συνιστά ειδική εκδήλωση της αρχής της ισότητας, επιβάλλει την ίση μεταχείριση τους από τους νόμους που προσδιορίζουν τους όρους της δικαστικής προστασίας. Επομένως, διατάξεις νόμων, με τις οποίες αναγνωρίζεται υπέρ ενός διαδίκου ευνοϊκή μεταχείριση ως προς το ανωτέρω δικαίωμα, με αποτέλεσμα να τίθεται αυτός σε θέση πλεονεκτικότερη από εκείνη του αντιδίκου του, είναι ανίσχυρες.
Με βάση τα παραπάνω, η επέκταση των διατάξεων περί διετούς παραγραφής, με τα άρθρα που προαναφέρθηκαν, και στον αναιρεσίβλητο ΟΣΕ, ήτοι του αρθρ. 90 παρ. 3 του Ν 2362/1995, όπως και η προηγούμενη του αρθρ. 91 παρ. 3 του ΝΔ 321/1969, περί Δημοσίου Λογιστικού, αντίκειται στις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος, της ΕΣΔΑ και του ΔΣΑΠΔ, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από λόγους γενικότερου κοινωνικού ή δημοσίου συμφέροντος.
Δεν συνιστά τέτοιο λόγο το γεγονός ότι το Ελληνικό Δημόσιο κατέχει το σύνολο των μετοχών του ΟΣΕ ΑΕ. Η κατοχυρωμένη στο Σύνταγμα ισότητα έναντι του νόμου συμπεριλαμβάνει την ισότητα των διαδίκων, που σημαίνει απονομή των ιδίων δικαιωμάτων και υποχρεώσεων σε όλους τους διαδίκους, ανεξάρτητα από την ιδιότητα τους.
Το προαναφερόμενο προνόμιο δεν είναι νομικά λογικό να εφαρμόζεται υπέρ μιας ανώνυμης εταιρείας, όπως είναι πλέον ο ΟΣΕ, ο οποίος κατά τον κανονισμό εκμεταλλεύσεως αυτού αναπτύσσει και επιχειρηματικές δραστηριότητες, μέσω των θυγατρικών του εταιρειών, όπως οι ΕΔΙΣΥ ΑΕ, ΤΡΑΪΑΝΟΣ ΑΣΕ ΑΕ, ΠΡΟΑΣΤΙΑΚΟΣ ΑΕ, ΕΡΓΑΟΣΕ ΑΕ, ΓΙΑΑΟΣΕ ΑΕ ΚΑΙ ΕΜΠΟΡΕΥΜΑΤΙΚΑ ΚΕΝΤΡΑ ΑΕ.
Συνεπώς είναι πλέον νομικά ισότιμη με κάθε άλλη ανώνυμη εταιρεία και λειτουργεί σύμφωνα με τους κανόνες της ελεύθερης οικονομίας (Ολ.ΑΠ 11/2008). Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση παραγραφής που πρότεινε το αναιρεσίβλητο ΝΠΙΔ, με την αιτιολογία ότι οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος, περί αναγνωρίσεως της υποχρεώσεως του αναιρεσιβλήτου να τον προαγάγει κατ' εκλογήν, μέσω του Πρωτοβαθμίου Υπηρεσιακού Συμβουλίου του, στο βαθμό του Προϊσταμένου Υπηρεσίας από 30-9-2002 και να υποχρεωθεί να του καταβάλει το ποσό των 11.403,24 ευρώ για μισθολογικές διαφορές του χρονικού διαστήματος από 1-1-2003 έως 31-7-2005, καθώς και χρηματική ικανοποίηση 3000 ευρώ λόγω ηθικής βλάβης, υπέκυψαν στην προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 ισχύουσα για το Δημόσιο διετή παραγραφή, η οποία ισχύει και για το αναιρεσίβλητο, δεδομένου ότι ο αναιρεσείων έλαβε γνώση της παραλείψεως στις 22-7-2003 και άσκησε την αγωγή στις 8-3-2006.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παραβίασε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, αφού οι ένδικες αξιώσεις του αναιρεσείοντος δεν υπόκεινται στην προβλεπόμενη από το τη διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του ν. 2362/1995 διετή παραγραφή, αλλά σ' αυτήν του άρθρου 250 αρ. 17 του ΑΚ, κατά την οποία σε πέντε χρόνια παραγράφονται οι αξιώσεις των κάθε είδους μισθών.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 2063/2008 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση συντιθέμενο από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που την εξέδωσαν. Και
Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ