Supreme Court dismisses appeal against land ownership judgment regarding public domain expropriation claims.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Court of Appeal's decision confirming land ownership. The Court of Appeal relied on sworn testimonies and expert reports to determine the disputed area was not covered by public domain titles. The Supreme Court rejected the State's arguments regarding thirty-year possession and public domain expropriation, ruling them inadmissible since the land was never established as public property.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 1000, 1142, 1143, 1167 of the Civil Code; The right of usufruct extinguishes upon the death of the usufructuary and automatically passes to the bare owner, while claims for expropriation of public domain require prior classification of the land as public property.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 94 / 2026 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 94 /2026
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αγάπη Τζουλιαδάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιφιγένεια Ματσούκα, Φωτεινή Μηλιώνη-Εισηγήτρια, Ευγενία Μπιτσακάκη, Αναστασία Καραμανίδου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ, δημόσια, στο ακροατήριό του, στις 5 Φεβρουαρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Π. Μ. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Αργυρώ Κουσκουμβεκάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Κ. του Α. , κατοίκου ... , 2) Μ. Κ. του Α. , οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Ι. Μαλταμπέ, και κατέθεσαν προτάσεις, 3) Α. Κ. του Α. , η οποία εκπροσωπήθηκε από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της, και κατέθεσε προτάσεις, 4) Α. Κ. του Ι. , κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, Στο σημείο αυτό, ο πληρεξούσιος των ως άνω αναιρεσιβλήτων, αφού έλαβε το λόγο από την Πρόεδρο, δήλωσε ότι ο υπό στοιχείο 4 αναιρεσίβλητος απεβίωσε στις ...-2016 σύμφωνα με την προσκομισθείσα υπ' αριθμό .../2016 ληξιαρχική πράξη θανάτου του ληξιάρχου του Δήμου Κηφισιάς, και την παρούσα δίκη συνεχίζουν οι λοιποί αναιρεσίβλητοι, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω δικηγόρο, και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-3-2003 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 81ΤΜ/2004 μη οριστική, 94ΤΜ/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2010 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 8-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Φωτεινή Μηλιώνη ανέγνωσε την από 28-1-2025 έκθεση της κωλυομένης να μετάσχει στη σύνθεση του παρόντος Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Ευαγγελίας Στεργίου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1000, 1142, 1143 και 1167 του Α.Κ., σαφώς συνάγεται ότι η επικαρπία είναι το εμπράγματο δικαίωμα επί αλλοτρίου πράγματος, που περιορίζει την εξουσία του κυρίου ως προς τη χρησιμοποίηση και κάρπωση του πράγματος, οπότε ο τελευταίος έχει μόνο τη ψιλή κυριότητα. Με το θάνατο του επικαρπωτή, αποσβήνεται η επικαρπία και το περιεχόμενό της περιέρχεται αυτομάτως στον ψιλό κύριο του πράγματος, ως απόρροια της βασικής αρχής της ελαστικότητας, η οποία ενυπάρχει στο εμπράγματο δικαίωμα της κυριότητας και προσδιορίζει αυτήν, με επακόλουθο να μη νοείται ψιλή κυριότητα επί του πράγματος χωρίς να υπάρχει δικαίωμα επικαρπίας διαφόρου προσώπου επί τούτου (ΑΠ 600/2023, ΑΠ 1091/2020, ΑΠ 294/2020, ΑΠ 1050/2019).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 286 παρ. 1 στοιχ. α' και 290 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται, κατά το άρθρο 573 παρ. 1 του ιδίου Κώδικα, και στην αναιρετική διαδικασία, συνδυαζόμενες και προς τις διατάξεις των άρθρων 1167 και 1168 του Α.Κ., προκύπτει ότι, σε περίπτωση θανάτου του επικαρπωτή, η εκκρεμής δίκη μεταξύ αυτού και τρίτου διακόπτεται, επαναλαμβάνεται δε, μετά την εξ ιδίου δικαίου συνένωση της επικαρπίας με την ψιλή κυριότητα, από τον πλήρη, πλέον, κύριο του πράγματος (ΑΠ 435/2020, ΑΠ 1050/2019, ΑΠ 501/2015). Η διακοπή, όμως, της δίκης δεν επέρχεται αυτόματα, μόλις συμβεί το γεγονός του θανάτου κάποιου από τους διαδίκους, αλλά απαιτείται να προηγηθεί νομότυπη γνωστοποίηση του γεγονότος αυτού. (ΑΠ 600/2023, ΑΠ 712/2020, ΑΠ 274/2018, ΑΠ 239/2016).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, δεν εμφανίστηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ή με δήλωση αυτού, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ., ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, Α.
Κ. του Ι. , εμφανίστηκε όμως ο νομίμως διορισθείς από τους λοιπούς (πρώτο, δεύτερη και τρίτη) αναιρεσιβλήτους πληρεξούσιος δικηγόρος αυτών Ιωάννης Μαλταμπές, ο οποίος δήλωσε ότι ο απών αναιρεσίβλητος, επικαρπωτής των επιδίκων ακινήτων, απεβίωσε στις ....2016 και ότι τη βιαίως διακοπείσα στο πρόσωπο αυτού δίκη επαναλαμβάνουν εκουσίως οι πρώτος, δεύτερη και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, που έχουν την ψιλή κυριότητα των επιδίκων.
Από τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα έγγραφα προκύπτουν ειδικότερα τα εξής: Ο τέταρτος των αναιρεσιβλήτων, Α. Κ. του Ι. , απεβίωσε στις ....2016 (βλ. το υπ' αριθ. πρωτ. ...2016 απόσπασμα ληξιαρχικής πράξης θανάτου που έχει συντάξει η ληξίαρχος του Δήμου Κηφισιάς), δηλαδή μετά την άσκηση της από 8.6.2010 αίτησης αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 9.6.2010.
Με την υπ' αριθ. 94ΤΜ/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, που επικυρώθηκε με την υπ' αριθ. 128/2010 απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, αναγνωρίστηκαν, οι μεν τρεις πρώτοι αναιρεσίβλητοι ψιλοί κύριοι των επιδίκων ακινήτων (ενός ο καθένας), ο δε τέταρτος αναιρεσίβλητος επικαρπωτής αυτών.
Συνεπώς, μετά τον θάνατο του ως άνω επικαρπωτή, το δικαίωμα της επικαρπίας επί των εν λόγω ακινήτων αποσβέστηκε και συνενώθηκε με την ψιλή κυριότητα, με επακόλουθο οι τρεις πρώτοι των αναιρεσιβλήτων να έχουν πλέον την πλήρη κυριότητα ενός εκάστου των επιδίκων ο καθένας. Οι ανωτέρω, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, δήλωσαν στο ακροατήριο δια του πληρεξουσίου δικηγόρου τους τη συνέχιση της δίκης στο όνομά τους, υπό τις προεκτεθείσες ιδιότητές τους.
Συνακόλουθα, νομίμως συνεχίζουν τη δίκη οι ως άνω, νομιμοποιούμενοι προς τούτο, ψιλοί κύριοι των επιδίκων ακινήτων, με την ψιλή κυριότητα των οποίων συνενώθηκε πλέον η επικαρπία του θανόντος. Με την κρινόμενη από 8.6.2010 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία με αριθμό 128/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αιγαίου, το οποίο απέρριψε την έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος και επικύρωσε την υπ' αριθ. 94ΤΜ/2006 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή των αναιρεσιβλήτων κατά του αναιρεσείοντος.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.1, 566 παρ.1 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ). Με τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 21.01/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζεται, σε συνδυασμό με την από 27.06/09.07.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 03.02.1830) και είχε δημεύσει κατά τη διάρκεια αυτού, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των άνω τριών πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους αναχωρήσαντες από την απελευθερωθείσα Ελλάδα Οθωμανούς, πρώην κυρίους τους, οι οποίοι αποχώρησαν, και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους έως την έναρξη ισχύος του νόμου της 21.06/10.07.1837 "Περί διακρίσεως κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου (" Όλα τα παρ' ιδιωτών, ή κοινοτήτων, μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα, και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, ή τα εγκαταλελειμμένα από των κληρονόμων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμέναι απαιτήσεις, ανήκουν εις το δημόσιον.").
Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και τα κατέλαβε είτε διαρκούντος του πολέμου, είτε ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους.
Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ.3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".
Η διαδοχή, όμως, αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια) και τα δικαιώματα εξουσίασης "τεσσαρούφ", τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.
Ειδικότερα, οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην, κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών", κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από το Σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 27.6/9.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 23/2021, ΑΠ 34/2019).
Τούτο, όμως, συνέβη εφόσον επρόκειτο περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκια), ενώ στα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως, για εκτάσεις που αφορούσαν δάση, αιγιαλούς, κοινόχρηστα, βοσκές και εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους "δικαιώματι πολέμου".
Και τούτο, διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες, κατά την ταυτότητά τους, ως τμήμα της εδαφικής έκτασης του Οθωμανικού Κράτους και ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπάγονταν στην απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η εδαφική έκταση του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο ελληνικό κράτος, χωρίς καμιά αποζημίωση.
Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται τα κτήματα υπό τον χαρακτηρισμό "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το Οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (OλΑΠ 1/2013). Σύμφωνα με το άρθρο 1 του ΒΔ της 12.12.1833 "περί διορισμού φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λιβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) που έχει εκδοθεί επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.
Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και, επομένως, και σε αυτές στις Κυκλάδες που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχε, κατά τα προαναφερθέντα, καταστεί κύριός τους το Ελληνικό Δημόσιο (ΑΠ 783/2016). Τούτο προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 του ν.
ΚΘ της 31.1./18.2.1864 "περί βοσκησίμων γαιών", με την οποία ορίζεται ότι το Δημόσιο, ως και οι Κοινότητες, διατηρούν ανέπαφα τα δικαιώματα όσα προ της εποχής ταύτης είχαν επί των αμφισβητουμένων λιβαδιών, άνευ βλάβης των παρά τρίτων αποκτηθέντων δικαιωμάτων, αλλά και από τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. ΨΗΖ της 27.3./1.4.1880 "περί κοινοτικών και εθνικών λειβαδίων", κατά την οποία το Δημόσιο, ως προς τα εθνικά, και οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λιβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκησίμων τόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το έτος 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 516/2021, ΑΠ 987/2017).
Επομένως, η ανωτέρω διάταξη του Β.Δ/τος του έτους 1833 εισήγαγε για τα λιβάδια, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες, μαχητό τεκμήριο υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου. Δηλαδή, προϋπόθεση εφαρμογής του ως άνω τεκμηρίου είναι το διεκδικούμενο να ήταν λιβάδι κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 34/2019, ΑΠ 987/2017).
Με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες. Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στην επί των Οικονομικών Γραμματεία τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.
Έτσι με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω Β.Δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Κατά το άρθρο 62 παρ. 1 εδ. β' του ν. 998/1979 "περί προστασίας των δασών και των δασικών εν γένει εκτάσεων της χώρας", ως ίσχυε πριν την τροποποίησή του με το άρθρο 37 παρ. 1 ν. 4280/2014, το κατά την παρ. 1 εδ. α' του ίδιου άρθρου τεκμήριο κυριότητας υπέρ του δημοσίου επί των δασών και εν γένει δασικών εκτάσεων δεν ισχύει στις περιφέρειες των Πρωτοδικείων των Ιονίων Νήσων, της Κρήτης και των Νομών Λέσβου, Σάμου και Χίου και των νήσων Κυθήρων, Αντικυθήρων και Κυκλάδων.
Με τη διάταξη αυτή καθιερώθηκε νομοθετικώς η μόνη και ορθή ερμηνευτική άποψη για τη νομική θέση δασών στις άνω περιοχές, κατά την οποία το Ελληνικό δημόσιο δεν έχει δικαίωμα στα δάση αυτών των περιοχών και δεν ισχύει στην περίπτωση αυτή το τεκμήριο κυριότητας του δημοσίου επί των δασών που προβλέπεται στο από 17-11-1836 β.δ. "περί ιδιωτικών δασών", με αποτέλεσμα, προκειμένου περί δασών που βρίσκονται στις εν λόγω περιοχές, μόνη η επίκληση από το δημόσιο και απόδειξη της δασικής μορφής της διεκδικούμενης έκτασης να μην αρκεί για τη θεμελίωση του δικαιώματος κυριότητάς του σ' αυτήν, αλλά (να) πρέπει το δημόσιο σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση να επικαλείται και να αποδεικνύει ότι έγινε κύριο με οποιονδήποτε από τους τρόπους που προβλέπονται από τον Αστικό Κώδικα, μετά την 23-2-1946, ή τυχόν ειδικούς νόμους (ΑΠ 984/2017, ΑΠ 2243/2014).
Τα αδέσποτα ακίνητα καθιερώθηκε, το πρώτον το έτος 1837, ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του νόμου της 21-6/10-7-1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε "ότι όλα τα παρ' ιδιωτών ή μόνο τούτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν στο Δημόσιο".
Στη συνέχεια, η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ΑΝ 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού.
Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47.1), Εισ. 47 (2.1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, δηλαδή των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10-07-1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψής του, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραίτησης αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.
Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραίτησης από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν ΒΡΔ, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.
Ο νόμος "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του, έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.
Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου", ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 1840/2017).
Κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ (50.14), 2 παρ.20 Πανδ (41.4) 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ.(18.1) και 7 παρ.3 Πανδ (23.3) του προϊσχύσαντος Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, έχουν εφαρμογή για την απόκτηση κυριότητας όταν τα δικαιογόνα γεγονότα έγιναν κατά το χρόνο που αυτές ίσχυαν, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ' /1912 και των διαταγμάτων περί δικαιοστασίου, που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του ν.δ. της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", συνάγεται ότι, προκειμένου περί δημοσίων κτημάτων, για την κτήση επ' αυτών κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, έπρεπε η τριακονταετής νομή να είχε συμπληρωθεί μέχρι και την 11.9.1915.
Σύμφωνα δε με τις διατάξεις των ν.20, 12 πανδ. (5.8) ν.27 πανδ. (18.1), 10, 15 παρ.3, 17 και 48 πανδ.(41.3), 3 και 5 παρ.1 πανδ. (41.10), 109 πανδ.(50.16) και 2 παρ.7 και 1 πανδ. (51.4), καλή πίστη εθεωρείτο η ειλικρινής πεποίθηση του χρησιδεσπόζοντος, ότι με την κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλεται κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας άλλου, ενώ προϋπόθεση της συμπλήρωσης της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του μέχρι τις 11.9.1915, για την κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα (δάσος, χορτολιβαδική έκταση).
Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (ΑΠ 246/2023, ΑΠ 284/2021, ΑΠ 783/2016) Κατά το άρθρο 1041 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του με καλή πίστη και με νόμιμο τίτλο πράγμα κινητό για μια τριετία και ακίνητο για μια δεκαετία, γίνεται κύριος του πράγματος (τακτική χρησικτησία).
Κατά δε το άρθρο 1045 Α.Κ., εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο, γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, ενώ κατά το άρθρο 974 Α.Κ., όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας του, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α` του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Εξάλλου, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε στο νόμο έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, όταν το δικαστήριο της ουσίας έκανε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ένδικης υπόθεσης σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας δεν υπάγονται και, έτσι, κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού.
Με τον λόγο αυτό αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων, αντενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την αξιοποίηση των ουσιαστικών παραδοχών, δηλαδή, αποκλειστικά, των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή δεν αποδείχθηκαν, καθώς και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, αν οι πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου καθιστούν φανερή την ως άνω παραβίαση (Ολ.ΑΠ 2/2021, Ολ.ΑΠ 3/2020, ΑΠ 23/2023, ΑΠ 257/2020, ΑΠ 38/2020, ΑΠ 319/2017). Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 262/2020, ΑΠ 551/2020).
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά : "Τα επίδικα είναι τρία όμορα αγροτεμάχια που βρίσκονται στη θέση "Αγία Μονή" ή "Κρυονέρι" ή "Κάβο Στάρα" ή "Πούντα" της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Άνδρου, αποτυπώνονται στο συνημμένο στην αγωγή από Ιουνίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχιτέκτονα Μηχανικού Ε.
Γ. Σ. (καθώς και στο τοπογραφικό που συνοδεύει την άνω έκθεση πραγματογνωμοσύνης) και πιο συγκεκριμένα: α) το πρώτο, υπό στοιχεία Α-Π-Ο-Ξ-Α, αγροτεμάχιο, το οποίο έχει έκταση 4.276 τ.μ. (μετά από αφαίρεση 174 τ.μ. προς χάραξη αμαξωτής οδού) και συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς Ο-Π, μήκους 97 μέτρων, με το κατωτέρω υπό στοιχείο β' αγροτεμάχιο, νοτιοανατολικά επί πλευράς Α-Π, μήκους 58 μέτρων, με ιδιοκτησία Κ.
Μ. Ψ. , νοτιοδυτικά επί πλευράς Α-Ξ, μήκους 96 μέτρων, με ιδιοκτησία Κ. Μ. Ψ. και βορειοδυτικά επί πλευράς Ξ-Ο, μήκους 50,50 μέτρων, με το κατωτέρω υπό στοιχείο γ' αγροτεμάχιο, β) το δεύτερο, υπό στοιχεία Π-Ο-Λ-Κ-Π αγροτεμάχιο, που έχει έκταση 4.402 τ.μ. και συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς Κ-Σ, μήκους 53 μέτρων, με ιδιοκτησία Ι.
Κ. , επί πλευράς Σ-Λ, μήκους 42 μέτρων, με αγροτεμάχιο ιδιοκτησίας Α. θυγ. Ν. Κ. , νοτιοανατολικά επί πλευράς Π-Κ μήκους 51 μέτρων, με αμαξωτή οδό προς ελικοδρόμιο και πέραν αυτής με ιδιοκτησία Κ. Μ. Ψ. , νοτιοδυτικά επί πλευράς Ο-Π, μήκους 97 μέτρων, με το ανωτέρω υπό στοιχείο α' αγροτεμάχιο και βορειοδυτικά επί πλευράς Ο-Λ, μήκους 50,50 μέτρων, με το κατωτέρω υπό στοιχείο γ' αγροτεμάχιο και γ) το τρίτο, υπό στοιχεία Ξ-Β-Γ-Ρ-Δ-Ν-Μ-Λ-Ο-Ξ, που έχει έκταση 4.700 τ.μ.
και συνορεύει βορειοανατολικά επί πλευράς Λ-Μ-Ν, συνολικού μήκους 65,50 μέτρων, με ιδιοκτησία Α. Κ. του Ν. , νοτιοανατολικά εν μέρει επί πλευράς Ο-Λ, μήκους 50,50 μέτρων, με το ανωτέρω υπό στοιχείο β' αγροτεμάχιο και εν μέρει επί πλευράς ΞΟ, μήκους 50,50 μέτρων, με το ανωτέρω υπό στοιχείο α' αγροτεμάχιο, νοτιοδυτικά εν μέρει επί πλευράς Β-Ξ, μήκους 29 μέτρων, με ιδιοκτησία Κ.
Μ. Ψ. , βορειοδυτικά επί τεθλασμένης πλευράς Β-Γ-Ρ-Δ, συνολικού μήκους 74,50 μέτρων, με ιδιοκτησία Α. Α. Κ. και βορειοδυτικά επί πλευράς Δ-Ν, μήκους 46 μέτρων, με αμμώδη αιγιαλό. Τα εν λόγω αγροτεμάχια περιήλθαν στους τρεις πρώτους εφεσιβλήτους - ενάγοντες (ένα στον καθένα), κατά ψιλή κυριότητα δυνάμει του υπ' αριθμ. ...1989 συμβολαίου του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ.
Ζ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Άνδρου (Τ. 183, αρ. 78, 79, 80), λόγω γονικής παροχής από τον τέταρτο εφεσίβλητο-ενάγοντα (πατέρα τους), ο οποίος παρακράτησε την ισόβια επικαρπία επ' αυτών. Στον τελευταίο, τα ως άνω αγροτεμάχια είχαν περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα βάσει του υπ' αριθμ. ...1989 συμβολαίου διανομής του ίδιου ανωτέρω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Τ. 183, αρ. 77), και με το οποίο ο εν λόγω εφεσίβλητος ενάγων και οι ανιψιές του, Ι.
Κ. του Ν. και Α. Κ. του Ν. , προέβησαν στη διανομή ενός μείζονος αγροτεμαχίου (κλείσματος ή διάρραχου), εκτάσεως 23.000 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Αγία Μονή" ή "Κρυονέρι" του Κάβο Σταρά (κατά παλαιότερη δε ονομασία "Πούντα") της κτηματικής περιφέρεια του Δήμου Άνδρου και συνόρευε βόρεια-βορειοδυτικά επί πλευρών μήκους 64 μ.
και 28 μ. και βορειοανατολικά επί πλευράς μήκους 48 μ. με ιδιοκτησία Γ. Δ. Γ. , ανατολικά-νοτιοανατολικά επί τεθλασμένης πλευρών μήκους 58 μ. , 51 μ. και 76 μ. και ανατολικά-βορειοανατολικά επί πλευράς 55 μ. με ιδιοκτησία Κ. Μ. Ψ. , δυτικά-νοτιοδυτικά επί τεθλασμένης πλευρών μήκους 51,50 μ., 19,50 μ. και 4 μ. με ιδιοκτησία Α.
Α. Κ. , δυτικά-νοτιοδυτικά επί πλευρών 46 μ. , 10 μ. και 58 μ. με άμμο θαλάσσης και νότια-νοτιοδυτικά επί πλευρών μήκους 96 μ. και 29 μ. με ιδιοκτησία Κ. Μ. Ψ. , διαμέσου της οποίας το μείζον αγροτεμάχιο είχε δουλεία διόδου προς το δρόμο του παρεκκλησίου της Αγίας Μονής. Το ανωτέρω μείζον αγροτεμάχιο ανήκε σ' αυτούς κατά ποσοστό 58,92% εξ αδιαιρέτου στον τέταρτο ενάγοντα, κατά ποσοστό 20,65% εξ αδιαιρέτου στην Ι.
Κ. του Ν. και κατά ποσοστό 20,43% εξ αδιαιρέτου στην Α. Κ. του Ν. Στην Ι. Κ. του Ν. και της Ε. είχε περιέλθει κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος στις ....1987 πατέρα της Ν. Κ. του Ι. και της Α. (αδελφού του τέταρτου εφεσίβλητου ενάγοντος), την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ...1989 πράξη αποδοχής κληρονομίας του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Τ. 183, αρ. 76) και κατά ποσοστό 1,9% εξ αδιαιρέτου λόγω γονικής παροχής από τη μητέρα της Ε.
χήρα Ν. Κ. , το γένος Ε. και Α. Κ. με το υπ' αριθμ. ...1988 συμβόλαιο γονικής παροχής του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Τ. 180 , αρ. 57). Στην Α. Κ. του Ν. και της Ε. είχε περιέλθει κατά ποσοστό 18,75% εξ αδιαιρέτου από κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος στις ...1987 πατέρα της Ν.
Κ. του Ι. και της Α. (αδελφού του τέταρτου των εφεσίβλητων εναγόντων), την οποία αποδέχθηκε με την προαναφερόμενη .../1989 πράξη αποδοχής κληρονομίας, και κατά ποσοστό 1,68% εξ αδιαιρέτου με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ....1988 συμβόλαιο γονικής παροχής. Στον τέταρτο εφεσίβλητο ενάγοντα είχε περιέλθει, κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου, λόγω αγοράς από τη μητέρα του Α.
συζ. Ι. Κ., το γένος Α. Γ. , με το αριθμ. ...1973 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α. I. Χ. , το οποίο έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Τ. 137, αρ. 76) και κατά ποσοστό 8,92% εξ αδιαιρέτου λόγω αγοράς από την Ε. χήρα Ν. Κ. , το γένος Ε. Κ. με το υπ' αριθμ. ...1988 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Αθηνών Θ. Α. Ζ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (Τ. 180, αρ. 56).
Στη δε Ε. χήρα Ν. Κ. , το γένος Ε. Κ. , είχε περιέλθει, κατά ποσοστό 12,50% εξ αδιαιρέτου, από κληρονομία εξ αδιαθέτου του αποβιώσαντος στις ....1987 συζύγου της Ν. Κ. του Ι. , την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ...1988 πράξη αποδοχής κληρονομίας του ίδιου Συμβολαιογράφου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Τ. 180, αρ. 55).
Στον ανωτέρω κληρονομούμενο είχε περιέλθει κατά ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου από αγορά από τη μητέρα του Α. συζ. Ι. Κ. , το γένος Α. και Α. Γ. , με το προαναφερόμενο υπ' αριθμ. ....1973 συμβόλαιο. Στην αμέσως ανωτέρω Α. Κ. - Γ. είχε περιέλθει κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία της αποβιώσασας χωρίς διαθήκη, στις ...1955, μητέρας της Α.
συζ. Α. Γ. , το γένος Γ. και Α. Ψ. , την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ...1957 πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Άνδρου Κ. Λ. Γ. , που μεταγράφηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Τ.112, αρ. 440), όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. ...1973 επανάληψη δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Χ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα ίδια ως άνω βιβλία μεταγραφών (Τ. 137, αρ. 75) και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία του αποβιώσαντος στις ...1967 χωρίς διαθήκη πατέρα της Α. Γ. του Γ. , την οποία αποδέχθηκε με την υπ' αριθμ. ...1973 πράξη αποδοχής κληρονομίας του Συμβολαιογράφου Άνδρου Δ. I. Μ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Τ. 137, αρ. 10), όπως διορθώθηκε με την προαναφερόμενη υπ' αριθμ. ....1973 επανάληψη δηλώσεων αποδοχής κληρονομίας.
Στον εν λόγω κληρονομούμενο Α. Γ. του Γ. είχε περιέλθει κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου από κληρονομία της αποβιώσασας χωρίς διαθήκη στις ...1955 , συζύγου του Α. συζ. Α. Γ. , το γένος Γ. και Α. Ψ. , την οποία αποδέχθηκε με την ως άνω .../1957 πράξη αποδοχής κληρονομιάς, όπως διορθώθηκε με την προαναφερομένη ...1973 επανάληψη δηλώσεων αποδοχής κληρονομιάς.
Στη δε Α. συζ. Α. Γ. το γένος Γ. και Α. Ψ. είχε περιέλθει κατά πλήρη κυριότητα με το υπ' αριθμ. ...1911 συμβόλαιο του Συμβολαιογράφου Άνδρου Λ. Κ. , που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών (Τ. 91, Αρ. 140), λόγω προίκας από τον πατέρα της Γ. Ψ. του Ν. Από τη μελέτη των ως άνω τίτλων κτήσης, καθώς και αυτών των όμορων ακινήτων, που προσκομίζουν οι εφεσίβλητοι ενάγοντες, προκύπτει ότι τα επίδικα περιλαμβάνονται εξολοκλήρου στους προαναφερόμενους τίτλους κτήσεως τόσο των ίδιων όσο και των δικαιοπαρόχων τους, κατά αδιάκοπη, διαχρονική και ομαλή των τίτλων αυτών διαδοχή, αφού το μείζον ακίνητο που διανεμήθηκε μεταξύ του τετάρτου εφεσίβλητου ενάγοντος και των ως άνω ανιψιών του, κατά τα ως άνω, από το οποίο προήλθαν τα επίδικα, ήταν περιφραγμένο από πολλών δεκαετιών, όπως φαίνεται στις προσκομιζόμενες αεροφωτογραφίες των ετών 1945 και 1960, και περιγράφεται ως "κλείσμα" (κτήμα περιμαντρωμένο με λιθοδομή), τόσο στο ανωτέρω υπ' αριθμ. .../1911 προικοσύμφωνο όσο και στην προαναφερόμενη υπ' αριθμ. .../1957 πράξη αποδοχής κληρονομίας, οι δε όμορες ιδιοκτησίες, επίσης, χαρακτηρίζονται ως "κλείσματα" στους σχετικούς τίτλους, στους οποίους, μάλιστα, οι δικαιοπάροχοι των εφεσιβλήτων-εναγόντων αναφέρονται ως όμοροι ιδιοκτήτες.
Εξάλλου, στους ως άνω τίτλους κτήσεως των εφεσιβλήτων εναγόντων και των δικαιοπαρόχων τους υφίσταται αλληλουχία και σύμπτωση θέσης, περιγραφής κα όμορων ιδιοκτητών. Η αναφορά δε των τελευταίων (ομόρων), αλλά και η από πολλών δεκαετιών ύπαρξη περιμάνδρωσης προσδιορίζει, κατά θέση και μέγεθος, το μείζον ακίνητο, τμήματα του οποίου αποτελούν τα επίδικα.
Τα ανωτέρω επιβεβαιώνονται τόσο από τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως (δύο από τους οποίους τυγχάνουν ιδιοκτήτες όμορων ακινήτων), όσο και από το περιεχόμενο της ως άνω πραγματογνωμοσύνης. Άλλωστε, δεν αναφέρεται σε κάποιο από τους προσκομιζόμενους τίτλους (των εφεσιβλήτων-εναγόντων, αλλά και αυτών των όμορων ακινήτων) η ύπαρξη κάποιας δημόσιας έκτασης.
Ο δε τέταρτος εφεσίβλητος τέταρτος ενάγων, καθώς και η χήρα του αδελφού του και οι ανιψιές του (Ε. , Ι. και Α. Κ.), κατά τη διαδικασία απαλλοτρίωσης στην περιοχή, για την κατασκευή ελικοδρομίου, στη σχετική έκθεση κτηματογράφησης, καθώς και στο σχετικό κτηματολογικό διάγραμμα και πίνακα φέρονται ως ιδιοκτήτες απαλλοτριωθέντος τμήματος του ως άνω μείζονος ακινήτου.
Εξάλλου, τα επίδικα νεμήθηκαν οι ενάγοντες, με διάνοια κυρίου και καλή πίστη και δυνάμει των πιο πάνω τίτλων από το 1989 συνεχώς και αδιαλείπτως έως την άσκηση της αγωγής, ασκώντας σ' αυτά τις διακατοχικές πράξεις που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό τους, και συγκεκριμένα πραγματοποιώντας επισκέψεις και επιτήρηση, περίφραξη και συντήρηση αυτής, τοπογράφηση, καταβολή φόρων και τελών κ.λπ., χωρίς να ενοχληθούν ποτέ από κανέναν, ούτε από το εκκαλούν-εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο στην άσκηση των προαναφερθεισών πράξεων νομής και κατοχής επί των εν λόγω ακινήτων.
Μόνο μετά από την από 6.7.2000 σχετική αίτηση του τετάρτου εφεσιβλήτου - ενάγοντος προς τη Διεύθυνση Δασών Ν. Κυκλάδων, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ...2000 πράξη χαρακτηρισμού και του κοινοποιήθηκε το υπ' αριθμ. ...2000 έγγραφο της ανωτέρω Υπηρεσίας, με το οποίο υποστηρίζεται ότι τα επίδικα, συνολικού εμβαδού 13.378 τ.μ., είναι χορτολιβαδικής μορφής και εμπίπτουν στις διατάξεις της παρ. 6β' του άρθρου 3 του Ν. 998/1979.
Για τη διερεύνηση δε τυχόν εμπραγμάτων δικαιωμάτων του Δημοσίου επί των επιδίκων ενημερώθηκε και η Κτηματική Υπηρεσία. Ακολούθως, η υπάλληλος της εν λόγω Υπηρεσίας Β. Μ. , κατόπιν διοικητικής έρευνας του ιδιοκτησιακού καθεστώτος των επιδίκων, εισηγήθηκε με το από 16.9.2002 πόρισμά της, να προβάλει το εναγόμενο δικαιώματα επί των επιδίκων και να καταγραφούν αυτά ως δημόσια έκταση.
Στη συνέχεια, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ...2003 έγγραφο του Προέδρου του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, το τελευταίο εξέδωσε προκαταρκτική γνωμοδότηση υπέρ της αναπομπής του σχετικού φακέλου στην ανωτέρω Κτηματική Υπηρεσία. Ωστόσο, τα επίδικα νεμήθηκαν με διάνοια κυρίου και καλή πίστη (και από 23-2-1946 και εφεξής ανεξάρτητα από καλή πίστη), οι ίδιοι οι εφεσίβλητοι-ενάγοντες και προηγουμένως οι δικαιοπάροχοί τους, ασκώντας σ' αυτά τις προαναφερόμενες διακατοχικές πράξεις, αλλά και, επιπλέον παλαιότερα, καλλιεργούσαν αυτά με σιτηρά και τα διέθεταν σε τρίτους προς βόσκηση ζώων, από το 1911 συνεχώς και αδιαλείπτως έως την άσκηση της αγωγής, δηλαδή η Α.
συζ. Α. Γ. , το γένος Γ. και Α. Ψ. και ο σύζυγος της Α. Γ. , ως προικολήπτης, από το 1911 μέχρι το 1955, στη συνέχεια ο Α. Γ. από το 1955 μέχρι το 1967, η Α. συζ. Ι. Κ. , το γένος Α. και Α. Γ. , από το 1955 μέχρι το 1973, ο Ν. Κ. του Ι. από το 1973 μέχρι το 1987, η Ε. Κ. από το 1987 μέχρι το 1988, η Α. και η Ι. Κ. από το 1988 μέχρι το 1989, ο τέταρτος εφεσίβλητος ενάγων από το 1973 και οι λοιποί ενάγοντες από το 1989 έως την άσκηση της αγωγής.
Επομένως, κατά τα προαναφερόμενα, οι τρεις πρώτοι εφεσίβλητοι- ενάγοντες κατέστησαν ψιλοί κύριοι των επιδίκων (ενός ο καθένας), ο δε τέταρτος εφεσίβλητος ενάγων επικαρπωτής αυτών, δυνάμει των ανωτέρω τίτλων κτήσεως και σε κάθε περίπτωση με τακτική, άλλως έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο νομής τους τον αντίστοιχο χρόνο των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους.
Αντιθέτως το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε απέκτησε κυριότητα ή εμφανίστηκε διεκδικώντας κυριότητα επ' αυτών, ούτε άσκησε ποτέ οποιαδήποτε διακατοχική πράξη επί των επιδίκων.
Εξάλλου, όπως συνάγεται από τις διατάξεις του πρωτοκόλλου της 3-22/1.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος", τα ερμηνευτικά του εν λόγω πρωτοκόλλου κείμενα των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4/16.6.1830 και 1-7/19-8-1830, της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης και του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" στο Ελληνικό Δημόσιο περιήλθαν ως εθνική γη ("δικαιώματι πολέμου") οι ακόλουθες γαίες της ηπειρωτικής Ελλάδος: "α) οι εξουσιαζόμενες, πριν από την επανάσταση, από τον Σουλτάνο εκτάσεις, β) οι εκτάσεις που ανήκαν σε Οθωμανούς ιδιώτες, πλην δημευθείσες, ήτοι καταληφθείσες και κατεχόμενες στρατιωτικά από το Ελληνικό Έθνος κατά την 3.2.1830, γ) οι ανήκουσες σε ιδιώτες Οθωμανούς, πλην εγκαταλειφθείσες και μη δεσποζόμενες από αυτούς κατά την 3.2.1830, εφόσον την εγκατάλειψή τους επακολούθησε κατάληψή τους από το Ελληνικό Δημόσιο και δ) οι μη κατειλημμένες μέχρι 21.7.1831 εκτάσεις, ως αδέσποτες, δυνάμει του άρθρου 15 του Ν.
περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων". Προκειμένου όμως περί γαιών κειμένων εις τα νησιά των Κυκλάδων δεν ισχύουν τα ανωτέρω, διότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά της εποχή της τουρκοκρατίας, οι Κυκλάδες "κατά το σύνολον αποτελούντο εξ ιδιωτικών γαιών καθαράς ιδιοκτησίας". Και τούτο διότι τα νησιά αυτά, υπαχθέντα υπό την Οθωμανική κυριαρχία όχι "δικαιώματι πολέμου" αλλά ειρηνικά κατόπιν συνθηκών συναφθεισών μεταξύ των μέχρι τότε Γενουατών ή Ενετών κατακτητών τους αφενός και του Σουλτάνου αφετέρου, δεν θεωρήθηκαν περιελθόντα στον Σουλτάνο, αλλά οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.
Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 3.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.
Συνεπώς, ο κατά της αγωγής αντιταχθείς ισχυρισμός του εκκαλούντος εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου περί ιδίας αυτού κυριότητας επί των επιδίκων, στη νήσο Σύρο των Κυκλάδων κειμένης εκτάσεως, κτηθείσης (εκτός των επικαλουμένων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, "δικαιώματι πολέμου" και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης, είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.
Περαιτέρω, δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα πριν την ισχύ του Β.Δ. 3/15-12-1833 τύγχαναν λιβάδια ή βοσκότοποι, με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας επ' αυτών έγγραφο εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας (ταπίον) σε σχέση με την επικαρπία τους. Τέλος, από κανένα στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη στα επίδικα από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους έως την άσκηση της αγωγής.".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του εναγομένου και επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη η αγωγή και αναγνωρίστηκε ότι οι πρώτος, δεύτερη και τρίτη των εναγόντων κατέστησαν ψιλοί κύριοι των τριών (3) επιδίκων ακινήτων (ενός ο καθένας) και ο τέταρτος ενάγων επικαρπωτής αυτών.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 21.01/03.02.1830 "Περί Ανεξαρτησίας της Ελλάδος", 04/16.06.1830 και 19.06/01.07.1830, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, τις διατάξεις του προϊσχύσαντος β.ρ.δ.
περί αδεσπότων ακινήτων, του άρθρου 16 του νόμου της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του Α.Ν. 1539/1938, άρθρ. 972 ΑΚ, τις διατάξεις του Β.Δ. της 17.11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", τις διατάξεις του ΑΧΝ/1888, άρθρου 3 Ν. 998/1979, άρθρου 1 του β.δ. /12.12.1833 "περί διορισμού και φόρου βοσκής", αρθρ. 1041 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, καθώς δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους.
Και τούτο διότι, σύμφωνα με τα εκτεθέντα στην προαναφερθείσα νομική σκέψη και τα ως άνω ανελέγκτως δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, τα επίδικα ακίνητα ήταν ιδιωτικές γαίες "καθαρής ιδιοκτησίας", ανήκαν, δηλαδή, στους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και ποτέ δεν υπήρξαν δημόσια κτήματα, που περιήλθαν με κάποιο νόμιμο τρόπο στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, οι δε τρεις πρώτοι ενάγοντες κατέστησαν ψιλοί κύριοι (ενός ο καθένας) και ο τέταρτος ενάγων επικαρπωτής αυτών, με παράγωγο τρόπο, δυνάμει των αναφερομένων τίτλων κτήσης και σε κάθε περίπτωση, με τακτική, άλλως με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στον χρόνο νομής τους τον αντίστοιχο χρόνο νομής των άμεσων και απώτερων δικαιοπαρόχων τους.
Επομένως, οι σχετικοί υπό στοιχ. Α', Β' (κατά το πρώτο σκέλος), Γ' και Δ' λόγοι αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι ως άνω αναιρετικοί λόγοι, κατά το μέρος που, υπό την επίκληση της πλημμέλειας από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, είναι απαράδεκτοι.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη. Νοούνται δε, ως "πράγματα", οι νόμιμοι, λυσιτελείς, αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, εάν τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση (άρθρα 338, 262 ΚΠολΔ), ήτοι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που υπό την προϋπόθεση της νόμιμης πρότασής τους στο δικαστήριο της ουσίας (άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ), συγκροτούν την ιστορική βάση (και, συνεπώς, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης και, κατά νόμο, διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 19/2022, ΑΠ 255/2010).
Δεν αποτελεί "πράγμα" η άρνηση (απλή ή αιτιολογημένη) της αγωγής, της ανταγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (AΠ 19/2022, AΠ 261/2016, AΠ 1074/2011). Για το ορισμένο (παραδεκτό) του λόγου από το άρθρο 559 αριθμός 10 ΚΠολΔ (άρθρα 118 αριθμός 4, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), πρέπει να προσδιορίζονται, ποια είναι τα πράγματα που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ως αληθινά χωρίς απόδειξη ή για ποια πράγματα το δικαστήριο της ουσίας δεν διέταξε απόδειξη, καθώς και ποια πράγματα ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 23/2023, ΑΠ 143/2023, ΑΠ 19/2022).
Ο ανωτέρω λόγος θεμελιώνεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται "πράγματα", χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει, έστω και γενικά, από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξή του γι` αυτά. Δεν απαιτείται όμως η επί μέρους αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων ή η εξειδίκευση των εγγράφων, ούτε η ιδιαίτερη αναφορά των εγγράφων που λήφθηκαν υπόψη για άμεση ή έμμεση απόδειξη και μάλιστα σε σχέση με συγκεκριμένο ισχυρισμό, προκειμένου το δικαστήριο της ουσίας να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΑΠ 18/2021, ΑΠ 255/2020, ΑΠ 576/2018).
Ο λόγος είναι αβάσιμος, αν από την απόφαση του δικαστηρίου προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα τούτο στηρίχτηκε στις αποδείξεις που προσήχθησαν, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ή να αντικρούει, ειδικά, κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 13/2023, ΑΠ 1343/2022, ΑΠ 454/2022, ΑΠ 1525/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον υπό στοιχ. Β' λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη και συγκεκριμένα απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό του ότι επί των επιδίκων ακινήτων ουδέποτε υπήρξε οποιοδήποτε δικαίωμα ιδιώτη καθώς και των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους και επομένως, τα επίδικα, ως "αείποτε αδέσποτα", περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς καμία περί τούτου απόδειξη.
Από την ως άνω παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι για το σχηματισμό του πορίσματός του, περί ιδίας ψιλής κυριότητας των τριών πρώτων και επικαρπίας του τετάρτου των αναιρεσιβλήτων και κυριότητας των δικαιοπαρόχων τους επί των επιδίκων ακινήτων, το Εφετείο έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα, που ειδικά μνημονεύονται σ` αυτήν, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και συνεκτιμήθηκαν, δηλαδή την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα ανταπόδειξης, τις αναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις, τα έγγραφα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι και την από ...2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Α.
Λ. Έτσι στην παραδοχή του αυτή το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και οι παραπάνω από τον αριθ. 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διαλαμβανόμενες στον υπό στοιχ. Β' αναιρετικό λόγο αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμες. Σε κάθε δε περίπτωση, οι εν λόγω αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, αφού, υπό το πρόσχημα του αναιρετικού λόγου του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, πλήττουν την εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το δικαστήριο της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε ακυρωτικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ) και επιπλέον αντιστρέφουν το βάρος απόδειξης, το οποίο, για τον εν λόγω ισχυρισμό περί αδεσπότου, φέρει το αναιρεσείον, υποστηρίζοντας ότι, αντιθέτως, οι ενάγοντες όφειλαν να αποδείξουν τη μη ιδιότητα των επιδίκων ως αδεσπότων.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), (Ολ.ΑΠ 6/2006).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες (ΑΠ 736/2019). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΑΠ 68/2020, ΑΠ 12/2020). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 162/2020, ΑΠ 169/2019, ΑΠ 1339/2017).
Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης, πρέπει το αναιρετήριο να περιλαμβάνει: α) τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, β) τις ουσιαστικές παραδοχές της απόφασης ή τη μνεία ότι αυτή δεν περιέχει καθόλου αιτιολογία, ώστε να είναι εφικτή με βάση το περιεχόμενο του αναιρετηρίου η στοιχειοθέτηση του προβαλλόμενου λόγου αναίρεσης, γ) τον ουσιώδη αυτοτελή ισχυρισμό και τα πραγματικά περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο εμφανίζεται η προβαλλόμενη έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, καθώς και τη σύνδεση αυτού με το διατακτικό της απόφασης, αν αυτή δεν είναι αυτονόητη, καθώς και ότι ο εν λόγω νόμιμος και ουσιώδης ισχυρισμός είχε προταθεί παραδεκτά στο δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση και δ) εξειδίκευση της πλημμέλειας που προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, δηλαδή είτε μνεία ότι σ' αυτή δεν υπάρχει καθόλου αιτιολογία, είτε, αν προβάλλεται ανεπαρκής και ελλιπής αιτιολογία, τα ουσιώδη πραγματικά περιστατικά που έπρεπε να αναφέρονται στην απόφαση ή σε τι συνίσταται η έλλειψη του νομικού χαρακτηρισμού των ουσιωδών πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά. (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον υπό στοιχ. Ε' λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο δέχθηκε εσφαλμένα και με ανεπαρκείς και ελλιπείς αιτιολογίες ότι τα επίδικα όμορα ακίνητα περιλαμβάνονται εξ ολοκλήρου στους αναφερόμενους τίτλους κτήσης των αναιρεσιβλήτων και των δικαιοπαρόχων τους και οι αναιρεσίβλητοι απέκτησαν τα ένδικα εμπράγματα δικαιώματά τους με παράγωγο τρόπο κτήσης.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι προεχόντως αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, διότι δεν καθορίζονται με το δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης οι συγκεκριμένες διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκαν εκ πλαγίου και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή των ουσιαστικών νόμων, επιπροσθέτως δε με αυτόν πλήττεται η εκτίμηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης.
Βέβαια καμία διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και τη διάκριση από ποια απ` αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ` είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.) που λήφθηκαν υπόψη.
Ωστόσο δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται απολύτως βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της απόφασής του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.
Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Εξάλλου, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Ολ. ΑΠ 2/2008, ΑΠ 1184/2021, ΑΠ 1417/2019, ΑΠ 1208/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον υπό στοιχ. Ε' λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθ. 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα νομίμως προσκομισθέντα με επίκληση έγγραφα και συγκεκριμένα α) την από 13.9.2002 τεχνική έκθεση της Κτηματικής Υπηρεσίας Ν.
Κυκλάδων αναφορικά με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των επιδίκων ακινήτων, με τα συνημμένα σ' αυτήν διαγράμματα και β) την από 16.9.2002 διοικητική έκθεση και το οικείο πόρισμα της έρευνας του ιδιοκτησιακού καθεστώτος της μείζονος ιδιοκτησίας Κ. και της επίδικης έκτασης, που διεξήχθη από την ίδια ως άνω Υπηρεσία, το οποίο καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η εμφαινόμενη στο από Ιουνίου 1999 τοπογραφικό διάγραμμα της Αρχιτέκτονος Μηχανικού Ε.
Σ. έκταση των 13.378 τ.μ., δεν καλύπτεται από τίτλους ιδιοκτησίας. Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, από τη βεβαίωση του Εφετείου ότι την αποδεικτική του κρίση σχημάτισε "από την επανεκτίμηση της ένορκης καταθέσεως του μάρτυρα ανταποδείξεως, τις υπ' αριθ. ... , ... , ...2003 ένορκες ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Α.
Β. - Κ. βεβαιώσεις των Ι. Γ., Δ. Γ. και Δ. Κ. και από τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν ως δικαστικά τεκμήρια, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η από ....2000 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του τοπογράφου μηχανικού Α. Γ. Λ.", σε συνδυασμό με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και τη ρητή αναφορά στο σκεπτικό της του από 16.9.2002 πορίσματος της Κτηματικής Υπηρεσίας, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, τα οποία συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα.
Με τον υπό στοιχ. ΣΤ' αναιρετικό λόγο, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενο ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις αναφερόμενες, στην προεκτεθείσα νομική σκέψη, διατάξεις του β.ρ.δ. περί έκτακτης χρησικτησίας στα δημόσια κτήματα και διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τη συνδρομή στο πρόσωπο των απώτατων δικαιοπαρόχων των εναγόντων των προϋποθέσεων κτήσης κυριότητας επί των επιδίκων με έκτακτη χρησικτησία, καθώς από το έτος 1911, οπότε, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, άρχισε η νομή των απώτατων δικαιοπαρόχων των αναιρεσιβλήτων, μέχρι την 11.9.1915, δεν συμπληρώνεται τριακονταετής νομή, έκτοτε δε δεν χωρεί χρησικτησία στα δημόσια κτήματα.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, διότι η εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων προϋποθέτει την ιδιότητα των επιδίκων ως δημοσίων κτημάτων, ώστε να μπορεί να γίνει επίκληση περί καταλύσεως της κυριότητας του Δημοσίου με χρησικτησία 30ετή, συμπληρωθείσα μέχρι τις 11.9.2015, προϋπόθεση που δεν συντρέχει εν προκειμένω, διότι το Εφετείο δέχθηκε ότι τα επίδικα είναι αγροτεμάχια και ουδέποτε υπήρξαν δημόσιες γαίες.
Μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η αίτηση αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος, λόγω της ήττας του, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ. 106, 176, 183, 189 αρ. 1 και 191 αρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως, κατά το άρθρο 22 παρ. 1 ν. 3693/1957, όπως ορίζονται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 8.6.2010 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 128/2010 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου.
ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ σε βάρος του αναιρεσείοντος τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2026.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2026.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ