Legislator Giurisprudenza & Legislazione
94/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against final appellate decision in property ownership dispute over real estate.

Numero d'incarto 94/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the final appellate decision regarding property ownership. The appellant argued for insufficient reasoning and reviewable factual assessments, but the court found the lower court's decision based on two independent grounds for acquiring title. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible and without merit, and the State was ordered to pay the appellant's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1), 561(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if it attacks only one of two independent grounds for the decision, as the other ground remains valid and unaffected.

Parole chiave

Generato dall'IA
property ownership acquisition independent grounds of decision inadmissible appeal insufficient reasoning reviewable factual assessment legal costs award appellate review scope

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 106 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
OLAP 1/1999
OLAP 25/2003

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 94 / 2024 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 94/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Ιφιγένεια Ματσούκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, την 1η Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαγδαληνή Καραγεώργου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης: Μ. συζ. Ν. Π., το γένος Ι. Τ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Δήμητρα Καραδήμα, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-2011 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Μεσολογγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 205/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 44/2021 του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδας. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 10-11-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 10-11-2021 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 44/2021, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος (τακτικής διαδικασίας), με την οποία έγινε δεκτή τυπικά και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν έφεση (και πρόσθετος λόγος έφεσης) του ήδη αναιρείοντος - εναγομένου κατά της υπ' αριθμ. 205/2013 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μεσολογγίου με εξαίρεση μόνο το κεφάλαιο περί επιβολής δικαστικής δαπάνης (με την οποία είχε γίνει δεκτή η από 20-6-2002 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής στα κτηματολογικά στοιχεία που τηρούνται στο κτηματολογικό γραφείο Μεσολογγίου αγωγή της αναιρεσιβλήτου).

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 566§3 Κ.Πολ.Δ. Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρ. 577§1 Κ.Πολ.Δ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577§3 Κ.Πολ.Δ).

Α. Για το ορισμένο ή όχι του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της, εκτιμάται αυτή κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας. Εξαίρεση ισχύει στην περίπτωση που το δικαστήριο αξιώνει στοιχεία περισσότερα από όσα πράγματι απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του δικαιώματος ή αρκείται σε λιγότερα ή διαφορετικά από αυτά.

Στην περίπτωση αυτή υπάρχει παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου που ιδρύει το προβλεπόμενο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα, μη διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ή δεν έλαβε υπόψη τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν στην αγωγή, τότε ιδρύεται ο προβλεπόμενος από το εδάφιο 8 του ίδιου άρθρου λόγος αναίρεσης, ενώ, αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα δικαίου πραγματικά γεγονότα, τότε ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 14 του ανωτέρω άρθρου 559.

Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1094 ΑΚ, 70, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι αναγκαία στοιχεία της αναγνωριστικής της κυριότητας ακινήτου αγωγής είναι, εκτός των άλλων, η κυριότητα του ενάγοντος επί του επίδικου ακινήτου, του οποίου πρέπει να γίνεται ακριβής περιγραφή, με προσδιορισμό του κατά θέση, έκταση, ιδιότητα και όρια, ώστε να μην υπάρχει αμφιβολία ως προς την ταυτότητά του.

Μάλιστα, όταν το διεκδικούμενο ακίνητο φέρεται ως τμήμα μεγαλύτερου ακινήτου, ο ενάγων έχει υποχρέωση, εκτός από την έκταση αυτού του επίδικου τμήματος ακινήτου, να προσδιορίσει τη θέση του μέσα στο μεγαλύτερο ακίνητο, ώστε να είναι δυνατόν στον εναγόμενο μεν να αντιτάξει άμυνα περί συγκεκριμένου και όχι ασαφούς επίδικου αντικειμένου, στο δικαστήριο δε να τάξει το προσήκον θέμα αποδείξεως και να εκδώσει απόφαση δεκτική εκτελέσεως.

Δεν απαιτείται, όμως, για το ορισμένο της αγωγής να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο οι πλευρικές διαστάσεις και ο καθ` όρια προσανατολισμός του, ούτε να κατονομάζονται οι ιδιοκτήτες των όμορων ακινήτων. Η ακριβής περιγραφή του ακινήτου μπορεί να γίνει και με αποτύπωσή του σε ενσωματωμένο στο δικόγραφο της αγωγής τοπογραφικό διάγραμμα, γιατί έτσι μπορεί και ο εναγόμενος να αμυνθεί και να ταχθούν οι δέουσες αποδείξεις.

Εξάλλου σύμφωνα με το άρθρο 6 παρ. 2 και 3 του Ν. 2664/1998 "Εθνικό Κτηματολόγιο", σε περίπτωση ανακριβούς πρώτης εγγραφής ως προς το δικαιούχο εμπράγματου δικαιώματος στα κτηματολογικά βιβλία, δηλαδή όταν στο κτηματολογικό φύλλο και δη στις πρώτες εγγραφές αναγράφεται ως δικαιούχος κυριότητας διαφορετικό πρόσωπο από τον πραγματικό κύριο ή "άγνωστος", μπορεί, όποιος έχει έννομο συμφέρον - επομένως, πέραν του πραγματικού κυρίου και ο καθολικός ή ο ειδικός διάδοχος του πραγματικού δικαιούχου, ο δανειστής κλπ. (ενάγων) στρεφόμενος κατά του αναγραφόμενου στο κτηματολογικό φύλλο ως κυρίου ή των καθολικών του διαδόχων και σε περίπτωση που εχώρησε μεταβίβαση και κατά του ειδικού διαδόχου, να ζητήσει την αναγνώριση του προσβαλλόμενου με την ανακριβή εγγραφή δικαιώματος και τη διόρθωση της πρώτης εγγραφής.

Επομένως, η επί αγωγής του άρθρου 6 παρ. 2 του Ν. 2664/1998 απόφαση έχει πρωτίστως αναγνωριστικό χαρακτήρα - ενίοτε καταψηφιστικό (σε περίπτωση που ζητείται και απόδοση), ενώ η διάταξη περί διόρθωσης των κτηματολογικών εγγραφών έχει παρακολουθηματικό διαπλαστικό χαρακτήρα. Για το ορισμένο της εν λόγω αγωγής θα πρέπει, πέραν των στοιχείων που απαιτεί το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο εισαγωγικό δικόγραφο:

α) Ότι ο πραγματικός δικαιούχος απέκτησε την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου με κάποιο νόμιμο τρόπο, ήτοι παράγωγο (πχ σύμβαση, κληρονομική διαδοχή) ή πρωτότυπο (τακτική ή έκτακτη χρησικτησία) ή με οποιοδήποτε άλλο προβλεπόμενο από το νόμο (πχ. παραχώρηση από το Ελληνικό Δημόσιο κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα ή με την προσφυγική νομοθεσία, με αναδασμό, με πράξη εφαρμογής κλπ) κατά το χρονικό διάστημα πριν την έναρξη λειτουργίας του Εθνικού Κτηματολογίου σε μία περιοχή και είχε ταύτη (κυριότητα) στο συγκεκριμένο χρονικό σημείο (έναρξη λειτουργίας του Ε.Κ.).

β) Ο Κωδικός

Αριθμός Εθνικού Κτηματολογίου (Κ.Α.Ε.Κ.) του επιδίκου ακινήτου, ο οποίος είναι ο 12ψήφιος μοναδικός αριθμός για κάθε ακίνητο και προσδιορίζει κατά τρόπο αναμφισβήτητο και σαφή, τη θέση, την έκταση και τα όρια αυτού (άρθρο 4 παρ. 1 του Ν. 2664/1998). Πρόκειται για μία ειδική ενάριθμη ταυτότητα ακινήτου, κωδικοποιημένη σε επίπεδο επικράτειας, η κτήση της οποίας γίνεται με κτηματολογική πράξη και έτσι επιτυγχάνεται η εύκολη, ασφαλής και γρήγορη αναζήτηση στη βάση δεδομένων του Εθνικού Κτηματολογίου.

Η σύνδεση του ακινήτου με τον ΚΑΕΚ διαρκεί μέχρις ότου ο τελευταίος καταργηθεί ή τροποποιηθεί σύμφωνα με το κτηματολογικό δίκαιο (άρθρου 11 παρ. 3 του Ν. 2664/1998). Ο ΚΑΕΚ συνιστά συγχρόνως θεμελιώδη εφαρμογή της αρχής της ειδικότητας και της ουσιαστικής δημοσιότητας στο σύστημα του Εθνικού Κτηματολογίου.

Κάθε ένα από τα ψηφία που τον αποτελούν προσδιορίζει συγκεκριμένη πληροφορία και συγκεκριμένα τα δύο πρώτα ψηφία το Νομό στον οποίο βρίσκεται το γεωτεμάχιο, τα επόμενα τρία ψηφία το Δήμο ή Δημοτικό Διαμέρισμα κλπ, τα αμέσως επόμενα δύο ψηφία τον "κτηματολογικό τομέα" (πχ. συνοικία), το δύο προτελευταία δύο ψηφία την "κτηματολογική ενότητα"(πχ.

οικοδομικό τετράγωνο) και τέλος τα τελευταία τρία ψηφία τον αύξοντα αριθμό του γεωτεμαχίου εντός της ενότητας (πχ. οικόπεδο ή αγροτεμάχιο). Ο αριθμός μετά την πρώτη κάθετο δηλώνει τον αριθμό της καθέτου ιδιοκτησίας, αν έχει συσταθεί επί των κτισμάτων του γεωτεμαχίου και ο αριθμός μετά την δεύτερη κάθετο προσδιορίζει τον αριθμό της οριζόντιας ιδιοκτησίας, εφόσον έχει συσταθεί τοιαύτη.

Για το ορισμένο της αγωγής, εφόσον αντικείμενο της δίκης είναι όλο το ακίνητο -γεωτεμάχιο, όπως αποτυπώθηκε στο κτηματολογικό διάγραμμα, το οποίο και επισυνάπτεται στην αγωγή και όχι τμήμα του, αρκεί η αναφορά του ΚΑΕΚ, χωρίς να απαιτείται θέση, σύνορα, εμβαδόν, πλευρικές διαστάσεις ή τυχόν επισύναψη τοπογραφικού διαγράμματος, όπως απαιτείται στις λοιπές εμπράγματες αγωγές για τον προσδιορισμό της ταυτότητας του επιδίκου.

Εάν βέβαια, το επίδικο αποτελεί τμήμα ενός μείζονος γεωτεμαχίου, οπότε σε περίπτωση αποδοχής της αγωγής θα επέλθουν χωρικές μεταβολές, τότε η περιγραφή του επιδίκου τμήματος πρέπει να γίνει με λεπτομερή περιγραφή κατά θέση, όρια, πλευρικές διαστάσεις και συντεταγμένες κορυφών σύμφωνα με το σύστημα ΕΓΣΑ 87, η οποία θα πρέπει να ταυτίζεται με το τοπογραφικό διάγραμμα γεωμετρικών μεταβολών, που επί ποινή απαραδέκτου θα πρέπει να προσκομισθεί κατά τη συζήτηση, σύμφωνα με την τροποποίηση με το Ν. 4164/2013 και γ) Την ανακριβή εγγραφή, που περιέχεται στο κτηματολογικό φύλλο και ενδεχομένως και στο κτηματολογικό διάγραμμα και της οποίας ζητείται η διόρθωση.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την, κατ` άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της από 20-6-2011 αναγνωριστικής αγωγής κυριότητας ακινήτου και διόρθωσης ανακριβούς πρώτης εγγραφής της ενάγουσας και ήδη αναιρεσιβλήτου προκύπτει ότι αυτή ισχυρίστηκε, ότι είναι κυρία του αναλυτικά περιγραφομένου στην αγωγή της ελαιοστασίου εμβαδού 10 στρεμμάτων και κατά νεότερη καταμέτρηση 10.602,01 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση "Τ.

Α." της κτηματικής περιφέρειας του Δήμου Μεσολογγίου. Ότι το ακίνητο αυτό περιήλθε στην κυριότητα αυτής λόγω πωλήσεως από τον προηγούμενο αληθή κύριο αυτού - πατέρα της δυνάμει του ... συμβολαίου του Συμβ/φου Μεσολογγίου Δημητρίου Μακρή, που μεταγράφηκε νόμιμα. Ότι έκτοτε νέμεται το ακίνητο αυτό διάνοια κυρίας, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, ενεργώντας επ' αυτού τις αναλυτικά εκτιθέμενες στο δικόγραφο της αγωγής, πράξεις νομής, προσμετρώντας στο χρόνο νομής της και αυτόν των δικαιοπαρόχων της, που νέμονταν, το επίδικο διανοία κυρίων, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη από το έτος 1877, με αποτέλεσμα να καταστεί κυρία αυτού και με τα προσόντα της τακτικής άλλως της έκτακτης χρησικτησίας.

Ότι κατά τη διαδικασία κτηματογράφησης της περιοχής υπέβαλε δήλωση με τα δικαιώματά της, προσκομίζοντας και τους σχετικούς τίτλους, πλην όμως το ακίνητο αυτό εμφανίζεται στο κτηματολογικό γραφείο Μεσολογγίου ως περισσότερα ακίνητα, εκ των οποίων τα με ΚΑΕΚ ... και ..., εμβαδού 3.797τ.μ. και 2.600 τ.μ., αντίστοιχα, όπως περιγράφονται στην αγωγή κατά τα όρια τους και απεικονίζονται στα συνημμένα στην αγωγή κτηματογραφικά διαγράμματα, καταχωρίστηκαν ως ανήκοντα κατά κυριότητα στο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο και ήδη αναιρεσείον.

Με βάση τα ανωτέρω ζήτησε, επειδή με την παραπάνω καταχώριση αμφισβητείται το δικαίωμα της κυριότητάς της επ' αυτών, να γίνει δεκτή η αγωγή της και αφενός να αναγνωρισθεί το δικαίωμά της αυτό, αφετέρου να διαταχθεί η διόρθωση της ως άνω ανακριβούς πρώτης εγγραφής, ώστε να καταχωριστεί το δικαίωμα της πλήρους και αποκλειστικής κυριότητας της επί του πρώτου ακινήτου (ως ενιαίου ακινήτου) με ΚΑΕΚ ...

και επί του δευτέρου ακινήτου (επίσης ως ενιαίου ακινήτου) με ΚΑΕΚ .... Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη, διότι, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα παραπάνω, στο δικόγραφο της αγωγής διόρθωσης πρώτης κτηματολογικής εγγραφής (άρθρο 6 παρ. 2 του Ν. 2884/1998), πλην της αναφοράς του ΚΑΕΚ και την ενσωμάτωση αντιγράφων του οικείου κτηματολογικού φύλλου και του αποσπάσματος κτηματολογικού διαγράμματος των επιδίκων ακινήτων γίνεται επιπλέον αναφορά σε θέση, όρια και εμβαδόν αυτών, ζητείται δε με την αγωγή η αναγνώριση του δικαιώματος κυριότητας της ενάγουσας σε ολόκληρα τα επίδικα γεωτεμάχια με ΚΑΕΚ ...

και ... και όχι σε τμήματα αυτών, ώστε να απαιτείται ο προσδιορισμός της θέσης τους στο όλο γεωτεμάχιο.

Συνεπώς, το Εφετείο που έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ορισμένη την αγωγή της εφεσιβλήτου και απέρριψε τον ισχυρισμό του εκκαλούντος ήδη αναιρεσείοντος περί ποσοτικής αοριστίας αυτής, από τη μη ακριβή περιγραφή των επιδίκων, επειδή δεν αναφέρει τη θέση των επιδίκων ακινήτων στο μεγαλύτερο ακίνητο στο οποίο αυτά ανήκαν, τον οποίο ισχυρισμό πρόβαλε με τον από 23-12-2019 πρόσθετο λόγο έφεσης ενώπιόν του, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια των αρ. 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επειδή δεν απέρριψε ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή. Επομένως, ο, περί του αντιθέτου, πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική αυτή πλημμέλεια είναι αβάσιμος.

Β. Επειδή οι κανόνες δικονομικού δικαίου, όπως είναι και η διάταξη του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία ορίζει ποια ουσιώδη και απαραίτητα στοιχεία πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο της αγωγής για να είναι ορισμένη, δεν αποτελούν αντικείμενο παραβιάσεως ευθείας ή εκ πλαγίου, δημιουργικής λόγου αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 179/2013, 1966/2017, 32/2021).

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην απόφαση του Εφετείου ότι δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως έχει αντιφατικές αιτιολογίες όσον αφορά το ορισμένο της αγωγής (αφού δεν προσδιορίζεται η θέση του επιδίκου στο μείζον ακίνητο), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού το αναιρεσείον παραπονείται πράγματι για εκ πλαγίου παραβίαση της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ που είναι διάταξη δικονομική, και όχι για παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου.

Γ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔικ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε, ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (ΟλΑΠ 1/1999).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, δέχθηκε ότι η ενάγουσα έγινε κυρία των επίδικων ακινήτων, παραγώγως, ήτοι δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος 23441/12979 αγοραπωλητηρίου συμβολαίου, με αγορά από τον αληθή κύριο πατέρα της, Ι. Τ., αλλά και πρωτοτύπως δηλαδή με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, στην τελευταία περίπτωση με την προσμέτρηση του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της (άμεσου, απώτερων και απώτατων), από το 1877 και εφεξής, με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη.

Ενόψει τούτων ο τρίτος λόγος της αναίρεσης, που περιέχει αιτιάσεις από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ., λόγω ανεπαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την επάλληλη αιτιολογία της περί κτήσης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί των επιδίκων με πρωτότυπο τρόπο, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής, αφού το διατακτικό της προσβαλλομένης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο επάλληλες αιτιολογίες (απόκτηση κυριότητας παραγώγως και πρωτοτύπως με τακτική και έκτακτη χρησικτησία), με την δε αναίρεση δεν πλήττεται επιτυχώς η μία από αυτές, με επακόλουθο, ο ερευνώμενος λόγος, που πλήττει την άλλη επάλληλη αιτιολογία να καθίσταται αλυσιτελής, αφού τυχόν αποδοχή του δεν επηρεάζει το διατακτικό της απόφασης, που στηρίζεται αυτοτελώς, στην μη πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία ως προς τον παράγωγο τρόπο κτήσης της κυριότητας της αναιρεσίβλητης (Ολ ΑΠ 25/2003).

Εξάλλου, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν προβάλλονται αιτιάσεις που ανάγονται στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων και δη της από 16-5-2013 έκθεσης φωτοερμηνείας του δασολόγου Σ. Β. αναφορικά με την ιδιότητα των επίδικων ακινήτων ως μη δασικών εκτάσεων, η σχετικά με τις οποίες κρίση του Δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957 και την, κατ' εξουσιοδότησή του, 134423 Οικ/8.12.1992/20.1.1993 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 10-11-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 44/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δυτικής Στερεάς Ελλάδος.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 20 Δεκεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 22 Ιανουαρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ