Supreme Court allows appeal against insurance company's liability dismissal due to policy cancellation in traffic accident case.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by an insurance company against a lower court's dismissal of a third-party victim's claim. The victim argued that the insurer remained liable despite the policy's cancellation, while the insurer contended that the contract's termination exempted them from responsibility. The court ruled that the insurer must still compensate the victim because the policy cancellation was not legally notified to the relevant information center, thereby maintaining their liability.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 11 and 11a of Law 489/1976; The insurer remains liable to a third-party victim even after the cancellation of the insurance contract if the cancellation was not legally notified to the Information Center.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 94 / 2022 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 94/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (λόγω κωλύματος της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ειρήνης Καλού), Αικατερίνη Βλάχου, Ευστάθιο Νίκα, Μαρία Βάρκα και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 14 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Του αναιρεσιβλήτου: Κ. - Π. Γ. του Χ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ηλία Τσίγκανο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-7-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκε με την από 6-11-2012 παρεμπίπτουσα αγωγή - αναγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, καθώς και με την από 1-11-2012 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση της Μ. Κ. του Ε., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 855/2013 μη οριστική και 857/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5137/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 12-3-2019 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγητή τον Αρεοπαγίτη Ευστάθιο Νίκα, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγεται προς συζήτηση η από 12-3-2019 (με αριθ. έκθεσης καταθ. Γ.Α.Κ. 2687/ Ε.Α.Κ. 225/14-3-2019 στο Εφετείο Αθηνών) με αριθμό δικογραφίας 428/11-06-2020 αίτηση αναίρεσης της υπ' αρ. 5137/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο (άρθρο 681Α ΚΠολΔ), έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), εντός της προβλεπόμενης από το άρθρο 564 παρ. 3 (όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015) διετούς προθεσμίας από την γενόμενη στις 19-10-2018 δημοσίευση της περατώνουσας τη δίκη προσβαλλόμενης απόφασης, της οποίας δεν έχει λάβει χώρα επίδοση.
Πρέπει συνεπώς να ερευνηθεί προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής (άρθρο 577 του ίδιου Κώδικα). Από τις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1, 6 παρ. 1 και 2, 10 παρ. 1, 11 παρ. 1, 16 και 19 του Ν. 489/1976 που κωδικοποιήθηκε με το προεδρικό διάταγμα 237/1986 προκύπτει ότι το πρόσωπο στο οποίο προξενήθηκε ζημία από τροχαίο ατύχημα έχει ευθεία και αυτοτελή αξίωση κατά του υπαίτιου ασφαλισμένου και της ασφαλιστικής εταιρείας.
Στην περίπτωση που το ζημιογόνο όχημα είναι ανασφάλιστο κατά το χρόνο του ατυχήματος, το Επικουρικό Κεφάλαιο είναι υποχρεωμένο να καταβάλει, μέχρι το κατώτατο όριο των ποσών της ασφαλιστικής κάλυψης, στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν, αποζημίωση λόγω θανάτου, σωματικών βλαβών ή υλικών ζημιών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης ή ψυχικής οδύνης (Ολ.ΑΠ 9/1993, ΑΠ 625/2019).
Ως ανασφάλιστο θεωρείται το ζημιογόνο όχημα: α) όταν δεν έχει συναφθεί γι` αυτό ποτέ κατά το παρελθόν σύμβαση ασφάλισης ή β) όταν αυτή έληξε και δεν ανανεώθηκε ή λύθηκε ή ακυρώθηκε ή ανεστάλη, είτε μονομερώς με καταγγελία του ασφαλιστή ή του ασφαλισμένου, είτε με (κοινή) συμφωνία τους (Ολ.ΑΠ 3/2005, ΑΠ 625/2019).
Περαιτέρω με το άρθρο 11 παρ. 2 του Π.Δ. 237/1986, με το οποίο είχε κωδικοποιηθεί ο Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", [όπως η παράγραφος 2 ίσχυε κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος ( 29.2.2012) πριν δηλαδή καταργηθεί και πριν οι παράγραφοι 3 και 4 αναριθμηθούν σε 2 και 3 αντιστοίχως,με το άρθρο 169 παρ.14 Ν.4261/2014,ΦΕΚ Α 107/5.5.2014] οριζόταν ότι "2.
Κατά ζημιωθέντος τρίτου, η ακύρωση, η λύση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθούν, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση, εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 11α".
Εξάλλου με το άρθρο 9 του Ν. 3557/2007, ο οποίος τροποποίησε το Π.Δ. 237/1986, με το οποίο είχε κωδικοποιηθεί ο Ν. 489/1976 "Περί υποχρεωτικής ασφαλίσεως της εξ ατυχημάτων αυτοκινήτων αστικής ευθύνης", προστέθηκε στο προαναφερόμενο Π.Δ. και πράγματι στον ως άνω Ν. 489/1976, άρθρο 11α, με την υπ' αριθμ. 2 παράγραφο του οποίου, εδάφια α', β', γ' και δ' ορίστηκαν, αντίστοιχα, ότι "2.
α) Ο λήπτης της ασφάλισης ή ο ασφαλισμένος μπορούν να καταγγέλλουν την ασφαλιστική σύμβαση, οποτεδήποτε, με γραπτή δήλωση η οποία επιδίδεται στον ασφαλιστή ή σε εξουσιοδοτημένο από αυτόν διαμεσολαβητή, επί αποδείξει. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται μετά την πάροδο τριάντα (30) ημερών από την περιέλευση αυτής στον ασφαλιστή.
β) Ο ασφαλιστής μπορεί, με γραπτή δήλωση, να καταγγείλει την ασφαλιστική σύμβαση μόνο για παράβαση ουσιώδους όρου αυτής από τον λήπτη της ασφάλισης ή τον ασφαλισμένο, βαρυνόμενος με την απόδειξη της παράβασης. Με τη δήλωση της καταγγελίας, η οποία επιδίδεται στον λήπτη της ασφάλισης και τον ασφαλισμένο με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, γνωστοποιείται ότι, η μη συμμόρφωση τους με τον παραβιασθέντα ουσιώδη όρο εντός τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της καταγγελίας, επιφέρει τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης.
γ) Η καταγγελία επιδίδεται στη διεύθυνση της κατοικίας ή διαμονής του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου που αναγράφεται στο ασφαλιστήριο. Ως κατοικία ή διαμονή θεωρείται και η τελευταία διεύθυνση που ο λήπτης της ασφάλισης και ο ασφαλισμένος δήλωσαν εγγράφως στον ασφαλιστή. Τα αποτελέσματα της καταγγελίας επέρχονται ανεξάρτητα από την άρνηση του λήπτη της ασφάλισης και του ασφαλισμένου να παραλάβουν αυτήν ή τη μη ανεύρεση τους στις διευθύνσεις κατοικίας ή διαμονής του προηγούμενου εδαφίου ή τη μη προσέλευση τους στο Ταχυδρομείο για την παραλαβή της, εκτός εάν ο λήπτης της ασφάλισης και ο ασφαλισμένος αποδείξουν ότι, ανυπαιτίως, δεν είχαν τη δυνατότητα να λάβουν γνώση της καταγγελίας.
δ) Αν την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ασκεί ο ασφαλιστής, υποχρεούται να κοινοποιεί αυτήν στο Κέντρο Πληροφοριών, η σχετική βεβαίωση του οποίου αποτελεί πλήρη απόδειξη του περιεχομένου της. Αν την καταγγελία ασκεί ο λήπτης της ασφάλισης, ο ασφαλιστής γνωστοποιεί τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών".
Στη συνέχεια, με την υπ' αριθμ. 3 παράγραφο του εν λόγω άρθρου 11α ορίζεται ότι "ο ασφαλιστής μπορεί να επικαλεσθεί τη λύση της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίησή της στο Κέντρο Πληροφοριών, κατά τα οριζόμενα στο εδάφιο δ' της προηγούμενης παραγράφου".
Περαιτέρω με την υπ' αριθμ. 4 παράγραφο του εν λόγω άρθρου 11α ορίζεται ότι "4. Η ασφαλιστική σύμβαση ισχύει για όσο χρόνο ορίζεται στο ασφαλιστήριο και ανανεώνεται κάθε φορά, αυτοδικαίως, για ίσο χρόνο, εκτός εάν ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη γνωστοποιήσει στο άλλο, με συστημένη επιστολή ή επί αποδείξει, την εναντίωσή του τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης.
Στην περίπτωση αυτή ο ασφαλιστής μπορεί να επικαλεσθεί τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, μετά την πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από την εκ μέρους του γνωστοποίηση της στο Κέντρο Πληροφοριών.". Με βάση τις προπαρατιθέμενες ρυθμίσεις των παραγράφων 2, 3 και 4 του άρθρου 11α του ως άνω Ν. 489/1976 προκύπτει ότι παρέχεται στα μέρη της ασφαλιστικής σύμβασης:
Α) η δυνατότητα της έγγραφης καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης υπό τις αναλυτικά αναφερόμενες στα ως άνω εδάφια α, β, γ και δ προϋποθέσεις, μεταξύ των οποίων α) η επίδοση της σχετικής γραπτής δήλωσης στον αντισυμβαλλόμενο και β) στην μεν περίπτωση κατά την οποία την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ασκεί ο ασφαλιστής, η υπό του ασφαλιστή κοινοποίηση της υπ' αυτού καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών, στην δε περίπτωση κατά την οποία την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ασκεί ο λήπτης της ασφάλισης, η υπό του ασφαλιστή γνωστοποίηση της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών, καθώς και ότι Β) η δυνατότητα της, με αντίθετη έγγραφη συμφωνία τους, χωρίς, δηλαδή, να υπάρξει καταγγελία από κάποιο από τα συμβαλλόμενα μέρη, λύσεως της ασφαλιστικής σύμβασης (ΑΠ 625/2019, ΑΠ 1594/2012, ΑΠ 1304/2010, ΑΠ 612/2016).
Από τις ως άνω διατάξεις, όμως, σε συνδυασμό και με την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου 11 προκύπτει ότι, η λύση, η λήξη ή η αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθούν κατά του ζημιωθέντος τρίτου, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση, εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στο προαναφερόμενο ως άνω άρθρο 11α, δηλαδή μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών α) από την οριζόμενη στην παρ.
δ της ως άνω παραγράφου 2 του άρθρου 11 του ως άνω Ν. 489/1976 προϋπόθεση της υπό του ασφαλιστή κοινοποίησης της υπ' αυτού καταγγελίας της ασφαλιστικής σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών, στην δε περίπτωση κατά την οποία την καταγγελία της ασφαλιστικής σύμβασης ασκεί ο λήπτης της ασφάλισης, η υπό του ασφαλιστή γνωστοποίηση της λύσης της ασφαλιστικής σύμβασης στο Κέντρο Πληροφοριών, β) από την οριζόμενη στην παρ. 4 του ως άνω άρθρου 11α προϋπόθεση της υπό του ασφαλιστή γνωστοποίησης στο Κέντρο Πληροφοριών της συστημένης επιστολής ή απόδειξης με την οποία, τριάντα (30) ημέρες πριν από τη λήξη της ασφαλιστικής σύμβασης, υπήρξε εναντίωση ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη ή συναινετικά αμφοτέρων, στην ανανέωση της ασφαλιστικής σύμβασης (βλ.
ΟΛ.ΑΠ 3/2005, ΑΠ 318/2020, ΑΠ 142/2018), διότι μόνο, εφόσον συντρέξουν αυτές οι προϋποθέσεις (γνωστοποίηση της λήξεως κλπ και πάροδος 16 ημερών από αυτήν), ο ασφαλιστής μπορεί να αντιτάξει κατά του τρίτου παθόντος την λήξη, λύση, ακύρωση ή αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης, με συνέπεια ο παθών να μην έχει αξίωση για αποζημίωση κατά του ασφαλιστή και το ζημιογόνο αυτοκίνητο θεωρείται ανασφάλιστο (άρθρο 11 παρ.2 εδαφ.
α ΠΔ 237/1986), και η ευθύνη θα βαρύνει το Επικουρικό Κεφάλαιο (βλ. και ΑΠ 232/2015). Η επιβαλλόμενη από τις ως άνω διατάξεις γνωστοποίηση στο Κέντρο Πληροφοριών της καθ' οιονδήποτε τρόπο λύσης της συμβάσεως ασφάλισης προκειμένου αυτή να ισχύει έναντι τρίτων, έχει σκοπό την άρση της αμφισβήτησης για τον χρόνο παύσης της ευθύνης του ασφαλιστή και έτσι την αποτροπή συμπαιγνίας μεταξύ ασφαλισμένου και ασφαλιστή σε βάρος τρίτων (βλ.
και ΑΠ 318/2020, ΑΠ 1116/2010). Κατά συνέπεια, αν δε γίνει νομότυπα ή δε γίνει καθόλου η άνω γνωστοποίηση στο Κέντρο Πληροφοριών της λύσης της σύμβασης ασφάλισης, τότε ο ασφαλιστής, παρά τη λύση της σύμβασης ασφάλισης, εξακολουθεί κατά το νόμο να ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του Επικουρικού Κεφαλαίου, το δε ποσόν που θα καταβάλει στον τρίτο ο ασφαλιστής, δικαιούται να το αναζητήσει από τον ασφαλισμένο με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 1304/10).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου, αν, δηλαδή, για την εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου, το δικαστήριο απαίτησε περισσότερα στοιχεία ή αρκέσθηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί ο νόμος, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή (ΑΠ 232/2015).
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 270/2018, ΑΠ 1136/2018).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν [ΑΠ 379/2021, ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 1136/2018, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 71/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013].
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη 5137/2018 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των άρθρων 666, 667 και 670 έως 676 (681 Α) του ΚΠολΔικ., όπως ίσχυαν, αφού έκρινε: Ι) ότι το ένδικο τροχαίο ατύχημα και ο συνεπεία τούτου τραυματισμός του ενάγοντος (τώρα αναιρεσίβλητου) οφείλονται στην αποκλειστική αμέλεια της εναγόμενης οδηγού του υπ' αριθμ. κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου Μ. Κ., παραδοχή που δεν αποτελεί αντικείμενο της προκείμενης αναιρετικής δίκης, και
ΙΙ) ότι, συνεπεία του κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα τραυματισμού του, ο ενάγων δικαιούται προς αποζημίωσή του και για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, τα αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικά ποσά, που επίσης δεν αποτελούν αντικείμενο της προκείμενης αναιρετικής δίκης,
ΙΙΙ) στην συνέχεια, σχετικά με τον ισχυρισμό του τώρα αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ περί έλλειψης παθητική νομιμοποίησής του, τον οποίο το τώρα αναιρεσείον είχε προτείνει παραδεκτά πρωτοδίκως και είχε επίσης παραδεκτά επαναφέρει με τον πρώτο λόγο της από 7-6-2015 έφεσής του, δέχθηκε τα εξής αυτολεξεί στην συνέχεια παρατιθέμενα: "Περαιτέρω από τα ίδια άνω αποδεικτικά µέσα απεδείχθη ότι η εναγοµένη της βασικής αγωγής Μαρία Κολιάκου είχε ασφαλισμένο το υπ' αριθ.
κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκίνητο ιδιοκτησίας της στην προσεπικαλουµένη σε παρέµβαση και εναγοµένη από αυτήν ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία <<ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ>> για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη, µε το υπ' αριθ. 21901698775 ασφαλιστήριο συμβόλαιο, διαρκείας από 12.8.2010 μέχρι 12.2.2011, ανανεούμενο ανά εξάμηνο.
Η ανωτέρω ασφαλιστική εταιρεία πριν από τη λήξη του ανωτέρω συμβολαίου εξέδωσε το υπ' αριθ. 2194555554/1.2.2011 ανανεωτήριο συμβόλαιο που αφορούσε το επόμενο εξάμηνο, ήτοι από 12.2.2011 μέχρι 12.8.2011. Σημειώνεται ότι το ανωτέρω ανανεωτήριο συμβόλαιο με την σχετική βεβαίωση ασφαλίσεως, το ειδικό σήμα και την απόδειξη πληρωμής των ασφαλίστρων του εξαμήνου ποσού 205 ευρώ εξέδωσε η άνω ασφαλιστική εταιρεία, προκειμένου να αποσταλεί στην ασφαλισμένη της, αφού προηγουμένως θα καταβάλλονταν από αυτήν τα ασφάλιστρα.
Ωστόσο η πρώτη εναγόµενη της βασικής αγωγής Μαρία Κολιάκου ειδοποιηθείσα για την παραλαβή των ανωτέρω εγγράφων και την πληρωµή των ασφαλίστρων αρνήθηκε την ανανέωση της ασφαλίσεως του άνω αυτοκινήτου της, δηλώνοντας συγχρόνως την βούλησή της για ακύρωση της ασφαλιστικής συµβάσεως. Για τον λόγο δε αυτόν κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήµατος η άνω πρώτη εναγοµένη δεν είχε επικολλημένο στον ανεµοθώρακα του αυτοκινήτου της και το ειδικό σήµα ασφαλίσεως.
Κατόπιν των ανωτέρω η άνω ασφαλιστική εταιρεία µε την υπ' αριθ. 2192264440 πρόσθετη πράξη της ακύρωσε την ασφαλιστική σύµβαση από 2.4.2011. Επομένως, εν όψει των ανωτέρω η ασφαλιστική σύµβαση μεταξύ της άνω ασφαλισμένης και της ασφαλιστικής εταιρείας λύθηκε µε προφορική κοινή συμφωνία των άνω συµβαλλοµένων από 2.4.2011, χωρίς να απαιτείται, σύµφωνα µε όσα εκτέθηκαν στην μείζονα σκέψη της παρούσας, έγγραφη γνωστοποίηση της λήξεως της συµβάσεως ασφαλίσεως από την ασφαλιστική εταιρεία στην ασφαλισμένη.
Δηλαδή εν όψει των ανωτέρω κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήµατος, ήτοι στις 29.2.2012 δεν υπήρχε ενεργός σύµβαση ασφαλίσεως του ζημιογόνου αυτοκινήτου της Μ. Κ., δηλαδή, το αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και, επομένως, έναντι του παθόντος τρίτου ευθύνεται το "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ", το οποίο, αν ικανοποιήσει τον παθόντα τρίτο, υποκαθίσταται κατά την παρ.4 του άρθρου 19 του κ.ν. 489/1976 στα δικαιώµατα του τελευταίου κατά του υπόχρεου σε αποζημίωση.
Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο µε την πρώτη µε αριθµό 855/2013 απόφασή του κρίνοντας επί της βασικής αγωγής του Κων/νου - Παναγ. Γιαννακουδάκη κατά της Μ. Κ. και του "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ" αναγνώρισε την εις ολόκληρον υποχρέωση αυτών να καταβάλουν στον άνω ενάγοντα το ποσό των 10.000 ευρώ, υποχρέωσε τους ίδιους άνω εναγοµένους να καταβάλουν στον ίδιο ενάγοντα το ποσό των 3.559 ευρώ, απέρριψε την προσεπίκληση - αγωγή της Μ.
Κ. κατά της ασφαλιστικής εταιρείας, µε την επωνυμία "ΝΕΟΣ ΠΟΣΕΙΔΩΝ ΑΕ", και αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγόµενης Μ. Κ. να καταβάλει στο "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" κάθε ποσό που αυτό θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της βασικής αγωγής µε τον νόµιµο τόκο από την ηµέρα της καταβολής, ενώ το ίδιο δικαστήριο µε τη δεύτερη µε αριθµό 857/2015 οριστική απόφασή του αναγνώρισε
την εις ολόκληρον υποχρέωση των εναγοµένων Μ. Κ. και ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ να καταβάλουν στον ενάγοντα της βασικής αγωγής το ποσό των 35.913,46 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επομένη της επιδόσεως της αγωγής, επί πλέον δε του αναγνώρισε την υποχρέωση της εναγοµένης Μ. Κ. να καταβάλει στο ενάγον "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ" κάθε ποσό από το ανωτέρω που αυτό θα υποχρεωθεί να καταβάλει στον ενάγοντα της βασικής αγωγής με το νόμιμο τόκο από την ημέρα της καταβολής.
Κρίνοντας έτσι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με τις άνω αποφάσεις του ορθώς το νόμο εφήρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε. Επομένως είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι οι αντίθετοι λόγοι των εφέσεων της Μ. Κ. και του ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ........". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον προαναφερόμενο πρώτο λόγο της από 7-6-2015 έφεσης του τώρα αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ., με τον οποίο αυτό επανέφερε τον πρωτοδίκως παραδεκτά προταθέντα ισχυρισμό του περί έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής του, δεχόμενο (το Μονομελές Εφετείο Αθηνών) ότι η ασφαλιστική σύμβαση μεταξύ της ασφαλισμένης, οδηγού του ζημιογόνου υπ' αριθμ.
κυκλοφ. ... ΙΧΕ αυτοκινήτου, Μ. Κ. και της ως άνω ασφαλιστικής εταιρείας της λύθηκε με προφορική κοινή συμφωνία των ως άνω συμβαλλόμενων, που ισχύει και έναντι του παθόντος τρίτου -ενάγοντος (τώρα αναιρεσίβλητου) χωρίς να απαιτείται έγγραφη γνωστοποίηση της λήξεως της σύμβασης ασφαλίσεως από την ασφαλιστική εταιρεία στην ασφαλισμένη, ότι κατά τον χρόνο του ενδίκου ατυχήματος, ήτοι στις 29.2.2012, το ζημιογόνο ΙΧΕ αυτοκίνητο ήταν ανασφάλιστο και ότι, επομένως, έναντι του παθόντος τρίτου ευθύνεται το τώρα αναιρεσείον ΝΠΙΔ, με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ", ακολούθως απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμη την ως άνω έφεση του τώρα αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ.
Έτσι, όμως, που έκρινε το Εφετείο παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, και συγκεκριμένα παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 11 και 11α του ως άνω Ν. 489/1976 (όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ.237/1986 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του Ν.3557/2007), σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ., υπό την έννοια ότι, αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτούν οι προπαρατιθέμενες ρυθμίσεις του άρθρου 11 παρ. 2 και των παραγράφων 2,3 και 4 του άρθρου 11α του ως άνω Ν. 489/1976 (όπως κωδικοποιήθηκε με το Π.Δ. 237/1986 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 9 του Ν.3557/2007) σε συνδυασμό και με τις διατάξεις του άρθρου 361 ΑΚ., κατά τις οποίες, σύμφωνα και με τα αναλυτικά οριζόμενα στις ως άνω διατάξεις και ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης παρατεθέντα, η καθ' οιονδήποτε τρόπο λύση, λήξη ή αναστολή της ασφαλιστικής σύμβασης μπορεί να αντιταχθούν κατά του ζημιωθέντος τρίτου, μόνο εάν το ατύχημα συνέβη μετά πάροδο δεκαέξι (16) ημερών από τη γνωστοποίηση, εκ μέρους του ασφαλιστή, της ακύρωσης, της λύσης, της λήξης ή της αναστολής της ασφαλιστικής σύμβασης, κατά τα οριζόμενα στο προαναφερόμενο ως άνω άρθρο 11α του ως άνω νόμου, που επίσης αναφέρθηκαν αναλυτικά ανωτέρω στην μείζονα σκέψη της παρούσης, ενώ κατά τις ίδιες ως άνω διατάξεις αν η άνω γνωστοποίηση στο Κέντρο Πληροφοριών της καθ' οιονδήποτε τρόπο λήξης της σύμβασης ασφάλισης δε γίνει νομότυπα ή δε γίνει καθόλου, τότε ο ασφαλιστής, παρά τη λύση της σύμβασης ασφάλισης, εξακολουθεί κατά το νόμο να ευθύνεται έναντι του ζημιωθέντος τρίτου, και συνεπώς δεν συντρέχει περίπτωση ευθύνης του (τώρα αναιρεσείοντος) Επικουρικού Κεφαλαίου, η κατά του οποίου αγωγή υπό του τρίτου παθόντος είναι συνακόλουθα απορριπτέα ως παθητικά ανομιμοποίητη, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην εν αρχή της παρούσας νομική σκέψη.
Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔικ. λόγος της ένδικης αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα ίδια, είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, παρελκούσης μετά ταύτα της έρευνας του δευτέρου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης των ίδιων προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, ο οποίος αναφέρεται στο ίδιο κεφάλαιο και καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ως άνω λόγου που έγινε δεκτός. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση κατά παραδοχή του ως άνω πρώτου λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως και να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 του ΚΠολΔικ.).
Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στο αναιρεσείον του κατατεθέντος εκ μέρους του παραβόλου, ενόψει της νίκης του [άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε` του ΚΠολΔικ, όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ` άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα και όπως στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από 21-1-2017 και εφεξής με τα άρθρα 35 παρ.2 και 45 του Ν. 4446/2016 (ΦΕΚ Α 240/22.12.2016)] και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔικ), το οποίο κατέθεσε προτάσεις, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5137/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλο Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στο καταθέσαν τούτο αναιρεσείον.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 29 Ιουνίου 2021 Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Και ήδη Αντιπρόεδρος Α.Π.
Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιανουαρίου 2022.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ