Supreme Court dismisses appeal against second-instance judgment for lack of evidence and procedural errors.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final second-instance judgment regarding a lease contract validity dispute. The appellant argued the lower court ignored numerous documentary proofs and failed to properly evaluate evidence, but the court found the second-instance court had considered all submitted documents. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the appellant was ordered to pay the legal costs of the opposing parties.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; An appeal is admissible only if the lower court's decision lacks legal basis or reasoning, but it is not admissible when the court's evaluation of evidence is arbitrary or unsupported by the record.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 94 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 94/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου - Εισηγητή, Βασίλειο Μαχαίρα, Αναστασία Μουζάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Μαρτίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Σ. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Μετζιδάκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Μ. Σ. του Γ., κατοίκου …, 2) Σ. Σ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Ηλιόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-11-2009 αγωγή του αποβιώσαντος Γ. Σ. του Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χανίων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 19/2017 του Εφετείου Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 08-05-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
[Ι] Με την κρινόμενη από 08-05-2017 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσα υπ' αριθ. 19/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης, το οποίο δικάζοντας την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 5/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χανίων, που είχε κάνει δεκτή την από 24-11-2009 αγωγή του δικαιοπαρόχου πατέρα των αναιρεσιβλήτων Γ. Σ. περί ακυρότητας του αναφερόμενου ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης, απέρριψε την έφεση. Η αίτηση αυτή αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).-
[ΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία). Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης, όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων, και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανελέγκτως, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το αποδεικτικό πόρισμα και για το λόγο αυτό καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ ΑΠ 2/2019, Ολ ΑΠ 8/2018, ΑΠ 109/2020, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 118/2019).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: «| Ο ενάγων, Γ. Σ. του Μ., κάτοικος, όσο ζούσε, ... Δήμου ..., είχε γεννηθεί το έτος 1928 και πέθανε μετά την κατάθεση της αγωγής και, συγκεκριμένα, στις 12-01-2010. O ενάγων είχε αποκτήσει από το νόμιμο γάμο του με τη Στ., σύζυγο Γ.
Σ. - η οποία είχε προαποβιώσει - τρία (3) τέκνα και, συγκεκριμένα, α) τον εναγόμενο, Ε. Σ. του Γ., κάτοικο …, β) το Μ. Σ. του Γ., κάτοικο … και γ) το Σ. Σ. του Γ., κάτοικο .......Τα τέκνα του ενάγοντος είχαν φύγει από την Κρήτη μετά την ενηλικίωσή τους και είχαν οργανώσει την προσωπική, επαγγελματική και κοινωνική τους ζωή σε άλλες πόλεις μακριά από τους γονείς τους.
Ο ενάγων διέθετε αρκετά σημαντική ακίνητη περιουσία, κυρίως ελαιώνες και πορτοκαλεώνες στην περιοχή ..., οι οποίοι με την κατάλληλη φροντίδα και καλλιέργειά τους μπορούσαν να αποδίδουν ικανοποιητική ετήσια παραγωγή. Ο ενάγων όμως είχε καταπονηθεί από την πολυετή ενασχόλησή του με τη γεωργία. Από το έτος 1985 και μετά μάλιστα άρχισε να αντιμετωπίζει και κάποια προβλήματα υγείας.
Η φυσική του αυτή κατάσταση τον εμπόδιζε πλέον να καλλιεργεί μόνος τα αγροκτήματά του, όπως στο παρελθόν. Για το λόγο αυτό, όταν επικοινωνούσε με τα παιδιά του, πρότεινε σε αυτά να αρχίσουν να σκέφτονται την επάνοδο και μετεγκατάστασή τους στα Χανιά για να ασχοληθούν και με τη βοήθειά του, αλλά κυρίως οι ίδιοι με την αγροτική παραγωγή.
Η πρόθεση του πατέρα ήταν να στηρίξει με τον τρόπο αυτό και τα τρία (3) παιδιά του και να συμβάλλει στην αύξηση του οικογενειακού τους εισοδήματος. Ο εναγόμενος πράγματι δέχθηκε την πρόταση του πατέρα του και το έτος 1985 επανήλθε και εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στα … . Από τότε υπηρετούσε ως υπάλληλος σε διάφορες υπηρεσίες του Ο.Τ.Ε.
στο Νομό … και παράλληλα συνέδραμε τους γονείς του στις ανάγκες της καθημερινότητάς τους και στην καλλιέργεια, επίβλεψη και φροντίδα της περιουσίας τους. Οι αδελφοί του όμως, μολονότι βρίσκονταν μακριά, τον ενίσχυαν, όσο μπορούσαν, τόσο ηθικά και ψυχικά, όσο και οικονομικά και πρακτικά, όταν επισκέπτονταν τους γονείς τους στο χωριό ....
Ο εναγόμενος όμως στην πραγματικότητα επιθυμούσε από ισχυρή διάθεση πλουτισμού να εκμεταλλεύεται ο ίδιος την περιουσία των γονέων του και να καρπώνεται μόνος τα ωφελήματά της. Για το λόγο αυτό εκμεταλλεύθηκε την αγάπη και την εμπιστοσύνη που έτρεφε ο πατέρας του και στο πρόσωπό του και στις 14-02-2006 συνέταξε ένα ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης με συμβαλλομένους τον ίδιο ως μισθωτή και τον πατέρα του ως εκμισθωτή.
Ο ενάγων με το ιδιωτικό αυτό συμφωνητικό φέρεται ότι εκμισθώνει το σύνολο της ακίνητης περιουσίας του στον εναγόμενο-γιό του για χρονικό διάστημα αρχικά εννέα (9) ετών και με μίσθωμα πεντακοσίων (500) ευρώ ανά έτος. Ο εκμισθωτής μάλιστα παρέχει στο μισθωτή τη δυνατότητα να παρατείνει μονομερώς τη χρονική διάρκεια της μίσθωσης μετά τη λήξη της για χρονικό διάστημα άλλων εννέα (9) ετών, δηλαδή, όταν πλέον ο πατέρας του είτε θα βρισκόταν σε ηλικία 98 ετών, είτε θα είχε πεθάνει.
Ο πατέρας όμως του εναγομένου δεν επιθυμούσε να καταρτίσει τη συγκεκριμένη σύμβαση, αλλά παρασύρθηκε στη σύναψή της από ψευδείς παραστάσεις που δημιούργησε σε αυτόν ο γιος του. Ο εναγόμενος, συγκεκριμένα, βεβαίωσε τον πατέρα του αναληθώς ότι με το συγκεκριμένο έγγραφο αναθέτει σε αυτόν την εξουσία να διεκπεραιώσει στο όνομα και για λογαριασμό του δικαστική διαφορά του με τρίτα πρόσωπα και ασφαλιστική εταιρία.
Η διαφορά αυτή είχε ανακύψει από παλαιότερη εμπλοκή του ενάγοντος σε αυτοκινητικό ατύχημα. Ο ενάγων ειδικότερα, ο οποίος δεν διέθετε άδεια ικανότητας οδηγού, στις 19-08-1999 είχε προκαλέσει από αμέλειά του αυτοκινητικό ατύχημα στην επαρχιακή οδό Χανίων-Σούγιας με αποτέλεσμα να τραυματισθούν τρίτα πρόσωπα και να προκληθούν φθορές και βλάβες στο αυτοκίνητο που επέβαιναν.
Το γεγονός είχε ως αποτέλεσμα να ανοίξει αστική και ποινική διαδικασία σε βάρος του, η οποία δεν είχε περατωθεί έως και τον Ιούλιο του έτους 2007 [...]. Ο πατέρας του εναγομένου, επειδή δεν ήταν εξοικειωμένος με τις δικαστικές διαδικασίες, δεν είχε μεγάλη κοινωνική εμπειρία και αισθανόταν άγχος και ανασφάλεια, όταν έπρεπε να αντιμετωπίσει αυτές τις καταστάσεις, πείσθηκε πλήρως από τις αναληθείς αυτές διαβεβαιώσεις του γιού του.
Ο ενάγων μάλιστα μπορούσε εύκολα να παραπλανηθεί για το περιεχόμενο του εγγράφου που υπέγραψε, επειδή ήταν και αγράμματος και κωφάλαλος από τη γέννησή του [...]. Όταν μάλιστα κατάρτιζε νομικές πράξεις, εξώδικες ή δικαστικές, χρειαζόταν κάθε φορά ειδικό διερμηνέα της νοηματικής γλώσσας για να αντιληφθεί επαρκώς το ειδικό και συχνά τεχνικό τους περιεχόμενο, το οποίο συχνά δημιουργεί σοβαρά ερμηνευτικά ζητήματα ακόμη και σε έμπειρους νομικούς.
Είναι χαρακτηριστικό ότι ο ενάγων, όταν σε ανύποπτο χρόνο, συμβλήθηκε με τρίτο πρόσωπο ως αγοραστής ακινήτου, προσέλαβε διερμηνέα για να καταρτίσει την τυπική αυτή δικαιοπραξία. Το ίδιο έπραξε, ενδεικτικά, τόσο α) όταν ανέθεσε σε Δικηγόρο Χανίων την εντολή να ασκήσει αγωγή κατά του εναγομένου με το υπ' αριθμό …/11-6-2009 πληρεξούσιο, το οποίο συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Χανίων Α.
Ν., όσο και β) όταν - με την υπ' αριθμό …/11-6-2009 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου, την οποία συνέταξε ο ίδιος Συμβολαιογράφος - ανακάλεσε την εξουσία αντιπροσώπευσης, την οποία είχε χορηγήσει στον εναγόμενο γιο του να επιμελείται των περιουσιακών του δικαιωμάτων. Ο εναγόμενος επικαλείται, αντίθετα, ότι ο πατέρας του αντιλήφθηκε πλήρως το περιεχόμενο του εγγράφου που είχε υπογράψει και τις υποχρεώσεις που αναλάμβανε από την επίδικη σύμβαση, επειδή μπορούσε να συναλλάσσεται σε κάθε περίπτωση, χωρίς τη σύμπραξη ειδικού διερμηνέα.
Ο ίδιος μάλιστα διάδικος για να αποδείξει τη βασιμότητα του ισχυρισμού του αυτού προσκομίζει και επικαλείται και το υπ' αριθμό …/19-4-1999 γενικό δικαστικό πληρεξούσιο που συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Χανίων Α. Ν.. Το δημόσιο όμως αυτό έγγραφο δεν έχει ανταποδεικτική βαρύτητα, επειδή οι διάδικοι ομολογούν ότι ο ενάγων ήταν κωφάλαλος από τη γέννησή του και, συνεπώς, ήταν αδύνατο να ακούσει το περιεχόμενο του συμβολαιογραφικού αυτού εγγράφου, όπως από παραδρομή βεβαιώνει ο δημόσιος λειτουργός που το συνέταξε στη δεύτερη σελίδα του τρίτου φύλλου του.
Όλα τα υπόλοιπα δημόσια έγγραφα που προσκομίζει για τον ίδιο λόγο ο εναγόμενος (πρακτικό συμβιβασμού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, εκθέσεις εγχειρίσεως μηνύσεων, ενδίκων βοηθημάτων κλπ) δεν μπορούν να αναιρέσουν την κρίση αυτή, επειδή οι δημόσιοι λειτουργοί ή υπάλληλοι που υπογράφουν τα έγγραφα αυτά δέχθηκαν απλώς τις συγκεκριμένες δηλώσεις βούλησης και τις καταχώρισαν είτε σε πρακτικά της δίκης, είτε σε ειδικά βιβλία που τηρούνται για την άσκηση ενδίκων μέσων ή βοηθημάτων.
Τα ιδιωτικά τέλος έγγραφα που προσκομίζει ο εναγόμενος για να αποδείξει τον ίδιο ισχυρισμό του αφορούν σε πολύ απλές συναλλαγές που βεβαίως μπορούσε να αντιλαμβάνεται και να διενεργεί ο πατέρας του (είσπραξη χρημάτων που δικαιούτο από δημόσιους οργανισμούς κλπ). Ο εναγόμενος εξάλλου δεν αιτιολογεί για ποιο λόγο ο ενάγων αντέδρασε αμέσως και άσκησε εναντίον του την υπό κρίση αγωγή, όταν για πρώτη φορά στις 19-02-2008 αντιλήφθηκε ότι με το έγγραφο που είχε υπογράψει εκμίσθωνε όλη του την περιουσία σε αυτόν.
Ο ίδιος εξάλλου διάδικος δεν αμφισβητεί ότι ο ενάγων είχε πλήρη τη χρήση του λογικού του. Ο Γ. Σ. του Μ. συνεπώς δεν μπορούσε να χειραγωγηθεί από τα άλλα τέκνα του για να ενεργήσει τελικά παρά τη βούλησή του εναντίον του εναγομένου. Ο αντίθετος συνεπώς ισχυρισμός που προβάλλει ο εναγόμενος πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος.
Αποδεικνύεται επίσης ότι ο εναγόμενος εσκεμμένα παραπλάνησε τον πατέρα του στην κατάρτιση της επίδικης δικαιοπραξίας, επειδή ευθέως επιδίωκε να καρπώνεται μόνο για λογαριασμό του όλη την πρόσοδο της περιουσίας του χωρίς να καταβάλει σε αυτόν ισάξια αντιπαροχή. Η πρόθεσή του αυτή αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι με την επίδικη μίσθωση θα κατέβαλλε στον πατέρα του για δέκα οκτώ (18) χρόνια μίσθωμα μόλις πεντακοσίων (500) ευρώ το έτος, το οποίο όμως είναι πολύ χαμηλό σε σχέση με τη μισθωτική αξία των ακινήτων.
Ο εναγόμενος επικαλείται βέβαια ότι θα κατέβαλλε τόσο χαμηλό μίσθωμα, επειδή είχε συμφωνήσει με τον πατέρα του να συμψηφίσει με τον τρόπο αυτό τις δαπάνες, στις οποίες είχε υποβληθεί για να αξιοποιήσει και να καταστήσει τους αγρούς παραγωγικούς και προσοδοφόρους. Αποδεικνύεται όμως ότι εναγόμενος δεν είχε καταβάλει παρά μόνο μικρό ποσόν για τη συντήρηση των καλλιεργειών [...].
Οι ελαιώνες μάλιστα το έτος 2013 εμφάνιζαν μορφή πλήρους σχεδόν εγκατάλειψης [...]. Η εικόνα τους συνεπώς θα ήταν διαφορετική, αν οι αγροί καλλιεργούνταν μόνιμα και συστηματικά, όπως αβάσιμα επικαλείται ο εναγόμενος. Ο ίδιος μάλιστα διάδικος ως προσωπικότητα ανέπτυξε ειδική σχέση με το χρήμα και αισθάνεται ασφαλής, μόνο όταν διαθέτει οικονομική επάρκεια.
Το γεγονός αποδεικνύεται και από την από 08-12-1970 επιστολή που είχε στείλει σε ηλικία μόλις 19 ετών στους γονείς του. Ο εναγόμενος στην επιστολή του αυτή αναφέρει ότι δεν μπορεί να ανταπεξέρχεται στις υποχρεώσεις του ως φοιτητή, αν παράλληλα είναι αναγκασμένος να εργάζεται και τονίζει με σκληρό, άκομψο και επιτακτικό τρόπο στους φτωχούς, αγρότες, γονείς του την υποχρέωσή τους να τον διατρέφουν, ακόμη και αν δεν διαθέτουν την οικονομική δυνατότητα.
Ο εναγόμενος αναφέρει χαρακτηριστικά στην επιστολή « ...[τ]ο γράμμα μου...θα σας κάνει να πηδήξετε μέχρι το ταβάνι...με γράφετε εις τα παλιά σας τα παπούτσια, ε;...θα σας κάνω τον βίον αβίωτο ... [λ]οιπόν για να τα λέμε ίσα και σταράτα κάθε πρώτη μηνός θα μου στέλνετε 2.000 δρχ ... [κ]αι στο κάτω-κάτω της γραφής να μου καταθέσετε εις την τράπεζα μερικά λεφτά από το μερίδιο που βγαίνει από την περιουσία μου...να πουλήσετε ένα κομμάτι από το μερίδιό μου και να μου στείλετε τα λεφτά...».
Αποδεικνύεται επομένως ότι ο εναγόμενος-μισθωτής στις 14-02-2006 δόλια παρέσυρε με απάτη τον ενάγοντα-εκμισθωτή στην κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης ακινήτων του προς αυτόν με αποτέλεσμα η σύμβαση αυτή να πάσχει από ακυρότητα. Το Πρωτοβάθμιο συνεπώς Δικαστήριο που δέχθηκε την αγωγή ως ουσιαστικά βάσιμη με όμοιες παραδοχές και κήρυξε άκυρη την από 14-02-2006 σύμβαση μίσθωσης αγροτικών ακινήτων, την οποία είχε καταρτίσει ο ενάγων με τον εναγόμενο, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων.
Τα αντίθετα επομένως που υποστηρίζει ο εκκαλών-εναγόμενος πρέπει να απορριφθούν ως ουσιαστικά αβάσιμα, όπως και η έφεση στο σύνολο της". Έτσι που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 147, 154, 155, 619 ΑΚ, ούτε στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον περιέλαβε σ' αυτήν σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση με πληρότητα και σαφήνεια εκτίθενται όλα τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του Δικαστηρίου περί συνδρομής των ως άνω νόμιμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν υφίστανται ελλείψεις και ανεπάρκεια στις αιτιολογίες αυτής σχετικά με το ότι ο αναιρεσείων ως μισθωτής στις 14-2-2006 δόλια παρέσυρε με απάτη τον αρχικώς ενάγοντα-μισθωτή στην κατάρτιση σύμβασης μίσθωσης ακινήτων του προς αυτόν.
Επίσης, δεν δημιουργείται αντίφαση από την παραδοχή της προσβαλλόμενης απόφασης ότι ο αναιρεσείων κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1985 έως το έτος 2006 συνέδραμε τους γονείς του στις ανάγκες της καθημερινότητάς τους και στην καλλιέργεια, επίβλεψη και φροντίδα της περιουσίας τους με την ως άνω παραδοχή περί εξαπάτησης του αρχικώς ενάγοντος πατέρα του ως προς αναφερόμενο από 14-02-2006 ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ακινήτου.
Τούτο δε διότι στην προσβαλλόμενη απόφαση περιλαμβάνεται ειδική παραδοχή με την οποία, χωρίς να δημιουργείται αντίφαση με τις προηγούμενες παραδοχές, επεξηγείται και αιτιολογείται η τελευταία συμπεριφορά του αναιρεσείοντος, ο οποίος "στην πραγματικότητα επιθυμούσε από ισχυρή διάθεση πλουτισμού να εκμεταλλεύεται ο ίδιος την περιουσία των γονέων του και να καρπώνεται μόνος του τα ωφελήματά της".
Επιπλέον, η αιτίαση του αναιρεσείοντος περί αντίφασης από την παραδοχή ότι ο αρχικώς ενάγων πατέρας του χρειαζόταν ειδικό διερμηνέα της νοηματικής γλώσσας για να αντιληφθεί επαρκώς το περιεχόμενο των νομικών πράξεων που κατάρτιζε, σε σχέση με την άσκηση της ένδικης αγωγής του, που ασκήθηκε, κατά τα αναφερόμενα από τον ίδιο (αναιρεσείοντα), χωρίς να έχει προσληφθεί διερμηνέας, ερείδεται επί εσφαλμένης προϋπόθεσης και ως εκ τούτου δεν τίθεται ζήτημα αντιφατικότητας των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης.
Τούτο δε διότι υπάρχει σ' αυτήν ειδική και συγκεκριμένη παραδοχή ότι ο αρχικώς ενάγων πατέρας αυτού στην περίπτωση της ένδικης αγωγής έπραξε το ίδιο, δηλαδή προσέλαβε διερμηνέα, και ειδικότερα "τόσο α) όταν ανέθεσε σε δικηγόρο Χανίων την εντολή να ασκήσει αγωγή κατά του εναγομένου με το υπ' αριθμό …/11-6-2009 πληρεξούσιο, το οποίο συνέταξε ο Συμβολαιογράφος Χανίων Α.
Ν., όσο και β) όταν - με την υπ' αριθμό …/11-6-2009 πράξη ανάκλησης πληρεξουσίου, την οποία συνέταξε ο ίδιος Συμβολαιογράφος - ανακάλεσε την εξουσία αντιπροσώπευσης, την οποία είχε χορηγήσει στον εναγόμενο γιο του να επιμελείται των περιουσιακών του δικαιωμάτων|».
Επομένως, είναι αβάσιμος ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης κατ' εκτίμηση από τον αριθ. 19 (και όχι από τον αριθ. 17) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται σχετικές αιτιάσεις. Κατά τα λοιπά ο ίδιος ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος, καθόσον οι προβαλλόμενες με αυτόν αιτιάσεις ανάγονται στην εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας, που δεν ελέγχεται από το Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).
[ΙΙΙ] Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, οι οποίοι έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης η αντένστασης, καθώς και οι λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 50/2020, ΑΠ 429/2019).
Δεν συνιστούν όμως "πράγματα" οι αιτιολογημένες αρνήσεις των ισχυρισμών του αντιδίκου του αναιρεσείοντος, ούτε οι ισχυρισμοί αυτού που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή από το νόμο, ακόμη και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης, ούτε η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 258/2019, ΑΠ 1148/2019, ΑΠ 927/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς αυτού ότι ο αρχικώς ενάγων πατέρας του ήταν μεν κωφάλαλος εκ γενετής, αλλά γνώριζε να γράφει και να διαβάζει, καθόσον είχε φοιτήσει στο δημοτικό σχολείο, υπέγραφε δε κανονικά στα έγγραφα που τον αφορούσαν, ότι το έτος 2006 που υπεγράφη το επίδικο ιδιωτικό συμφωνητικό δεν υπήρχε καμία εκκρεμής διαφορά προς διευθέτηση και η αναφερόμενη διαφορά για το τροχαίο ατύχημα ανέκυψε μεταγενέστερα και συγκεκριμένα το έτος 2007, καθώς και ότι αυτός (αναιρεσείων) είχε προσφέρει πολλά στον πατέρα τους από το 1985 έως το 2006 και γι' αυτό τελευταίος έτρεφε προς αυτόν εμπιστοσύνη και αγάπη.
Επίσης, ο αναιρεσείων αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα έγγραφα, που είχε επικαλεστεί και προσκομίσει νόμιμα και είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι αβάσιμος, δεδομένου ότι τα παραπάνω αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια του αριθ. 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς.
Είναι δε σαφές ότι τα πιο πάνω αναφερόμενα από τον αναιρεσείοντα (εναγόμενο) αποτελούν ισχυρισμούς αρνητικούς της βάσης της αγωγής, που δεν έχουν αυτοτελή ύπαρξη και ως εκ τούτου δεν συντρέχει περίπτωση μη λήψης υπόψη από το Eφετείο πραγμάτων προταθέντων, που είχαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Επίσης, ο ίδιος λόγος κατά το ως άνω δεύτερο σκέλος του είναι απαράδεκτος, αφού, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, δεν αποτελούν πράγματα η επίκληση αποδεικτικών μέσων ή του περιεχομένου τους.
[ΙV] Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ως αληθινά, χωρίς απόδειξη, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος, που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά, ή όταν δεν εκθέτει στην απόφασή του από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε τη σχετική αποδεικτική κρίση. Επίσης, ο ως άνω λόγος ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχεται ως αληθινούς ουσιώδεις ισχυρισμούς, στηριζόμενο σε αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα από το νόμο (ΑΠ 1349/2018, ΑΠ 576/2018, ΑΠ 383/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης ο αναιρεσείων αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη την πλημμέλεια ότι το Εφετείο υπέπεσε στην από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, καθόσον χωρίς απόδειξη δέχθηκε ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) ως προσωπικότητα ανέπτυξε ειδική σχέση με το χρήμα και αισθάνεται ασφαλής, μόνο όταν διαθέτει οικονομική επάρκεια και ειδικότερα η προσβαλλόμενη απόφαση επικαλείται ως αποδεικτικό στοιχείο την από 08-12-1970 επιστολή του ιδίου προς τους γονείς του, ενώ αυτή δεν μπορούσε να χρησιμεύσει ως απόδειξη για την υπογραφή της επίδικης σύμβασης μίσθωσης ακινήτων, αφ' ενός μεν γιατί αφορούσε σε πολύ προγενέστερο χρόνο με εντελώς άλλα δεδομένα και συνθήκες και αφ' ετέρου γιατί αναφερόταν στις σπουδές του στην Αθήνα και έπρεπε να πληρώνει τα δίδακτρα της Σχολής. Με το περιεχόμενο αυτό ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος, διότι, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, το Εφετείο σχημάτισε την κρίση του και κατέληξε στο άνω αποδεικτικό του πόρισμα, αφού έλαβε υπόψη όλα τα αναφερόμενα και εκτιθέμενα σ' αυτήν αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και την από 08-12-1970 επιστολή αυτού προς τους γονείς του, η οποία συνιστά νόμιμο και επιτρεπόμενο αποδεικτικό μέσο.
[V] Ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό έγγραφο από τα αναφερόμενα στα άρθρα 339 και 432 επ. ΚΠολΔ περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο. Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019, ΑΠ 981/2018, ΑΠ 174/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι ο Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από 08-12-1970 επιστολής αυτού προς τους γονείς του από την οποία δέχθηκε ότι αποδεικνύεται ότι αυτός "είχε αναπτύξει ειδική σχέση με το χρήμα και αισθανόταν ασφαλής μόνο όταν διέθετε οικονομική επάρκεια", ενώ τούτο είναι εντελώς εσφαλμένο, αφού το περιεχόμενο της επιστολής αυτής δεν έχει καμία σχέση με την εκδικαζόμενη υπόθεση, αλλά αναφερόταν στις ανάγκες του για την ολοκλήρωση των σπουδών και την επιβίωσή του και όχι σε οικονομική επάρκεια, λαμβανομένου υπόψη και του ότι αυτός βοηθούσε τους γονείς του από πολύ νεαρή ηλικία και ουδέποτε είχε εκδηλώσει ατομικό συμφέρον ή εξάρτηση από χρήματα.
Πλην όμως το Εφετείο, ανεξαρτήτως του ότι δεν έχει στηρίξει το ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή έστω κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο, αλλά και σε άλλα αποδεικτικά μέσα που αναφέρονται στην απόφασή του, με τις πιο πάνω παραδοχές δεν δέχθηκε ως περιεχόμενο αυτού (εγγράφου) κάτι διαφορετικό από το πραγματικό και δεν υπέπεσε σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωσή του.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο ως άνω τέταρτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ. 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο επιχειρείται στην πραγματικότητα, με πρόσχημα την εν λόγω πλημμέλεια, να αμφισβητηθεί ανεπίτρεπτα η αναιρετικά ανέλεγκτη ορθότητα του αποδεικτικού πορίσματος που συνήγαγε με βάση και το παραπάνω έγγραφο, δηλαδή πρόκειται στην ουσία για παράπονο αναγόμενο στην εκτίμηση από το Εφετείο πραγματικών περιστατικών, που εκφεύγει όμως από τον αναιρετικό έλεγχο.
[VI] Kατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα είτε για άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο.
Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί δε γι' αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου.
Πάντως η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων, που με επίκληση προσκομίστηκαν, δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου (Ολ ΑΠ 8/2016, Ολ ΑΠ 23/2008, ΑΠ 249/2019, ΑΠ 306/2018).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης αποδίδει στο Εφετείο την πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ισχυριζόμενος ότι το Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την αναφερθείσα κρίση του, δεν έλαβε υπόψη του τα πιο κάτω έγγραφα, ήτοι: 1) το από 11-11-1993 πρακτικό συμβιβασμού ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, 2) το υπ' αριθ.
…/19-4-1999 πληρεξούσιο ενώπιον του Συμβ/φου Χανίων Α. Ν., 3) την από 19-05-2000 κτηνοτροφική δήλωση, 4) το από 19-11-1956 ιδιωτικό συμφωνητικό, 5) το από 12-11-1957 ιδιωτικό συμφωνητικό, 6) το από 1982 πρακτικό συμβιβασμού, 7) το υπ' αριθ. …/12-6-2006 και το από 02-07-2008 πιστοποιητικά κατοχής ζώων του Δήμου ..., 8) την από 13-05-1998 αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 389/21-1-1998 απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων, 9) την από 14-05-1998 έγκληση στο Α.Τ. ..., 10) την από 24-07-1998 έκθεση βεβαίωσης προφορικής μήνυσης στο ίδιο ως άνω Α.Τ., 11) την από 03-06-1998 έκθεση ένορκης εξέτασης μάρτυρα, 12) την από 21-05-1986 και με αριθ. 198/1986 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Χανίων, 13) την υπ' αριθ.
…/20-9-2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χανίων Ι. Κασελάκη, των μαρτύρων Α. Α. και Θ. Ν., 14) τα υπ' αριθ. 249/2010 πρακτικά του Ειρηνοδικείου Χανίων με την κατάθεση της μάρτυρα Α. Μ. και 15) την υπ' αριθ. 2103/2015 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Χανίων με την κατάθεση του μάρτυρα Ι. Ν.. Από την παραδεκτή όμως επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και ειδικότερα τις παραδοχές αυτής ότι έλαβε υπόψη, εκτός των άλλων, και όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, καθώς και την υπ' αριθ. .../20-9-2010 ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδίκη Χανίων Ι.
Κασελάκη, των μαρτύρων Α. Α. και Θ. Ν., σε συνδυασμό και με το πλήρες και χωρίς αντιφάσεις και κενά περιεχόμενο αυτής (απόφασης), δεν καταλείπεται καμμία αμφιβολία, αλλά καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο έλαβε υπόψη του τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, που συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις, προκειμένου να καταλήξει στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα.
Επομένως, είναι αβάσιμος ο πιο πάνω από τον αριθμό 11 περ.γ'του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας του αναιρεσείοντος (άρθρ. 495 παρ. 3 εδ. ε' του ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 08-05-2017 αίτηση του Ε. Σ. για αναίρεση της υπ' αριθ. 19/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Κρήτης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων. Και
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Νοεμβρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 27 Ιανουαρίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ