Appeal partially allowed; Supreme Court remands case regarding compensation unit value determination.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court accepted the appeal against the Third-Instance Court of Nafplion regarding the determination of the compensation unit value for expropriated properties. The appellant argued that the 2009 economic crisis should have been considered when setting the final value, but the court found this argument inadmissible as it was not raised before the single-member district court. Consequently, the appeal was allowed in part, the decision was remanded for further examination by a new panel of judges, and the respondent was ordered to pay the appellant's legal costs.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 569, 577, 580, 583 of the Code of Civil Procedure; The court must examine new arguments raised on appeal; if they were not presented to the court of first instance, they are inadmissible unless a legal exception applies.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 94 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 94/2020
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Αντώνιο Τσαλαπόρτα, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Νοεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Β. Λ. Δ., κατοίκου ... (για τις υπ' αρ. 219 και 229 ΚΠ ιδιοκτησίες), ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Σοφό.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "... Α.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Χριστοδούλου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-7-2008 αίτηση καθορισμού οριστικής τιμής μονάδος αποζημίωσης απαλλοτρίωσης της ήδη αναιρεσίβλητης (μετά την έκδοση της 17/2008 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου που καθόρισε προσωρινή τιμή μονάδας αποζημίωσης), που κατατέθηκε στο Εφετείο Ναυπλίου και συνεκδικάστηκε με την από 22-7-2008 αίτηση του ήδη αναιρεσείοντος και άλλων προσώπων, μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, με τις αιτήσεις άλλων προσώπων, επίσης μη διαδίκων στην παρούσα δίκη, καθώς και με τις ανταιτήσεις και κύριες παρεμβάσεις των εκεί διαδίκων.
Εκδόθηκε η 192/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, την αναίρεση της οποίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 8-11-2012 αίτησή του και τους από 12-9-2018 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χοϊμές διάβασε την από 5-10-2018 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός, κατά ένα μέρος, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, ως προς τα επικείμενα που αναφέρονται στο σκεπτικό (της εισήγησης) και να απορριφθούν, κατά τα λοιπά, ο ίδιος λόγος και οι πρόσθετοι λόγοι της αναίρεσης αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Εισάγονται προς συζήτηση η από 8-11-2012 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 35/12-11-2012 αίτηση αναίρεσης και οι από 12- 9-2018 πρόσθετοι λόγοι αυτής (αριθμ. κατάθεσης 89/17-9-2018) που ασκήθηκαν παραδεκτά κατά τις διατυπώσεις του άρθρου 569 ΚΠολΔ. Τα δικόγραφα αυτά πρέπει, λόγω της προφανούς συνάφειάς τους, να συνεκδικαστούν (άρθρ. 246, 573 παρ.1 και 569 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 ίδιου Κώδικα).
Σημειώνεται ότι η αίτηση αναίρεσης, παρά τους αντίθετους ισχυρισμούς της αναιρεσίβλητης, είναι παραδεκτή, διότι: 1) ασκήθηκε εμπρόθεσμα, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ.1 του ν. 2882/2001, μέσα στην ετήσια προθεσμία του ενός έτους από τη δημοσίευση, στις 9-11-2011, της προσβαλλόμενης 192/2011 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου (η οποία δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε) για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης, αφού η προθεσμία αυτή που άρχισε την επόμενη της δημοσίευσης ημέρα (στις 10-11-2011) έληγε στις 12-11-2012, ημέρα Δευτέρα, οπότε και ασκήθηκε η αναίρεση (άρθρ. 495 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), λόγω της παρεμβολής των εξαιρετέων και μη εργάσιμων ημερών Σαββάτου και Κυριακής (άρθρ. 144 παρ.1 και 3, 145 παρ.1 του ίδιου Κώδικα, 1 παρ.12 εδάφ.
α' ν. 1157/1981) και 2) η 422/2015 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία αναιρέθηκε, κατά ένα μέρος, η παραπάνω 192/2011 εφετειακή απόφαση, δεν αφορά στα ακίνητα του αναιρεσείοντος, ούτε και στα ίδια κεφάλαια που προσβάλλονται με την ένδικη αίτηση αναίρεσης και τον πρόσθετο λόγο αυτής (βλ. ιδίως την 117η σελίδα της εν λόγω απόφασης).
ΙΙ. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 17 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση), εκ νέου, με το ν.δ. 53/1974 και έχει αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), συνάγεται ότι για τον προσδιορισμό της "πλήρους αποζημίωσης", δηλαδή εκείνης που, κατ' αρχήν, παρέχει στον ιδιοκτήτη τη δυνατότητα αντικατάστασης του απαλλοτριούμενου με άλλο ισάξιο, λαμβάνεται υπόψη η αξία του απαλλοτριωμένου ακινήτου κατά το χρόνο συζήτησης ενώπιον του δικαστηρίου της αίτησης καθορισμού (προσωρινού ή οριστικού, σε περίπτωση παράλειψης του προσωρινού ή παρέλευσης έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό) της αποζημίωσης αυτής, καθώς και η δαπάνη - ζημία του ιδιοκτήτη του απαλλοτριούμενου ακινήτου, η οποία είναι συνέπεια της απαλλοτρίωσης (ΑΠ Ολομ., 8/2006, 7/2006, 8/1999, ΑΠ 78/2018, ΑΠ 328/2016, ΑΠ 212/2016, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 156/2012).
Δεν αποκαθίσταται, όμως, κάθε ζημία του ιδιοκτήτη που αποτελεί (άμεση) συνέπεια της απαλλοτρίωσης (και του εκτελούμενου έργου της), έστω και αν δεν συνδέεται άμεσα με την αξία του απαλλοτριωμένου (ΑΠ Ολομ. 8/2006, 7/2006), άρα, ούτε εκείνη που αφορά άλλο ακίνητο του ιδιοκτήτη του απαλλοτριωμένου, το οποίο (άλλο ακίνητο) βρίσκεται εκτός της απαλλοτρίωσης.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 4 ν. 2882/2001, η αναγκαστική απαλλοτρίωση της κυριότητας του ακινήτου επιφέρει αυτοδικαίως και την απαλλοτρίωση κάθε κτίσματος, κατασκευής και δέντρου που υπάρχει πάνω σε αυτό και κάθε άλλου συστατικού του πράγματος, κατά τα άρθρα 953 και επόμενα του Αστικού Κώδικα, ανεξάρτητα από τη μνεία τους στην απόφαση κήρυξης της αναγκαστικής απαλλοτρίωσης ή στο κτηματολογικό διάγραμμα ή στον κτηματολογικό πίνακα (ΑΠ Ολομ. 5/2002, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 388/2018).
Ειδικότερα, η αποζημίωση, για να είναι πλήρης, κατά τη διάταξη 17 παρ.2 του Συντάγματος, πρέπει να περιλαμβάνει και την αξία όχι μόνο του εδάφους, αλλά και των συστατικών του, τα οποία συναπαλλοτριώνονται αυτοδικαίως. Κατά μεν το άρθρο 953 ΑΚ, συστατικό μέρος πράγματος, που δεν μπορεί να αποχωριστεί από το κύριο πράγμα χωρίς βλάβη αυτού του ίδιου ή του κύριου πράγματος ή χωρίς αλλοίωση της ουσίας ή του προορισμού τους, δεν μπορεί να είναι χωριστά αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπράγματου δικαιώματος, κατά δε το άρθρο 954 του αυτού Κώδικα, συστατικά του ακινήτου με την έννοια του προηγούμενου άρθρου είναι και τα πράγματα που έχουν συνδεθεί σταθερά με το έδαφος, ιδίως οικοδομήματα.
Το τελευταίο εδάφιο της ίδιας διάταξης προβλέπει ότι συστατικά του οικοδομήματος είναι όλα τα κινητά που χρησιμοποιήθηκαν για την ανέγερσή του ή συναρμόστηκαν σ' αυτό για σκοπό μόνιμο και όχι παροδικό (ΑΠ 78/2018, ΑΠ 157/2017, ΑΠ 653/2014, ΑΠ 326/2014). Ως συστατικά, κατά την έννοια του άρθρου 4 ν.2882/2001, είναι δυνατό να θεωρηθούν και οι μηχανολογικές εγκαταστάσεις κτηρίου, καθώς και οι υδραυλικές και ηλεκτρολογικές εγκαταστάσεις αυτού, εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 953 ΑΚ, δηλαδή να είναι σταθερά συνδεδεμένες με το κτήριο και να μην μπορούν να αποχωριστούν από αυτό χωρίς αλλοίωση του προορισμού και της λειτουργικότητάς τους (ΑΠ 326/2014, ΑΠ 868/2012).
Εξάλλου, κατά το άρθρο 956 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα, παράρτημα είναι το κινητό πράγμα που, χωρίς να είναι συστατικό του κύριου πράγματος, έχει προοριστεί να εξυπηρετεί διαρκώς τον οικονομικό του σκοπό και έχει τεθεί ήδη σε τοπική σχέση προς το κύριο πράγμα, αντίστοιχη προς αυτόν το σκοπό. Για τα συστατικά αυτά μέρη (που είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το έδαφος και δεν μπορούν να αποχωριστούν χωρίς πλήρη καταστροφή τους ή, έστω, ουσιώδη χειροτέρευση - βλάβη τους), καθώς και για τα παραρτήματα, σε περίπτωση που ο αποχωρισμός τους από το ακίνητο αναιρεί την οικονομική ενότητα αυτού ή την αξία του ίδιου του παραρτήματος, πρέπει να καθορίζεται ιδιαίτερη τιμή μονάδας αποζημίωσης, ώστε η αποζημίωση να είναι "πλήρης" και δεν αρκεί η λήψη αυτών υπόψη και η αξιολόγησή τους κατά τον προσδιορισμό της αξίας των κτισμάτων του απαλλοτριωμένου ακινήτου (ΑΠ 326/2014, ΑΠ 868/2012).
Η ιδιότητα του συστατικού μέρους πράγματος αποτελεί αόριστη νομική έννοια, ο αναιρετικός έλεγχος της οποίας, μέσω του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, εκτείνεται στην εξακρίβωση αν επήλθε ψευδής ερμηνεία αυτής, δηλαδή με ορθή εξειδίκευσή της, ακόμη και αν βασίζεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά γνωρίσματα της ατομικής περίπτωσης, και αν έγινε εσφαλμένη υπαγωγή (ΑΠ 157/2017, ΑΠ 781/2006).
Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 9 εδάφ.γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση των διαδίκων, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμότητα δίκης.
Τέτοια αίτηση είναι ιδίως η της αγωγής, της ανταγωγής, της κύριας παρέμβασης, της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, της ανακοπής, της τριτανακοπής και κάθε ένδικου μέσου (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 1004/2015), όπως και η αίτηση για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης σχετικά με την αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων και των επικειμένων τους ή της ιδιαίτερης, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν.2882/2001, αποζημίωσης (ΑΠ 209/2019, ΑΠ 365/2018, ΑΠ 2062/2017).
Κατά την αληθινή έννοια της διάταξης αυτής, για τη θεμελίωση του προβλεπόμενου απ' αυτήν λόγου αναίρεσης, απαιτείται η παντελής σιωπή του δικαστηρίου της ουσίας σε αυτοτελή αίτηση των διαδίκων να υπάρχει όχι μόνο στο αιτιολογικό αλλά και στο διατακτικό, ενώ ο παρών λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή που, συνεπώς, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης ή σε νομικά επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 360/2010, ΑΠ 850/2009).
Αν από το διατακτικό προκύπτει ότι η αίτηση δικαστικής προστασίας απορρίφθηκε στο σύνολό της, μολονότι δεν υπάρχει ειδική αιτιολογία ως προς όλα τα αιτήματα (σιωπηρή απόρριψη), δεν ιδρύεται ο προκείμενος λόγος (ΑΠ 365/2018, ΑΠ 209/2017, ΑΠ 850/2009). Στην ερευνώμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, ο οποίος φέρεται ως (συν)ιδιοκτήτης των απαλλοτριωμένων ακινήτων με αριθμούς κτηματολογικού πίνακα (εφεξής ΑΚΠ) 219 και 229, που βρίσκονται στην κτηματική περιφέρεια Δ.Δ. ...
του Δήμου ... του νομού ..., αποδίδει, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, στην αναιρεσιβαλλόμενη 192/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου αιτιάσεις, από τον αριθμό 9 εδάφ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο άφησε αδίκαστα τα αιτήματά του για καθορισμό οριστικής αποζημίωσης: 1) α) για το υπόγειο αρδευτικό δίκτυο (αγωγό), με σκληρούς πλαστικούς σωλήνες (τύπου F 125 και F 90), συνολικού μήκους 3.710 μέτρων, το οποίο ξεκινά από το πηγάδι (με γεώτρηση και αντλητικό συγκρότημα) που υπάρχει στην απαλλοτριωμένη ΑΚΠ 219 ιδιοκτησία του και, διαμέσου αυτού, αρδεύονται και εννιά (9) ιδιόκτητα αγροτεμάχιά του, συνολικής έκτασης 10.126,50 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκονται, εκτός απαλλοτρίωσης, στην κτηματική περιφέρεια του γειτονικού Δημοτικού Διαμερίσματος ...
και β) για την υπόγεια τεχνική βροχή που έχει εγκαταστήσει στα εν λόγω εννιά αρδευόμενα αγροτεμάχια, δεδομένου ότι τα προαναφερόμενα (αρδευτικό δίκτυο και υπόγεια τεχνική βροχή) αχρηστεύονται μετά την επίδικη αναγκαστική απαλλοτρίωση, αφού δεν είναι δυνατή πλέον η διοχέτευση αρδευτικού νερού στα αγροτεμάχια αυτά, 2) για τα φυτώρια ελιάς και εσπεριδοειδών που υπάρχουν σε ένα από τα παραπάνω αγροτεμάχιά του, τα οποία (φυτώρια) και θα καταστραφούν ολοκληρωτικά, καθόσον δεν θα αρδεύονται πια από το πιο πάνω αχρηστευόμενο αρδευτικό δίκτυο και 3) για τα αναφερόμενα στις 12η και 13η σελίδες του αναιρετηρίου επικείμενα των απαλλοτριωμένων ΑΚΠ 219 και 229 ακινήτων του.
Από τα αιτήματα αυτά που προπαρατέθηκαν και που είχαν πράγματι υποβληθεί από τον αναιρεσείοντα με την ένδικη, από 22-7-2008 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης 510/25-7-2008, αίτηση (σελίδες 82η έως και 96η, καθώς και 10η), το Εφετείο, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασής του, καθόρισε οριστική αποζημίωση για το υπόγειο αρδευτικό δίκτυο (παραπάνω αίτημα με στοιχείο 1α - βλ. 304η και 391η σελίδες της απόφασης) και, άρα, ο παρών λόγος, κατά το μέρος τούτο, είναι αβάσιμος, αλλά παρέλειψε να αποφανθεί για τα υπόλοιπα, με στοιχεία 1β και 2, αιτήματα.
Αυτά, όμως, δεν είναι νόμιμα, διότι δεν αφορούν στις συγκεκριμένες ΑΚΠ 219 και 229 απαλλοτριωμένες ιδιοκτησίες αλλά σε άλλα ακίνητα του αναιρεσείοντος, τα οποία βρίσκονται εκτός απαλλοτρίωσης και, ως εκ τούτου, σύμφωνα και με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, η επικαλούμενη γι' αυτά ζημία του δεν αποκαθίσταται.
Κατόπιν τούτου, αφού το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει σε μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που, συνακόλουθα, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται, κατά το σκέλος του αυτό, ο παρών λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 9γ, ούτε από τον αριθμό 1α, του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Όσον αφορά το πιο πάνω, υπό αριθμητικό στοιχείο 3, αίτημα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασής του, καθόρισε οριστική αποζημίωση για τα πηγάδια, τις γεωτρήσεις, τις σωληνώσεις, τους σωλήνες άρδευσης και τις βάνες, αναφορικά και με τις δύο απαλλοτριωμένες ΑΚΠ 219 και 229 ιδιοκτησίες, καθώς και για τη λαμαρινοκατασκευή της δεύτερης ΑΚΠ 229 ιδιοκτησίας (βλ.
ιδίως σελίδες 303η - 304η και 388η έως και 391η αυτής), παρέλειψε, όμως, να αποφανθεί στο σχετικό αίτημα του αναιρεσείοντος για καθορισμό αποζημίωσης και για τα ακόλουθα επικείμενα που συναπαλλοτριώθηκαν και που, κατ' εκτίμηση των ισχυρισμών του αναιρεσείοντος, είναι αναπόσπαστα συνδεδεμένα με το έδαφος και δεν μπορούν να αποχωριστούν χωρίς πλήρη καταστροφή τους ή, έστω, ουσιώδη βλάβη τους:
Α) Για την ΑΚΠ 219 ιδιοκτησία: 1) βαλβίδα αντεπιστροφής DΝ 125, 2) σιδηροδοκοί, 3) αντηρίδες σωληνωτές, 4) δύο ηλεκτρικοί πίνακες, 5) μεταλλικό "πιλάρ", 6) πεζούλια κτιστά από τσιμεντόλιθους, 7) σιδερένια σκάλα καθόδου, μήκους 8 μέτρων, 8) κεκλιμένος τοίχος, 9) κολόνες στήριξης πόρτας και 10) κολόνες - θεμέλια και Β) Για την ΑΚΠ 229 ιδιοκτησία:
αντλία βενζινοκινητήρα 14 HP. Επομένως, ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος του αυτό, από το άρθρο 559 αριθμ.9γ ΚΠολΔ (όχι, όμως, και από τον αριθμό 1 που αναγράφεται στο αναιρετήριο), είναι, κατά ένα μέρος, βάσιμος.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 13 παρ.4 του ν.2882/2001, όπως η παράγραφος αυτή ίσχυε και εφαρμόζεται στην προκείμενη περίπτωση [πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 128 παρ.2 ν.4070/2012 (ΦΕΚ 82/Α/10-4-2012) που εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς, κατά την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, απαλλοτριώσεις (άρθρ. 146 παρ.9 του ίδιου νόμου)], "Εάν απαλλοτριωθεί τμήμα ακινήτου με αποτέλεσμα η αξία του τμήματος που απομένει στον ιδιοκτήτη να μειωθεί ή το τμήμα αυτό να γίνει άχρηστο για τη χρήση που προορίζεται, με την απόφαση προσδιορισμού της αποζημίωσης για το απαλλοτριούμενο τμήμα προσδιορίζεται και ιδιαίτερη αποζημίωση για το τμήμα που απομένει στον ιδιοκτήτη, η οποία καταβάλλεται μαζί με την αποζημίωση για το απαλλοτριούμενο".
Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με τις διατάξεις του άρθρου 17 παρ. 2 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, συνάγεται ότι για να είναι πλήρης η αποζημίωση, η οποία οφείλεται ως αντάλλαγμα για τη στέρηση της ιδιοκτησίας, πρέπει να περιλαμβάνει όχι μόνο την αξία του απαλλοτριωμένου τμήματος του ακινήτου, αλλά και τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση, γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του.
Στην περίπτωση αυτή, κατά την οποία το τμήμα που απομένει υφίσταται μείωση της αξίας του ή καθίσταται άχρηστο, ο ιδιοκτήτης του δικαιούται να ζητήσει τον καθορισμό και την παροχή ιδιαίτερης αποζημίωσης, είτε κατά τη δίκη του προσωρινού καθορισμού, είτε κατ' αυτήν του οριστικού προσδιορισμού της αποζημίωσης, για το τμήμα που απαλλοτριώθηκε.
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.1 εδάφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών...". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ. Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων: α) έστω και συνοπτικά (ΑΠ Ολομ. Διοικ. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, κατά συνέπεια, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.
Στην υπό κρίση περίπτωση, το Εφετείο, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, ως προς τις ΑΚΠ 219 και 229 ιδιοκτησίες του αναιρεσείοντος, κατά το μέρος που οι ερευνώμενοι πρώτος και δεύτερος πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης αναφέρονται σε αυτές, τα εξής: [Η ιδιοκτησία με αριθμό 219 ευρίσκεται εντός της κτηματικής περιφέρειας Δ.Δ. ...
Δήμου ..., είναι αγροτεμάχιο, αποτελεί δε τμήμα ευρύτερου ακινήτου, συνολικής εκτάσεως 275 τετρ. μέτρων. Εκ ταύτης, αφαιρουμένου του απαλλοτριούμενου τμήματος εξ 90 τετρ. μέτρων, απομένει υπόλοιπο εκτάσεως 185 τετρ. μέτρα. Στο απαλλοτριωμένο τμήμα της ως άνω ιδιοκτησίας υφίσταται πηγάδι, επενδυμένο, μέσα στο οποίο (πηγάδι) έχει διανοιχθεί γεώτρηση και είναι εγκατεστημένο αντλητικό συγκρότημα σε πλήρη λειτουργία και με πλήρη επάρκεια νερού.
Στην ιδιοκτησία 229, απαλλοτριώνεται ωσαύτως ιδιόκτητη γεώτρηση με αντλητικό συγκρότημα σε πλήρη λειτουργία και με πλήρη επάρκεια νερού. Το ως άνω πηγάδι με την εντός αυτού γεώτρηση, καθώς και η πλησίον αυτού δεύτερη γεώτρηση, έχουν διανοιχθεί στα συγκεκριμένα σημεία εντός των άνω ιδιοκτησιών και πλησίον των υδροφόρων στρωμάτων εκείθεν διερχομένου χειμάρρου "..." για να αρδεύουν αποκλειστικά και μόνο και επί μονίμου βάσεως αγροτικές καλλιέργειες, μέσα σε ιδιόκτητα αγροτεμάχια, τα οποία όλα ευρίσκονται μέσα στην περιφέρεια του γειτονικού Δημ.
Διαμερίσματος .... Ειδικότερα από τα ως άνω απαλλοτριούμενα πηγάδι και γεώτρηση της 219 κτημ. πίνακα ιδιοκτησίας και από την γεώτρηση της 229 κτημ. πίνακα ιδιοκτησίας ο αιτών Β. Δ. αρδεύει εννέα (9) αγροτεμάχια, συνολικής εκτάσεως 10,126,50 τετρ. μέτρων και ο αιτών Γ. Δ. αρδεύει έξι (6) αγροτεμάχια, συνολικής εκτάσεως 8397,00 τετρ.
μέτρων, τα οποία είναι καλλιεργημένα με ελιές, εσπεριδοειδή κλπ. Μετά την απαλλοτρίωση του πηγαδιού και της γεώτρησης, είναι δύσκολη η καλλιέργεια των άνω αγροτεμαχίων, τα οποία εξαρτώνται αρδευτικά από αυτά (γεώτρηση και πηγάδι). Επιπλέον είναι αδύνατη η εξεύρεση νέου υδροφόρου, σύμφωνα με την από Αυγούστου 2007 υδρογεωλογική και γεωφυσική Έκθεση του μηχανικού ορυκτών πόρων Σ.
Γ. Σ..
Συνεπώς, η μείωση της αξίας του εναπομένοντος της 219 κτημ πίνακα ιδιοκτησίας, συνεπεία της απώλειας της αρδευτικής του αυτονομίας, ανέρχεται στο 50% της αξίας τον (βλ και από 25-9-07 έκθεση της εκτιμητικής επιτροπής, με την οποία γίνεται δεκτό το παραπάνω αίτημα). Όσον αφορά την αξία των γεωτρήσεων καθώς και των υπόγειων αρδευτικών συστημάτων (επικείμενα), αυτή καθορίζεται στο οικείο τμήμα της παρούσας...].
Με βάση τις παραδοχές αυτές καθόρισε, τελικά, ιδιαίτερη αποζημίωση για τη μείωση της αξίας του εδαφικού τμήματος της ΑΚΠ 219 ιδιοκτησίας που απέμεινε μετά την απαλλοτρίωση, εξαιτίας της απώλειας της αρδευτικής του αυτονομίας, σε ποσοστό 50% της αξίας του. Ήδη, με τους πρώτο και δεύτερο πρόσθετους λόγους αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην πληττόμενη εφετειακή απόφαση πλημμέλειες, από τους αριθμούς 9 εδάφ.
γ' (και 1) και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο: 1) άφησε αδίκαστο το αίτημά του για καθορισμό ιδιαίτερης αποζημίωσης και για τα προαναφερόμενα εννιά (9) αγροτεμάχιά του, συνολικής έκτασης 10.126,50 τετραγωνικών μέτρων, που βρίσκονται, εκτός απαλλοτρίωσης, στην κτηματική περιφέρεια του γειτονικού Δημοτικού Διαμερίσματος ...
και υφίστανται μείωση της αξίας τους (κατά ποσοστό 70%), δεδομένου ότι, μετά την αχρήστευση, εξαιτίας της επίδικης αναγκαστικής απαλλοτρίωσης, του αρδευτικού δικτύου των ΑΚΠ 219 και 229 ιδιοκτησιών του, διαμέσου του οποίου αρδεύονταν και τα αγροτεμάχια αυτά, καλλιεργημένα με ελιές και εσπεριδοειδή κ.λπ., στα οποία δεν είναι δυνατή πλέον η διοχέτευση αρδευτικού νερού, τα εν λόγω αγροτεμάχια χάνουν την αυτονομία άρδευσής τους και υπάρχει κίνδυνος να ξεραθούν και αχρηστευθούν και 2) σε κάθε περίπτωση, δεν προκύπτει με σαφήνεια από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και προκύπτουν αμφιβολίες για το αν η ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ. 4 ν.2882/2001, αποζημίωση, κατά ποσοστό 50%, που καθορίστηκε με αυτήν, περιορίζεται μόνο στο εναπομένον εδαφικό τμήμα της ΑΚΠ 219 ιδιοκτησίας ή αφορά και τα εννιά αγροτεμάχια, αφού, κατά τον αναιρεσείοντα, οι αιτιολογίες της απόφασης αναφέρονται στις αρνητικές συνέπειες της στέρησης της αρδευτικής αυτονομίας και για τα εννιά αγροτεμάχιά του και, έτσι, η απόφαση αυτή περιέχει, τελικά, αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι και συγκεκριμένα: 1) Ο μεν πρώτος, διότι η ιδιαίτερη, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν.2882/2001, αποζημίωση καλύπτει μόνο τη ζημία, την οποία υφίσταται ο ιδιοκτήτης, επειδή το τμήμα του (συγκεκριμένου) απαλλοτριωμένου ακινήτου του που του απομένει, μετά την απαλλοτρίωση (ή και από την εκτέλεση του έργου, για το οποίο κηρύχθηκε η απαλλοτρίωση), γίνεται άχρηστο ή μειώνεται η αξία του, όχι, όμως, και τη ζημία που αναφέρεται σε άλλο ακίνητο του ίδιου ιδιοκτήτη που βρίσκεται εκτός απαλλοτρίωσης, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση.
Αλλά και με την εκδοχή ότι το αίτημα αυτό του αναιρεσείοντος (που υπέβαλε, πράγματι, με την πιο πάνω, από 22-7-2008, αίτησή του στο Εφετείο Ναυπλίου) αφορά, γενικά, θετική ζημία αυτού (και όχι ιδιαίτερη αποζημίωση, κατ' άρθρ. 13 παρ.4 ν.2882/2001), η εν λόγω ζημία δεν αποκαθίσταται, όπως εκτέθηκε και προηγουμένως στη σκέψη
ΙΙ της παρούσας. Ως εκ τούτου, αφού το Εφετείο παρέλειψε να απαντήσει σε μη νόμιμο ισχυρισμό του αναιρεσείοντος που, συνακόλουθα, δεν ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης, δεν ιδρύεται ο παρών λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 9γ (ούτε από τον αριθμό 1α) του άρθρου 559 ΚΠολΔ και 2) ο δε δεύτερος, καθόσον με τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο δεν παραβίασε, εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, ως προς το παραπάνω ζήτημα που έχει ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες στηρίζουν το αποδεικτικό του πόρισμα, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των διατάξεων αυτών και, ειδικότερα, προκύπτει με σαφήνεια και χωρίς να υπάρχουν αμφιβολίες ότι η ιδιαίτερη αυτή αποζημίωση που καθορίστηκε οριστικά αναφέρεται μόνο στο εναπομένον εδαφικό τμήμα της ΑΚΠ 219 ιδιοκτησίας.
IV. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρ. 562 παρ.2 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (ήτοι η παραβίαση να προκύπτει μόνο από την ανάγνωση της απόφασης, χωρίς να απαιτείται και επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων) και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει την ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, της οποίας η συνδρομή πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και μάλιστα είχε προταθεί νόμιμα. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει σημασία, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νόμιμα από τον διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ.2 ΚΠολΔ.
Και στις περιπτώσεις, όμως, αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση, πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την πληττόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ Ολομ. 15/2000, ΑΠ 403/2019, ΑΠ 209/2019, ΑΠ 1059/2017, ΑΠ 841/2017, ΑΠ 386/2017).
Κατά συνέπεια, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ενώ πρέπει να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος. Το απαράδεκτο αυτό αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Στην παρούσα περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο της αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την εξής αιτίαση που, όπως υποστηρίζει, παραδεκτά προβάλλει, πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου, με την επίκληση ότι ο θεμελιωτικός του λόγου τούτου ισχυρισμός, σχετικά με τον κρίσιμο χρόνο καθορισμού της αποζημίωσης, αφορά τη δημόσια τάξη:
Το Εφετείο, με την απόφασή του, έλαβε υπόψη, κατά τον προσδιορισμό της αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων του, όπως προκύπτει από την απόφασή του αυτή, την αξία που τα εν λόγω ακίνητα είχαν κατά το χρόνο συζήτησης των αιτήσεων για τον καθορισμό της οριστικής τιμής μονάδας αποζημίωσης που έγινε ενώπιόν του (18-5-2011), επειδή, κατά τη σχετική παραδοχή, είχε παρέλθει χρονικό διάστημα ενός και πλέον έτους από τη συζήτηση της αίτησης για τον προσωρινό προσδιορισμό της αποζημίωσης στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου (26 Σεπτεμβρίου 2007) και, τελικά, καθόρισε χαμηλότερες τιμές μονάδας αποζημίωσης των απαλλοτριωμένων ακινήτων σε σχέση με εκείνες που είχαν καθοριστεί προσωρινά με τη 17/2008 απόφαση του πιο πάνω Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές και νομισματικές συνθήκες που επικρατούσαν τότε (κατά το χρόνο της συζήτησης ενώπιον του Εφετείου), ενώ ήταν γνωστές οι μειωτικές επιπτώσεις στις αξίες όλων των ακινήτων εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στην Ελλάδα από το τέλος του έτους 2009 και εφεξής, γι' αυτό και έπρεπε να λάβει υπόψη, ως κρίσιμο χρόνο για τον καθορισμό και της οριστικής αποζημίωσης, εκείνον του προσωρινού προσδιορισμού.
Με την κρίση του, όμως, αυτή, συνεχίζει ο αναιρεσείων, το Εφετείο, παραβίασε, ευθέως, τη διάταξη του άρθρου 17 του Συντάγματος και ειδικότερα τη διάταξη του τρίτου εδαφίου της παραγράφου 2 του άρθρου αυτού, που προστέθηκε με το από 6-4-2001 Ψήφισμα της Ζ' Αναθεωρητικής Βουλής των Ελλήνων, κατά το οποίο "αν η συζήτηση για τον οριστικό προσδιορισμό της αποζημίωσης διεξαχθεί μετά την παρέλευση έτους από τη συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό, τότε για τον προσδιορισμό της αποζημίωσης λαμβάνεται υπόψη η αξία κατά το χρόνο της συζήτησης για τον οριστικό προσδιορισμό...", καθώς και, κατ' εκτίμηση όσων αναγράφονται στο δικόγραφο, τις διατάξεις των άρθρων 13 παρ. 1 εδάφ.
β' του ν. 2882/2001 και 1 παρ.1 του Πρώτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974, άρθρ. 28 παρ.1 του Συντάγματος). Και τούτο, διότι η προεκτιθέμενη νέα νομοθετική ρύθμιση, με την οποία θεσπίστηκε, κατά την άποψή του, "εγγύηση" μόνο υπέρ των ιδιοκτητών των απαλλοτριωμένων ακινήτων, όχι όμως και υπέρ του φορέα της απαλλοτρίωσης - υπόχρεου προς αποζημίωση, προβλέφθηκε και εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που έχει επέλθει αύξηση - ανατίμηση, και όχι υποτίμηση (όπως συμβαίνει στην επίδικη περίπτωση), της αξίας των απαλλοτριωμένων από το χρόνο συζήτησης του προσωρινού προσδιορισμού της αποζημίωσης μέχρι εκείνον του οριστικού προσδιορισμού.
Ο λόγος αυτός είναι, κυρίως, απαράδεκτος, δεδομένου ότι τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τον θεμελιωτικό του λόγου τούτου ισχυρισμό δεν είχαν προταθεί στο δικαστήριο της ουσίας, ότι δηλαδή η αξία των απαλλοτριωμένων ακινήτων του αναιρεσείοντος, εξαιτίας της σοβαρής οικονομικής κρίσης που ενέσκηψε στην Ελλάδα από τα τέλη του έτους 2009, είχε υποτιμηθεί και, συνακόλουθα, έπρεπε να ληφθεί υπόψη, ως κρίσιμος χρόνος, εκείνος της συζήτησης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου (της 26ης-9-2007), όταν δεν είχαν εκδηλωθεί ακόμη οι μειωτικές επιπτώσεις στις αξίες των ακινήτων εξαιτίας της οικονομικής αυτής κρίσης.
Αντίθετα, ο ίδιος ο αναιρεσείων ανέφερε στις από 17-5-2011 εφετειακές προτάσεις του (σελίδα 7η αυτών) ότι, ως κρίσιμος χρόνος για τον καθορισμό της οριστικής αποζημίωσης, πρέπει να ληφθεί η 18η-5-2011 που συζητήθηκε η υπόθεση στο Εφετείο, με την επίκληση ότι από τότε που έγινε η συζήτηση για τον προσωρινό προσδιορισμό (στις 26-9-2007) μέχρι τη συζήτηση για τον οριστικό καθορισμό (18-5-2011) παρήλθε χρονικό διάστημα πλέον του έτους.
Συνεπώς, εφόσον ο ισχυρισμός αυτός προτείνεται, πρώτη φορά, ενώπιον του Αρείου Πάγου και δεν συντρέχει νόμιμη περίπτωση παραδεκτού, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, ο τρίτος πρόσθετος λόγος της αναίρεσης, ανεξάρτητα από τη νομιμότητά του ή όχι, είναι απαράδεκτος.
V. Μετά από αυτά, αφού η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή ως βάσιμου, κατά ένα μέρος, του μοναδικού λόγου της, από το άρθρο 559 αριθμ. 9 εδάφ.γ' ΚΠολΔ, ενώ πρέπει να απορριφθούν οι πρόσθετοι λόγοι της, πρέπει να αναιρεθεί η πληττόμενη απόφαση, ως προς το κεφάλαιο που προεκτέθηκε και να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων, σ' αυτόν (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε' του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρ.1 άρθρο ένατο παρ.2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, και, ακολούθως, με το άρθρο 35 παρ.2 ν.4446/2016). Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά του (άρθρα 176, 183, 189 παρ.1, 191 παρ.2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 192/2011 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Ναυπλίου, ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιό της, στο Τριμελές Εφετείο Ναυπλίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών που εξέδωσαν την παραπάνω απόφαση.
Διατάζει την επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου που έχει καταθέσει. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ. ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 10 Ιανουαρίου 2020.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 31 Ιανουαρίου 2020.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ