Supreme Court dismisses appeal on co-ownership distribution, rejecting abuse of right claim based on good faith and social purpose.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appeal filed by two co-owners against a lower court's order for the distribution of a shared property. The appellants argued that the respondent's exercise of the distribution right was abusive because she had already repaired rooms and used them as a residence. The court rejected this, ruling that the parties had previously agreed on a usage arrangement and that the respondent's actions did not violate good faith or social purpose.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 1, 2, 3, 4, 5, 8, 9, 13 of Law 3741/1929; Articles 795 et seq. of the Civil Code: The right to demand distribution of co-owned property is not considered an abuse of right if exercised in accordance with good faith, social purpose, and prior agreements between co-owners.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 94 / 2010 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 94/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο, Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Δημήτριο Μαζαράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 23 Σεπτεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: 1. Χ1, κατοίκου ... και 2. Χ2, κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Χριστόπουλο.
Της αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κούβαρη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Μετά την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων, οι οποίοι παραστάθηκαν όπως ανωτέρω σημειώνεται, ο δικηγόρος των αναιρεσειουσών ζήτησε την αναβολή της υποθέσεως. Το Δικαστήριο διασκέφτηκε και δια του Προέδρου του απέρριψε το αίτημα αναβολής και προχώρησε στη συζήτηση της υποθέσεως.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-11-2003 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αιγίου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 41/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 1193/2007 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 5-2-2008 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Λεωνίδας Ζερβομπεάκος ανέγνωσε την από 8-9-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1, 2§1, 3, 4, 5, 8§1, 9 και 13 του Ν. 3741/1929, 1002 και 1117 ΑΚ, προκύπτει ότι με τη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας επιτρέπεται να επιφυλαχθεί υπέρ ενός ή περισσότερων ιδιοκτητών οριζόντιας ιδιοκτησίας το δικαίωμα επέκτασης της οικοδομής προς τα άνω, προς τα κάτω και προς τα πλάγια. Σε τέτοια περίπτωση, αυτά που θα ανεγερθούν στο μέλλον ανήκουν στην αποκλειστική κυριότητα εκείνου υπέρ του οποίου έγινε η επιφύλαξη του δικαιώματος επέκτασης της οικοδομής και πρέπει αυτός να είναι συνιδιοκτήτης ποσοστού στο έδαφος. Το δικαίωμα αυτό της επέκτασης, που είναι μεταβιβαστό και σε τρίτο μη οροφοκτήτη, είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο των ήδη υφισταμένων οριζοντίων ιδιοκτησιών. Εξ άλλου, από τα άρθρα 795 επ. ΑΚ προκύπτει ότι η δικαστική διανομή δύναται να ζητηθεί και για ένα ή μερικά μόνο από τα περισσότερα κοινά αντικείμενα (ΑΠ 1476/1979).
Εν προκειμένω, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης προσάπτονται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου, η οποία δέχθηκε την περί διανομής μιας ισόγειας οριζόντιας ιδιοκτησίας των διαδίκων αγωγή της αναιρεσίβλητης και διέταξε την με πλειστηριασμό πώληση του εν λόγω επικοίνου ακινήτου λόγω του ανεφίκτου και ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής του, οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 περ.
α' και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται, αντίστοιχα, στο ότι το Εφετείο, που έκρινε παραδεκτή και νόμιμη την αγωγή, μολονότι δεν είχε συμπεριληφθεί σ' αυτήν και το επικαλούμενο από την αναιρεσείουσα αυτοτελές δικαίωμα επέκτασης της οικοδομής, κρίνοντας ότι το δικαίωμα αυτό απωλέστηκε από τον απώτερο δικαιοπάροχο των διαδίκων, λόγω μεταβίβασης από αυτόν του οικοπέδου, ως προς όλα τα ποσοστά του, αφενός μεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 παρ. 1, 3, 4 παρ. 1, 8 παρ. 1 και 13 του Ν. 3741/1929 και 1002 και 1117 του ΑΚ με το να δεχθεί:
α) ότι το δικαίωμα της προς τα άνω επεκτάσεως της οικοδομής, που έχει ήδη υπαχθεί στο σύστημα της οροφοκτησίας και στην οποία υπάρχει και η προς διανομή επίδικη οριζόντια ιδιοκτησία, για την ανέγερση νέου ορόφου πάνω από τον πρώτο υπέρ το ισόγειο ορόφου, είναι παρεπόμενο του δικαιώματος συνιδιοκτησίας στο έδαφος και προϋποθέτει πάντοτε ότι αυτός στον οποίο αναγνωρίζεται το δικαίωμα αυτό πρέπει να είναι συνιδιοκτήτης ποσοστού στο έδαφος και β) ότι το δικαίωμα αυτό, μολονότι ορίστηκε αυτοτελώς στην πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, μπορεί να καταργηθεί χωρίς νεώτερη συμφωνία των συνιδιοκτητών, που να τροποποιεί την πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, αφετέρου δε παρά το νόμο δεν απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη διότι η ενάγουσα παρέλειψε να συμπεριλάβει στη διανομή και το προαναφερόμενο δικαίωμα επεκτάσεως της οικοδομής και να απευθύνει την ένδικη αγωγή και κατά της αδελφής των διαδίκων ..., ως συγκυρίας του εν λόγω δικαιώματος.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατά μεν το πρώτο μέρος αυτού, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, λόγω ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των αναιρεσειουσών αφού το ως άνω επικαλούμενο δικαίωμα, το οποίο, εφόσον υφίσταται, είναι αυτοτελές και ανεξάρτητο από τις λοιπές υφιστάμενες αυτοτελείς οριζόντιες ιδιοκτησίες, δεν αποτελούσε αντικείμενο της περί διανομής αγωγής της αναιρεσίβλητης, κατά δε το δεύτερο μέρος αυτού είναι, επίσης, απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η ενάγουσα δεν ήταν υποχρεωμένη να ζητήσει τη διανομή και του ως άνω δικαιώματος.
ΙΙ. Κατά μεν το άρθρο 800 ΑΚ, η διανομή γίνεται αυτουσίως, αν το αντικείμενο ή τα αντικείμενα που πρόκειται να διανεμηθούν είναι δυνατόν χωρίς μείωση της αξίας να διαιρεθούν σε ομοειδή μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών, κατά δε το άρθρο 480 § 1 ΚΠολΔ το δικαστήριο αποφασίζει την αυτούσια διανομή αν είναι δυνατή η διαίρεση του διανεμητέου σε μέρη ανάλογα προς τις μερίδες των κοινωνών, δίχως να μειώνεται η αξία του. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με αυτή του άρθρου 481 αρ. 1 ΚΠολΔ κατά την οποία το δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να διατάξει απόδειξη αν κρίνει ότι η αυτουσία διανομή είναι προδήλως δυνατή, αδύνατη ή ασύμφορη, συνάγεται ότι η κρίση περί αδυνάτου ή ασυμφόρου της αυτούσιας διανομής είναι κρίση περί πραγματικών γεγονότων και γι'αυτό είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, εκτός αν συντρέχει περίπτωση παραβάσεως των διδαγμάτων της κοινής πείρας ή έλλειψη νομίμου βάσεως κατά το άρθρο 555 αρ. 1 και 19 ΚΠολΔ (ΑΠ 211/2006). Εξ άλλου, προδήλως αδύνατη ή ασύμφορη είναι η αυτούσια διανομή όταν, κατά τους κανόνες της κοινής πείρας και της λογικής, το διανεμητέο δεν μπορεί να διανεμηθεί σε μέρη ανάλογα με τις μερίδες των κοινωνών χωρίς να μειωθεί η αξία του (ΑΠ 1821/1984, 702/1977, 226/1974), οπότε διατάσσεται από το δικαστήριο, κατά το άρθρο 484 § 1 ΚΠολΔ η πώλησή του με πλειστηριασμό.
Εν προκειμένω, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών έγιναν, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεκτά τα εξής: "Το κοινό ακίνητο του οποίου διώκεται η διανομή είναι ένα ισόγειο διαμέρισμα που βρίσκεται μέσα στον οικισμό ... του Δήμου ... Τούτο αποτελεί οριζόντια ιδιοκτησία μιας μονώροφης οικοδομής στην οποία έχει συσταθεί νομίμως οριζόντια ιδιοκτησία με το υπ' αριθμ. .../17.11.1979 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αιγίου Γεωργίου Γεωργόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Η οικοδομή αυτή έχει κτισθεί σε οικόπεδο το οποίο περιλαμβάνεται στο υπ' αριθμ. 13 οικοδομικό τετράγωνο του ανωτέρω οικισμού και απεικονίζεται στο από το μηνός Αυγούστου 2004 τοπογραφικό διάγραμμα που συνοδεύει την έκθεση πραγματογνωμοσύνης υπό τα στοιχεία Α-Γ-Δ-Ε-Α. Το εν λόγω οικόπεδο έχει επιφάνεια κατά μεν την αγωγή 411,25 τ.μ., κατά δε την καταμέτρηση που ενήργησε ο πραγματογνώμονας 402,47 τ.
μ και συνορεύει βόρεια με δημοτική οδό ..., επί προσώπου 19,42 μέτρων, νότια με ιδιοκτησία ..., ανατολικά με ιδιοκτησία πρώτης εναγομένης και δυτικά με ιδιοκτησία ... Η ως άνω οριζόντια ιδιοκτησία έχει εμβαδόν 68,88 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, καλυπτομένου και ακαλύπτου 50% και αποτελείται από δύο δωμάτια επιφανείας 10,87 τ.μ., ένα άλλο δωμάτιο επιφανείας 11,25 τ.μ., κουζίνα επιφάνειας 11,25 τ.μ., χωλ και λοιπούς βοηθητικούς χώρους.
Η είσοδος της οριζόντιας ιδιοκτησίας βρίσκεται επί της οδού ... στο μέσον αυτής. Η οριζόντια αυτή ιδιοκτησία περιήλθε από κοινού στην κυριότητα των διαδίκων και ανήκει σ' αυτές κατά ποσοστό 2/4 ή 1/2 εξ αδιαιρέτου στην ενάγουσα και κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου σε καθεμία από τις εναγόμενες, με ποσοστά συμμετοχής στο όλο οικόπεδο 250%ο εξ αδιαιρέτου για την ενάγουσα και 125%ο εξ αδιαιρέτου για καθεμία από τις εναγόμενες.
Οι εναγόμενες συνομολογούν τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία, κατά την αγωγή, όπως προαναφέρθηκε, στηρίζεται η συγκυριότητά τους, όπως και η συγκυριότητα της ενάγουσας στο επίδικο ακίνητο. Η κατάτμηση του οικοπέδου σε δυο ανεξάρτητα άρτια οικόπεδα ώστε να λάβει η ενάγουσα ένα ανεξάρτητο τμήμα ανάλογο με τα ποσοστά της και οι εναγόμενες από κοινού (κατά το αίτημα τους) άλλο ανεξάρτητο τμήμα που ν' αντιστοιχεί στα ποσοστά τους δεν είναι δυνατή, γιατί σύμφωνα με τις πολεοδομικές διατάξεις θα πρέπει να έχουν την ελάχιστη κατά κανόνα αρτιότητα της περιοχής, που είναι = 300,00 τ.
μ. και το ελάχιστο πρόσωπο = 13,00 μ. και ολόκληρο το αρχικό οικόπεδο έχει εμβαδόν 402,47 τ.μ. και πρόσωπο 19,42 τ.μ., όπως και ο πραγματογνώμονας στην έκθεση του αναφέρει. Περαιτέρω η αιτούμενη από τις εναγόμενες αυτούσια διανομή της κοινής ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας με διαίρεσή της σε δύο ίσης επιφάνειας και αξίας τμήματα, ώστε να δημιουργηθούν δύο νέες, ανεξάρτητες ιδιοκτησίες, η μια από τις οποίες θα περιέλθει στην ενάγουσα και η άλλη στις δύο εναγόμενες από κοινού και κατ' ισομοιρία, αποδείχθηκε ότι δεν είναι συμφέρουσα και εφικτή.
Και τούτο διότι απαιτείται να καταργηθεί η υφιστάμενη είσοδος και να δημιουργηθούν δυο νέες εξώθυρες προσπελάσεως των διαδίκων στις ανεξάρτητες κατοικίες, ενώ επίσης απαιτείται η δημιουργία ενός ακόμη W.C. και ενός ακόμη μαγειρείου. Το κόστος των εργασιών αυτών υπολογίζεται σε 27.900 ευρώ και ξεπερνά την αξία της υπάρχουσας οικοδομής η οποία ανέρχεται σε 21.000 ευρώ.
Ασύμφορη επίσης κρίνεται και η αυτούσια διανομή με τη σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας, όπως προτείνουν οι εναγόμενες λόγω ανυπαρξίας δεύτερης οικοδομής και διότι είναι ασύμφορη η λύση της ανέγερσης ανεξάρτητης οικοδομής στον ακάλυπτο χώρο, γιατί τηρώντας τις πολεοδομικές διατάξεις και εφαρμόζοντας την υποχρεωτική απόσταση Δ = 3,75 μ.
από τους εξώστες της πλάκας που επικαλύπτει το υπάρχον ισόγειο κτίριο δεν είναι εφικτό να γίνει ένα στοιχειωδώς λειτουργικό και αξιοποιήσιμο κτίριο, όπως και ο πραγματογνώμονας στην πραγματογνωμοσύνη που συνέταξε αναφέρει. Ενόψει όλων αυτών, ο μοναδικός εφικτός καθώς και συμφέρων για όλες τις διαδίκους κοινωνούς τρόπος διανομής τυγχάνει η πώληση του επικοίνου επίδικου ακινήτου (αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας) με πλειστηριασμό, δεδομένου ότι το διανεμητέο αποτελεί λειτουργικά μια κατοικία, ενώ πρόκειται για ένα αξιόλογο ακίνητο από απόψεως τοποθεσίας, για το οποίο θα επιτευχθεί ικανοποιητικό εκπλειστηρίασμα".
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε κατ'ουσία την έφεση των αναιρεσειουσών κατά της πρωτόδικης απόφασης που δέχθηκε ως νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη τη σχετική αγωγική αξίωση για διανομή του επικοίνου ακινήτου με πλειστηριασμό, ώστε καθένας από τους κοινωνούς να λάβει από το πλειστηρίασμα ποσοστό ανάλογο με αυτό της συγκυριότητάς του επί του ακινήτου.
Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ'αυτή σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες για το ουσιώδες ζήτημα αν είναι ασύμφορη και μη δυνατή η αυτούσια διανομή του επικοίνου ακινήτου, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν, γι' αυτό και οι περί του αντιθέτου από τον αριθ. 19 του άρθρου 569 ΚΠολΔ δεύτερος, τρίτος και τέταρτος λόγοι αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
ΙΙΙ. Με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, κατά την οποία "η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος", τίθεται φραγμός στην άσκηση του δικαιώματος και την ικανοποίηση εντεύθεν του δικαιούχου, όταν η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος υπερβαίνει τα όρια εκείνα που καθορίζονται από τα πιο πάνω κριτήρια και μάλιστα εφόσον προσθέτως συντρέχουν ιδιαίτερες περιστάσεις που χαρακτηρίζουν την υπέρβαση αυτή ως προφανή.
Στην κρινόμενη περίπτωση το Εφετείο, σε σχέση με την προβληθείσα από τις αναιρεσείουσες ένσταση για καταχρηστική άσκηση από την αναιρεσίβλητη της ένδικης αγωγής προς δικαστική διανομή του κοινού ακινήτου τους, δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, τα εξής περιστατικά: "Η ενάγουσα με αίτησή της κατά των εναγομένων ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου, είχε ζητήσει, στα πλαίσια των διατάξεων περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων, τη ρύθμιση της χρήσεως του κοινού επίδικου ακινήτου ελλείψει σχετικής κοινής συμφωνίας ή αποφάσεως της πλειοψηφίας των κοινωνών, έτσι ώστε να περιέλθει αυτό εξ ολοκλήρου στην ίδια με καταβολή ανταλλάγματος στις εναγόμενες αναλόγου με το μερίδιό τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής οι εναγόμενες άσκησαν προφορικά ανταίτηση με την οποία, επικαλούμενες ότι η χρησιμοποίηση του κοινού ακινήτου είχε καθορισθεί το έτος 1994 με κοινή απόφαση των διαδίκων ζήτησαν να καθορίσει το Δικαστήριο τη χρήση του κοινού, όπως αυτές την είχαν προκαθορίσει. Επί της αιτήσεως αυτής και ανταιτήσεως που συνεκδικάσθηκαν εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 335/2001 απόφαση με την οποία απορρίφθηκε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η αίτηση της ενάγουσας και έγινε δεκτή η ανταίτηση των εναγομένων, γιατί κρίθηκε ότι με κοινή συμφωνία τους οι διάδικοι ρύθμισαν το έτος 1994 τη χρήση του κοινού ακινήτου, με βάση δε τη συμφωνία αυτή, αυτές έκαναν χρήση χωριστών δωματίων της κοινής οικίας, η μεν ενάγουσα αυτών που βρίσκονται προς δυσμάς, οι δε εναγόμενες αυτών που βρίσκονται προς ανατολάς.
Κατόπιν αυτών η ενάγουσα άσκησε κατά των εναγομένων και συγκυρίων την ένδικη από 15.11.2003 αγωγή διανομής με την οποία ζητεί τη λύση της μεταξύ των διαδίκων κοινωνίας λόγω μη συναινέσεως των αντιδίκων της στην εξώδικη διανομή τούτου (ακινήτου) και τη δια πλειστηριασμού πώληση του, λόγω του ανέφικτου της αυτούσιας διανομής του.
Οι εναγόμενες με τις πρωτόδικες έγγραφες προτάσεις του) προέβαλαν τον ισχυρισμό ότι η ένδικη αγωγή της ενάγουσας ασκείται καταχρηστικά και ζήτησαν για το λόγο αυτό την απόρριψη της. Προς θεμελίωση της ενστάσεως αυτής επικαλέσθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Ότι μεταξύ αυτών και της ενάγουσας συνήφθη το έτος 1992 προφορική άτυπη διανομή του επικοίνου επιδίκου ακινήτου σε εκτέλεση της οποίας η ενάγουσα έλαβε τα δύο δωμάτια της οικίας που βρίσκονται προς δυσμάς, οι δε εναγόμενες έλαβαν ως κοινή μερίδα τα άλλα δύο δωμάτια που βρίσκονται προς ανατολάς.
Ότι στη συνέχεια οι εναγόμενες προέβησαν σε επισκευή των λαχόντων σε αυτές δωματίων, τα οποία έκτοτε χρησιμοποιεί η δεύτερη εξ αυτών ως κατοικία. Ότι η συμφωνία αυτή αναγνωρίσθηκε και με την υπ' αριθμ. 335/2001 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αιγίου. Ότι με την άσκηση της αγωγής η ενάγουσα επιδιώκει την ανατροπή της καταστάσεως που έχει δημιουργηθεί, η οποία συνεπάγεται βαρείες συνέπειες για τη δεύτερη εξ αυτών που χρησιμοποιεί τα δύο δωμάτια ως κατοικία.
Ο ισχυρισμός αυτός κατά το πρώτο σκέλος του δεν αποδείχθηκε ουσιαστικά βάσιμος καθ' όσον, όπως προαναφέρθηκε αποδείχθηκε ότι δεν έγινε τέτοια άτυπη διανομή, αλλά απλώς με κοινή συμφωνία των διαδίκων προκρίθηκε ως πλέον πρόσφορος και συμφέρων σε όλες τις κοινωνούς τρόπος χρήσεως του κοινού να χρησιμοποιούν οι μεν εναγόμενες τα δύο δωμάτια της οικίας, ενώ η ενάγουσα τα άλλα δύο, ενώ ορισμένα τμήματα του κοινού (W.C.
και κουζίνα) τα χρησιμοποιούσαν όλες οι κοινωνοί. Εξάλλου, η προαναφερόμενη δικαστική απόφαση με την οποία ρυθμίστηκε η χρήση του κοινού ακινήτου, όπως είχε καθορισθεί από τους διαδίκους με την απόφασή τους, έχει προσωρινό αποτέλεσμα και ισχύει, για όσο χρόνο υφίσταται η κοινωνία μεταξύ των διαδίκων.
Περαιτέρω, η επικαλούμενη από τις εναγόμενες επισκευή των δύο δωματίων αντισταθμίζεται από το γεγονός ότι απόλαυσαν κατά το επικαλούμενο χρονικό διάστημα οι ίδιες τις ωφέλειες του εν λόγω διαιρετού τμήματος του κοινού ακινήτου, ενώ η χρησιμοποίηση αυτού ως κατοικίας της δεύτερης των εναγομένων δεν καθιστά τη άσκηση του δικαιώματος της ενάγουσας για διανομή του επικοίνου ακινήτου καταχρηστική.
Με βάση τα παραπάνω η άσκηση από την ενάγουσα του δικαιώματος της διανομής του επιδίκου επικοίνου ακινήτου δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη, ή ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά συνέπεια ο πιο πάνω ισχυρισμός των εναγομένων περί καταχρηστικής ασκήσεως του αγωγικού δικαιώματος πρέπει ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμος".
Με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως του ενδίκου δικαιώματος της ενάγουσας, το Εφετείο δεν παραβίασε την ως άνω διάταξη και ακολούθως δεν υπέπεσε στην κατ' άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ενώ δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ'αυτές σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή της ως άνω ουσιαστικής διάταξης, που δεν εφάρμοσε, και επομένως ο πέμπτος, κατ' αμφότερα τα μέρη του, λόγος αναιρέσεως από τους αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5-2-2008 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 1193/2007 αποφάσεως του Εφετείου Πατρών. Και,
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία προσδιορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Δεκεμβρίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ