Supreme Court remands labor dispute case for retrial due to appellate court's failure to provide reasoning on key facts.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court partially allowed the appeal against a labor dispute judgment regarding employment contracts and wages. The appellant argued the lower court lacked reasoning for rejecting claims about a 2012 employment relationship, while the respondent contended the facts were established. The court found the appellate court's failure to provide a basis for its decision on the 2012 period constituted a violation of the right to a reasoned judgment, necessitating a retrial on those specific facts.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 648 of the Civil Code; Article 559(1)(3) of the Code of Civil Procedure: The appellate court must provide a reasoned basis for rejecting claims regarding the duration of employment; failure to do so constitutes a violation of the right to a reasoned judgment and requires remittal for further examination.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IAGiurisprudenza citata
Generato dall'IADecisioni correlate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 949 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 949/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάια Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. του Μ., κατοίκου ... Αττικής, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Ηλία Κοντογιάννη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Χ. Δ. του Α., κατοίκου ..., παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ. 2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Καραντώνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-12-2018 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν η 416/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 247/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 24-2-2023 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 24.2.2023 και με αριθ. κατάθ. 198/29/28.2.2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 247/29.4.2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών-εργατικών διαφορών, κατόπιν άσκησης της από 21.7.2021 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος κατά της εκδοθείσας κατά την ίδια διαδικασία υπ' αριθ. 416/2021 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς.
Η ως άνω απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου εκδόθηκε επί της από 24.12.2018 αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου και κατά της δεύτερης εναγομένης (Μ. Δ.) μη διαδίκου στην παρούσα αναιρετική δίκη. Με την ως άνω αγωγή του ο ενάγων, ισχυρίσθηκε ότι προσλήφθηκε από τον πρώτο εναγόμενο το έτος 2012 δυνάμει προφορικής σύμβασης εξηρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου προκειμένου να εργασθεί ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου έναντι μηνιαίων αποδοχών 1.200 ευρώ.
Ότι στις 14.6.2016 κατά τη διάρκεια δρομολογίου του ενεπλάκη σε τροχαίο ατύχημα με αποτέλεσμα να τραυματισθεί και να λάβει αναρρωτική άδεια 2 μηνών και 15 ημερών. Ότι μετά την αποθεραπεία του ο πρώτος εναγόμενος στις 1.9.2016 προέβη σε αναγγελία πρόσληψής του στις αρμόδιες αρχές έναντι μηνιαίων αποδοχών 973 ευρώ.
Ότι ο πρώτος εναγόμενος του οφείλει για αποδοχές για το χρονικό διάστημα από 14.6.2016 έως 5.9.2016, για επιδόματα εορτών και αδείας για τα έτη 2013 έως 2016 και για υπερωριακή εργασία το συνολικό ποσό των 17.006 ευρώ. Ότι από τις αρχές του έτους 2017 συμφωνήθηκε, δυνάμει συμβάσεως δανεισμού, να παραχωρεί τις αντίστοιχες υπηρεσίες του στη δεύτερη εναγόμενη, μητέρα του πρώτου εναγόμενου, τις οποίες προσέφερε αυτός υπό τις ίδιες συνθήκες μέχρι 30.11.2018.
Ότι το χρονικό αυτό διάστημα πραγματοποίησε υπερωριακή εργασία για την οποία αμφότεροι οι εναγόμενοι του οφείλουν το ποσό των 23.846,40 ευρώ. Ζητούσε δε να υποχρεωθεί ο πρώτος εναγόμενος να του καταβάλει το ποσό των 17.006 ευρώ και αμφότεροι οι εναγόμενοι, ευθυνόμενοι εις ολόκληρον, να του καταβάλουν το ποσό των 23.846,40 ευρώ, με το νόμιμο τόκο.
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο θεώρησε μη ασκηθείσα την αγωγή ως προς τη δεύτερη εναγόμενη και απέρριψε την αγωγή ως προς τον πρώτο εναγόμενο ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δικάζοντας την ως άνω έφεση του ενάγοντος κατά του πρώτου εναγομένου δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσία την έφεση.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα στις 28.2.2023 με την κατάθεσή της στη γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, εντός της προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, που άρχισε από την επομένη της ημερομηνίας επίδοσης της ως άνω απόφασης στον πληρεξούσιο δικηγόρο του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στις 27.1.2023, κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, όπως προκύπτει από την επισημείωση, κατ' άρθρο 139 παρ. 3 του ιδίου κώδικα, του δικαστικού επιμελητή στο προσκομιζόμενο από τον αναιρεσείοντα ακριβές αντίγραφο αυτής, στο οποίο υπάρχει η από 19.1.2023 παραγγελία του πληρεξούσιου δικηγόρου του πρώτου εναγομένου και ήδη αναιρεσίβλητου προς επίδοσή της στον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα και δεδομένου ότι, κατόπιν της αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων της Περιφέρειας Αττικής για την 6η και την 7η Φεβρουαρίου 2023, με την υπ' αριθμ. 1411οικ./5.2.2023 Απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης (Β' 529), λόγω των εντόκων καιρικών φαινομένων, δεν υπολογίζεται το ως άνω χρονικό διάστημα στην προθεσμία άσκησης της ένδικης αίτησης αναίρεσης, όπως προκύπτει από το άρθρο 1 της υπ' αριθμ. 1412οικ/7.2.2023 (Β 598) Απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης "Ρύθμιση δικονομικών και λοιπών ζητημάτων που προκύπτουν από την αναστολή λειτουργίας των δικαστηρίων της χώρας δυνάμει της υπ' αρ. 1411οικ./5-2-2023 (Β' 529) απόφασης του Υπουργού Δικαιοσύνης" που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 22 παρ. 2 του ν. 4938/2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Επομένως η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε παραδεκτά (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 10 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχτηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη". Ο όρος "πράγματα" στη διάταξη αυτή έχει το ίδιο εννοιολογικό περιεχόμενο με τον αντίστοιχο του άρθρου 559 αρ. 8 του ιδίου κώδικα, αφορά δηλαδή σε ισχυρισμούς που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, ουσιαστικού ή δικονομικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο.
Επομένως δεν αποτελούν "πράγματα" τα επιχειρήματα και τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων. Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιώδεις, παραδεκτώς προταθέντες και νόμιμοι ισχυρισμοί τους οποίους το δικαστήριο δέχτηκε ως αληθινούς χωρίς απόδειξη (ΑΠ 2107/2022, 2076/2022, 1559/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι με το να κρίνει ότι "η σύμβαση γνήσιου δανεισμού εργαζόμενου και οι νομικές συνέπειες αυτής ασφαλώς και δεν μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτές από έναν αλλοδαπό εργαζόμενο που ενδεχομένως απασχολείται υπερωριακώς χωρίς να ανταμείβεται για το λόγο αυτό, ιδίως όταν γνωρίζει προηγούμενες αντιδικίες περί καταβολής δεδουλευμένων του εργοδότη του με συναδέλφους του, και μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι όλες οι καταρτιζόμενες συμβάσεις εμπεριέχουν εικονικότητα και να συνιστούν μεθοδεύσεις που αποσκοπούν στο να εμποδίσουν τον εργαζόμενο να διεκδικήσει τις νόμιμες αξιώσεις του" δέχθηκε πράγματα χωρίς απόδειξη, καθότι αυτός έχει πολιτογραφηθεί Έλληνας Πολίτης και ότι το γεγονός της καταγωγής του δεν αποτελεί κριτήριο αντίληψης μιας εικονικής σύμβασης εργασίας.
Ο ως άνω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, καθότι δεν καθορίζεται ποιόν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης ισχυρισμό δέχτηκε το Εφετείο ως αληθινό χωρίς απόδειξη. Ανεξαρτήτως και πέραν αυτού, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού τα εκτιθέμενα, στον ως άνω λόγο αναίρεσης, ως πλημμέλεια της προσβαλλομένης απόφασης εκ του αριθμού 10 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά συμπέρασμα του Δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη δυσχέρεια του ενάγοντος ως εργαζομένου να κατανοήσει τις συνέπειες του δανεισμού του από ένα εργοδότη σε άλλο εργοδότη.
Κατά την έννοια του άρθρου 648 παρ. 1 ΑΚ εργοδότης στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο αφ' ενός δικαιούται να αξιώσει από τον εργαζόμενο την παροχή της συμφωνημένης εργασίας και αφ' ετέρου υποχρεούται να πληρώσει προς αυτόν τον συμφωνημένο μισθό. Συνήθως εργοδότης είναι το πρόσωπο που συμβάλλεται με τον εργαζόμενο κατά την κατάρτιση της σύμβασης εργασίας, που ασκεί το διευθυντικό δικαίωμα κατά την εκπλήρωση της σύμβασης εργασίας και που εποπτεύει την τήρηση των όρων υπό τους οποίους τελεί η προσφορά των υπηρεσιών του εργαζόμενου.
Όταν οι ρόλοι αυτοί είναι κατανεμημένοι ή ασκούνται από πλείονα του ενός πρόσωπα αποτελεί ζήτημα πραγματικό το εάν την ιδιότητα του εργοδότη έχουν περισσότεροι του ενός ή εάν εργοδότης είναι μόνον ένας, στο πρόσωπο του οποίου συγκεντρώνονται οι κυριότεροι από τους ως άνω ρόλους, ενώ τα υπόλοιπα πρόσωπα έχουν δευτερεύουσα και νομικώς μη αξιόλογη συμμετοχή στη σχέση που έχει αναπτυχθεί (ΑΠ 755/2020, 259/2016).
Εξάλλου, από το συνδυασμό της διατάξεως του ως άνω άρθρου με εκείνες των άρθρων 361 και 651 του ΑΚ προκύπτει ότι είναι νόμιμη η συμφωνία, με την οποία ο εργοδότης, που έχει στην διάθεση του τις υπηρεσίες του μισθωτού, παραχωρεί με την συναίνεση του τελευταίου (που μπορεί να δοθεί με οποιοδήποτε τρόπο, ρητό ή σιωπηρό, προς τον αρχικό ή μεταγενέστερο εργοδότη), τις υπηρεσίες αυτού σε άλλο πρόσωπο (δανεισμός μισθωτού), στο οποίο παρέχονται πλέον οι υπηρεσίες του, καθόσον η σχέση αυτή στηρίζεται στην βούληση και των τριών μερών.
Στην περίπτωση αυτή του δανεισμού δεν λύεται η σύμβαση εργασίας και ο αρχικός εργοδότης δεν αποβάλλει την ιδιότητα του εργοδότη, ενώ ο τρίτος που χρησιμοποιεί τις υπηρεσίες του δανειζομένου μισθωτού αποκτά την ιδιότητα του (δευτερογενούς) εργοδότη, επέρχεται δηλ. διάσπαση (κατάτμηση) της ιδιότητας του εργοδότη, με συνέπεια τον επιμερισμό των εργοδοτικών αρμοδιοτήτων.
Για την έννοια του δανεισμού δεν έχει σημασία η βραχυχρόνια ή μακροχρόνια απομάκρυνση (παραχώρηση) του εργαζομένου από τον αρχικό εργοδότη του, με τον οποίο δεν αποκόπτεται ο ενοχικός δεσμός. Κατά συνέπεια ο αρχικός εργοδότης εξακολουθεί να βαρύνεται με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και δη, εκτός από αντίθετη συμφωνία, για την καταβολή του μισθού και των άλλων παροχών που τον βαρύνουν, ενώ ο δευτερογενής εργοδότης που χρησιμοποιεί τον μισθωτό ασκεί κατά την διάρκεια της παραχώρησης το διευθυντικό δικαίωμα με τους περιορισμούς και το περιεχόμενο που θα το ασκούσε ο αρχικός εργοδότης (ΑΠ 141/2022, 755/2020).
Υποχρεώσεις και δικαιώματα όμως, που δεν απορρέουν από την αρχική σύμβαση εργασίας, αλλά ανακύπτουν κατά τη διάρκεια του δανεισμού, υφίστανται μόνον έναντι του δευτερογενούς εργοδότη και του μισθωτού, εκτός εάν υπάρχει ειδική συμφωνία για το αντίθετο (ΑΠ 1137/2023, 141/2022, 755/2020, 902/2017). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ.
α' του ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 4/2021, 1/2021).
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά ("έλλειψη αιτιολογίας"), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της ("ανεπαρκής αιτιολογία"), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους ("αντιφατική αιτιολογία") (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 844/2022, 790/2020), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΑΠ 182/2023, 1545/2022).
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του KΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν η αντίφαση εντοπίζεται στις διατάξεις του διατακτικού της απόφασης, με συνέπεια να μην είναι δυνατή η εκτέλεση αυτής ή να προκαλείται αβεβαιότητα ως προς τη διαγνωστική ή διαπλαστική λειτουργία της και το σχετικό δεδικασμένο.
Αντίθετα, ο λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται, όταν υπάρχει αντίφαση στο ιστορικό ή στο αιτιολογικό μέρος της απόφασης ή μεταξύ κύριας και επάλληλης αιτιολογίας ή μεταξύ αιτιολογικού και διατακτικού ή μεταξύ της πρωτόδικης απόφασης και της εφετειακής που επικύρωσε την πρωτόδικη (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 1346/2023, 1144/2021, 570/2020, 551/2020).
Ακόμη, δεν νοείται η ύπαρξη αντίφασης, όταν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης περιέχει μία μόνο διάταξη (ΑΠ 1346/2023, 1144/2021, 158/2019). Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται οι αντιφατικές διατάξεις και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (Ολ ΑΠ 13/1995, ΑΠ 1346/2023, 1057/2021).
Στην προκειμένη περίπτωση το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής: "...Από τα τέλη του 2015 μέχρι και την 1.9.2016 ο εκκαλών αλλοδαπός, Αλβανός υπήκοος εργάστηκε περιστασιακά στην ατομική επιχείρηση της μητέρας του εφεσιβλήτου (αρχικά εναγομένης, ήδη αποβιωσάσης) οδηγώντας το με στοιχεία ΙΑΕ 2454 φορτηγό αυτοκίνητο δημοσίας χρήσεως, διότι εκείνο το χρονικό διάστημα παρουσιαζόταν αυξημένη δραστηριότητα που δεν μπορούσαν να καλύψουν οι οδηγοί που η τελευταία απασχολούσε τακτικά σύμφωνα με την ένορκη κατάθεση του Χ.
Δ. ενώπιον της Ειρηνοδίκου Πειραιώς. Την 1.9.2016 ο εκκαλών προσλήφθηκε από τον εφεσίβλητο σύμφωνα με την κατάθεση του ίδιου ενόρκως καταθέσαντα έναντι μικτών μηνιαίων αποδοχών ύψους 973 ευρώ. Αμέσως μετά την πρόσληψη του στις 5.9.2016, 5.12.2016, 31.3.2017, 30.6.2017, 2.10.2017, 16.1.2018 και 30.3.2018 οι διάδικοι κατάρτισαν με την αποβιώσασα μητέρα του εφεσιβλήτου τριμερή σχέση περί γνησίου δανεισμού εργαζόμενου προκειμένου αυτός να απασχοληθεί σε φορτηγό της τελευταίας.
Είναι χαρακτηριστικό ότι οι προαναφερόμενες συμβάσεις έχουν τρίμηνη ή τετράμηνη διάρκεια και συνάπτονταν αμέσως μετά τη λήξη της προϊσχύσασας. Ωστόσο σε αυτές τις συμβάσεις δεν καταρτίστηκε ειδική συμφωνία ότι ο εφεσίβλητος θα ευθύνεται για την τυχόν πραγματοποιηθείσα υπερωριακή απασχόληση του εκκαλούντος με αποτέλεσμα να ευθύνεται, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προηγήθηκε, για την καταβολή αυτών η αποβιώσασα νέα εργοδότρια.
Φυσικά δεν μπορεί να συναχθεί τέτοια βούληση των διαδίκων μερών από μόνη τη συγγενική σχέση αρχικού και νέου εργοδότη, ή από το γεγονός ότι πολλές φορές στα τιμολόγια εφοδιασμού καυσίμων του συγκεκριμένου φορτηγού ιδιοκτησίας της νέας εργοδότριας, αναγραφόταν το κινητό τηλέφωνο του εφεσιβλήτου. Όμως η σύμβαση γνήσιου δανεισμού εργαζόμενου και οι νομικές συνέπειες αυτής ασφαλώς και δεν μπορούν να γίνουν εύκολα αντιληπτές από έναν αλλοδαπό εργαζόμενο που ενδεχομένως απασχολείται υπερωριακώς χωρίς να ανταμείβεται για το λόγο αυτό, ιδίως όταν γνωρίζει προηγούμενες αντιδικίες περί καταβολής δεδουλευμένων του εργοδότη του με συναδέλφους του, και μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι όλες οι καταρτιζόμενες συμβάσεις εμπεριέχουν εικονικότητα και να συνιστούν μεθοδεύσεις που αποσκοπούν στο να εμποδίσουν τον εργαζόμενο να διεκδικήσει τις νόμιμες αξιώσεις του.
Κρίνοντας τα ίδια το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε και τα όσα περί του αντιθέτου αναγράφονται στους συναφείς πρώτος, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο λόγο εφέσεως είναι αβάσιμα και πρέπει να απορριφθούν, ενώ το δεύτερο σκέλος του δευτέρου λόγου εφέσεως είναι απορριπτέο ως αλυσιτελώς προβαλλόμενο, διότι ακόμη και αν ληφθούν υπόψη τα έγγραφα που δεν προσκομίζονται σε νόμιμη μετάφραση, το παρόν δικαστήριο δεν οδηγείται σε διαφορετική κρίση επί της ουσίας.
Συνεπώς το υποβληθέν παράπονο δεν μπορεί να οδηγήσει σε εξαφάνιση της εκκαλουμένης απόφασης. Ακολούθως των ανωτέρω και εφόσον δεν υφίσταται άλλος λόγος προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί στην ουσία της η κρινόμενη έφεση...". Στην προκειμένη περίπτωση ο αναιρεσείων με τον τρίτο εκ του αριθμών 1, 17 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αιτιάσεις ότι παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 361, 648 και 651 του ΑΚ και ειδικότερα ότι δεν έχει καθόλου παραδοχές για το διάστημα της παροχής της εργασίας του στον αναιρεσίβλητο προ της επίσημης πρόσληψής του από αυτόν στις 1.9.2016, εστιάζοντας μόνο στο διάστημα του φερόμενου (εικονικού) δανεισμού του στην ατομική επιχείρηση της μητέρας του, ότι δεν απάντησε στους ισχυρισμούς του ότι ο εναγόμενος ήταν ο φορέας όλων των εμπλεκομένων επιχειρήσεων καθώς και της ατομικής επιχείρησης της μητέρας του και ότι εσφαλμένα δέχθηκε ότι αυτός και ο αναιρεσίβλητος κατήρτισαν με τη μητέρα του αναιρεσίβλητου σύμβαση δανεισμού εφόσον δεν πληρούταν η προϋπόθεση ότι η επιχείρηση του τρίτου εργοδότη πρέπει να είναι διαφορετική από εκείνη του αρχικού, καθότι αμφότεροι οι εργοδότες είχαν την επιχείρησή τους στην ίδια διεύθυνση.
Ο ως άνω τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το μέρος που με αυτόν επιχειρείται θεμελίωσή του στην εκ του αριθμού 17 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί ο αναιρεσείων δεν προσδιορίζει ποια είναι η αντίφαση των διατάξεων του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης. Σε κάθε δε περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και δη του απορριπτικού διατακτικού της, προκύπτει ότι αυτό είναι σαφές και δεν περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του, ως προς την αποδιδόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι συνήψε αυτός με τον αναιρεσίβλητο και τη μητέρα του τελευταίου την από 1.9.2016 τριμερή σύμβαση δανεισμού δεδομένου ότι δεν πληρούταν η προϋπόθεση σύναψης δανεισμού, εφόσον ο αναιρεσίβλητος και η μητέρα του ως εργοδότες φέρονταν να έχουν την ίδια διεύθυνση και σε κάθε περίπτωση ότι ο δανεισμός του ήταν εικονικός, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Και τούτο διότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με το να κρίνει, με βάση τις ανέλεγκτες ως προς τα πράγματα παραδοχές του α) ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος και η δεύτερη εναγόμενη, μητέρα του πρώτου εναγομένου, συνήψαν τριμερή σύμβαση δανεισμού του ενάγοντος ως εργαζόμενου προκειμένου αυτός να απασχοληθεί σε φορτηγό της δεύτερης εναγομένης με τρίμηνη ή τετράμηνη διάρκεια, στις 5.9.2016, 5.12.2016, 31.3.2017, 30.6.2017, 2.10.2017, 16.1.2018 και 30.3.2018 και ότι εκάστη σύμβαση καταρτιζόταν μετά τη λήξη της προηγούμενης σύμβασης, β) ότι σε καμία από τις συμβάσεις αυτές δεν καταρτίστηκε ειδική συμφωνία ότι ο πρώτος εναγόμενος ως αρχικός εργοδότης του ενάγοντος θα ευθύνεται για την τυχόν πραγματοποιηθείσα υπερωριακή απασχόληση του ενάγοντος με αποτέλεσμα να ευθύνεται για την καταβολή αυτών η δεύτερη εναγόμενη, ως δευτερογενής εργοδότρια και κατόπιν τούτου να απορρίψει το σχετικό λόγο έφεσης του ενάγοντος, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει το αγωγικό αίτημα αυτού για επιδίκαση υπερωριακής αμοιβής σε βάρος του πρώτου εναγομένου για τα χρονικά διαστήματα που ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες ως οδηγός στη δεύτερη εναγόμενη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που προεκτέθηκαν στο οικείο μέρος της μείζονος σκέψης που προηγήθηκε (άρθρα 361, 648 και 651 του ΑΚ) και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, εφόσον μη υπαρχούσης ειδικής συμφωνίας στις προαναφερείσες συμβάσεις δανεισμού για την υπερωριακή απασχόληση που θα ελάμβανε χώρα κατά τη διάρκεια του δανεισμού του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στη δεύτερη εναγόμενη, δεν ευθύνεται ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος, ως αρχικός εργοδότης αλλά η δεύτερη εναγόμενη ως δευτερογενής εργοδότρια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος.
Ο δε ισχυρισμός του αναιρεσείοντος στον ως άνω λόγο αναίρεσης ότι υπήρξε εικονικότητα της συμβάσεως δανεισμού του, εφόσον ο πρώτος εναγόμενος και η δεύτερη εναγόμενη δεν είχαν διαφορετική επιχείρηση και αμφότεροι στεγάζονταν στην ίδια διεύθυνση, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, δεδομένου ότι από την επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής του προκύπτει ότι αυτός όχι μόνο δεν ισχυρίσθηκε σ'αυτή (αγωγή) ότι υπήρξε εικονικότητα ή ακυρότητα της σύμβασης δανεισμού του, αλλά αντίθετα ισχυρίσθηκε ότι κατά τη διάρκεια του δανεισμού του παρείχε τις υπηρεσίες του στη δεύτερη εναγόμενη, η οποία του επέβαλε τις ίδιες συνθήκες εργασίας απαιτώντας από αυτόν την παραβίαση του ημερησίου ωραρίου εργασίας του και την οποία ενήγαγε, ως ευθυνόμενη εις ολόκληρον με τον πρώτο εναγόμενο, για τις αξιώσεις του από την υπερωριακή του απασχόληση κατά το χρονικό διάστημα του δανεισμού του.
Κατά το μέρος δε που υπό την επίφαση της αναιρετικής εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλειας πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου ότι συνήφθη γνήσια σύμβαση δανεισμού, ο ως άνω λόγος αναίρεσης ως προς το δεύτερο σκέλος του είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ).
Τέλος, κατά το μέρος που ο αναιρεσείων με τον ως άνω λόγο αναίρεσης και κατά το πρώτο σκέλος αυτού προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, ο ως άνω λόγος είναι βάσιμος. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου της από 21.7.2021 έφεσης του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, αυτός με τον πρώτο λόγο έφεσης προσέβαλε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που είχε απορρίψει τον αγωγικό του ισχυρισμό ότι είχε προσληφθεί από τον πρώτο εναγόμενο το έτος 2012 με προφορική σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, ως οδηγός φορτηγού αυτοκινήτου, ότι είχε εργασθεί με το καθεστώς αυτό μέχρι 31.8.2016 και ότι ο πρώτος εναγόμενος προέβη σε για πρώτη φορά σε αναγγελία της σύμβασης πρόσληψής του στις 1.9.2016, τον οποίο το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε ως κατ' ουσία αβάσιμο, χωρίς καμία αιτιολογία, δεδομένου ότι οι παραδοχές της αφορούν αποκλειστικά το διάστημα από 1.9.2016 που δέχθηκε ότι προσλήφθηκε ο ενάγων από τον πρώτο εναγόμενο και τις επακολουθήσασες από 5.9.2016, 5.12.2016, 31.3.2017, 30.6.2017, 2.10.2017, 16.1.2018 και 30.3.2018 συμβάσεις δανεισμού αυτού στη δεύτερη εναγόμενη, μητέρα του πρώτου εναγομένου, η δε μόνη παραδοχή του Εφετείου ως προς το χρονικό διάστημα από το έτος 2012 έως 31.8.2016 αφορά την περιστασιακή απασχόληση του ενάγοντος στη δεύτερη εναγόμενη από το τέλος του έτους 2015 έως 1.8.2016, έλλειψη (αιτιολογίας) η οποία καθιστά ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 648 του ΑΚ, ως προς τον αγωγικό ισχυρισμό του ενάγοντος ότι εργάσθηκε στον πρώτο εναγόμενο από το έτος 2012 έως 31.8.2016, την οποία (διάταξη) με τον τρόπο αυτό παραβίασε εκ πλαγίου, υποπίπτοντας αναιρετική πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης.
Επομένως πρέπει να γίνει δεκτός ο τρίτος εκ του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου κατά το μέρος που αναφέρεται στην εκ πλαγίου παραβίαση της διάταξης του άρθρου 648 ΑΚ, καθιστά αλυσιτελή την εξέταση του ιδίου, εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναιρετικού λόγου, κατά το ως άνω πρώτο σκέλος του, περί παραβίασης ευθέως της ιδίας ως άνω διάταξης (πρβλ.
ΑΠ 1474/2022, ΑΠ 301/2018) αλλά και την εξέταση του πρώτου, εκ του αριθμού 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγου αναίρεσης. Κατόπιν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά το προεκτεθέν μέρος της κατά το οποίο έγινε δεκτός ως βάσιμος ο τρίτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του και να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, ως προς το αναιρούμενο μέρος που αφορά στο χρονικό διάστημα από το έτος 2012 έως και την 31.8.2016 και τις σχετικές αγωγικές αξιώσεις του αναιρεσείοντος, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον δικαστή από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρο 580 αρ. 3 ΚΠολΔ).
Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος λόγω της ήττας του στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος την με αριθ. 247/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή.
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσείοντος, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ