Legislator Giurisprudenza & Legislazione
949/2021 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against final judgment rejecting annulment of forced auction as abuse of right.

Numero d'incarto 949/2021
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the government's appeal against the final judgment that rejected an annulment request regarding a forced auction. The government argued the auction constituted an abuse of right, but the court found the lower courts correctly applied substantive law by noting the bidders had no knowledge of the alleged irregularities. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the government was ordered to pay the legal costs of the appellants.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on violation of substantive law is inadmissible if the lower court's decision relies on a rejection of the annulment request without a substantive ruling on the abuse of right claim.

Parole chiave

Generato dall'IA
abuse of right forced auction annulment request substantive law violation inadmissible appeal legal costs final judgment surrogazione delle Comunità

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 5(12) of Law 1738/1987
Article 2 of the common decision of the Ministers of Finance and Justice dated 8-12-1992

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court 4/2005
Supreme Court 7/2006
Supreme Court 2/2013
Supreme Court 3/1997
Supreme Court 1821/2008
Supreme Court 1208/2008
Supreme Court 121/2011
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 949 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 949/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Κωνσταντίνο Ζαμπάρα, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ε. Π. του Α., κατοίκου …, η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, 2) Ά. Μ. του Γ., συζύγου Ε. Δ., κατοίκου …, 3) Ε. Β. του Χ., κατοίκου …., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Νέστωρα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11/3/2004 ανακοπή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4146/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6815/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 9/2/2007 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Αγγελική Τζαβάρα ανέγνωσε την από 12/3/2018 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6815/2006 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών ως προς το κεφάλαιο αυτής που δέχτηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσία την από 12-12-2005 έφεση του αναιρεσείοντος εναντίον των ήδη αναιρεσιβλήτων και της 4146/2005 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την από 11-3-2004 ανακοπή του προς ακύρωση της προσβαλλόμενης με αυτή έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης του Συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1 ΚΠολΔ), και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει, όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ'αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ'επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005).

Αντίθετα) η έλλειψη μείζονας πρότασης στην απόφαση ή οι εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου σ'αυτή ως προς την έννοια διάταξης ουσιαστικού δικαίου δεν αρκούν από μόνες τους για να ιδρύσουν το λόγο αναίρεσης υπό τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αν κατά τα λοιπά δεν συνέχονται με την ουσιαστική κρίση του δικαστηρίου, αφού το διατακτικό της απόφασης δεν στηρίζεται στις νομικές αναλύσεις του δικαστηρίου, αλλά στις ουσιαστικές παραδοχές του, που διατυπώνονται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού του.

Εξάλλου κατά το άρθρο 933 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ αντιρρήσεις του καθού η εκτέλεση και κάθε δανειστή του, που έχει έννομο συμφέρον, οι οποίες αφορούν στην εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου, στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης ή στην απαίτηση, ασκούνται μόνο με ανακοπή. Η ανακοπή αυτή κατά τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., με την οποία καθιερώνεται το σύστημα της κατά στάδια προσβολής των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης, είναι παραδεκτή:

α) αν αφορά στην εγκυρότητα του τίτλου ή στην προδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, αφότου γίνει η πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης, β) αν αφορά στην εγκυρότητα των πράξεων εκτέλεσης που έγινε από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα ή στην απαίτηση, έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και γ) αν αφορά στην εγκυρότητα της τελευταίας πράξης εκτέλεσης και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, μέσα σε τριάντα ημέρες από την ημέρα του πλειστηριασμού ή αναπλειστηριασμού, αν πρόκειται για κινητό και σε ενενήντα ήμερες από τη μεταγραφή της περίληψης της κατακυρωτικής έκθεσης, αν πρόκειται για ακίνητα.

Στην αναγκαστική εκτέλεση για ικανοποίηση χρηματικών απαιτήσεων πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης είναι η σύνταξη έκθεσης κατάσχεσης και τελευταία η σύνταξη έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης (άρθρο 934 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.). Από τις προαναφερόμενες διατάξεις και ενόψει του γεγονότος, ότι η κατά το σύστημα του Κ.Πολ.Δ.

λειτουργία της δικονομικής ακυρότητας, καθιστά αναγκαία την προσβολή των άκυρων πράξεων της εκτελεστικής διαδικασίας, οι οποίες παράγουν τις συνέπειες τους μέχρι να απαγγελθεί με δικαστική απόφαση η ακυρότητά τους, οπότε επέρχεται αναδρομική άρση των αποτελεσμάτων τους, γίνεται φανερό, ότι, αν οι επιμέρους πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας παρουσιάζουν ελάττωμα, πρέπει να προσβληθούν με ανακοπή (του άρθρου 933 Κ.Πολ.Δ.) μέσα σε ορισμένη προθεσμία, η οποία έχει ως αφετηρία ορισμένη πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας και είναι δικονομική, διεπόμενη από τις διατάξεις των άρθρων 144 επ.

Κ.Πολ.Δ. Κατά συνέπεια, αν η προθεσμία αυτή περάσει άπρακτη, επέρχεται έκπτωση από το δικαίωμα προσβολής της σχετικής πράξης (άρθρο 151 ΚΠολ.Δ.) και η πράξη αυτή καθίσταται πλέον απρόσβλητη και δεν μπορεί να συμπαρασύρει σε ακυρότητα και τις επόμενες πράξεις της διαδικασίας της εκτέλεσης, η σχετική δε ανακοπή, (η ασκηθείσα μετά την πάροδο της προθεσμίας), απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Για την εφαρμογή των προθεσμιών του άρθρου 934 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το αίτημα της ανακοπής, το οποίο αναφέρεται στην ακύρωση μιας ή περισσοτέρων πράξεων εκτέλεσης αλλά και τα ιστορούμενα σ'αυτήν ελαττώματα, τα οποία πρέπει να αναφέρονται ευθέως και αμέσως στις προσβαλλόμενες με το αίτημα πράξεις και να θίγουν το κύρος τους.

Ειδικότερα, οι λόγοι που αφορούν την εγκυρότητα του τίτλου είναι τα διάφορα τυπικά ή ουσιαστικά ελαττώματα αυτού. Στα τυπικά ελαττώματα εντάσσονται εκείνα, που αφορούν τον τίτλο ως έγγραφο, ενώ τα ουσιαστικά ελαττώματα τούτου αφορούν τις προϋποθέσεις παροχής έννομης προστασίας, υπό τη μορφή της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως η έλλειψη ενεργητικής ή παθητικής νομιμοποίησης και η έλλειψη έννομου συμφέροντος.

Τα ελαττώματα αυτά εντάσσονται κυρίως στην ύλη του ουσιαστικού δικαίου και αν είναι αναιρετικά ή παρακωλυτικά της κατά το ουσιαστικό δίκαιο απαίτησης ή της περαιτέρω πορείας της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτέλεσης, εφαρμόζεται για την άσκηση της σχετικής με αυτά ανακοπής η παραπάνω προθεσμία της παραγράφου 1β του άρθρου 934 Κ.Πολ.Δ., η οποία αρχίζει από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτελέσεως και έχει καταληκτικό σημείο την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης , που είναι η σύνταξη της έκθεσης πλειστηριασμού και κατακύρωσης και δεν συμπεριλαμβάνεται σε αυτή (ΑΠ 640/2017, ΑΠ 1539/2004).

Έτσι, αν δεν ασκήθηκε ανακοπή με τέτοιο περιεχόμενο, τα πιο πάνω ελαττώματα δεν μπορούν να προβληθούν με ανακοπή ως λόγος της ακυρότητας ελαττωματικότητας του πλειστηριασμού. Αλλά και ο δικονομικά άκυρος πλειστηριασμός παράγει έννομες συνέπειες μέχρις ότου ακυρωθεί με την ανακοπή του άρθρου 933 ΚΠολΔ, η οποία, επίσης, πρέπει να ασκηθεί μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1 γ' του ίδιου κώδικα.

Εάν παρέλθει άπρακτη η εν λόγω προθεσμία, ο πλειστηριασμός, ο οποίος αποτελεί τον ουσιώδη σκοπό και την τελευταία πράξη της εκτελεστικής διαδικασίας ^άρα δε και κρίσιμο στοιχείο, αφού δημιουργείται εφεξής και με την επακολουθήσασα κατακύρωση νέα έννομη κατάσταση, από την οποία απορρέουν δικαιώματα και δημιουργούνται νέες υποχρεώσεις, θεραπεύεται από τις τυχόν ακυρότητες fαπό τις οποίες πάσχει, είτε αυτές ανάγονται σε πλημμέλεια της διεξαγωγής του, είτε αναφέρονται σε επιμέρους πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας προγενέστερες αυτού (ΑΠ 372/2004).•-

Τέλος, κατά το άρθρο 585 παρ. 2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην ανακοπή κατά της αναγκαστικής εκτελέσεως του άρθρου 933 ΚΠολΔ, το έγγραφο της ανακοπής πρέπει να περιέχει, εκτός από τα στοιχεία που αναφέρονται στα άρθρα 118 έως 120 και τους λόγους αυτής, ενώ νέοι λόγοι μπορούν να προταθούν μόνο με πρόσθετο δικόγραφο που κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου, προς το οποίο απευθύνεται η ανακοπή, κάτω από το οποίο συντάσσεται έκθεση και κοινοποιείται στον αντίδικο τριάντα ή όταν πρόκειται για ειδικές διαδικασίες, οκτώ τουλάχιστον ημέρες πριν από τη συζήτηση. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αντικείμενο της δίκης, η οποία ανοίγεται με την ανακοπή, αποτελεί αποκλειστικώς και μόνο η έρευνα της βασιμότητας των λόγων της ανακοπής και εκείνων που προτάθηκαν εμπρόθεσμα με πρόσθετο δικόγραφο, ενώ λόγος αναιρέσεως για μη έρευνα λόγου ανακοπής που δεν προτάθηκε νομίμως, ως άνω, στο δικαστήριο της ουσίας, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 370/2001).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, ερευνώντας το δεύτερο λόγο της ένδικης από 1 1-3-2004 ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου τη 12-3-2004, δέχθηκε τα εξής: "Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής το ανακόπτον ισχυρίζεται ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην κατ' αυτού επισπευθείσα αναγκαστική εκτέλεση ως διάδοχος του καταργηθέντος ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Κοινωνικής Φροντίδα Ε.Ο.Κ.Φ.", καθόσον υπεισήλθε στις υποχρεώσεις αυτού στις 24.12.2003, ήτοι μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού.

Από την κατάθεση της μάρτυρα Δ. Σ. που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, από τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και τους ισχυρισμούς τους αποδεικνύονται τα ακόλουθα περιστατικά: Η πρώτη των καθ'ων Ε. Π. υπηρέτησε στο ΠΙΚΠΑ, ως μόνιμη υπάλληλος, στη θέση του κλάδου ΠΕ ιατρών, μέχρι τις 31.3.1991, που παραιτήθηκε και συνταξιοδοτήθηκε.

Το ως άνω νομικό πρόσωπο, με το άρθρο 6 παρ. 1 του V, 2646/1998 καταργήθηκε ως αυτοτελές νομικό πρόσωπο και συγχωνεύτηκε με άλλα νομικά πρόσωπα στο νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Εθνικός Οργανισμός Κοινωνικής Φροντίδας" (Ε.Ο.Κ.Φ.). Με την υπ'αριθμ. 9183/1999 απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατόπιν σχετικής αγωγής της ανωτέρω καθ'ης κατά του ΠΙΚΠΑ, αναγνωρίστηκε ότι το τελευταίο της οφείλει ποσό δραχμών 2.500.140, για διαφορά του εφάπαξ βοηθήματος που εδικαιούτο να λάβει όταν συνταξιοδοτήθηκε.

Σχετική έφεση κατ' αυτής απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ. 6771/2001 απόφαση του Διοικητικού Εφετείου Αθηνών. Στη συνέχεια, με βάση τις ως άνω αποφάσεις, ζήτησε και έλαβε την υπ' αριθμ. 2062/2003 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Αντίγραφο εξ απογράφου της ως άνω διαταγής πληρωμής, με επιταγή προς εκτέλεση, επέδωσε στον Ε.Ο.Κ.Φ.

στις 24.3.2003 και στις 22.7.2003 προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση ακινήτου του, ήτοι των 2/3 εξ αδιαιρέτου οικοπέδου του, εκτάσεως 831,89 τ.μ. που βρίσκεται στην …, επί της οδού .... Εν τω μεταξύ, με το άρθρο 5 του ν. 3.106/2003, που δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 10.2.2003, ορίστηκε ότι ο Ε.Ο.Κ.Φ. καταργείται έξι μήνες μετά τη δημοσίευση αυτού του νόμου στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (δηλαδή στις 10/8/2003).

Με το άρθρο 21 παρ. 4 του ιδίου νόμου ορίστηκε ότι με απόφαση του Υπουργού Υγείας και Πρόνοιας, οι πιστώσεις του προϋπολογισμού του Ε.O.K.Φ. που αφορούν δαπάνες για το διάστημα από την κατάργηση του και μέχρι το τέλος του - ιδίου οικονομικού έτους, μεταφέρονται στον προϋπολογισμό του Υπουργείου Υγείας και Πρόνοιας και στη συνέχεια κατανέμεται στους προϋπολογισμούς των Πε.Σ.Υ.Π., του Ε.Κ.Α.Κ.Β.

του Ε.ΣΥ Κ.Φ και των Ο.Τ.Α., ανάλογα με τις προγραμματισμένες δαπάνες των υπηρεσιακών μονάδων του Ε.Ο.Κ.Φ. που ενσωματώνονται και του προσωπικού που μεταφέρει στους παραπάνω φορείς. Στη συνέχεια, με το άρθρο 21 παρ. Α1 του ν. 3172/2003, μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του ν. 3106/2003, προστέθηκε εδάφιο, ως εξής: ομοίως η κυριότητα και κάθε άλλο εμπράγματο δικαίωμα, επί του συνόλου της κινητής και ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Κ.Φ., που χρησιμοποιείται από τις μονάδες αυτού που αναφέρονται στην παρ. 2 του άρθρου 1 του ν. 3106/2003, περιέρχεται αυτοδικαίως, χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου και χωρίς αντάλλαγμα, στα Πε.Σ.Υ.Π., στα οποία υπάγονται οι παραπάνω μονάδες του και με το άρθρο 21 παρ. 2α του ιδίου ν.3172/2003 προστέθηκε στο ως άνω άρθρο 5 του ν. 3.106/2003, παρ. 8 με την οποία ορίστηκε ότι η κυριότητα της ακίνητης περιουσίας του Ε.Ο.Κ.Φ., η οποία δεν μεταφέρεται με τις διατάξεις του νόμου αυτού σε άλλους φορείς, περιέρχεται στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας, χωρίς την τήρηση οποιουδήποτε τύπου, πράξης ή συμβολαίου και χωρίς αντάλλαγμα, με την επιφύλαξη των κειμένων διατάξεων περί δωρεών, κληρονομιών και κληροδοσιών, ενώ δεν ορίσθηκε, οτιδήποτε για τη διαδοχή στις υποχρεώσεις του Ε.O.K.Φ.

Το ως άνω ακίνητο του Ε.Ο.Κ.Φ., που κατά τα προαναφερθέντα είχε κατασχεθεί, με βάση το προαναφερθέν νομικό καθεστώς, περιήλθε στο ανακόπτον και συγκεκριμένα στο Υπουργείο Υγείας και Πρόνοιας.

Από την επισημείωση του επιδόσαντος δικαστικού επιμελητή στο κοινοποιηθέν στο ανακόπτον στις 13/10/2003 επίσημο αντίγραφο της υπ' αριθμ. …/…-10- 2003 Α' Επαναληπτικής Περίληψης Κατασχετήριας Έκθεσης Ακινήτων για τη διενέργεια πλειστηριασμού του δικαστικού επιμελητή Πρωτοδικείου Αθηνών Θ. Α. αποδεικνύεται ότι επισπεύδεται από τη Ε. Π. κατά του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του νομικού

προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία Ε.Ο.Κ. Φ., (πρώην ΠΙΚΠΑ ν.π.δ.δ.), δημόσιος αναγκαστικός πλειστηριασμός ακινήτου που κατασχέθηκε σε βάρος του τότε ιδιοκτήτη και οφειλέτη (Ε.O.K. Φ ν.π.δ.δ.), ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ρακοπούλου που θα διενεργηθεί τη 10/12/2003. Το ακίνητο αυτό εκπλειστηριάσθηκε την ανωτέρω ημεροχρονολογία και συνετάγη η υπ'αριθμ…./2003 προσβαλλόμενη έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακυρώσεως του συμβολαιογράφου Αθηνών Νικολάου Παπαθέου και συνετάγη η υπ' αριθμ. …/2004 περίληψη της κατακυρωτικής έκθεσης της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Ρακοπούλου, η οποία (περίληψη) μετεγράφη στα βιβλία μεταγραφών υποθηκοφυλακείου Κηφισίας στις 8/1/2004. Με τον δεύτερο λόγο ανακοπής του το ανακόπτον Ελληνικό Δημόσιο βάλλει, κατά της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (έκθεσης αναγκαστικού πλειστηριασμού και κατακύρωσης), ισχυριζόμενο ότι δεν νομιμοποιείται παθητικά στην ως άνω επισπευσθείσα κατ' αυτού αναγκαστική εκτέλεση με την επίδοση σ' αυτόν της προαναφερθείσας Α' περίληψης κατασχετήριας έκθεσης ως διαδόχου του ΕΟΚ Φ ν.π.δ.δ. (πρώην ΠΙΚΠΑ ν.π.δ.δ.), καθόσον κατέστη ειδικός διάδοχος των υποχρεώσεων του ΠΙΚΠΑ μετά τη διενέργεια του πλειστηριασμού (10.12.2003) και συγκεκριμένα στις 24.12.2003. Ο προβαλλόμενος λόγος ανακοπής αφορά την εγκυρότητα

πράξης εκτέλεσης, (…/2003 Α' Επαναληπτικής Περίληψης), που έγινε από την πρώτη μετά την επιταγή πράξη εκτέλεσης και πέρα και πρέπει η ανακοπή να ασκηθεί έως την έναρξη της τελευταίας πράξης εκτέλεσης (πλειστηριασμού). Κατά συνέπεια ο λόγος αυτός προβαλλόμενος μετά το ανωτέρω χρονικό σημείο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος..... Επομένως η εκκαλουμένη που απέρριψε με διαφορετική αιτιολογία το σχετικό λόγο της ανακοπής δεχθείσα ότι το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε στις υποχρεώσεις του, έσφαλε και πρέπει, αφού αντικατασταθεί η αιτιολογία (αρθρ. 534 Κ.Πολ.Δ.), να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος ανακοπής και της έφεσης". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις διατάξεις των άρθρων 159 αρ. 1, 933 παρ. 1, 934 παρ. Ί εδ. γ' και 2, 999 παρ. 1, 3 και 4 του Κ.Πολ.Δ., ούτε κήρυξε παρά το νόμο απαράδεκτο και συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος αναίρεσης, που πλήττει την προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τους αριθμ. 1 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατ'εκτίμηση του περιεχομένου του, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από το άρθρο 559 αρ. 8 και 19 του Κ.Πολ.Δ, υποστηρίζοντας ότι το Εφετείο που την εξέδωσε, α) δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του, που προτάθηκε με την κρινόμενη ανακοπή του, ότι δεν ήταν, κατά το χρόνο επίδοσης της άνω επαναληπτικής περίληψης, ούτε και κατά το χρόνο διενέργειας του πλειστηριασμού, οφειλέτης της επισπεύδουσας (ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης) για την απαίτηση που είχε η τελευταία κατά του ΕΟΚΦ και συνεπώς, με την επίδοση αυτή της άνω περίληψης στο Δημόσιο, το οποίο εκ του λόγου αυτού δεν νομιμοποιείτο παθητικά, δεν χώρησε έγκυρα ο ένδικος πλειστηριασμός, β) ουδεμία αιτιολογία διέλαβε σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της ακυρότητας του πλειστηριασμού, για το λόγο ότι δεν επιδόθηκε στον οφειλέτη της απαιτήσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης η άνω επαναληπτική περίληψη, έλλειψη, η οποία, κατ' άρθρο 999 παρ. 3 και 4 Κ.Πολ.Δικ., συνιστά λόγο απόλυτης ακυρότητας του ένδικου πλείστηριασμού, γ)δέχτηκε ...ως "οφειλέτη" το Δημόσιο, χωρίς καμία περί αυτού σκέψη ή αιτιολογία και παρά τους με αιτιολογημένο τρόπο περί του αντιθέτου προταθέντες ισχυρισμούς του Δημοσίου.

Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος, κατά το πρώτο σκέλος του, ως αβάσιμος, αφού, κατά τα ήδη εκτεθέντα, το Εφετείο εξέτασε τον ανωτέρω υπό στοιχ. α' ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του στη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος του ως διαδόχου του ΕΟΚΦ, που αποτέλεσε το περιεχόμενο του δεύτερου λόγου της ένδικης ανακοπής του, απορρίπτοντας αυτόν ως απαράδεκτο, διότι δεν προτάθηκε μέσα στην προθεσμία του άρθρου 934 παρ. 1β Κ.Πολ.Δ., και κατά το δεύτερο σκέλος του, ως απαράδεκτος, διότι ο υπό στοιχ.

β' και γ' ισχυρισμός για ακυρότητα του ένδικου πλειστηριασμού, επειδή δεν επιδόθηκε στον οφειλέτη της απαιτήσεως της πρώτης ανιρεσίβλητης η άνω επαναληπτική περίληψη κατ'άρθρο 999 παρ. 3 και 4 Κ.Πολ.Δ., δεν προβλήθηκε παραδεκτώς με αντίστοιχο λόγο ανακοπής, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου της ή με πρόσθετο λόγο ανακοπής εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1 γ' Κ.Πολ.Δ.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 969 παρ. 3 και 1002 παρ. 2 και 3 του ΚΠολΔ, αν στη ματαίωση του πλειστηριασμού ακινήτου συμφωνούν ο οφειλέτης και ο επισπεύδων την εκτέλεση, ο συμβολαιογράφος, ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, είναι υποχρεωμένος να μη τον διενεργήσει, εφόσον η σχετική συμφωνία, για την ισχύ της οποίας δεν απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου ή κατάρτιση αυτής ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου, έχει γίνει πριν από τη διενέργεια του πλειστηριασμού, έχει γνωστοποιηθεί σ' αυτόν και στους αναγγελθέντες με τίτλο δανειστές και υπάρχει συναίνεση των τελευταίων γνωστοποιούμενη στο συμβολαιογράφο (ΑΠ 1432/2003).

Παράλληλα, ενόψει της αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως (άρθρο 361 ΑΚ), σε συνδυασμό προς το άρθρο 1019 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι δυνατή η αναστολή του πλειστηριασμού, και με συμφωνία μεταξύ του επισπεύδοντος την εκτέλεση και του οφειλέτη. Για το έγκυρο της συμφωνίας αυτής δεν απαιτείται η τήρηση συμβολαιογραφικού τύπου ή κατάρτιση αυτής ενώπιον του επί του πλειστηριασμού υπαλλήλου.

Απαιτείται, όμως, κατ' ανάλογη, λόγω της ταυτότητας του νομοθετικού λόγου, εφαρμογή των ισχυόντων επί της διατάσσουσας την αναστολή αποφάσεως (άρθρα 939, 1000 ΚΠολΔ), η γνωστοποίηση αυτής, με επιμέλεια των διαδίκων, στον επί του πλειστηριασμού υπάλληλο, χωρίς την οποία εγκύρως διενεργείται ο πλειστηριασμός.

Την εν λόγω γνωστοποίηση επιβάλλει η ανάγκη ασφάλειας των πλειοδοτών, αλλά και της διαδικασίας της αναγκαστικής εκτελέσεως από το ενδεχόμενο ακυρώσεώς της (ΑΠ 914/2004).

Τέλος, οι διατάξεις για τον πλειστηριασμό είναι, κατά κανόνα, δημόσιας τάξης, αποβλέπουν δε στην παροχή έννομης προστασίας με τη μορφή της αναγκαστικής εκτελέσεως μετά από στάθμιση των συμφερόντων των δανειστών που δεν εισέπραξαν την απαίτησή τους, του οφειλέτη στον οποίο ανήκει το πλείστηριαζόμενο πράγμα, αλλά και του υπερθεματιστή ο οποίος μετέχει στη διαδικασία του πλειστηριασμού πρωτίστως μεν προς το συμφέρον του, συγχρόνως όμως και προς το συμφέρον των δανειστών του καθού η εκτέλεση.

Το δημοσίου δε δικαίου δικαίωμα του δανειστή να επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του οφειλέτη του, για την πραγμάτωση εξοπλισμένης με εκτελεστό τίτλο απαιτήσεως στηρίζεται σε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου και η άσκησή του, (με την κατάσχεση και τον πλειστηριασμό ακινήτου του οφειλέτη), δεν επιτρέπεται να υπερβαίνει τα τιθέμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια (ΑΠ 1432/2003).

Έτσι και στις περιπτώσεις αυτές εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, που είναι επίσης δημόσιας τάξης. Επομένως, ο οφειλέτης μπορεί για απόκρουση του επισπευδομένου πλειστηριασμού να προβάλλει ότι λόγω των συνθηκών που συντρέχουν, η πραγμάτωση του δικαιώματος απ' αυτόν (επισπεύδοντα δανειστή) απαγορεύεται γιατί υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Μόνη όμως η διαβεβαίωση του επισπεύδοντα την εκτέλεση δανειστή προς τον οφειλέτη ότι θα συναινέσει στην αναστολή ή ματαίωση του πλειστηριασμού, υπόσχεση που δεν έλαβε συμβατική μορφή και δόθηκε ερήμην του υπαλλήλου επί του πλειστηριασμού και των άλλων δανειστών που τυχόν έχουν αναγγελθεί, δεν μπορεί να οδηγήσει σε κρίση ακυρότητας του πλειστηριασμούς που ενεργήθηκε χωρίς επίκληση και παραδοχή από το δικαστήριο της ουσίας, ότι και ο υπερθεματιστής, που κυρίως ζημιώνεται από την ακύρωση, είχε οποιαδήποτε γνώση των όσων συνέβησαν πριν από τον πλειστηριασμό.

Και τούτο διότι η όλη λειτουργία της αναγκαστικής εκτελέσεως χαρακτηρίζεται αφενός από μια κινητικότητα ομάδας προσώπων, που δεν περιλαμβάνει αναγκαστικά μόνο τον αρχικώς επισπεύδοντα δανειστή και τον οφειλέτη του και αφετέρου μια αποτελεσματικότητα μέσων, που δεν αφήνει ανεπηρέαστες τις ουσιαστικού δικαίου έννομες σχέσεις των εμπλεκόμενων προσώπων, που είναι υποκείμενα της αναγκαστικής εκτελέσεως (ΑΠ 2069/2007, απ 1154/2004).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ερευνώντας τον τρίτο λόγο της ένδικης ανακοπής δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής το ανακόπτον υποστηρίζει ότι ο πλειστηριασμός διενεργήθηκε κατά κατάχρηση δικαιώματος. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι δεν κατέστη δυνατή η εξόφληση της απαίτησης της πρώτης καθής η ανακοπή (επισπεύδουσας) επειδή το Δημόσιο δεν ήταν ειδικός διάδοχος του ΕΟΚ Φ. (ν.π.δ.δ.) ώστε να νομιμοποιείται στην καταβολή και εξόφληση της απαίτησής της και έπρεπε να υπάρξει ειδική νομοθετική ρύθμιση δια της οποίας το Δημόσιο θα υπεισήρχετο στις υποχρεώσεις του ΕΟΚ Φ.

Προς τούτο ενημερώθηκαν όλοι οι ενδιαφερόμενοι και η πρώτη των καθών (επισπεύδουσα) οι οποίοι είχαν τίτλο εκτελεστό και είχαν επισπεύσει αναγκαστική εκτέλεση κατά του Δημοσίου και συμφώνησαν όλοι να αναβληθεί η διενέργεια πλειστηριασμού μέχρι να υπάρξει η ψήφιση κατά τα ανωτέρω σχετικής διάταξης ρυθμίζουσας τη παθητική νομιμοποίηση του Δημοσίου με σκοπό να καταβληθούν οι απαιτήσεις σε βάρος του ΕΟΚ Φ.

Παρά την προφορική συμφωνία των οργάνων του Δημοσίου με την επισπεύδουσα για αναβολή της διενέργειας του πλειστηριασμού, η τελευταία (επισπεύδουσα) έδωσε εντολή για τη διενέργεια του πλειστηριασμού, ο οποίος τελικά και διενεργήθηκε. Με βάση τα ανωτέρω το ανακόπτον υποστηρίζει ότι η άσκηση του δικαιώματος διενέργειας πλειστηριασμού ασκήθηκε καταχρηστικά καθόσον υπερβαίνει τα όρια που επιβάλλει η καλή πίστη, που είναι η ευθύτητα και η εντιμότητα η υπαγορευόμενη σε κάθε άνθρωπο από τις ανάγκες της κοινωνικής συμβίωσης, τα χρηστά ήθη, που αποτελούν τα κριτήρια της κοινωνικής ηθικής, τα κρατούντα κατά τη γενική αντίληψη των εντίμων και συνεπών ανθρώπων και κυρίως, τον κοινωνικοοικονομικό σκοπό του δικαιώματος, που είναι το όριο που συνυπάρχει στο δικαίωμα για την ανάγκη διαφυλάξεως του γενικότερου συμφέροντος του κοινωνικού συνόλου, λαμβανομένου υπόψη και το ότι η εκπλειστηρίαση των ακινήτων του Ελληνικού Δημοσίου ενέχει τον κίνδυνο της αδυναμίας υλοποίησης στο μέλλον των κοινωνικών σκοπών και δεσμεύσεων που έχει αναλάβει το Δημόσιο έναντι του κοινοτικού συνόλου στον τομέα της πρόνοιας και της φροντίδας, ευπαθών και γενικά χρηζόντων, ιδιαιτέρως μέριμνας ατόμων και κοινωνικών ομάδων.

Ο λόγος αυτός της ανακοπής πρέπει να απορριφθεί ως νομικά αβάσιμος, συμφωνά με όσα προεκτέθηκαν, καθόσο ουδόλως υποστηρίζει το ανακόπτον ότι οι υπερθεματιστές (Α. Μ. και Ε. Β.) είχαν λάβει γνώση της παραπάνω συμφωνίας ματαίωσης του πλειστηριασμού.

Τα ίδια κρίνοντας η εκκαλουμένη, απορρίπτοντας το σχετικό λόγο της ανακοπής δεν έσφαλε και πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος κατ' ουσίαν και ο τρίτος λόγος της εφέσεως." Κρίνοντας έτσι το Εφετείο και απορρίπτοντας, όπως και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, ως νομικά αβάσιμο τον τρίτο λόγο της ανακοπής του ήδη αναιρεσείοντος, με τον οποίο ζητήθηκε η ακύρωση του διενεργηθέντος με επίσπευση της πρώτης αναιρεσίβλητης ως άνω πλειστηριασμού, για το λόγο ότι η επιδίωξη διενέργειας αυτού, υπό τις προαναφερόμενες συνθήκες, συνιστά κατάχρηση δικαιώματος, δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ, εφόσον το ανακόπτον, (όπως δέχτηκε το Εφετείο), στον εξεταζόμενο λόγο της ένδικης ανακοπής του δεν επικαλείται ότι οι αναιρεσίβλητοι υπερθεματιστές, που κυρίως ζημιώνονται από την ακύρωση, είχαν οποιαδήποτε γνώση των όσων ισχυρίζεται ότι συνέβησαν πριν από τον πλειστηριασμό, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσης.

Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος, ενώ ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, συνιστάμενη στο ότι το Εφετείο αναφορικά με την απόρριψη ως μη νομίμου του ως άνω λόγου της ανακοπής περί καταχρηστικής διενέργειας του ένδικου πλειστηριασμού, διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του εσφαλμένες άλλως ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι απαράδεκτος, καθόσον ο λόγος αυτός αναίρεσης προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου και δεν ιδρύεται, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αίτηση παροχής έννομης προστασίας ως μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση συνέβη για τον προαναφερόμενο λόγο ανακοπής του αναιρεσείοντος (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 1821/2008, ΑΠ 1208/2008, ΑΠ 121/2011).

Κατ'ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει η κρινόμενη αίτηση, η οποία δεν περιέχει άλλους λόγους αναίρεσης, να απορριφθεί στο σύνολό της και να καταδικαστεί το αναιρεσείον, που νικήθηκε στη δίκη, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμεων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα τους (άρθρ. 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένων όμως, κατ' άρθρ. 22 παρ. 1 ν. 3693/ 1957, (που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αριθμ. 18 Εισ.Ν.ΚΠολΔ), σε συνδυασμό με τις διατάξεις του άρθρου 5 παρ. 12 ν. 1738/1987 και αριθμ. 2 της 134423 οικ/8-12-1992 κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ 11/Β/20-1-1993), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 9-2-2007 αίτηση αναίρεσης κατά της 6815/2006 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 6 Μαΐου 2019.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Υπογράφει η Πρόεδρος του Αρείου Πάγου ως Προϊσταμένη του καθόσον ο διευθύνων τη συζήτηση και όλα τα μέλη του Δικαστηρίου που αναφέρονται στην αρχή της παρούσης έπαψαν να είναι τοποθετημένοι στο δικαστήριο τούτο λόγω συνταξιοδότησης.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 20 Ιουλίου 2021.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ