Supreme Court partially allows appeals against appeal court dismissal, remanding case for retrial on evidence issues.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court partially allowed two appeals against a Third Instance Court decision dismissing a lawsuit as legally inadmissible. The appellants argued the lower court failed to consider submitted evidence, while the respondents contended the dismissal was proper. The Court ruled that since the lower court did not enter the evidentiary phase, the appeal regarding ignored evidence is admissible, leading to a remand for further proceedings.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArt. 559(11) K.Pol.D.; Art. 580(3) K.Pol.D.: An appeal alleging failure to consider submitted evidence is admissible if the lower court did not enter the evidentiary phase and dismissed the claim as legally inadmissible, requiring remand for further examination.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 948 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 948/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη- Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 8 Μαΐου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Α. Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γάλλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Π. Γ. του Χ., 2) Ρ. Μ. Ν. του Έ., συζύγου Π. Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γκιουλέκα και κατέθεσαν προτάσεις.
Β. Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Γ. του Χ., 2) Ρ. Μ. Ν. του Έ., συζύγου Π. Γ., κατοίκων ... οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Γκιουλέκα και κατέθεσαν προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Γάλλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Β. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 17/12/2004 και 5/8/2007 αγωγές των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 28665/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 305/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο υπό στοιχείο Α αναιρεσείων με την από 7/7/2020 αίτησή του και οι υπό στοιχείο Β αναιρεσείοντες με την από 17/7/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των υπό στοιχείο Α ήδη αναιρεσιβλήτων και υπό στοιχείο Β ήδη αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της από 17/7/2020 αιτήσεως, την απόρριψη της από 7/7/2020 αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Φέρονται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου Α) η από 7-7-2020 (1598/173/7-7-2020) και Β) η 17-7-2020 (2225/253/2-9-2020) αιτήσεις για αναίρεση της, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία εκδοθείσας, 305/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειάς τους, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία, κατ' άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπό στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, ο δεύτερος των αναιρεσιβλήτων, Β. Κ., δεν παραστάθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο. Από την 4555/27-10-2021 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Θεσσαλονίκης Α. Σ., που περιέχεται στο φάκελο της δικογραφίας, αντίγραφο της ως άνω υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, της οικείας έκθεσης κατάθεσής της καθώς και της κλήσης για συζήτηση αυτής, κατά τη δικάσιμο της 7ης-2-2022, κατά την οποία η υπόθεση αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης αυτής δικάσιμο (8-5-2023), επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στον ως άνω αναιρεσίβλητο, με επιμέλεια των αναιρεσειόντων, που επισπεύδουν τη συζήτηση και, επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν παρών (άρθρα 108, 110 παρ. 2, 498 παρ. 1, 568 παρ. 1 και 2 και 576 παρ. 1-3 του Κ.Πολ.Δ.). Μετά ταύτα, οι υπό κρίση αιτήσεις αναιρέσεως, οι οποίες ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 495 παρ. 3Β περ. δ', 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.), είναι παραδεκτές (άρθ. 577 παρ.1 του Κ.Πολ.Δ.) και, συνεκδικαζόμενες, πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτών (άρθ. 577 παρ.3 του ίδιου Κώδικα).
Α. Επί της από 7-7-2020 (1598/173/7-7-2020) αιτήσεως αναιρέσεως:
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 518 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυαν πριν από την τροποποίησή τους με το άρθρο τρίτο άρθρο 1 του ν. 4335/2015, αν ο εκκαλών διαμένει στην Ελλάδα, η προθεσμία της έφεσης είναι τριάντα (30) ημέρες και αρχίζει από την επίδοση της απόφασης, ενώ, αν αυτή δεν επιδοθεί, η προθεσμία της έφεσης είναι τρία (3) έτη και αρχίζει από τη δημοσίευση της απόφασης.
Η τριετής αυτή προθεσμία είναι καταχρηστική και, σε αντίθεση με την προθεσμία της παρ. 1 του ίδιου άρθρου, δεν συνδέεται με οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή ενέργεια του διαδίκου, συνδέεται δε με την πάροδο των τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της απόφασης, εκτός αν προηγηθεί της τριετίας επίδοση της απόφασης, οπότε η τελεσιδικία θα επέλθει με την εκπνοή της προθεσμίας της παρ. 1 του ίδιου άρθρου.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 495 του Κ.Πολ.Δ., το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται με δικόγραφο που κατατίθεται σε πρωτότυπο στη γραμματεία του εκδόσαντος της εκκαλούμενη απόφαση δικαστηρίου, ενώ, κατά τη διάταξη του άρθρου 532 του ίδιου Κώδικα, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, με βάση τα προαποδεικτικώς προσκομιζόμενα έγγραφα, το εμπρόθεσμο της ασκήσεως της εφέσεως, που είναι προϋπόθεση του παραδεκτού αυτής και, αν διαπιστώσει ότι η έφεση ασκήθηκε εκπροθέσμως, την απορρίπτει ως απαράδεκτη.
Επί απλής ομοδικίας, η επίδοση της πρωτόδικης απόφασης από ή σε έναν ομόδικο κινεί την προθεσμία της έφεσης μόνον κατά του παραγγείλαντος και του προς ον η επίδοση και όχι κατά των λοιπών ομοδίκων.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.14 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Υπό τον όρο "απαράδεκτο" νοείται το δικονομικό απαράδεκτο, αυτό, δηλαδή, που δημιουργείται από την αθέτηση-παραβίαση δικονομικής διάταξης, με αποτέλεσμα η δικονομική ενέργεια να στερείται των αναγκαίων προϋποθέσεων του κύρους της (Ολ.ΑΠ 2/2001).
Μέσω του παραπάνω λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων ως και των πρόσθετων λόγων αυτών. Στην προκειμένη, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτουν τα εξής: Με την από 17-12-2004 (8752/7-3-2005) αγωγή τους οι 1) Π. Γ. και 2) Ρ. - Μ. Γ. ζητούσαν να αναγνωριστεί ότι οι εναγόμενοι 1) Ι.
Μ. και 2) Β. Κ. οφείλουν να τους καταβάλουν, εις ολόκληρον ο καθένας, τα σ' αυτήν (αγωγή) αναφερόμενα ποσά, κατά τα στο ως άνω αγωγικό δικόγραφο εκτιθέμενα. Με την από 5-8-2007 (47665/2007) αγωγή του ο Ι. Μ. κατά των εναγομένων 1) Π. Γ. και 2) Ρ. - Μ. Γ. ζητούσε να υποχρεωθούν οι τελευταίοι, κατά το λόγο της μερίδας τους, να του καταβάλουν τα σ' αυτήν αναφερόμενα χρηματικά ποσά και να αναγνωριστεί ότι αυτοί του οφείλουν το στο αγωγικό δικόγραφο ποσό, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με την 28665/2009 οριστική απόφασή του, συνεκδίκασε τις ως άνω αγωγές και τις απέρριψε. Κατά της απόφασης αυτής: α) οι ενάγοντες της πρώτης ως άνω αγωγής άσκησαν την από 18-2-2010 (719/19-2-2010) έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής κατά των εναγομένων, με την οποία ζητούσαν να εξαφανιστεί η ως άνω εκκληθείσα απόφαση, ως προς το κεφάλαιο αυτής, που αφορά στην απόρριψη της αγωγής τους, επί τω τέλει όπως γίνει αυτή δεκτή και β) ο ενάγων της δεύτερης αγωγής άσκησε την από 1-8-2012 (3060/31-8-2012) έφεση κατά των εναγομένων (εναγόντων της πρώτης ως άνω αγωγής) καθώς και τους πρόσθετους λόγους αυτής, διώκοντας την εξαφάνιση της εκκληθείσας απόφασης, επί τω τέλει όπως γίνει δεκτή η αγωγή του.
Το Τριμελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την ήδη αναιρεσιβαλλόμενη 305/2020 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις αντίθετες εφέσεις, απέρριψε την δεύτερη εξ αυτών ως απαράδεκτη, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της καθώς και τους πρόσθετους λόγους αυτής, λόγω του παρακολουθηματικού τους χαρακτήρα, για το λόγο ότι, ενώ η επίδοση της εκκληθείσας απόφασης από τον εκκαλούντα προς τους αντιδίκους του έγινε στις 21-1-2010, το πρωτότυπο του δικογράφου της, όμως, κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στις 31-8-2012, δηλαδή, μετά την πάροδο της 30νθήμερης προθεσμίας.
Έτσι, όμως, που έκρινε και με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτώς επισκοπούμενη 5318Δ'/21-1-2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης Κ. Τ., που περιέχεται στο φάκελο της δικογραφίας, ο τελευταίος, μετά από γραπτή εντολή του δικηγόρου Θεσσαλονίκης, Λαζάρου Σεργιάδη, πληρεξουσίου του Β.
Κ. -συνεναγομένου του εκκαλούντος Ι. Μ., ο οποίος, όμως, δεν άσκησε έφεση- επέδωσε την απόφαση του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στον Αθανάσιο Γκιουλέκα, πληρεξούσιο δικηγόρο των εναγόντων-εναγομένων 1) Π. Γ. και 2) Ρ. Μ. Ν., ως προς τους οποίους τέθηκε σε κίνηση η προθεσμία των τριάντα ημερών (30) ημερών για την άσκηση έφεσης.
Εξάλλου, η επικαλούμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετική επισημείωση επί του ακριβούς αντιγράφου της εκκληθείσας απόφασης συνετάγη από τον ίδιο ως άνω δικαστικό επιμελητή. Αντίθετα, δεν προκύπτει ούτε άλλωστε γίνεται επίκληση επίδοσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου στο συνεναγόμενο, απλό ομόδικο του Β.
Κ., ο οποίος άσκησε την ανωτέρω έφεση και ήδη αναιρεσείοντα, Ι. Μ., με συνέπεια να μην έχει τεθεί σε κίνηση, ως προς αυτόν, η προθεσμία της παρ. 1 του άρθρου 518 του Κ.Πολ.Δ., οπότε το εμπρόθεσμο ή μη της ασκηθείσας υπ' αυτού έφεσης έπρεπε να κριθεί, αποκλειστικά, από την πάροδο ή μη της προθεσμίας των τριών (3) ετών από τη δημοσίευση της εκκληθείσας απόφασης.
Κατόπιν τούτων, τυγχάνει βάσιμος ο μοναδικός λόγος της υπό κρίση Α' αίτησης αναίρεσης και, συνακόλουθα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση και συγκεκριμένα ως προς κεφάλαιο αυτής, που αφορά στην απόρριψη της ανωτέρω έφεσης και των πρόσθετων λόγων αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) ενώπιον του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές.
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στον αναιρεσείοντα του παραβόλου, που κατέθεσε για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (106, 176, 180 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
Β. Επί της από 17-7-2020 (2225/253/2-9-2020) αιτήσεως αναιρέσεως: Κατά τη διάταξη του άρθρου 686 του Α.Κ., αν ο εργολάβος, χωρίς υπαιτιότητα του εργοδότη, επιβραδύνει την εκτέλεση του έργου, με τρόπο που αντιβαίνει στη σύμβαση και καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωση του έργου, ο εργοδότης μπορεί να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση, χωρίς να περιμένει το χρόνο παραδόσεως του έργου.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ανωτέρω διατάξεως με αυτές των άρθρων 387, 389 και 390 του ίδιου Κώδικα προκύπτει ότι, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις της πρώτης από τις διατάξεις αυτές, με την κατά τη διάταξη αυτή δήλωση του εργοδότη προς τον εργολάβο ότι υπαναχωρεί από τη σύμβαση της μίσθωσης έργου, η σύμβαση αυτή καταργείται από τη στιγμή της κατάρτισής της (ex tunc), η νομική σχέση μεταξύ του εργοδότη και του εργολάβου διαλύεται αυτοδικαίως και αναδρομικά, επέρχεται απόσβεση όλων των υποχρεώσεων αυτών για παροχή που πηγάζουν από τη σύμβαση και δημιουργείται υποχρέωσή τους να αποδώσουν αμοιβαίως τις παροχές που έλαβαν κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού (άρθρ. 904 επ.
του Α.Κ.), για αιτία που έληξε. Ο εργοδότης που ασκεί το δικαίωμα υπαναχώρησης μπορεί, επιπλέον, να ζητήσει, σύμφωνα με το άρθρο 387 του Α.Κ., να του επιδικαστεί εύλογη, κατά την κρίση του δικαστηρίου, από τη μη εκπλήρωση της συμβάσεως (0λ.Α.Π.568/1975, Α.Π. 670/2020, Α.Π. 2166/2013). Με τη διάταξη αυτή, ο νόμος εισάγει μετριασμό της ανορθωτέας ζημίας.
Κριτήρια για τον καθορισμό του ύψους της αποζημίωσης αυτής δεν τίθενται στο νόμο, το δικαστήριο δε της ουσίας έχει δυνητική ευχέρεια να επιδικάσει ή μη, κατ' εύλογη κρίση, αποζημίωση με τον περιορισμό, μόνον, ότι η εν λόγω αποζημίωση δεν μπορεί να υπερβαίνει την πραγματική ζημία του δανειστή, που βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια προς την αντισυμβατική διαγωγή του οφειλέτη.
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 297, 298 και 914 του Α.Κ. προκύπτει ότι γενική αρχή του δικαίου ότι κάθε πράξη ή παράλειψη, που ζημιώνει, δημιουργεί υποχρέωση προς αποζημίωση, εφόσον έγινε από πταίσμα εκείνου που προκάλεσε τη ζημία, η δε πράξη ή παράλειψη έρχεται σε αντίθεση όχι μόνο με συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, αλλά και με το γενικότερο πνεύμα της έννομης τάξεως, που επιβάλλει την υποχρέωση να μην εξέρχεται κάποιος, με τις πράξεις του, από τα όρια που ορίζονται κάθε φορά από τα συναλλακτικά χρηστά ήθη.
Εξάλλου, υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται σύμβαση, μπορεί, πέρα από την αξίωση που πηγάζει από τη σύμβαση, να επιστηρίζει και αξίωση από αδικοπραξία, εάν και χωρίς τη συμβατική σχέση διαπραττόμενη θα ήταν παράνομη, ως αντικειμένη στο γενικό καθήκον να μη ζημιώνει κάποιος υπαιτίως άλλον (Ολ.Α.Π. 967/1973, Α.Π. 345/2018, Α.Π. 1273/2017).
Εντεύθεν, έπεται ότι αυτός, που αναλαμβάνει την εκτέλεση έργου ως εργολάβος, υπέχει εκ των ανωτέρω διατάξεων ευθύνη προς αποζημίωση. Και ναι μεν, καταρχήν, μόνη η αθέτηση προϋφιστάμενης ενοχής δεν συνιστά αδικοπραξία, είναι όμως δυνατό μια υπαίτια ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει, συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία, μόνον, όταν η ενέργεια αυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό κανόνα που επιβάλλει το άρθρο 914 του Α.Κ., να μην προκαλεί κάποιος σε άλλον υπαιτίως ζημία, στην έννοια της οποίας περιλαμβάνεται και κάθε προσβολή του προσώπου ή των προστατευόμενων έννομων αγαθών (υλικών ή ηθικών) του άλλου.
Στην περίπτωση αυτή, ο δικαιούχος της αποζημιώσεως αποκτά συρροή αξιώσεων, την καθεμία από τις οποίες μπορεί να επιλέξει ή να τις ασκήσει και παραλλήλως, μία, όμως, φορά θα αποζημιωθεί πλήρως, σε τρόπον ώστε, αν ικανοποιηθεί πλήρως βάσει της μιας ευθύνης, να μην μπορεί να ζητήσει ικανοποίηση βάσει της άλλης, εκτός αν αυτή έχει αντικείμενο αποζημιώσεως μεγαλύτερο από εκείνη, οπότε σώζεται το επιπλέον.
Τέλος, για τη θεμελίωση της αδικοπρακτικής ευθύνης πρέπει ο ενάγων-εργοδότης να περιλαμβάνει, κατ' άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., στο δικόγραφο της αγωγής του όλα εκείνα τα στοιχεία, που αποτελούν προϋποθέσεις της αποζημιώσεως και κυρίως την παράνομη ενέργεια του υποχρέου, την υπαιτιότητά τους, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της υπαίτιας συμπεριφοράς και της ζημίας.
Αόριστη αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής ότι η ζημία οφείλεται σε αντισυμβατικές ενέργειες του εναγομένου ή σε αθέτηση των συμβατικών του υποχρεώσεων δεν αρκεί, προκειμένου να θεμελιώσει την αδικοπρακτική ευθύνη του τελευταίου.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1α του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 845/2019).
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. β` του Κ.Πολ.Δ., η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, δηλαδή, των γενικών και αφηρημένων αρχών για την εξέλιξη των πραγμάτων, οι οποίες αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα με τη βοήθεια της επιστημονικής έρευνας ή της επαγγελματικής ενασχολήσεως, ιδρύει λόγο αναιρέσεως, μόνον, όταν αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή στην υπαγωγή σε αυτούς των πραγματικών γεγονότων και όχι για τη διαπίστωση αυτών.
Ειδικότερα, αυτό συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να ανεύρει, με βάση αυτά, την έννοια κανόνος του δικαίου, ιδίως, όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες ή για να υπαγάγει ή όχι τα πραγματικά γεγονότα της διαφοράς στον κανόνα αυτόν.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο ποια είναι τα διδάγματα αυτά, που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου και δη ενάριθμα, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου, έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.
Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και, εντεύθεν, απαράδεκτος. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της από 17-7-2020 (2225/253/2-9-2020) αγωγής προκύπτει ότι οι αναιρεσείοντες εξεθεταν, εκτός των άλλων, τα εξής: "Είμαστε συγκύριοι-συννομείς και συγκάτοχοι, ο μεν πρώτος εξ ημών κατά ποσοστού 72,72%, η δε δεύτερη εξ ημών κατά ποσοστό 27,28% εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου εκτάσεως 4.631 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στη θέση "ΠΑΛΗΟΚΑΨΑΛΑ ή ΑΜΠΕΛΙΚΙΕΣ" της κτηματικής περιοχής του δημοτικού διαμερίσματος...
Κασσανδρινού, του δήμου Κασσάνδρας του νομού Χαλκιδικής... γνωριστήκαμε με τον 2ο εναγόμενο Β.. Κ., ο οποίος είναι αρχιτέκτων μηχανικός και περί τις αρχές Δεκεμβρίου του έτους 2000, συμφωνήσαμε και του αναθέσαμε να προχωρήσει στις μελέτες και τον σχεδιασμό μιας μονοκατοικάις υπερπολυτελούς κατασκευής, με πισίνα, στο εν λόγω αγροτεμάχιό μας...
Πράγματι, ο 2ος εναγόμενος σχεδίασε μια διώροφη μονοκατοικία, με υπόγειο και πισίνα, συνολικού εμβαδού 321 τ.μ. περίπου... μας σύστησε τον 1ο εναγόμενο Ι.. Μ.... για να εκτελέσει το συγκεκριμένο έργο... Ο 1ος εναγόμενος, αφού είδε τα σχέδια και τις μακέτες του έργου, μας παρέδωσε την από τον Μάιο του 2001 γραπτή προσφορά, σύμφωνα με την οποία θα μας παρέδιδε το έργο πλήρως αποπερατωμένο...
το Μάιο του 2002 και ζήτησε να του καταβάλουμε για όλη αυτή την κατασκευή το ποσό των 170.000.000 δραχμών ή το ισόποσο σε ευρώ ποσό των 489.899 ευρώ... και του αναθέσαμε να μας κατασκευάσει την εν λόγω υπερπολυτελή κατοικία... συμφωνήθηκε ότι ο 2ος εναγόμενος θα είναι και ο επιβλέπων του έργου και ταυτόχρονα ο ενδιάμεσος εκπρόσωπός μας στην κατασκευή, αφού όλες οι πληρωμές του 1ου εναγομένου συμφωνήθηκε να γίνονται με την πορεία των οικοδομικών εργασιών, ύστερα από επιμέτρηση-επίβλεψη και θεώρηση από τον 2ο εναγόμενο...
Δυστυχώς οι εναγόμενοι δεν τήρησαν καθόλου τα συμπεφωνημένα, αλλά αντιθέτως εξαρχής άρχισαν να παρατηρούνται όχι μόνον παρεκκλίσεις στην κατασκευή του όλου έργου, αλλά και μεγάλες καθυστερήσεις στην εκτέλεση της κατασκευής. Αποτέλεσμα ήταν το Μάιο του 2022... το έργο να μην έχει αποπερατωθεί... ζητήθηκε από τον 1ο εναγόμενο...
αναθεώρηση της αρχικής συμφωνίας, ενώ ο ίδιος, τους πρώτους τέσσερις (4) μήνες της κατασκευής, είχε ήδη εισπράξει, με ευθύνη βέβαια του 2ου εναγομένου, το 50% της συμφωνηθείσας αρχικής αμοιβής για την εκτέλεση του έργου. Έτσι αναγκαστήκαμε σε συνάντησή μας τον Ιούλιο του 2002, να αποδεχθούμε την αναθεώρηση και να του καταβάλουμε, πάντοτε μέσω του 2ου εναγομένου και τα επιπλέον ζητηθέντα από αυτόν χρήματα, ενώ έγινε ταυτόχρονα νέα συμφωνία μεταξύ μας για την αποπεράτωση και παράδοση της οικοδομής τον Ιούλιο του 2003...
και μετά τη νέα αυτή συμφωνία μας, το έργο και πάλι δεν προχωρούσε σύμφωνα με το πρόγραμμα, αλλά παρουσιάζονταν κακοτεχνίες στην κατασκευή του...Στις αρχές του 2003, άρχισε να φαίνεται ότι το έργο πήγαινε πάρα πολύ αργά και θα προλάβει να παραδοθεί κατά τη συμφωνημένη ημερομηνία... Τότε ο 1ος εναγόμενος, με την επιβεβαίωση και του 2ου εναγομένου μας παρέδωσε την από 8/2/2002 επιστολή του, με την οποία μας διαβεβαίωσε ότι η οικία θα παραδοθεί το αργότερο...
έως την 30/5/2003. Πεισθέντες στη διαβεβαίωση αυτή, του καταβάλαμε το ποσό το οποίο ζητούσε τότε για να συνεχίσει... Τελικά, έφθασε η συμφωνηθείσα πολυπόθητη ημερομηνία της 30/5-2003, όμως δυστυχώς αφενός μεν η οικία δεν παραδόθηκε αποπερατωμένη, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά δυστυχώς ουδεμία από τις παρατηρήσεις μας για τις ανωτέρω ελλείψεις και κακοτεχνίες λήφθηκε υπόψη...
ενώ ταυτόχρονα ο 1ος εναγόμενος είχε εισπράξει από τον 2ο εναγόμενο για λογαριασμό μας το συνολικό ποσό των 833.989,59 ευρώ... αναγκαστήκαμε να τους αποβάλλουμε από το έργο την 15/6/2003 και προσπαθήσαμε πλέον να το αποπερατώσουμε μόνοι μας... η αξία της οικίας μας έχει εκτιμηθεί στο ποσό των 700.000 ευρώ...
Συνεπώς, λαμβανομένου υπόψη ότι στον 1ο εναγόμενο καταβάλαμε πιστοποιημένα δια του 2ου εναγομένου το ποσό των 833.989,59 ευρώ, η ζημία, την οποία έχουμε υποστεί από την απομείωση αυτή της αξίας του έργου ανέρχεται στο ποσό των 133.989,59 ευρώ..., αφού στο ποσό αυτό έπρεπε να ανέρχεται η αξία της οικίας μας την ολοκλήρωσή της...Μετά την αποβολή των εναγομένων από το έργο την 15/6/2003, προσπαθήσαμε να κατασκευάσουμε ορισμένες εκ των ημιτελών κατασκευών, οι οποίες ήταν απαραίτητες για την κατοίκηση και την εύρυθμη και άνετη λειτουργία της οικίας και των βοηθητικών της χώρων και τις οποίες έπρεπε να είχε ήδη κατασκευάσει ο 1ος εναγόμενος με τα ανωτέρω χρηματικά ποσά, τα οποία εισέπραξε.
Ειδικότερα... καταβάλαμε... Α) Για την αποπεράτωση της πισίνας... 14.415 ευρώ, Β) Για τη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου της πισίνας... 10.500 ευρώ, Γ) Για τη διαμόρφωση-επίστρωση αυλείου χώρου... 47.600 ευρώ, Δ) Για τη διαμόρφωση των τοιχείων του αύλειου χώρου... 8.000 ευρώ, Ε) Για την κατασκευή ξύλινης πέργκολας σε εξώστη ορόφου... 1.500 ευρώ, ΣΤ) Για την κατασκευή στέγαστρου και πέργκολας στην είσοδο της οικίας... 4.800 ευρώ και Ζ) Σε διάφορες μικροεργασίες (μερεμέτια)...
κατ' αποκοπήν το ποσό των 5.800 ευρώ. Γενικό σύνολο... 92.615 ευρώ... Τέλος, την 10/6/2004 αναγκαστήκαμε να καταβάλουμε στον ηλεκτρολόγο Ν. Μ. το ποσό των 16.000 ευρώ... Για την αποκατάσταση της ζημίας αυτής είναι αποκλειστικά υπόχρεοι οι εναγόμενοι, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 681 επ. ΑΚ, ο μεν 1ος εναγόμενος ως εργολάβος, ο οποίος ανέλαβε την εκτέλεση του συγκεκριμένου έργου...
ο δε 2ος εναγόμενος ως επιβλέπων μηχανικός..., αλλά και ως αδικοπραγήσαντες σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρ. 914 επ. ΑΚ..., ενώ μας διαβεβαίωναν συνεχώς ότι όλα θα πάνε καλά και το έργο θα αποπερατωθεί απολύτως άρτιο και σύμφωνα με τους κανόνες της επιστήμης και της τέχνης, τελικά το αποτέλεσμα ήταν να φθάσουμε στην ανωτέρω οικτρή και τεχνικά απαράδεκτη κατάσταση...
εξαιτίας της προπεριγραφείσας συμπεριφοράς των αντιδίκων υποστήκαμε ηθική βλάβη, για την αποκατάσταση της οποίας... απαιτείται χρηματική ικανοποίηση ανερχόμενη στο ποσό των 30.000 ευρώ...". Το Εφετείο, το οποίο, με την προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς την επικαλούμενη εξ αδικοπραξίας βάση της αγωγής, δέχθηκε ότι, επί λέξει ότι "τα αναφερόμενα από τους ενάγοντες περιστατικά αυτά δεν δύνανται καθ' εαυτά, να θεμελιώσουν αδικοπρακτική ευθύνη των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και, επομένως, αντίστοιχο δικαίωμα των εναγόντων για χρηματική ικανοποίηση λογω ηθικής βλάβης, εφόσον οι πράξεις και παραλείψεις που τους αποδίδονται, δεν θα μπορούσαν να διαπραχθούν χωρίς τη μεταξύ αυτών και των ιδίων σχέση από τις ως άνω συναφθείσες συμβάσεις έργου.
Επίσης... μόνη η από τους εναγομένους αθέτηση της συμβατικής τους υποχρέωσης, η οποία συνοδευόταν με συνεχείς διαβεβαιώσεις τους ότι όλα θα πήγαιναν καλά και το έργο θα αποπερατωνόταν με απολύτως άρτιο τρόπο, δεν αποτελεί πράξη αντίθετη προς τα χρηστά ήθη, ώστε να θεμελιώνεται αξίωση αποζημίωσης κατά των εναγομένων, σύμφωνα με το άρθρο 919 ΑΚ." και απέρριψε, εντεύθεν, ως μη νόμιμο το αίτημα περί επιδικάσεως χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, ορθώς ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, δεδομένου ότι μόνη η επίκληση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των εναγομένων δεν αρκεί για να επιστηρίξει αξίωση, με βάση τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, κατά τα στην ανωτέρω νομική σκέψη εκτιθέμενα.
Οι αναιρεσείοντες, για πρώτη φορά με το δικόγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως, ισχυρίζονται ότι οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι τους παρέπεισαν με πρόθεση και με προφανή δόλο ότι δεν απαιτείται η σύνταξη σχετικού συμφωνητικού, με την περιγραφή της κατασκευής και τη συγγραφή των υποχρεώσεων του εργολάβου για τη συγκεκριμένη κατασκευή, επικαλούμενοι τη σχέση εμπιστοσύνης και εκμεταλλευόμενοι την άγνοιά τους για το τι ισχύει στην Ελλάδα και την ελληνική πραγματικότητα.
Οι ισχυρισμοί αυτοί, με τους οποίους επιχειρείται η θεμελίωση το μεν συρρέουσας, το δε αυτοτελούς αδικοπρακτικής ευθύνης των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, προβαλλόμενοι, το πρώτον, ενώπιον του Αρείου Πάγου, τυγχάνουν προεχόντως απαράδεκτοι, κατ' άρθρο 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. Συνακόλουθα, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση Α' αιτήσεως αναιρέσεως, ως προς το πρώτο σκέλος τούτου, με τον οποίο ο αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο εσφαλμένα ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις διατάξεις των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ., απέρριψε ως μη νόμιμη την ανωτέρω εξ αδικοπραξίας αξίωσή τους, παρά το ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις για τη συρροή συμβατικής και αδικοπρακτικής ευθύνης των αναιρεσιβλήτων στην πρόκληση της ζημίας τους, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με το δεύτερο σκέλος του ίδιου (πρώτου) λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αρ. 1 εδάφ. β` του Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο παραβίασε τα διδάγματα της κοινής πείρας και δεν υπήγαγε τα εκτιθέμενα στην αγωγή των αναιρεσειόντων πραγματικά γεγονότα, σύμφωνα με τα οποία η ιστορούμενη συμπεριφορά των αναιρεσιβλήτων υπαγόταν ευθέως στις περί αδικοπραξιών διατάξεις.
Οι αιτιάσεις αυτές τυγχάνουν απαράδεκτες, προεχόντως, καθόσον δεν αναφέρονται, παντάπασι, ποία συγκεκριμένα διδάγματα της κοινής πείρας παραβιάστηκαν και σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή. Περαιτέρω, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, καθόσον αφορά στον αναιρετικό έλεγχο, προκύπτει ότι το Εφετείο απέρριψε α) το αγωγικό κονδύλιο των 133.989,59 ευρώ, το οποίο προκύπτει από τη διαφορά μεταξύ του ποσού των 833.989,59 ευρώ, που είχαν καταβάλει οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες στον πρώτο των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων και του ποσού των 700.000 ευρώ, που αντιστοιχεί στην αξία της οικίας τους, ενόψει των κατασκευαστικών ελαττωμάτων, που οφείλονται στην υπαιτιότητα των εναγομένων - αναιρεσιβλήτων, ως μη νόμιμο, καθόσον για τα ελαττώματα του εκτελεσθέντος μέρους του έργου, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες μπορούσαν να ζητήσουν, ως αποζημίωση, τη δαπάνη, στην οποία έπρεπε να υποβληθούν ή υποβλήθηκαν για την αποκατάσταση των ελλείψεων του έργου και β) τα αγωγικά κονδύλια των 92.615 ευρώ και 16.000 ευρώ, τα οποία φέρονται ότι κατέβαλαν οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες σε διάφορα συνεργεία, μετά την αποβολή του πρώτου εναγομένου και ήδη πρώτου των αναιρεσιβλήτων, για την αποπεράτωση των κατασκευών του έργου, που είχαν απομείνει ημιτελείς, ως μη νόμιμα, καθόσον τα ποσά αυτά αναζητούνται, σύμφωνα τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, βάση, η οποία δεν περιέχεται στην αγωγή.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε ως μη νόμιμα τα κονδύλια των 92.615 ευρώ και 16.000 ευρώ, εσφαλμένα εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 686 και 387 του Α.Κ. Και τούτο διότι, κατά τα στην αγωγή εκτιθέμενα, όπως παρατίθενται ανωτέρω, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, οι οποίοι, μετά την υπαναχώρησή τους από τη σύμβαση έργου, που είχαν καταρτίσει με τους εναγόμενους και ήδη αναιρεσίβλητους, κατέβαλαν τα ως άνω ποσά σε τρίτους για την αποπεράτωση του έργου, το οποίο είχαν αναθέσει σ' αυτούς, ζητούν την επίδικαση των ποσών αυτών, ως αποζημίωση, κατ' εύλογη κρίση του δικαστηρίου.
Συνακόλουθα, βάσιμος τυγάνει ο δεύτερος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, ως προς το πρώτο σκέλος τούτου, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στην εσφαλμένη εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε, όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης, με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη (Ολ.Α.Π. 3/1997), όπως στην προκείμενη περίπτωση.
Συνεπώς, οι αιτιάσεις των αναιρεσειόντων, όπως διατυπώνονται στο δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τις οποίες αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια, τυγχάνουν απαράδεκτες.
Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 του Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, συνάγεται ότι ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του. Συνακόλουθα, ο τρίτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται η ανωτέρω αναιρετική πλημμέλεια, συνισταμένη στο ότι το Εφετείο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη τα προσαχθέντα ενώπιόν του και επικληθέντα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα, τυγχάνει απαράδεκτος.
Κατόπιν τούτων και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τα ανωτέρω εκτιθέμενα και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) ενώπιον του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την αναιρεθείσα απόφαση, εφόσον είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές. Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου, που κατέθεσαν για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρο 495 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστούν οι αναιρεσίβλητοι στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος (106, 176, 180 παρ. 1 και 183 του Κ.Πολ.Δ.), κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ τις α) από 7-7-2020 (1598/173/7-7-2020) και β) από 17-7-2020 (2225/253/2-9-2020) αιτήσεως για αναίρεση της 305/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Α) ΔΕΧΕΤΑΙ την από 7-7-2020 (1598/173/7-7-2020) αίτηση αναίρεσης.
ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 305/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης και δη ως προς το κεφάλαιο αυτής που αφορά στην απόρριψη της από 1-8-2012 (3060/31-8-2012) έφεσης και των από 14-1-2019 (91/76/14-1-2019) πρόσθετων λόγων αυτής.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς τα ανωτέρω στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι Δικαστές, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στον αναιρεσείοντα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Β) ΔΕΧΕΤΑΙ εν μέρει την από 17-7-2020 (2225/253/2-9-2020) αίτηση αναιρέσεως ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την 305/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, κατά τα στο σκεπτικό της παρούσας.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση ως προς τα ανωτέρω στο ίδιο Δικαστήριο, στη σύνθεση του οποίου δεν θα μετέχουν οι Δικαστές, οι οποίοι εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του παραβόλου, που καταβλήθηκε, στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 21 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ