Supreme Court dismisses appeal and additional grounds due to inadmissibility and improper basis change.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and additional grounds against the First Instance Court's judgment. The appellant argued for contract invalidity and indeterminate remuneration, but the court found these arguments were not raised before the Court of Appeal. Consequently, the court ruled that the additional grounds were inadmissible under Article 562 of the Code of Civil Procedure and constituted an improper change of the lawsuit's basis.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 562, 577 of the Code of Civil Procedure; An additional ground in an appeal is inadmissible if it introduces new claims not raised in the original lawsuit or constitutes an improper change of the basis of the action.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 948 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 948/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια, Λουκά Μόρφη και Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 26 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μονοπρόσωπης Εταιρείας Περιορισμένης Ευθύνης με την επωνυμία "..." και το δ.τ. "..." η οποία εδρεύει στο ... και εκπροσωπείται νόμιμα από το διαχειριστή της Γ. Σ., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευαγγελία Χρονοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., που κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο …. και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αθανάσιο Παπαγεωργάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. που κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29/12/2014 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας εταιρείας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 159/2015 του ίδιου Δικαστηρίου και 3826/2017 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα εταιρεία με την από 1/2/2018 αίτησή της και τους από 23/1/2019 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Φέρονται προς συζήτηση η από 1-2-2018 (με αριθμό καταθέσεως 89/2018 ενώπιον του Εφετείου Αθηνών) αίτηση αναίρεσης της αναιρεσείουσας κατά της αναιρεσίβλητης, καθώς και οι από 23-1-2019 παραδεκτώς και εμπροθέσμως (ΚΠολΔ 569) ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι της αναιρεσείουσας κατά της ίδιας αναιρεσίβλητης και κατά της 3826/2017 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 246).
Με την άνω 3826/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης της από 21-1-2016(με αριθμό κατάθεσης 364/2016) έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, 159/2015 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η ανωτέρω έφεση της εναγομένης κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη, η από 29-12-2014 αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας, μετά δε εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ). Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής και του προσθέτου λόγου(άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ). 2. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 319, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).
Για το ορισμένο του ανωτέρω από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 20/2005).
Μάλιστα δεν αρκεί η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά με τη προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία η προσβαλλομένη κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 901/2010, ΑΠ 2173/2007).
Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.
α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).
Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή η μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.
Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Ούτε εξ άλλου ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων (ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση εξαιτίας ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, πρέπει στο αναιρετήριο, πλην της αναφοράς στη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, του προταθέντος ουσιώδους αυτοτελούς ισχυρισμού και των θεμελιούντων αυτόν πραγματικών περιστατικών, το μεν να αναφέρονται οι ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, το δε να εξειδικεύονται οι ανεπάρκειες ή οι αντιφάσεις που προσάπτονται στις ως άνω παραδοχές, δηλαδή να διαλαμβάνεται ποίες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 1184/2015).
Συνακόλουθα η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ 1 του ΚΠολΔ) οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, και η έλλειψη νόμιμης βάσης της προσβαλλομένης απόφασης για ελλιπείς, ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθ. 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ) πρέπει να προκύπτουν από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δηλαδή από τις παραδοχές της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013) και κατά τούτο συνιστούν κατά τα ήδη προεκτεθέντα στοιχεία του ορισμένου του προβαλλομένου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης (ΟλΑΠ 27/1998).
Τέλος από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο από το δικαστήριο του Αρείου Πάγου.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι " για κάθε μια από τις επεμβάσεις αυτές η εναγομένη (ήδη αναιρεσίβλητη) κατέβαλε στην ενάγουσα (ήδη αναιρεσείουσα) τη συμφωνηθείσα αμοιβή, δηλαδή την αμοιβή που είχε διαμορφωθεί και ίσχυε κατά το διάστημα αυτό για συνεργάτες ιατρούς(καρδιοχειρουργούς), ύψους 1.050 ευρώ ανά περιστατικό...." και περαιτέρω ότι " Δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η συμβατική αμοιβή της ενάγουσας για κάθε επέμβαση ανερχόταν στο ποσόν των 2.641 ευρώ, όπως αυτό είχε προσδιορισθεί στην παρ. 3 της προαναφερομένης Υ4ε/6424/2001 ΚΥΑ", εσφαλμένα έκρινε ότι είχε καταρτιστεί συμφωνία μεταξύ της αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης για επιπλέον αμοιβή ανά περιστατικό, την οποία προσδιορίζει στο ποσό των 1.050 ευρώ και όχι στο ποσό των 2.641 ευρώ βάσει της επίδικης από 1-9-2007 σύμβασης σε συνδυασμό και με την ισχύουσα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα ΚΥΑ, στην οποία παρέπεμπε το άρθρο 5 παρ. 3 της υπογραφείσας σύμβασης, αφετέρου εσφαλμένα δέχεται και χωρίς το γεγονός αυτό να αποδεικνύεται από τα προσκομισθέντα έγγραφα και από τα διαδικαστικά έγγραφα των διαδίκων ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη της κατέβαλε το ποσό των 1.050 ευρώ σταθερά ανά περιστατικό και ότι αυτή είχε δήθεν αποδεχθεί αναντίρρητα να λαμβάνει το συμφωνηθέν ποσό των 1.050 ευρώ, το οποίο παρέμεινε σταθερό και ίσχυε καθ' όλο το επίδικο χρονικό διάστημα.
Συγκεκριμένα ισχυρίζεται με το λόγο αυτό ότι από τα αναγραφόμενα στο αναιρετήριο αποδεικτικά στοιχεία και για τους εκεί διαλαμβανόμενους λόγους τεκμηριώνονταν πλήρως ότι η επιπλέον αμοιβή ανά περιστατικό που τελικά κατέβαλε η αναιρεσίβλητη σε καμιά περίπτωση δεν ήταν σταθερή....... ότι από την κατάθεση του μάρτυρός της επιβεβαιωνόταν ότι υπήρχε ειδική συμφωνία για καταβολή του ποσού των 2.641 ευρώ ως επιπλέον αμοιβή ανά περιστατικό για κάθε χειρουργική επέμβαση......., ότι από τα ανωτέρω προκύπτει ότι η προσβαλλομένη απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογία, σε κάθε περίπτωση είναι ανεπαρκής για ένα τόσο κρίσιμο ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, αφού απορρίφθηκε ως κατ'ουσίαν αβάσιμη η αγωγή της.
Με το περιεχόμενο αυτό ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απορριπτέος ως αόριστος, διότι ανεξαρτήτως του ότι σε αυτόν δεν διαλαμβάνονται οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες περιέχονται σημειωτέον μόνο στους προσθέτους λόγους της αίτησης, δεν αναφέρει με ποιο τρόπο συντελέσθηκε η επικαλούμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους όμως δεν παραθέτει, ούτε εκθέτει σε τι συνίσταται η παραβίαση αυτή, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης, ούτε επισημαίνονται στο αναιρετήριο οι κατά την αναιρεσείουσα υπάρχουσες ανεπάρκειες ή αντιφάσεις των αιτιολογιών της προσβαλλομένης απόφασης, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του άρθρου 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ λόγου αναίρεσης.
Η αναιρεσείουσα περιορίζεται στο να διαλάβει στο αναιρετήριο μόνο το συμπέρασμα της ουσιαστικής κρίσης του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, όπως αυτό αναγράφεται στην αρχή της παρούσας σκέψης. Υπό δε την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττει ουσιαστικά με τον πρώτο λόγο αναίρεσης την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, ο πρώτος λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).
4. Με το δεύτερο λόγο κατά το πρώτο μέρος του προσάπτει η αναιρεσείουσα στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 19, ισχυριζόμενη ότι ενώ δέχεται εσφαλμένα ότι " Εξάλλου, η Υ4ε/6424/2001 ΚΥΑ ήταν γνωστή τόσο στην ενάγουσα, όσο και στην εναγομένη, έτσι ώστε, εφόσον το επιθυμούσαν, είχαν την δυνατότητα ρητώς να συμφωνήσουν και να αναγράψουν στο από 1-9-2007 συμφωνητικό τους την προβλεπομένη από αυτήν (ΚΥΑ) αμοιβή ποσού 2.641 ευρώ, το ύψος της οποίας μάλιστα παρέμεινε το ίδιο καθ'όλο το επίδικο διάστημα.
Αν ήταν αληθές ότι υπήρχε τέτοια συμφωνία, η ενάγουσα θα έπαυε να παρέχει τις υπηρεσίες της ευθύς αμέσως από την έναρξη λειτουργίας της σύμβασης. Αντίθετα παρείχε ανελλιπώς επί πέντε έτη τις ιατρικές υπηρεσίες της και εισέπραττε την συμφωνηθείσα ως άνω αμοιβή, εκδίδοντας κάθε φορά το αντίστοιχο εξοφλητικό παραστατικό, συνεπώς δε ουδέν ποσόν δικαιούνται ως διαφορά αμοιβής για την αιτία αυτή", ότι στην συνέχεια αντιφατικά δέχεται ότι "Για κάθε μια από τις επεμβάσεις αυτές η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα τη συμφωνηθείσα αμοιβή, δηλαδή την αμοιβή που είχε διαμορφωθεί και ίσχυε κατά το διάστημα αυτό για συνεργάτες ιατρούς(καρδιοχειρουργούς), ύψους 1.050 ευρώ ανά περιστατικό...." καθώς και ότι " Δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η συμβατική αμοιβή της ενάγουσας για κάθε επέμβαση ανερχόταν στο ποσόν των 2.641 ευρώ, όπως αυτό είχε προσδιορισθεί στην παρ. 3 της προαναφερομένης Υ4ε/6424/2001 ΚΥΑ".
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος για τους ίδιους ακριβώς λόγους που αναφέρθηκαν στην άνω με αριθμό 2 μείζονα σκέψη.
Ανεξαρτήτως τούτου και ως προς την πρώτη από τις άνω κρίσεις δεν πρόκειται περί παραδοχής του Δικαστηρίου αλλά περί επιχειρημάτων του, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν τα επιχειρήματα αυτά αιτιολογία της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αριθμός 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια.
Περαιτέρω ο ίδιος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι η προσβαλλομένη απόφαση παραβίασε τον κανόνα ουσιαστικού δικαίου και κατά την ερμηνεία της επίδικης σύμβασης δεν αναζήτησε την αληθινή βούληση των μερών, η οποία ήταν να καταβάλλεται από την εναγομένη ως επιπλέον αμοιβή το ποσό που θα καθοριζόταν ως αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδος από τις εκάστοτε ισχύουσες ΚΥΑ και ισχύουσες αμοιβές, όπως αυτές θα διαμορφώνονταν από τις συμβεβλημένες με την αναιρεσίβλητη ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρίες και επίσης, ότι όπως επιβάλλεται από το άρθρο 173 ΑΚ σε συνδυασμό με το άρθρο 200 ΑΚ, δεν έλαβε υπόψη τα συμφέροντα της ενάγουσας εταιρίας, τη φύση της δικαιοπραξίας και τις διαπραγματεύσεις, με αποτέλεσμα να έρθει σε αντίφαση με την πρώτη σκέψη ότι η συμφωνηθείσα αμοιβή είχε οριστεί στο ποσόν των 1.050 ευρώ.
Με τέτοιο περιεχόμενο ο λόγος αυτός και κατά το δεύτερο μέρος του είναι απαράδεκτος, καθόσον τα άνω αποτελούν επιχειρήματα της αναιρεσείουσας και επομένως σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 2 μείζονα σκέψη δεν δημιουργείται ο σχετικός λόγος αναίρεσης, όταν το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα αυτά.
Υπό δε την επίκληση των διατάξεων των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και μάλιστα με αναφορά σε επί μέρους αποδεικτικά μέσα πλήττει ουσιαστικά με τον δεύτερο αυτό μέρος του δευτέρου λόγου, την επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας κατά τα αμέσως ανωτέρω εκτιθέμενα και επομένως, σε κάθε περίπτωση, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). 5.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ.8 ΚΠολΔ, ως πράγματα, τα οποία έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και των οποίων η μη λήψη υπόψη, αν και προτάθηκαν, ή η λήψη υπόψη, αν και δεν προτάθηκαν, ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως, θεωρούνται οι ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και οι ισχυρισμοί, που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 11/1996).
Επίσης, δεν είναι πράγματα, υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 31/1997 ΑΠ 632/2008).
6. Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο κατά το πρώτο μέρος του προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι κατά τον καθορισμό του ύψους της επιπλέον αμοιβής της ανά καρδιοχειρουργικό περιστατικό δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό της που αναφέρεται στην αγωγή της ότι " ...το ίδιο χρονικό διάστημα που υπεγράφη η ανωτέρω σύμβαση η ενάγουσα εταιρία είχε ήδη υπογράψει το από 10-8-2007 ιδιωτικό συμφωνητικό συνεργασίας με την εταιρία ''............'', καθώς ανήκαν στον ίδιο όμιλο και τούτο επιτρεπόταν από το άρθρο 7 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού.....Παρά τα μεταξύ μας συμφωνηθέντα και παρά το γεγονός ότι το ...
που ανήκε στον ίδιο όμιλο επιχειρήσεων και με τον οποίο η ενάγουσα εταιρία είχε υπογράψει σύμβαση με το αυτό περιεχόμενο μου κατέβαλε ανά περιστατικό το συνολικό ποσό της αμοιβής για την καρδιοχειρουργική ομάδα, η εναγομένη εξαρχής με διάφορες προφάσεις αρνήθηκε να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό των 2.641 ευρώ ως αμοιβή για την καρδιοχειρουργική ομάδα...".
Με το περιεχόμενο αυτό ο τρίτος λόγος κατά το πρώτο μέρος του, είναι απαράδεκτος, καθόσον τα περιεχόμενα σ'αυτόν στοιχεία, δεν αποτελούν ισχυρισμό, που έχει αυτοτελή ύπαρξη και τείνει σε θεμελίωση ή κατάργηση δικαιώματος, δικονομικού ή ουσιαστικού, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, αλλά πρόκειται περί επιχειρήματος της αναιρεσείουσας και συνεπώς δεν πρόκειται περί ''πράγματος'', ώστε η μη λήψη του υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας να συνιστά την πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. 7.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτ. γ του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.
Δεν επιβάλλεται όμως η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που υποβλήθηκαν στη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (ΟλΑΠ 8/2016, ΟλΑΠ 42/2002).
Για να ιδρυθεί ο ανωτέρω λόγος αρκεί, παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, να καταλείπονται με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης αμφιβολίες για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 322/2011, ΑΠ 371/2009). 8.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο κατά το δεύτερο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη 1) την από 10-8-2007 σύμβαση παροχής ανεξαρτήτων ιατρικών υπηρεσιών που είχε ήδη συνάψει με το ''...'', 2) την από 23-6-2008 σύμβαση επιμελητού καρδιοχειρουργικής κλινικής παίδων που υπογράφηκε μεταξύ του Ν.
Χ. και του ''...'', 3) την από 14-5-2008 σύμβαση του επιμελητού καρδιοχειρουργικής κλινικής παίδων Ζ. Π. και του ''...' και κατά την ειδικότερη αιτίαση της ότι δεν στάθμισε αναλόγως την κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος μάρτυρός του Ν. Χ.. Από την υπάρχουσα όμως στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία, τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το Δικαστήριο της ουσίας αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τα έγγραφα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν νόμιμα, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, που προαναφέρθηκε, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ως προς το ότι το Εφετείο, προς συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, το οποίο συνίσταται στο ότι, για κάθε μία από τις επεμβάσεις η εναγομένη κατέβαλε στην ενάγουσα την συμφωνηθείσα αμοιβή, δηλαδή την αμοιβή που είχε διαμορφωθεί και ίσχυε κατά το διάστημα αυτό για τους συνεργάτες ιατρούς(καρδιοχειρουργούς), ύψους 1.050 ευρώ ανά περιστατικό, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε ο αγωγικός ισχυρισμός ότι η συμβατική αμοιβή της ενάγουσας ανερχόταν για κάθε επέμβαση σε 2.641 ευρώ, έλαβε υπ' όψη και εκτίμησε τα άνω αναφερθέντα έγγραφα.
Επομένως ο τρίτος λόγος κατά το δεύτερο μέρος του είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης και κατά την μερικότερη αιτίασή του λόγου αυτού, ότι δεν αξιολογήθηκε αναλόγως η κατάθεση του ενόρκως εξετασθέντος μάρτυρος Ν. Χ., είναι επίσης αβάσιμος, καθόσον στην δικαστική απόφαση δεν επιβάλλεται η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου. 9.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, είχε προταθεί νόμιμα στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση.
Συνεπώς, ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του στο ανώτερο δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ.ΑΠ 15/2000). Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στο δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 § 2 ΚΠολΔ ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 201/2017).
Το από το παραπάνω άρθρο απαράδεκτο αναφέρεται σε όλους τους λόγους του άρθρου 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 64/2017, ΑΠ 386/2017). 10. Περαιτέρω, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 111, 216 παρ. 1, 224, 335, 337, 338 και 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την ιστορική βάση της αγωγής και το υποβαλλόμενο αίτημα και εφαρμόζοντας αυτεπαγγέλτως τον νόμο, προσδίδει στα περιστατικά, που αναφέρονται σε αυτή, τον κατάλληλο νομικό χαρακτηρισμό και υπάγει τον προβαλλόμενο ισχυρισμό στην, κατά την κρίση του, εφαρμοστέα διάταξη, για να διαγνώσει την ύπαρξη ή μη της επίδικης έννομης σχέσης ή έννομης συνέπειας (δικαιώματος-υποχρέωσης).
Ως ιστορική βάση της αγωγής, κατά το άρθρο 216 παρ. 1α ΚΠολΔ, νοείται το σύνολο των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν την αγωγή και χωρίς την επίκληση των οποίων δεν είναι εφικτή η διάγνωση της επίδικης έννομης σχέσης. Επίσης, κατά πάγια νομολογία, βάσει των άρθρων 224 και 236 ΚΠολΔ, ο ενάγων μπορεί με τις προτάσεις να θεραπεύσει την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, αλλά όχι και την νομική αοριστία αυτής, η οποία υπάρχει όταν δεν περιέχεται στην αγωγή το βασικό περιστατικό που απαιτείται για τη νομική θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή της αγωγικής υποχρέωσης ή έννομης σχέσης.
Εξάλλου, η απαγόρευση, κατά το άρθρο 224 ΚΠολΔ, της μεταβολής της ιστορικής βάσης της αγωγής αναφέρεται μόνο σε ουσιώδες πραγματικό περιστατικό της ιστορικής βάσης της αγωγής, δηλαδή σε περιστατικό το οποίο, μόνο του ή από κοινού με άλλα, στηρίζει το αγωγικό αίτημα. Έτσι, είναι απαράδεκτη η υποκατάσταση ή η προσθήκη με τις προτάσεις νέων ουσιωδών γεγονότων (οψιγενών ή μη), τα οποία συνιστούν προϋπόθεση, χωρίς τη συνδρομή της οποίας θα ήταν αδύνατη η γένεση της διαγνωστέας έννομης σχέσης ή συνέπειας ή τα οποία μπορούν μόνο αυτά να θεμελιώσουν νέα αγωγή.
Αντίθετα, δεν συνιστά απαράδεκτη μεταβολή της ιστορικής βάσης της αγωγής η συγκεκριμενοποίηση αόριστης νομικής έννοιας (όπως η αμέλεια, ο δόλος κλπ.) από τον ενάγοντα με τις προτάσεις του ή από το δικαστήριο με βάση τα ειδικότερα περιστατικά που προκύπτουν από την αποδεικτική διαδικασία και θεμελιώνουν τη σχετική αόριστη νομική έννοια, ούτε η επίκληση από τον ενάγοντα και η παραδοχή από το δικαστήριο για τη συναγωγή του αποδεικτικού πορίσματος του και νέων γεγονότων, τα οποία διασαφηνίζουν ουσιώδεις αγωγικούς ισχυρισμούς ή συνιστούν μη αυτοτελή παραλλαγή της αρχικής ιστορικής αιτίας και δεν αναιρούν την ταυτότητα του βασικού βιοτικού συμβάντος, που στηρίζει το αίτημα της αγωγής (ΑΠ 1087/2014, ΑΠ 1854/2011, ΑΠ 778/2011).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 224 του ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής. Έως την πρώτη συζήτηση της αγωγής μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, διευκρινίσει και διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μη μεταβάλλεται η βάση της αγωγής. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η απαγόρευση μεταβολής της βάσεως της αγωγής αφορά μόνο την ιστορική της βάση και όχι τη νομική της βάση, ήτοι τον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου (ΑΠ 778/2011). 11.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρόσθετο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο παραβίασε την διάταξη του άρθρου 372 ΑΚ δεχόμενο ότι η αναιρεσίβλητη-εναγομένη εταιρία μπορούσε κατ'άρθρο 5 παρ. 3 της από 1-9-2007 σύμβασης να διαμορφώνει τις αμοιβές της αναιρεσείουσας-ενάγουσας μονομερώς, πράγμα που συνιστά ανάθεση του προσδιορισμού της φερομένης ως αόριστης αμοιβής της στην αποκλειστική κρίση της εναγομένης, με αποτέλεσμα η σύμβαση αυτή να καθίσταται άκυρη και περαιτέρω ότι ακόμα και αν δεν εφαρμοστεί εν προκειμένω η ΑΚ 372, τότε η αμοιβή της ήταν αόριστη και για τον υπολογισμό της το Εφετείο έπρεπε να αναζητήσει την αληθινή βούληση των μερών κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, το οποίο παρέλειψε να πράξει.
Από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προκύπτει ότι η ενάγουσα με αγωγή που άσκησε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών εξέθετε ότι Δυνάμει του υπ' αρ. …23/24-7-2007 συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Α. - Α. Δ. - Μ., που δημοσιεύθηκε νόμιμα και καταχωρήθηκε στα βιβλία Εταιρειών του Πρωτοδικείου Αθηνών, συνεστήθη η ενάγουσα Εταιρεία με σκοπό αποκλειστικά την παροχή υπηρεσιών Πρωτοβάθμιας φροντίδας σύμφωνα με τις διατάξεις του π.δ. 84/2001, όπως εκάστοτε ισχύει, και με τους κανόνες ιατρικής επιστήμης και της ιατρικής δεοντολογίας στον τομέα της καρδιοχειρουργικής.
Διαχειριστής της ενάγουσας εταιρείας σύμφωνα και με το περιεχόμενο της δημοσιευθείσας περίληψης του καταστατικού της στο υπ' αρ. ΦΕΚ 9063/2-8-2007 (Τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης) ορίσθηκε ο Γ. Σ., ο οποίος τυγχάνει Παιδοκαρδιοχειρουργός με πολυετή εμπειρία και εξειδίκευση. Το καταστατικό της ενάγουσας εταιρείας έχει εγκριθεί από τον Ιατρικό Σύλλογο Αθηνών.
Δυνάμει του από 1-9-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας που συνήφθη μεταξύ της ενάγουσας εταιρείας, του Γ. Σ. Ιατρού Καρδιοχειρουργού μέλους του ΙΣΑ με Α.Μ. …816 ως εκ τρίτου συμβαλλομένου και της εναγομένης αποφασίστηκε η συνεργασία μεταξύ τους σύμφωνα με τους ειδικότερους όρους και συμφωνίες που διαλαμβάνονται στο ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό, δεδομένου ότι η εναγομένη λειτουργούσε νομίμως ως γενική κλινική και διέθετε θωρακοχειρουργικό τμήμα, όπου διεξάγονται καρδιοχειρουργικές επεμβάσεις και ήταν προς τούτο εξοπλισμένο με όλα τα μηχανήματα και τις συσκευές που επιτάσσει η ιατρική επιστήμη και η σύγχρονη τεχνολογία, και το οποίο επιθυμούσε στα πλαίσια της δραστηριότητα της αυτής να λειτουργήσει.
Σύμφωνα με το ως άνω ιδιωτικό συμφωνητικό η ενάγουσα εταιρεία ανέλαβε το έργο της αντιμετώπισης καρδιοχειρουργικών περιστατικών κάθε είδους και πραγματοποίηση καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων. Η παροχή των καρδιοχειρουργικών υπηρεσιών θα γινόταν στους χώρους της εναγομένης, όπως και των εξεταστηρίων της (Τ.Ε.Π-, Εξωτερικά Ιατρεία κα), από την ενάγουσα εταιρεία αποκλειστικά δια του διαχειριστή της ιατρού Γ.
Σ., και της χειρουργικής του ομάδος με τη χρήση του ιατρικού μηχανολογικού εξοπλισμού που η κλινική διέθετε. Σύμφωνα με το άρθρο 4 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού η σύμβαση έργου συμφωνήθηκε ορισμένου χρόνου, άρχιζε την 1-9-2007 και θα έληγε την 31-8-2012. Σύμφωνα με το άρθρο 5 του ως άνω ιδιωτικού συμφωνητικού ως εργολαβικό αντάλλαγμα, για την εκτέλεση του συμπεφωνημένου έργου η ενάγουσα εταιρεία θα λάμβανε συνολικά το ποσόν των ενενήντα χιλιάδων Ευρώ (90.000,00 €) μικτά καθ' όλη τη διάρκεια της ως άνω συμβάσεως.
Για την καλύτερη εξυπηρέτηση της ενάγουσας Εταιρείας μετά από σχετικό αίτημα της το εργολαβικό αντάλλαγμα θα καταβαλλόταν ως εξής: α) κατά το πρώτο έτος λειτουργίας της συμβάσεως από 1-9-2007 έως 31-8-2008, η ενάγουσα εταιρεία θα λάμβανε εκ του ως άνω ποσού το ποσόν των τριάντα χιλιάδων Ευρώ (30.000,00 €) μικτά. β) κατά το δεύτερο έτος λειτουργίας της συμβάσεως από 1-9-2008 έως 31-8-2009, η ενάγουσα εταιρεία θα λάμβανε εκ του ως άνω ποσού το ποσόν των είκοσι τεσσάρων χιλιάδων Ευρώ (24.000,00 €) μικτά.
γ) κατά το τρίτο έτος λειτουργίας της συμβάσεως από 1-9-2009 έως 31-8-2010, η ενάγουσα εταιρεία θα λάμβανε εκ του ως άνω ποσού το ποσόν των δεκαοκτώ χιλιάδων Ευρώ (18.000,00 €) μικτά. δ) κατά το τέταρτο έτος λειτουργίας........, ε) κατά το πέμπτο έτος λειτουργίας........Η καταβολή του εργολαβικού ανταλλάγματος που περιγράφεται ανωτέρω θα γινόταν σε μηνιαίες ισόποσες δόσεις εντός του πρώτου δεκαπενθημέρου του επόμενου μηνός.
Τελική εκκαθάριση θα γινόταν στο τέλος εκάστου έτους λειτουργίας της. Πέραν των αναφερομένων στην παράγραφο 1 του άρθρου 5 της σύμβασης η ενάγουσα εταιρεία συμφωνήθηκε να λαμβάνει από την εναγομένη α) τις ισχύουσες αμοιβές για το παρεχόμενο ιατρικό έργο από τις ιδιωτικές ασφαλιστικές εταιρείες και ασφαλιστικά Ταμεία ως αυτά διαμορφώνονται και ισχύουν εκάστοτε για τους συνεργάτες ιατρούς (καρδιοχειρουργούς).
Σύμφωνα με τα οριζόμενα στην υπ' αρ. ΚΥΑ Υ4ε/6424 "Καθορισμός νοσηλίων Καρδιοχειρουργικών επεμβάσεων στο …. Καρδιοχειρουργικό και σε ιδιωτικές κλινικές, με πακέτο νοσηλείας" (ΦΕΚ Τεύχος Β' 11184/11-9-2001) και ειδικώτερον στο άρθρο 3 αυτού, όπως αυτά ίσχυαν ως 31-12-2011 και για το Φεβρουάριο 2012 η αμοιβή της καρδιοχειρουργικής ομάδας υπολογιζόταν στο ποσόν των δύο χιλιάδων εξακοσίων σαράντα ενός Ευρώ (2.641,00 €).
Ούτως η εναγομένη όφειλε να της αποδίδει ως αμοιβή το συνολικό ποσόν των 2.641,00 € ανά περιστατικό, ήτοι σε κάθε επέμβαση ακόμη και στην περίπτωση αποβιώσεως του ασθενούς εντός του χειρουργείου ή και μετά την εγχείρηση. Τέλος σύμφωνα με την παράγραφο 5 του άρθρου 5 της σύμβασης το εργολαβικό αντάλλαγμα δεν υπόκειτο σε καμία αναθεώρηση για οποιοδήποτε λόγο ή αιτία ούτε για αυτές που αναφέρονται στο άρθρο 388 Α.
Κ. Παρά τα μεταξύ τους συμφωνηθέντα και παρά το γεγονός ότι το "..." που ανήκε στον ίδιο Όμιλο Επιχειρήσεων και με το οποίο η ενάγουσα εταιρεία είχε υπογράψει σύμβαση με το αυτό περιεχόμενο της κατέβαλε ανά περιστατικό το συνολικό ποσόν της αμοιβής για την καρδιοχειρουργική ομάδα, η εναγομένη εξαρχής με διάφορες προφάσεις αρνήθηκε να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσόν των 2.641,00 € ως αμοιβή για την καρδιοχειρουργική ομάδα.
Παρά τις επανειλημμένες διαμαρτυρίες της η εναγομένη της κατέβαλλε μόνο το ήμισυ της αμοιβής της, ήτοι μόνο το ποσόν των 1.320,50 € ανά περιστατικό. Στο συνημμένο στην παρούσα αγωγή πίνακα περιγράφονται αναλυτικά για το χρονικό διάστημα από της ενάρξεως της συνεργασίας της με την εναγομένη έως το Δεκέμβριο 2011 οι ασθενείς που χειρουργήθηκαν στα χειρουργεία της εναγομένης από το ιατρό Γ.
Σ., νόμιμο εκπρόσωπο της ενάγουσας και τη χειρουργική του ομάδα, η ηλικία τους, η ημερομηνία χειρουργείου, η διάγνωση για κάθε περιστατικό, το ταμείο στο οποίο ήταν ασφαλισμένος ο ασθενής, Όπως προκύπτει από τον ανωτέρω πίνακα για το χρονικό διάστημα από της ενάρξεως της συνεργασίας μας έως το Δεκέμβριο 2011 η ενάγουσα ανέλαβε την αντιμετώπιση 91 καρδιοχειρουργικών περιστατικών και πραγματοποίησε τις αντίστοιχες χειρουργικές επεμβάσεις.
Η εναγομένη όμως ενεργώντας εντελώς παράνομα και αντισυμβατικά και παρά τις συνεχείς οχλήσεις της αντί να της καταβάλει το συνολικό ποσόν των διακοσίων σαράντα χιλιάδων τριακοσίων τριάντα ενός Ευρώ (91 χ 2.641,00 € = 240.331,00 €) ως αμοιβή για την καρδιοχειρουργική ομάδα, της κατέβαλε μόνο το ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων εκατόν εξήντα πέντε Ευρώ και πενήντα λεπτών (91 χ 1.320,50 € = 120.165,50 €), με αποτέλεσμα να της οφείλει έως σήμερον το υπόλοιπο ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων εκατόν εξήντα πέντε Ευρώ και πενήντα λεπτών (240.331,00 - 120.165,50 € = 120.165,50 €), νομιμοτόκως με το νόμιμο τόκο επιδικίας κατά το άρθρο 346 ΑΚ από την επομένη κάθε επεμβάσεως άλλως και όλως επικουρικώς από της επιδόσεως της παρούσης και έως της ολοσχερούς εξοφλήσεως.
Σημειωτέον ότι οι ασθενείς που εν συνεχεία νοσηλεύθηκαν στα τμήματα που είχε οργανώσει εντός της κλινικής της εναγομένης ήταν κατά το πλείστον ιδιωτική της πελατεία, καθώς ήταν ελάχιστες οι παραπομπές ασθενών από την εναγομένη προς αυτή. Επειδή ο ιατρός Γ. Σ., νόμιμος εκπρόσωπος της ενάγουσας απασχολούμενος στην εναγομένη ασκούσε το ιατρικό του έργο με πάσα επιμέλεια κατά τα οριζόμενα από την ιατρική επιστήμη, τα διδάγματα της ιατρικής επιστήμης και πείρας, τον κανονισμό ιατρικής ηθικής και δεοντολογίας, καθώς και με τους ειδικώτερους όρους και συμφωνίες του από 1-9-2007 ιδιωτικού συμφωνητικού συνεργασίας με την εναγομένη παρά ταύτα η εναγομένη συστηματικά παραβίαζε το άρθρο 5 παρ. 3 της ως άνω συμβάσεως και δεν μου απέδιδε το σύνολο της αμοιβής μου σύμφωνα με την ως άνω Υπουργική απόφαση, παρακρατώντας κατά ποσοστό 50 % το ποσόν που είχε εισπράξει από το Ασφαλιστικό Ταμείο του Ασθενούς.
Επειδή άλλως και όλως επικουρικώς η εναγομένη εταιρεία κατέστη και παραμένει αδικαιολογήτως και χωρίς νόμιμη αιτία πλουσιότερη σε βάρος της δικής της περιουσίας, δέον να υποχρεωθεί να της καταβάλει το ποσόν των εκατόν είκοσι χιλιάδων εκατόν εξήντα πέντε Ευρώ και πενήντα λεπτών (120.165,50 €) κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Ενόψει του άνω περιεχομένου της αγωγής ο πρόσθετος άνω λόγος της αναίρεσης είναι απαράδεκτος κατ'άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, διότι σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 9 μείζονα σκέψη, ο ισχυρισμός περί ακυρότητας της σύμβασης και περί αοριστίας της παροχής και περί εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που δεν περιέχεται στην αγωγή, δεν προτάθηκε ούτε με τις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, ούτε με λόγο έφεσης και απαραδέκτως προβάλλεται το πρώτον με λόγο αναίρεσης, αφετέρου δε διότι με τον λόγο αυτό επιχειρείται απαράδεκτα, σύμφωνα και με αυτά που αναφέρθηκαν στην με αριθμό 10 μείζονα σκέψη, μεταβολή της βάσης της αγωγής, με την επίκληση πραγματικών περιστατικών διαφόρων αυτών που στηρίζεται η αγωγή, που είναι η σύμβαση, ήτοι ενώ με την αγωγή επικαλείτο ότι η αμοιβή της ήταν σαφής και συγκεκριμένη και ανερχόταν κατά την σύμβαση στο ποσό των 2.641 ευρώ ανά περιστατικό και αναβιβαζόταν στο ποσό αυτό από την ΚΥΑ Υ4ε/6424 για το επίδικο χρονικό διάστημα, όψιμα ισχυρίζεται με τον πρόσθετο αυτό λόγο άλλα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζει την αγωγή, ήτοι ότι η μεταξύ των διαδίκων σύμβαση είναι άκυρη κατ'άρθρο 372 ΑΚ, διότι με αυτήν ανατέθηκε ο προσδιορισμός της στην αποκλειστική κρίση της εναγομένης-αναιρεσίβλητης, και εξ ετέρου ότι κατά την κατάρτισή της, το ποσό που συμφωνήθηκε να λαμβάνει ως αμοιβή για κάθε εγχείρηση, ήταν αόριστο και θα έπρεπε το ύψος της αμοιβής να υπολογισθεί από το Εφετείο με βάση την αληθινή βούληση των μερών κατά τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ.
Συνεπώς ο πρόσθετος λόγος είναι απορριπτέος.
12. Κατ` ακολουθία των ανωτέρω, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, ως ηττηθείσα, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 1-2-2018 αίτηση και τους από 23-1-2019 προσθέτους λόγους, περί αναιρέσεως της 3826/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.- Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα σε χίλια οκτακόσια(1800) ευρώ, για δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουλίου 2019.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2019.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ