Legislator Giurisprudenza & Legislazione
947/2023 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on investment loss, ruling lower court correctly assessed evidence regarding bond default.

Numero d'incarto 947/2023
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court of Greece dismissed the appellants' appeal against the Athens Court of Appeal's final judgment. The appellants argued the lower court erred in finding they suffered losses due to the bank's actions, but the court held the loss resulted from their own premature decision to liquidate the bond at a historically low price. The court determined the appellate court correctly evaluated the evidence and that the appellants' claim of reliance on bank staff was unsupported.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure: An appellate court's assessment of evidence regarding the cause of financial loss is final and unreviewable unless a specific procedural error is proven; the court may not substitute its own evaluation of facts for that of the lower court.

Parole chiave

Generato dall'IA
investment loss bond default appellate review evidence assessment premature liquidation civil procedure costs award finanziamento della previdenza professionale

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 307 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183 and 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 947 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)M.K.

Αριθμός 947/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Κατσιάνη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή, Στέφανο - Σπυρίδωνα Πανταζόπουλο, Γεώργιο Παπαγεωργίου και Κορνηλία Πανούτσου, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 20 Μαρτίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) C. M. (Χ. Μ.), 2) S. L., 3) T. L., 4) V. L., κατοίκων Ιταλίας, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σαμέλη και κατέθεσαν προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ FINANCE ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και το διακριτικό τίτλο "ALPHA FINANCE ΑΕΠΕΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΑΜΟΙΒΑΙΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ" και τον διακριτικό τίτλο "ΑΛΦΑ ASSET MANAGEMENT Α.Ε.Δ.Α.Κ.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίες ενεργούν από κοινού ή η εκάστη ξεχωριστά και λογίζονται ως ενιαίο σύνολο με την επωνυμία "ΟΜΙΛΟΣ ALPHA BANK" και οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Σουμέλα και κατέθεσαν προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/3/2012 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3334/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3480/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 31/7/2017 αίτησή τους. Με την υπ' αριθμ. 30/2022 Πράξη του Προέδρου του Α1' Πολιτικού Τμήματος, ορίστηκε, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 307 του ΚΠολΔ, η δικάσιμος, που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Νόμιμα φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση για τη σημερινή δικάσιμο η από 31.07.2017 αίτηση αναίρεσης των αναιρεσειόντων ύστερα από την υπ' αριθμ. 30/2022 πράξη του Προέδρου του Τμήματος, λόγω επανασυζήτησης, κατ' εφαρμογή του άρθρου 307 ΚΠολΔ.

Με την κρινόμενη ως άνω αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία υπ' αριθμ. 3480/2017 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο δικάζοντας την έφεση των αναιρεσιβλήτων-εκκαλουσών-εναγομένων κατά της υπ' αριθμ. 3334/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κάνει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 28.03.2012 αγωγή καταβολής αποζημίωσης από αδικοπραξία των αναιρεσειόντων, έκανε δεκτή την ως άνω έφεση, τυπικά και κατ' ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, και, κρατώντας την υπόθεση και επαναδικάζοντας κατ' ουσίαν την αγωγή, απέρριψε αυτήν.

Η αίτηση αναίρεσης έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ.552,553, 556,558, 564 παρ.1 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ)και είναι παραδεκτή(άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ). Πρέπει, συνεπώς, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της(άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ). Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 330,914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή (και) προς ικανοποίηση ηθικής βλάβης προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή (και) ηθικής βλάβης και, ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων (ΑΠ 1284/2017).

Ειδικότερες μορφές της υποχρέωσης πρόνοιας, ασφάλειας και προστασίας των αγαθών των άλλων, η οποία θεμελιώνει το στοιχείο του παράνομου κατά τα ανωτέρω, αποτελούν οι υποχρεώσεις διαφώτισης/ενημέρωσης και συμβουλευτικής καθοδήγησης/ προειδοποίησης του πελάτη εκ μέρους της Τράπεζας, οι οποίες στηρίζονται στη σχέση εμπιστοσύνης μεταξύ Τράπεζας-πελάτη.

Η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των ως άνω υποχρεώσεων, ώστε ο αποδέκτης των επενδυτικών υπηρεσιών να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθέτησης των κεφαλαίων του, και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με τη ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, να αξιολογήσει ακολούθως ιδίως τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος να αποφασίσει εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού Τράπεζα, θεμελιώνει αδικοπρακτική της ευθύνη (ΑΠ 1319/2022,ΑΠ 1007/2019, ΑΠ 974/2018, ΑΠ 669/2017).

Η παράλειψη δε, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 1849/2017,ΑΠ 118/2006, ΑΠ 831/2005, ΑΠ 174/2005).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ` εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 1738/2013).Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και, χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).

Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα προγνώσεως του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 1228/ 2019, ΑΠ 719/2012). Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ` αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 340/24-4-1997), που εκδόθηκε κατ` εξουσιοδότηση του άρθ. 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.".

Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της αρχικής επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ` αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση του καταναλωτή θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα, κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή, για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επένδυσης (άρθρο 6. 1 ΚΔΕΠΕΥ). Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔΕΠΕΥ).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ΕΠΕΥ οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επένδυσης. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της Τράπεζας ή της ΕΠΕΥ για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις, ιδιαίτερα, επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις Τράπεζες ή τις ΕΠΕΥ, δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας, για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας Τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή, τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔΕΠΕΥ).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον, επομένως, η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα Τράπεζα σε αποζημίωση(ΑΠ 619/2021,ΑΠ 931/2019, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 2212/2014).

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως MΙFΙD, η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 128/2019,ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 1028/2015,ΑΠ 1738/2013), με την οποία εξειδικεύονται και διευκρινίζονται οι υποχρεώσεις που επιβάλλονται προς προστασία των επενδυτών.

Ειδικότερα στο άρθρο 19 της ως άνω κοινοτικής Οδηγίας για τις αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων, γίνεται δεκτό ότι για την παροχή εύλογων συμβουλών λαμβάνεται υπόψη η καλύτερη εξυπηρέτηση του συμφέροντος του πελάτη. Επίσης, κατά τις διατάξεις του εν λόγω Ν.3606/2007, όπως ίσχυαν πριν την κατάργησή τους από 03.01.2018, δυνάμει των άρθρων 97,98 και 128 του Ν.4514/2018, και καλύπτουν και την μεταγενέστερη από 25.08.2011 σύμβαση των διαδίκων, και δη στο μεν άρθρο 4 αυτού με τίτλο "Επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες και παρεπόμενες υπηρεσίες" και στην παρ.4 περ.

ε' ,ως επενδυτικές υπηρεσίες και δραστηριότητες νοούνται, μεταξύ άλλων, και "Η παροχή επενδυτικών συμβουλών, η οποία συνίσταται στην παροχή προσωπικών συμβουλών σε πελάτη, είτε κατόπιν αιτήσεως του είτε με πρωτοβουλία της ΕΠΕΥ, σχετικά με μία ή περισσότερες συναλλαγές που αφορούν χρηματοπιστωτικά μέσα", στο δε άρθρο 13 με τίτλο "Συγκρούσεις συμφερόντων" ορίζονταν ότι "παρ. 1.

Οι ΑΕΠΕΥ κατά την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών λαμβάνουν κάθε εύλογο μέτρο για τον εντοπισμό των συγκρούσεων συμφερόντων: (α) μεταξύ αυτών, περιλαμβανομένων των διευθυντών και υπαλλήλων τους, των συνδεδεμένων αντιπροσώπων τους και κάθε προσώπου που συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την ΑΕΠΕΥ με σχέση ελέγχου και πελατών τους, ή (β) μεταξύ πελατών τους.παρ.2.

Εάν οι οργανωτικές και διοικητικές ρυθμίσεις για την αντιμετώπιση των συγκρούσεων συμφερόντων δεν διασφαλίζουν σε ικανοποιητικό βαθμό την αποφυγή διακινδύνευσης των συμφερόντων των πελατών, η ΑΕΠΕΥ γνωστοποιεί με σαφήνεια στον πελάτη τη γενική φύση της σύγκρουσης συμφερόντων και τις πηγές της σύγκρουσης συμφερόντων προτού αναλάβει την παροχή επενδυτικών ή παρεπόμενων υπηρεσιών προς τον πελάτη.παρ.3.

Με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ή με Πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος ορίζονται για τις ΑΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα αντίστοιχα σύμφωνα με τα εκτελεστικά μέτρα της παραγράφου 3 του άρθρου 18 της Οδηγίας 2004/39/ΕΚ: (α) τα μέτρα που οφείλουν να λάβουν οι ΑΕΠΕΥ και τα πιστωτικά ιδρύματα για να εντοπίζουν, να αποφεύγουν, να αντιμετωπίζουν και να γνωστοποιούν τις συγκρούσεις συμφερόντων κατά την παροχή των επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών, (β) τα κατάλληλα κριτήρια για τον προσδιορισμό των μορφών σύγκρουσης συμφερόντων, η ύπαρξη των οποίων θα μπορούσε να αποβεί επιζήμια για τα συμφέροντα των πελατών ή των δυνητικών πελατών της ΑΕΠΕΥ ή του πιστωτικού ιδρύματος.".

Αντιστοίχως, σύμφωνα με την Πράξη 2501/31.10.2002 του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, "Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα οφείλουν να ενημερώνουν κατάλληλα τους συναλλασσόμενους για τη φύση και τα χαρακτηριστικά των προσφερομένων προϊόντων και υπηρεσιών και εν γένει για τους όρους και τις προϋποθέσεις που διέπουν τις τραπεζικές συναλλαγές".

Εις ό, τι αφορά την ελάχιστη απαιτούμενη ενημέρωση, όπως ορίζεται στην ανωτέρω διοικητική πράξη "Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να παρέχουν κατ' ελάχιστον τα ακόλουθα στοιχεία και πληροφορίες, ώστε οι συναλλασσόμενοι με αυτά να σχηματίζουν πριν από τη σύναψη της σύμβασης σαφή εικόνα για τις παρεχόμενες υπηρεσίες και προϊόντα".

Αναφορικά με δε παράγωγα προϊόντα ορίζεται ότι "τα πιστωτικά ιδρύματα ενημερώνουν για τα βασικά χαρακτηριστικά των παραγώγων προϊόντων που διαθέτουν για ίδιο λογαριασμό ή για λογαριασμό τρίτων, θέτοντας στη διάθεση των συναλλασσομένων την αναγκαία πληροφόρηση για την κατανόηση του οφέλους και των κινδύνων που αναλαμβάνουν και των πιθανών ζημιογόνων επιπτώσεων από την αιφνίδια μεταβολή της αξίας τους, είτε ως μεμονωμένων πράξεων είτε σε συνδυασμό με άλλες".

Για δε τον τρόπο ενημέρωσης των αντισυμβαλλομένων ορίζεται πως "Τα πιστωτικά ιδρύματα οφείλουν να γνωστοποιούν στους συναλλασσόμενους, πριν από τη σύναψη της σύμβασης, όλους τους όρους που διέπουν τη μεταξύ τους σχέση και να τους παρέχουν πλήρες αντίγραφο μετά τη σύναψή της". Με το άρθρο δε 25 παρ. 1, 2, 3, 4, 5 και 6 του ίδιου ως άνω Ν. 3606/2007, ορίζονται, επίσης, ότι: "1.

Οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να ενεργούν κατά την παροχή επενδυτικών και παρεπόμενων υπηρεσιών σε πελάτες με αμεροληψία, εντιμότητα και επαγγελματισμό, ώστε να εξυπηρετούν με τον καλύτερο τρόπο τα συμφέροντα των πελατών τους και ειδικότερα να συμμορφώνονται με τις αρχές που αναφέρονται στις παραγράφους 2 έως 8 του άρθρου αυτού. 2.

Οι πληροφορίες που παρέχουν οι ΑΕΠΕΥ σε πελάτες ή σε δυνητικούς πελάτες, συμπεριλαμβανομένων των διαφημιστικών ανακοινώσεων, πρέπει να είναι ακριβείς, σαφείς και μη παραπλανητικές. Οι διαφημιστικές ανακοινώσεις πρέπει να μπορούν να αναγνωρίζονται σαφώς ως τέτοιες........ 3. Οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν στους πελάτες ή στους δυνητικούς πελάτες κατάλληλη πληροφόρηση σε κατανοητή μορφή, ώστε αυτοί να είναι ευλόγως σε θέση να κατανοούν τη φύση και τους κινδύνους της προσφερόμενης επενδυτικής ή παρεπόμενης υπηρεσίας και της συγκεκριμένης κατηγορίας του προτεινόμενου χρηματοπιστωτικού μέσου και ως εκ τούτου να λαμβάνουν επενδυτικές αποφάσεις επί τη βάσει αντικειμενικής πληροφόρησης.

Οι πληροφορίες αυτές μπορεί να παρέχονται σε τυποποιημένη μορφή. Η πληροφόρηση περιλαμβάνει στοιχεία σχετικά με: (α) την ΑΕΠΕΥ και τις υπηρεσίες της, (β) τα χρηματοπιστωτικά μέσα και τις προτεινόμενες επενδυτικές στρατηγικές, καθώς και κατάλληλη καθοδήγηση και προειδοποιήσεις σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονται με τις επενδύσεις στα εν λόγω χρηματοπιστωτικά μέσα ή με την υιοθέτηση των εν λόγω επενδυτικών στρατηγικών, (γ) τους τόπους εκτέλεσης και (δ) το κόστος και τις σχετικές παρεπόμενες επιβαρύνσεις. 4.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν επενδυτικές συμβουλές ή προβαίνουν σε διαχείριση χαρτοφυλακίου, οφείλουν να αντλούν τις αναγκαίες πληροφορίες σχετικά με τη γνώση και την εμπειρία του πελάτη ή του δυνητικού πελάτη στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, καθώς και σχετικά με τη χρηματοοικονομική κατάσταση και τους επενδυτικούς στόχους του, ώστε να μπορούν να τους συστήσουν τις επενδυτικές υπηρεσίες και τα χρηματοπιστωτικά μέσα που είναι κατάλληλα για την περίπτωση τους (έλεγχος καταλληλότητας). 5.

Όταν οι ΑΕΠΕΥ παρέχουν άλλες επενδυτικές υπηρεσίες εκτός από αυτές που αναφέρονται στην παράγραφο 4, ζητούν από τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη να παρέχει πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του στον επενδυτικό τομέα που σχετίζεται με τη συγκεκριμένη κατηγορία του προσφερόμενου ή ζητούμενου χρηματοπιστωτικού μέσου ή υπηρεσίας, ώστε να μπορούν οι ΑΕΠΕΥ να εκτιμήσουν κατά πόσον η σχεδιαζόμενη επενδυτική υπηρεσία ή το χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλο για τον πελάτη (έλεγχος συμβατότητας).

Εφόσον οι ΑΕΠΕΥ κρίνουν, βάσει των πληροφοριών που έχουν λάβει σύμφωνα με το προηγούμενο εδάφιο, ότι το χρηματοπιστωτικό μέσο ή η υπηρεσία δεν είναι κατάλληλα για τον πελάτη ή το δυνητικό πελάτη, οφείλουν να τον προειδοποιήσουν σχετικά. Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. Εάν ο πελάτης ή ο δυνητικός πελάτης δεν παράσχει τις κατά το πρώτο εδάφιο πληροφορίες σχετικά με τις γνώσεις και την εμπειρία του ή αν παράσχει ανεπαρκείς σχετικές πληροφορίες, οι ΑΕΠΕΥ οφείλουν να τον προειδοποιήσουν ότι η απόφαση του αυτή δεν τους επιτρέπει να κρίνουν κατά πόσον η προσφερόμενη ή ζητούμενη επενδυτική υπηρεσία ή το προσφερόμενο ή ζητούμενο χρηματοπιστωτικό μέσο είναι κατάλληλα γι` αυτόν.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή. 6. Οι ΑΕΠΕΥ που παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες οι οποίες συνίστανται αποκλειστικά στην εκτέλεση εντολών πελατών ή τη λήψη και διαβίβαση εντολών με ή χωρίς παρεπόμενες υπηρεσίες μπορούν να παρέχουν τις εν λόγω επενδυτικές υπηρεσίες στους πελάτες τους χωρίς να έχουν λάβει τις πληροφορίες και χωρίς να έχουν καταλήξει στην κρίση που προβλέπεται στην παράγραφο 5, εφόσον πληρούνται σωρευτικά οι παρακάτω προϋποθέσεις: (α) Οι εν λόγω υπηρεσίες αφορούν μετοχές, εισηγμένες για διαπραγμάτευση σε οργανωμένη αγορά ή σε ισοδύναμη αγορά τρίτης χώρας, μέσα χρηματαγοράς, ομολογίες ή άλλες μορφές τιτλοποιημένου χρέους, (με την εξαίρεση των ομολογιών ή άλλων μορφών τιτλοποιημένου χρέους που ενσωματώνουν παράγωγα), μερίδια ΟΣΕΚΑ και άλλα μη σύνθετα χρηματοπιστωτικά μέσα.

Αγορά τρίτης χώρας θεωρείται ισοδύναμη με οργανωμένη αγορά, εάν πληροί ισοδύναμες απαιτήσεις με τις οριζόμενες στο Κεφάλαιο ΣΤ` του Πρώτου Μέρους του νόμου αυτού, (β) Η υπηρεσία παρέχεται κατόπιν πρωτοβουλίας του πελάτη ή δυνητικού πελάτη, (γ) Ο πελάτης ή δυνητικός πελάτης έχει ενημερωθεί σαφώς ότι, κατά την παροχή της εν λόγω υπηρεσίας, η ΑΕΠΕΥ δεν υποχρεούται να αξιολογήσει τη συμβατότητα του χρηματοπιστωτικού μέσου που προσφέρεται ή της υπηρεσίας που παρέχεται και ότι δεν καλύπτεται από την αντίστοιχη προστασία των σχετικών κανόνων επαγγελματικής συμπεριφοράς.

Η προειδοποίηση αυτή μπορεί να παρέχεται σε τυποποιημένη μορφή, (δ) Η ΑΕΠΕΥ συμμορφώνεται με τις κατά το άρθρο 13 υποχρεώσεις της. ...7.... 8.... 9.... 10.... 77......". Με βάση τα παραπάνω, στην περίπτωση που η τράπεζα απλώς και μόνο παρέχει την υπηρεσία της εκτέλεσης εντολών πελατών της, ή της λήψης και διαβίβασης εντολών, πρέπει μόνο να προχωρήσει στον προβλεπόμενο στην παρ.5 του άρθρου 25 του Ν. 3606/2007 έλεγχο συμβατότητας και να ειδοποιήσει σχετικά τον πελάτη, εκτός εάν συντρέχουν οι ως άνω προϋποθέσεις της παρ. 6 του ίδιου άρθρου, οπότε η τράπεζα απαλλάσσεται και από τον έλεγχο συμβατότητας.

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω νόμου υποχρεώσεων των ΑΠΕΥ συνιστά παρανομία υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Εφόσον η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον καταναλωτή, ιδιώτη επενδυτή, όπως δεν αμφισβητείται ότι συμβαίνει, με το πρόσωπο που μετέχει στην συγκεκριμένη σχέση, ως αποδέκτης των υπηρεσιών, χωρίς να διαθέτει οποιουδήποτε είδους εξειδίκευση, επιχειρώντας να καλύψει προεχόντως ανάγκες ασφαλούς τοποθέτησης του κεφαλαίου του, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση (ΑΠ 1319/2022, ΑΠ 619/2021, ΑΠ 931/2019, ΑΠ 874/2018, ΑΠ 1028/2015, ΑΠ 2212/2014).

Περαιτέρω, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 10 παρ.1 Ν.3587/2007, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου, με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση, μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1849/2017,ΑΠ 1028/2015).

Υπό τη συνδρομή των προϋποθέσεων των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει, περαιτέρω, ότι με αυτές θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση, λόγω αδικοπραξίας και στις περιπτώσεις ευθύνης, λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με τη ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 4 του Ν. 2251/1994,όπως το άρθρο 1 τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 Ν.3587/2007.

Ο ανωτέρω νόμος έχει συμπεριλάβει ειδικές διατάξεις, που επιβάλλουν στον οποιονδήποτε "προμηθευτή" - και στις τράπεζες - την ορθή, αναγκαία και κατάλληλη πληροφόρηση του μέσου "καταναλωτή" - και του ιδιώτη επενδυτή - ώστε αυτός να λαμβάνει, τεκμηριωμένα, τη σωστή απόφαση της πράγματι ηθελημένης συναλλαγής.

Να μην παραπλανάται, δηλαδή, αποφασίζοντας να ενεργήσει συναλλαγή, την οποία, διαφορετικά, δεν θα αποφάσιζε να ενεργήσει. Οι υποχρεώσεις αυτές του "προμηθευτή" προβλέπονται, ιδίως, στα άρθρα 9γ-9ε του νόμου, που αναφέρονται στην "απαγόρευση αθέμιτων εμπορικών πρακτικών". Εμμέσως, ωστόσο, προκύπτουν και από τις διατάξεις των άρθρων 4 και 4α, τα οποία αναφέρονται μεν ευθέως σε "εμπορία υπηρεσιών από απόσταση", αφορούν, όμως - με τελολογική ερμηνεία τους - αυτονόητα κάθε συναλλαγή, με ταυτόχρονη φυσική παρουσία των συναλλασσομένων.

Η προβλεπόμενη στο νόμο κύρωση, για την περίπτωση παράβασης της εν λόγω υποχρέωσης, εκ μέρους του "προμηθευτή", συνίσταται, κυρίως, σε αποζημίωση του καταναλωτή (άρθρο 9θ του ανωτέρω νόμου). Προστατευόμενο έννομο αγαθό της διάταξης του άρθρου 8 του ως άνω νόμου, είναι η περιουσία του αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών και η εμπιστοσύνη στην ορθή λειτουργία του συστήματος παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Οι αποδέκτες των επενδυτικών υπηρεσιών είναι, επομένως, αμέσως ζημιωθέντες από την παράβαση της εν λόγω διάταξης (ΑΠ 354/2022,ΑΠ 1228/2019,ΑΠ 974/2018, ΑΠ 865/2017, ΑΠ 1028/2015).Επίσης η ρυθμιστική εμβέλεια του εν λόγω άρθρου 8 Ν.2251/1994 καλύπτει και την αδικοπρακτική ευθύνη, στο οποίο (άρθρο) ορίζονται, μεταξύ άλλων, στις παρ.1,3 και 4, όπως οι παρ.1 και 4 αντικαταστάθηκαν με το άρθρο 10 παρ.1 και 3, αντίστοιχα, του Ν.3587/2007, και τα εξής, ήτοι ότι "Ο παρέχων υπηρεσίες ευθύνεται για κάθε περιουσιακή ζημία ή ηθική βλάβη που προκάλεσε παράνομα και υπαίτια, με πράξη ή παράλειψή του, κατά την παροχή αυτών στον καταναλωτή...(παρ.1), ότι " Ο ζημιωθείς υποχρεούται να αποδείξει τη ζημία και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της παροχής της υπηρεσίας και της ζημίας(παρ.3)" και ότι " Ο παρέχων υπηρεσίες φέρει το βάρος της απόδειξης για την έλλειψη παρανομίας και υπαιτιότητάς του...(παρ.4)", αντίστοιχα.

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, ΟλΑΠ 2/2013, ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτό αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικά και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 19/2020, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016).

Με το λόγο αυτό δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2021, ΑΠ 52/2019, ΑΠ 551/2018, ΑΠ 1753/2017). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ. α` του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία"(ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 367/2020).

Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι όμως όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 367/2020).

Για να είναι, συνεπώς, ορισμένος ο από τον αριθμό 19 του άνω άρθρου λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών, καθώς επίσης:

α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει και τούτα σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΟλΑΠ 16/2006, ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1184/2015).Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ` αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος, καθόσον ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε (ΑΠ 367/2020, ΑΠ 548/2020). Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 367/2020), ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς (ΑΠ 367/2020 ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008, ΑΠ 520/1995), οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος (ΑΠ 548/2020, ΑΠ 367/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ" άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο Αθηνών, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε τα ακόλουθα: "Το καλοκαίρι του έτους 2007, η α' ενάγουσα (και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), μητέρα των λοιπών εναγόντων(και ήδη λοιπών αναιρεσειόντων), οικοκυρά ετών 52, κάτοικος Ιταλίας, επισκέφθηκε το υποκατάστημα της α' εναγομένης Τράπεζας(και ήδη πρώτης των αναιρεσιβλήτων)στον Πύργο Ηλείας όπου διατηρούσε λογαριασμό προθεσμιακής κατάθεσης, ποσού 650.000 € περίπου, ο οποίος έληγε στις 24-8-2007.

Κατά την επίσκεψη της αυτή ο υπάλληλος της α' εναγομένης Γ. Ζ. συνέστησε στην α' ενάγουσα, η οποία επιδίωκε μια ασφαλή και προσοδοφόρα τοποθέτηση των χρημάτων της, να επικοινωνήσει με το τμήμα του private banking του υποκαταστήματος της α' εναγομένης στην Πάτρα προκειμένου να ενημερωθεί και να προβεί σε μία αποδοτικότερη επένδυση των χρημάτων της.

Ακολούθως, η α' ενάγουσα επικοινώνησε με τον Γ. Μ., υπάλληλο της α' εναγομένης στο υποκατάστημα της τελευταίας στην Πάτρα, τηλεφωνικά, κατόπιν κλήσεως του τελευταίου και του ανέφερε ότι διαθέτει ένα σημαντικό ποσό τοποθετημένο σε προθεσμιακή κατάθεση στο κατάστημα Πύργου και ότι επιθυμούσε μια αποδοτικότερη επένδυση.

Τότε ο ανωτέρω υπάλληλος την ενημέρωσε για το "private banking" της Τράπεζας που απευθύνεται σε ανθρώπους με σημαντική οικονομική επιφάνεια και αφού αυτή επέδειξε ενδιαφέρον της εξήγησε τις δυνατότητες του private banking και τα τρία είδη συμβάσεως με τα οποία θα μπορούσαν να συνεργαστούν, ήτοι :α) την "εν λευκώ" διαχείριση, με την οποία το private banking ενεργώντας στα πλαίσια του επενδυτικού της προφίλ, θα διαχειριζόταν κατά την απόλυτη κρίση του τα κεφάλαιά της έναντι μίας συμφωνημένης διαχειριστικής αμοιβής, β) την "συμβουλευτική" διαχείριση, σύμφωνα με την οποία το private banking έναντι πάλι μιας συμφωνημένης αμοιβής θα μπορούσε να συμβουλεύει την ενάγουσα, κάθε φορά που αυτή επιθυμούσε την παροχή επενδυτικών συμβουλών και γ) την απλή σύμβαση με την οποία το private banking θα ελάμβανε και θα διαβίβαζε αρμοδίως προς διεκπεραίωση τις εντολές που ελάμβανε από την ενάγουσα.

Η ενάγουσα δήλωσε στον ανωτέρω υπάλληλο της α' εναγομένης ότι επιθυμούσε μία σταθερή και μακροχρόνια τοποθέτηση των χρημάτων της, ότι δεν είχε σκοπό να κινεί τα χρήματά της με συχνές επιθετικές κινήσεις και ότι ήθελε να γίνει πελάτης του private banking με την απλή μορφή συνεργασίας. Την 23.8.2007 η α' ενάγουσα, καθώς και η β' ενάγουσα (και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα), κόρη της α' ενάγουσας, φοιτήτρια, ετών 23, κάτοικος Ιταλίας, κατήρτισαν την υπ' αρ. ...

σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και την υπ' αρ. Ρ... πρόσθετη πράξη συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών-λήψη και διαβίβαση εντολών με αντισυμβαλλόμενες την α' εναγομένη και την εταιρεία με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" της οποίας καθολική διάδοχος είναι η γ' εναγομένη(και ήδη τρίτη των αναιρεσιβλήτων), κατά δε την υπογραφή των συμβάσεων αυτών, τις ανωτέρω εναγόμενες-αντισυμβαλλόμενες εκπροσώπησε ο υπάλληλός τους Γεώργιος Μάρκου.

Ταυτόχρονα, οι δύο πρώτες ενάγουσες συμπλήρωσαν και επενδυτικό ερωτηματολόγιο, το οποίο ενσωματώθηκε στην ανωτέρω σύμβαση ως παράρτημα Γ' για τη λήψη πληροφοριών, χρήσιμων για το σχηματισμό του επενδυτικού τους προφίλ, στο οποίο αυτές δήλωσαν ότι είχαν ως επενδυτικό στόχο την επίτευξη κυρίως σταθερού εισοδήματος και μικρής κεφαλαιακής υπεραξίας σε βάθος χρόνου, ότι προτιμούσαν χαμηλά επίπεδα κινδύνου με στόχο την ελάχιστη διακύμανση της αξίας της επενδύσεως, ότι είχαν ως προηγούμενη εμπειρία μόνο τις τραπεζικές καταθέσεις και ότι τις ενδιέφερε ως χρονικός ορίζοντας, τόσο για την επένδυσή τους, όσο και για την ρευστοποίηση μέρους αυτής, το χρονικό διάστημα μεταξύ 1 και 3 ετών.

Από τη συμπλήρωση του ανωτέρω ερωτηματολογίου, προέκυπτε ότι το επενδυτικό προφίλ των α', β' εναγουσών ήταν συντηρητικό. Όμως όπως αναφέρεται και στο ερωτηματολόγιο που συμπλήρωσαν οι α' β' ενάγουσες, οι απαντήσεις τους στο ερωτηματολόγιο δεν αποτελούν συμβατικούς όρους και δεν δημιουργούν καμία υποχρέωση των εταιρειών ( εναγομένων) έναντι του επενδυτή, οι οποίες περιοριστικά και αποκλειστικά ρυθμίζονται στις μεταξύ του επενδυτή και των εταιριών συμβάσεις και τα παραρτήματα αυτών, τα δε στοιχεία που συγκεντρώνονται από την συμπλήρωση του ερωτηματολογίου είναι απαραίτητα για τη δημιουργία όσο το δυνατόν σαφέστερης εικόνας ως προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του επενδυτή, τους επενδυτικούς του στόχους και ανάγκες.

Την επόμενη ημέρα, ήτοι στις 24-8-2007 έληξε η προθεσμιακή κατάθεση, στην οποία η α' ενάγουσα είχε τοποθετήσει το ως άνω ποσό των 650.000 € περίπου και τα χρήματά της, πιστώθηκαν στις 27-28/8/2007 στο λογαριασμό της. Ακολούθως, η α' ενάγουσα επικοινώνησε με τον Γ. Μ. (υπάλληλος της α' εναγομένης στο υποκατάστημα Πάτρας) μέσω του καταστήματος Πύργου και -επειδή η απόδοση της προθεσμιακής κατάθεσης ανερχόταν στο επιτόκιο EUribor μηνός πλέον αρνητικού περιθωρίου 0,10%- του ζήτησε πληροφορίες για τα προϊόντα που προσέφερε το private banking με επιτόκιο αυξημένο, σε σύγκριση με αυτό που προσέφερε η προθεσμιακή της κατάθεση.

Ο ανωτέρω υπάλληλος της έδωσε πληροφορίες σχετικές με την αγορά, τα ομόλογα και τις πρότεινε να αγοράσει ένα ομόλογο της "Alpha Credit Group Plc. ...", 10 έτους διάρκειας, του οποίου η ως άνω εκδότρια είναι θυγατρική εταιρεία της α' εναγομένης, και του οποίου το αρχικό κεφάλαιο ήταν εγγυημένο κατά τη λήξη του από την εκδότρια εταιρεία που ήταν θυγατρική της α' εναγομένης.

Επίσης της διευκρίνισε ότι η εκδότρια μπορούσε να το ανακαλέσει στην πενταετία, αλλά και τότε το αρχικό επενδεδυμένο κεφάλαιο ήταν εγγυημένο και την ενημέρωσε για το επιτόκιο που προσέφερε, ότι δηλαδή την πρώτη 5ετία ήταν κυμαινόμενο με βάση το επιτόκιο EUribor τριμήνου πλέον περιθωρίου 0,40% και ότι, εφ' όσον η εκδότρια δεν το ανακαλούσε, τότε για τη δεύτερη 5ετία η απόδοσή του θα αυξανόταν και το ομόλογο θα απέδιδε επιτόκιο με βάση το EUribor τριμήνου πλέον περιθωρίου 1,70%.

Δεν απεδείχθη ότι υπήρχαν άλλα πιο κατάλληλα επενδυτικά προϊόντα που αντιστοιχούσαν στο επενδυτικό προφίλ των α', β' εναγουσών, τα οποία δεν τους παρουσίασε ο ανωτέρω υπάλληλος, ούτε ότι ο τελευταίος είχε την προειλημμένη απόφαση να προβεί στην συγκεκριμένη επένδυση των χρημάτων τους, υπέρ των κακώς εννοούμενων συμφερόντων των α', β' εναγουσών, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι τελευταίες.

Το γεγονός ότι ο ανωτέρω υπάλληλος τους πρότεινε το ανωτέρω ομόλογο, δεν καταδεικνύει από μόνο του ότι αυτός ενήργησε σε βάρος των συμφερόντων των εναγομένων, αφού εξήγησε στις εν λόγω ενάγουσες τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του ομολόγου αυτού και δεν απεδείχθη ότι αυτός απέκρυψε και δεν παρουσίασε στις ανωτέρω ενάγουσες κάποιο άλλο επενδυτικό προϊόν, πιο συμβατό στο επενδυτικό τους προφίλ.

Επίσης ο ανωτέρω υπάλληλος διευκρίνισε στις ανωτέρω ενάγουσες, ότι η τιμή του προτεινόμενου απ' αυτόν ομολόγου, μπορούσε να έχει διακυμάνσεις είτε προς τα κάτω είτε προς τα πάνω σύμφωνα με τον κανόνα της προσφοράς και της ζήτησης, αφού αυτό διαπραγματευόταν καθημερινά στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, ότι το επενδεδυμένο σ' αυτό κεφάλαιό τους ήταν εγγυημένο κατά τη λήξη του ομολόγου ή την ανάκλησή του από την εκδότρια εταιρεία.

Έτσι αμφότερες οι ανωτέρω ενάγουσες αποφάσισαν να αγοράσουν το ανωτέρω ομόλογο και στις 28-8-2007 κατέβαλαν το ποσό των 650.000 και έδωσαν εντολή στις δύο πρώτες εναγόμενες να αγοράσουν για λογαριασμό τους το ανωτέρω ομόλογο εκδόσεως της "ALPHA CREDIT GROUP PLC", ήτοι ένα ομόλογο δεκαετούς διάρκειας. Πράγματι την ίδια ημέρα στις 28/8/2007, εστάλη στις ανωτέρω ενάγουσες από τις εναγόμενες ένα αποδεικτικό εντολής συναλλαγής (ομόλογο) δια του οποίου αποδεικνύεται ότι την ίδια ημέρα, δυνάμει της ανωτέρω σύμβασης αγοράστηκε για λογαριασμό τους, αντί ονομαστικής αξίας 650.000 το ομόλογο ALPHA CREDIT GROUP PLC 1/2/2017 EUR με εκδότρια την ALPHA CREDIT GROUP PLC.

θυγατρική της α' εναγομένης. Η αυξημένη διάρκεια του ομολόγου, δεν αποτέλεσε εμπόδιο για την επενδυτική απόφαση των ανωτέρω εναγουσών, αφού αυτό που τις ενδιέφερε ήταν το γεγονός ότι μετά την 5ετία το επιτόκιο αυξανόταν και ότι η α' εναγομένη τράπεζα μητρική της εκδότριας εταιρείας θεωρείτο από τα μεγαλύτερα τραπεζικά ιδρύματα της Ελλάδας με διαβάθμιση Α' από την Moody's γεγονός που γνωστοποιήθηκε σ' αυτές και από τον ανωτέρω υπάλληλο της α' εναγομένης, Γ.

Μ.. Άλλωστε οι ίδιες οι ανωτέρω ενάγουσες αναφέρουν στην αγωγή τους ότι συνήνεσαν στη διαχείριση του ποσού των 650.000 € (επενδυτικού κεφαλαίου) από τις εναγόμενες και ότι την ίδια ημέρα αγοράσθηκε από τους εντολοδόχους τους, για λογαριασμό τους, το εν λόγω επενδυτικό προϊόν, δεκαετούς διάρκειας ... γεγονός που καταδεικνύει ότι αυτές ενημερώθηκαν για την αυξημένη διάρκεια του ανωτέρω ομολόγου και αποδέχθηκαν αυτό, παρά το γεγονός του ότι στο ερωτηματολόγιο που τους είχε τεθεί προς συμπλήρωση είχαν δηλώσει ότι ενδιαφέρονταν για επένδυση με χρονικό ορίζοντα τόσο ως προς αυτήν καθ' εαυτήν την επένδυση, όσο και ως προς την ρευστοποίησή της, 1-3 έτη.

Από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν προκύπτει ότι οι εναγόμενες δια των υπαλλήλων τους διαβεβαίωσαν τις ανωτέρω ενάγουσες ότι το κεφάλαιο της επένδυσής τους ήταν εγγυημένο οποτεδήποτε ρευστοποιούσαν αυτές το εν λόγω ομόλογο, πριν τη λήξη του, όπως αβασίμως ισχυρίζονται οι ενάγουσες. Μάλιστα οι ενάγουσες προς απόδειξη του ισχυρισμού τους αυτού προσκομίζουν μετ' επικλήσεως τηλεομοιοτυπία που απέστειλε ο Γ..

Ζ. (υπάλληλος της α' εναγομένης στο υποκατάστημά της στον Πύργο) προς την α' ενάγουσα, επί της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς των εναγουσών, υπάρχει γραπτή βεβαίωση της α' εναγομένης, ότι υφίσταται εγγύηση του κεφαλαίου τους. Ως προς την ανωτέρω αποσταλείσα στην α' ενάγουσα τηλεομοιοτυπία, από την α' εναγομένη πρέπει να λεχθεί ότι αυτή απεστάλη την 23-11-2009 φέρει την αυτή ημερομηνία και αφορά αμοιβαία κεφάλαια για το επιτόκιο των οποίων η α' εναγομένη ενημερώνει την α' ενάγουσα και της προτείνει μεταφορά σε άλλο αμοιβαίο(και αυτό με εγγύηση κεφαλαίου) όπως επί λέξει αναγράφεται σ' αυτήν, ήτοι δεν αφορά το επίδικο ομόλογο, ούτε το χρόνο που αγοράστηκε αυτό, αλλά αφορά αμοιβαία κεφάλαια και μεταγενέστερο χρόνο από αυτόν της αγοράς του επίδικου ομολόγου.

Περαιτέρω απεδείχθη ότι οι ανωτέρω εναγόμενες απέστειλαν στις δύο πρώτες ενάγουσες,στη δηλωθείσα απ'αυτές διεύθυνση αλληλογραφίας, στην ..., ενημερωτικά σημειώματα που απεικόνιζαν την κίνηση του επενδυτικού τους λογαριασμού, τις αποδόσεις του επενδυτικού προϊόντος που παρουσίαζαν διακυμάνσεις, καθώς και την πορεία της επένδυσής τους, που και αυτή παρουσίαζε μείωση σε σχέση με την αρχική ονομαστική αξία του ομολόγου των 650.000 €, πλην όμως οι ανωτέρω ενάγουσες δεν κατήγγειλαν τη σύμβαση, καθ' όσον γνώριζαν πολύ καλά ότι το κεφάλαιό τους ήταν εγγυημένο κατά τη λήξη του ομολόγου.

Μάλιστα στις 25-8-2011, όλοι οι ενάγοντες- εκ των οποίων οι 3η και 4ος (τρίτη και τέταρτος των ήδη αναιρεσειόντων)είναι τέκνα της α' ενάγουσας, φοιτητές, ετών 21 και 20 ετών αντιστοίχως, κάτοικοι Ιταλίας- συμβλήθηκαν με τις εναγόμενες και υπογράφτηκαν οι υπ' αρ. ... συμβάσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών ως συνέχεια των αρχικών συμβάσεων, προκειμένου οι 3η και 4ος των εναγόντων να αποκτήσουν πλήρη δικαιώματα στο ως άνω επενδυτικό προϊόν.

Όμως οι ενάγοντες από τα ενημερωτικά σημειώματα που ελάμβαναν από τις εναγόμενες, σχετικά με την επένδυσή τους, διαπίστωσαν συνεχώς ότι το ομόλογό τους είχε φθίνουσα πορεία και από έρευνα που διενήργησαν διαπίστωσαν ότι το Σεπτέμβριο του 2011 η τιμή του ομολόγου ήταν χαμηλότερη κατά 300.000 € από την ονομαστική αξία(ήτοι από το αρχικό ποσό έκδοσης του ομολόγου το οποίο ο εκδότης υπόσχεται να αποπληρώσει στην ημερομηνία λήξης του ομολόγου), δηλαδή διαπίστωσαν ότι το εν λόγω ομόλογο διαπραγματευόταν με έκπτωση.

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η έρευνα που διενήργησαν δεν περιορίσθηκε μόνο στη λογιστική καταγραφή των ζημιών τους, αλλά και στον έλεγχο εάν και κατά πόσο ανταποκρίνονταν οι επενδυτικές στρατηγικές τους και το επενδυτικό τους προφίλ στις διενεργηθείσες συναλλαγές εκ μέρους των εκπροσώπων των εναγομένων, ότι το ως άνω επενδυτικό προϊόν ήταν ασύμβατο με το επενδυτικό τους προφίλ, διότι επελέγη ένα δεκαετές επενδυτικό προϊόν αντί της επιθυμίας τους για μάξιμουμ τριετή επένδυση, χωρίς να είναι εγγυημένο το αρχικώς επενδεδυμένο κεφάλαιο.

Όμως οι ενάγοντες θα έπρεπε από την έρευνα που ισχυρίζονται ότι διενήργησαν, να διαπιστώσουν ότι, εφ' όσον το ομόλογό τους ήταν δεκαετούς διάρκειας αυτό θα αποπληρωνόταν στη λήξη του, στην ονομαστική του αξία, πράγμα το οποίο είχε καταστήσει σαφές ο ανωτέρω υπάλληλος της α' εναγομένης Γ.. Μ., στην α' ενάγουσα.

Οι ενάγοντες, εν συνεχεία, με την από 3-2-2012 καταγγελία τους που επεδόθη στις εναγόμενες την 15-2-2012 κατήγγειλαν τις προαναφερόμενες συμβάσεις και ζήτησαν: α) την ρευστοποίηση του ως άνω ομολόγου σε πίστωση του υπ' αρ ... λογαριασμού που διατηρούσε η α' ενάγουσα στην α' εναγομένη Τράπεζα και β) την καταβολή του υπολοίπου ποσού μέχρι το ποσό των 650.000 € που ήταν το αρχικό επενδεδυμένο κεφάλαιο, εντός τριών(3)εργασίμων ημερών από την επίδοση της καταγγελίας.

Κατόπιν αυτού, οι εναγόμενες ρευστοποίησαν το επίδικο προϊόν και στις 7-3-2012 πίστωσαν τον ανωτέρω λογαριασμό της α' ενάγουσας με το ποσό των 296.863,89 € (τιμή ομολόγου η οποία ήταν χαμηλότερη από την ονομαστική του αξία, καθ' όσον αυτό κατά το χρόνο εκείνο διαπραγματευόταν με έκπτωση), αρνήθηκαν όμως την καταβολή του υπολοίπου ποσού μέχρι το ποσό των 650.000 € (ονομαστική αξία του ομολόγου), που ανερχόταν σε 353.116,11 € και το οποίο διεκδικούν οι ενάγοντες δια της ενδίκου αγωγής τους.

Οι ενάγοντες αποφάσισαν να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αν και γνώριζαν ότι αυτό κατά το χρόνο εκείνο, διαπραγματευόταν στη δευτερογενή αγορά με έκπτωση και ότι αυτοί θα απολέσουν μεγάλο ποσό από το επενδεδυμένο σ' αυτό κεφάλαιό τους, διότι λόγω της οικονομικής κρίσης που διέρχεται η Ελλάδα και της εξαιτίας αυτής, επισφαλούς οικονομικής κατάστασης των Τραπεζών κατά το χρόνο εκείνο, φοβήθηκαν για την μελλοντική οικονομική κατάσταση της εκδότριας του ομολόγου, η οποία είχε εγγυηθεί το κεφάλαιο κατά τη λήξη του.

Γι' αυτό προτίμησαν να το ρευστοποιήσουν, ούτως ώστε με το ποσό της ρευστοποίησής του να αποπερατώσουν μια εξοχική κατοικία τους, στην ...... Η ανωτέρω απόφασή τους να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο πρόωρα(πριν τη λήξη του) δεν έχει σχέση με τις συμβουλές και προτροπές των υπαλλήλων των εναγομένων κατά την αγορά του ομολόγου, αλλά είναι μία δική τους καθαρά επενδυτική απόφαση, η οποία υπαγορεύτηκε από την οικονομική κρίση, την επισφαλή οικονομική κατάσταση των Τραπεζών κατά το χρόνο εκείνο(πράγμα για το οποίο ουδεμία ευθύνη φέρουν οι υπάλληλοι της α' εναγομένης καθ' ότι δεν ηδύνατο να προβλέψουν τούτο κατά την ημερομηνία αγοράς του ανωτέρω ομολόγου (28-8-2007) και το φόβο τους, ότι από μία ενδεχόμενη χρεοκοπία των Τραπεζών μέχρι το 2017 που έληγε το ομόλογό τους, θα έχαναν το σύνολο του επενδεδυμένου στο ομόλογο κεφαλαίου, γι' αυτό θέλησαν, ρευστοποιώντας το, να "περισώσουν" μέρος του κεφαλαίου τους.

Η ανωτέρω απόφασή τους ήταν εσφαλμένη, καθ' όσον ο φόβος τους δεν επιβεβαιώθηκε από την πορεία των πραγμάτων και δη των Τραπεζών.

Συνεπώς, η επελθούσα στους ενάγοντες ζημιά από την πρόωρη ρευστοποίηση του επίδικου ομολόγου, οφείλεται στην ανωτέρω εσφαλμένη απόφασή τους να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που αυτό αποτιμάται στην ιστορικά χαμηλότερη τιμή του, λόγω της οικονομικής κρίσης (γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τους ανωτέρω υπαλλήλους των εναγομένων με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων) και δεν θα επήρχετο η ζημία αυτή εάν αυτοί (ενάγοντες) κρατούσαν το ομόλογο μέχρι τη λήξη του, οπότε θα εισέπρατταν το 100% του επενδεδυμένου αυτού κεφαλαίου τους, ήτοι αυτό θα αποπληρωνόταν στην ονομαστική αξία του, σύμφωνα με τους όρους της έκδοσης του ομολόγου, γεγονός για το οποίο είχαν με σαφήνεια ενημερωθεί από τον προαναφερόμενο υπάλληλο πριν αποφασίσουν να επενδύσουν σ' αυτό.

Επομένως στην προκειμένη περίπτωση, οι υπάλληλοι των εναγομένων εταιριών δεν υπέπεσαν σε κάποια παράβαση (πράξη ή παράβλεψη) προβλεπόμενη στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ [ο οποίος κυρώθηκε με την υπ' αρ. 122/1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 340/ 24-4-1997),δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως από το άρθρο 7 Ν.2396/1996, ο οποίος τυγχάνει εφαρμοστέος κατά το χρόνο σύναψης της αρχικής επίδικης σύμβασης] ή του Ν. 2251/1994 η οποία να συνιστά παρανομία κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, ήτοι να διαπράχθηκε με υπαιτιότητα και να επέφερε αιτιωδώς ζημία στους ενάγοντες, ούτως ώστε να υποχρεούνται οι εναγόμενες σε αποζημίωση των εναγόντων.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω πρέπει η ένδικη αγωγή να απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη. Κατά συνέπεια, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε την ένδικη αγωγή ως και κατ' ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε τις εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον στους ενάγοντες το ποσό των 353.116,11 € , νομιμοτόκως από την 16-2-2012 και το ποσό των 1.490,40 € νομιμοτόκως από την επομένη ημέρα της επιδόσεως της αγωγής, έσφαλε ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει, κατά παραδοχή των σχετικών προς τούτο λόγων εφέσεως των εκκαλουσών-εναγομένων:1)να γίνει δεκτή ως βάσιμη και κατ' ουσίαν η έφεση των εκκαλουσών-εναγομένων β)να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση γ)να κρατηθεί η υπόθεση προς εκδίκαση από το Δικαστήριο τούτο...

και να δικασθεί η αγωγή ... δ)να απορριφθεί η αγωγή ως κατ' ουσίαν αβάσιμη...". Με βάση δε τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκανε δεκτή τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση των εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων, και, αφού εξαφάνισε την υπ' αριθμ. 3334/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε δεχθεί κατ' ουσίαν την ένδικη αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, υποχρεώνοντας τις εναγόμενες να καταβάλουν εις ολόκληρον στους ενάγοντες ως αποζημίωση για τη ζημία που φέρεται ότι υπέστησαν οι τελευταίοι από την αποδιδόμενη στις πρώτες πλημμελή εκπλήρωση των υποχρεώσεών τους και δη της υποχρέωσης διαφώτισης των αντισυμβαλλομένων τους σχετικά με τους κινδύνους που συνδέονταν με το υποδεικνυόμενο από αυτές επίδικο επενδυτικό προϊόν, το χρηματικό ποσό των 353.116,11 ευρώ, καθώς και το ποσό των 1.490,40 ευρώ για οφειλόμενους τόκους υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα από 15.2.2012 έως 7.3.2012, κράτησε την υπόθεση, προχώρησε στην εκ νέου έρευνα της άνω αγωγής και απέρριψε αυτήν ως κατ' ουσίαν αβάσιμη.

Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, δεχόμενο ότι οι υπάλληλοι των αναιρεσιβλήτων εταιρειών σε ουδεμία παράβαση προβλεπόμενη από τις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ, είχαν υποπέσει, αλλ' ούτε ότι αυτοί είχαν διαπράξει κάποια άδικη και παράνομη πράξη με υπαιτιότητά τους, η οποία να επέφερε αιτιωδώς ζημία στους αναιρεσείοντες, ούτως ώστε να δικαιούνται οι τελευταίοι αποζημίωσης από τις ως άνω εταιρείες, ενώ, αντίθετα, η επελθούσα σ' αυτούς (αναιρεσείοντες) ζημιά από την πρόωρη ρευστοποίηση του επίδικου ομολόγου, οφείλετο σε εσφαλμένη απόφαση των ιδίων να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που αυτό αποτιμάτο στην ιστορικά χαμηλότερη τιμή του, και ότι η ζημία αυτή δεν θα επήρχετο, αν οι εν λόγω αναιρεσείοντες επενδυτές κρατούσαν το ομόλογο τούτο μέχρι τη λήξη του, οπότε και θα εισέπρατταν το 100% του επενδεδυμένου αυτού κεφαλαίου τους, δεν παραβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 6, 6.1, 6.2 του καταργηθέντος ήδη Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών(ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος κυρώθηκε με την υπ' αριθμ.12263/1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 340/24.4.1997), δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως από το άρθρο 7 του Ν.2396/1996, καθώς και εκείνες των άρθρων 4 παρ.1 εδ.ε', 13 παρ.1,2,3, 25 παρ.2,3,5 του Ν.3606/2007, την 2501/31.10.2002 Πράξη του Διοικητή της ΤτΕ,8 παρ.1 Ν.2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", ως και τις περί αδικοπραξιών διατάξεις των άρθρων 914,281,288 ΑΚ, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις οποίες ορθά ερμήνευσε με τη μη εφαρμογή των τελευταίων διατάξεων του ΑΚ, που δεν ήταν εφαρμοστέες στην ένδικη υπόθεση, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, δεν υπάγονταν στις εν λόγω διατάξεις.

Παράλληλα δε διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, σχετικά με την έλλειψη υποχρέωσης καταβολής αποζημίωσης εκ μέρους των αναιρεσιβλήτων εταιρειών προς τους αναιρεσείοντες, με βάση τις επικαλούμενες από τους τελευταίους ως άνω διατάξεις περί αδικοπραξιών του ΑΚ, του Ν.3606/2007 "Αγορές χρηματοπιστωτικών μέσων" και του άρθρου 8 του Ν.2251/1994 "περί προστασίας των καταναλωτών", καθότι, κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ως προς την επικαλούμενη ευθύνη των αναιρεσιβλήτων-εναγομένων, κατά την παροχή εκ μέρους τους επενδυτικών υπηρεσιών προς το πρόσωπο των αναιρεσειόντων-εναγόντων, εξαιτίας της μη τήρησης της υποχρέωσής τους ορθότητας, πληρότητας και σαφήνεια, που κατελάμβαναν όλους τους όρους των υπογραφεισών επίδικων συμβάσεων(από 23.08.2007 αρχικής και από 25.08.2011 μεταγενέστερης),δέχεται ότι ο αναφερόμενος υπάλληλός τους έδωσε τις πληροφορίες και τις δέουσες διευκρινίσεις σχετικά με την αγορά του επιδίκου ομολόγου, 10ετούς διάρκειας, ότι η τιμή του προταθέντος ομολόγου, μπορούσε να έχει διακυμάνσεις είτε προς τα κάτω, είτε προς τα πάνω, σύμφωνα με τον κανόνα της προσφοράς και της ζήτησης, αφού αυτό διαπραγματευόταν καθημερινά στη δευτερογενή αγορά ομολόγων, ότι το επενδεδυμένο σ' αυτό κεφάλαιό τους ήταν εγγυημένο κατά τη λήξη του ομολόγου ή την ανάκλησή του από την εκδότρια εταιρεία, ότι ουδέποτε δια των υπαλλήλων τους τις διαβεβαίωσαν ότι το κεφάλαιο της επένδυσής τους ήταν εγγυημένο οποτεδήποτε ήθελαν ρευστοποιήσει το εν λόγω ομόλογο πριν τη λήξη του, καθώς και ότι δεν αποδείχθηκε ότι υπήρχαν άλλα πιο κατάλληλα επενδυτικά προϊόντα που αντιστοιχούσαν στο επενδυτικό προφίλ των αναιρεσειόντων.

Τέλος, ότι αυτοί (αναιρεσείοντες) αποφάσισαν να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο τη συγκεκριμένη αναφερόμενη χρονική στιγμή, αν και γνώριζαν ότι αυτό κατά το χρόνο εκείνο, διαπραγματευόταν στη δευτερογενή αγορά με έκπτωση και ότι αυτοί επρόκειτο να απωλέσουν μεγάλο ποσό από το επενδεδυμένο σ' αυτό κεφάλαιό τους, φοβηθέντες για την μελλοντική οικονομική κατάσταση της εκδότριας του ομολόγου, η δε απόφασή τους αυτή να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο πρόωρα (πριν τη λήξη του) δεν είχε σχέση με τις συμβουλές και προτροπές των υπαλλήλων των αναιρεσιβλήτων κατά την αγορά του ομολόγου, αλλά ήταν μία δική τους καθαρά επενδυτική απόφαση, η οποία υπαγορεύτηκε από την οικονομική κρίση, την επισφαλή οικονομική κατάσταση των Τραπεζών κατά το χρόνο εκείνο και το φόβο τους, ότι από μία ενδεχόμενη χρεοκοπία των τραπεζών μέχρι το 2017 που έληγε το ομόλογό τους, θα έχαναν το σύνολο του επενδεδυμένου στο ομόλογο κεφαλαίου.

Απόφαση η οποία, όμως, ήταν εσφαλμένη, καθόσον ο φόβος τους, όπως αποδείχθηκε δεν επιβεβαιώθηκε από την πορεία των πραγμάτων και δη των Τραπεζών. Κατέληξε δε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επελθούσα στους αναιρεσείοντες ζημία από την πρόωρη ρευστοποίηση του επιδίκου ομολόγου, οφείλεται στην ανωτέρω εσφαλμένη απόφασή τους να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, που αυτό αποτιμάτο στην ιστορικά χαμηλότερη τιμή του, ενώ αυτή(ζημία) δεν θα επήρχετο, αν οι αναιρεσείοντες κρατούσαν το ομόλογο μέχρι τη λήξη του, οπότε θα εισέπρατταν το 100% του επενδεδυμένου σ' αυτό κεφαλαίου τους.

Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, αναφορικά με το ως άνω ουσιώδες ζήτημα της ευθύνης ή μη των αναιρεσιβλήτων, η παράθεση και άλλων, πλην των ανωτέρω, αιτιολογιών. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τα αντίστοιχα σκέλη των από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου και των από τον αριθμό 19 έβδομου, όγδοου, ένατου, δέκατου,ενδέκατου, δωδέκατου και δέκατου τρίτου λόγων αναίρεσης,αιτιώμενοι το Εφετείο ότι παραβίασε, ευθέως και εκ πλαγίου, τις διατάξεις των άρθρων 6, 6.1, 6.2 του καταργηθέντος ήδη Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών(ΚΔΕΠΕΥ), ο οποίος κυρώθηκε με την υπ' αριθμ.12263/1997 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β' 340/24.4.1997), δυνάμει νομοθετικής εξουσιοδοτήσεως από το άρθρο 7 του Ν.2396/1996, 8 παρ.1 Ν.2251/1994,914, 281,288 ΑΚ και 4 παρ.1 εδ.ε',13 παρ.1,2,3,25 παρ.2,3,5 Ν.3606/2007,είναι αβάσιμα.

Κατά τις λοιπές αιτιάσεις τους, οι ίδιοι ως άνω λόγοι, καθό μέρος με αυτούς, υπό το πρόσχημα της παραβίασης του άρθρου 559 αρ.1 και 19 ΚΠολΔ, πλήττεται η ακυρωτικά ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του Δικαστηρίου, είναι απαράδεκτοι.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 KΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), ή οι εν γένει νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου(ΑΠ 701/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κλπ, εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 70/2020, ΑΠ 388/2018). Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψη δεν είναι ρητή αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης, η οποία περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 488/2020, ΑΠ 23/2020, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1150/2011).Επίσης, για να είναι ορισμένος αυτός ο λόγος αναίρεσης, για παρά το νόμο μη λήψη υπόψη ισχυρισμού, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ο ισχυρισμός, δηλαδή τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, να καθορίζεται ο νόμιμος τρόπος προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, όταν η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας και να φέρεται ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός(ΑΠ 1591/2008, ΑΠ 493/2002).Στην προκειμένη περίπτωση, με τα αντίστοιχα σκέλη των πρώτου, δεύτερου, τρίτου, τέταρτου, πέμπτου, έκτου, έβδομου, όγδοου, ένατου, δέκατου, ενδέκατου, δωδέκατου, και δέκατου τρίτου λόγων αναίρεσης, προβάλλονται από τους αναιρεσείοντες αιτιάσεις από το άρθρο 559 αρ.8 περ.

β'ΚΠολΔ, ότι δηλαδή το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα όπως, αντίστοιχα, αναφέρουν: με τον 1ο λόγο)τα όσα αυτοί (αναιρεσείοντες) πρότειναν,ως προς τη σύμβαση που υπέγραψαν στις 23.8.2007, με το ερωτηματολόγιο που κατέγραψε το επενδυτικό τους προφίλ και συμπεριλήφθηκε στη σύμβαση ως Παράρτημα Γ, με τον 2ο λόγο)τους ισχυρισμούς τους που προτάθηκαν περί παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 6, 6.1 και 6.2 του Κανονισμού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών(ΚΔΕΠΕΥ), με τον 3ο λόγο) τους ισχυρισμούς τους ότι θα έπρεπε να υπαχθούν στο προστατευτικό πλαίσιο του άρθρου 8 παρ.1 του Ν.2251/1994 ως καταναλωτές, καθόσον δεν υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή, καθώς και τους ισχυρισμούς τους περί ελλιπούς ενημέρωσής τους και βαρείας αμέλειας των υπαλλήλων των αναιρεσιβλήτων, με τον 4ο λόγο)τους αγωγικούς ισχυρισμούς τους περί ουσιώδους παραβίασης των διατάξεων των άρθρων 4 παρ.1 εδ.ε' και 25 παρ.2,3,5 του Ν.3606/2007,κατά την επιλογή αρχικώς του επενδυτικού προϊόντος και την ανανέωση αυτού, με την από 25.8.2011 σύμβαση, με τη μη λήψη ορθών, προσωπικών και ακριβών, σύμφωνα με το επενδυτικό τους προφίλ, συμβουλών, με τον 5ο λόγο)τους ισχυρισμούς τους περί εσφαλμένης ερμηνείας του περιεχομένου των διατάξεων του Ν.3606/2007, και ιδιαίτερα του άρθρου 13 του ως άνω νόμου και της Διοικητικής Πράξης 2501/31.10.2002 της Τράπεζας της Ελλάδος, που ίσχυαν κατά την υπογραφή της από 25.8.2011 σύμβασης, καθώς και ότι υπήρξε σύγκρουση συμφερόντων κατά την επιλογή του επενδυτικού προϊόντος, με τον 6ο λόγο)τους προβληθέντες ισχυρισμούς τους ως προς τις συμβατικές υποχρεώσεις και αδικοπρακτικές ευθύνες των αναιρεσιβλήτων, στο πλαίσιο των επίδικων συμβάσεων παροχής επενδυτικών συμβουλών, που υπέγραψαν, καθώς και εκείνους, ως προς την απόκρουση του προβληθέντος εναντίον τους ισχυρισμού των αναιρεσιβλήτων περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών τους δικαιωμάτων, με τον 7ο λόγο)τους ισχυρισμούς τους ότι ήδη υπήρχε άλλο καταλληλότερο προϊόν και συγκεκριμένα η προθεσμιακή κατάθεση, στην οποία είχαν επενδύσει τα χρήματά τους και ήταν συμβατή στο επενδυτικό τους προφίλ, που, όμως, δεν τους προτάθηκε με ευθύνη των υπαλλήλων των αναιρεσιβλήτων, με τους 8ο και 10ο λόγους) τους ισχυρισμούς τους ότι το κεφάλαιο που επενδύθηκε στο ομόλογο δεν ήταν ποτέ εγγυημένο, ακόμη και κατά τη λήξη της δεκαετίας, με τον 9ο λόγο)τους ισχυρισμούς τους ότι προέβησαν στη ρευστοποίηση του ομολόγου, επειδή συνειδητοποίησαν ότι το επενδυτικό προϊόν ήταν μη συμβατό με το επενδυτικό τους προφίλ, με τον 11ο λόγο) τους σχετικούς ισχυρισμούς τους περί της αποδεικτικής αξίας της επικαλούμενης τηλεομοιοτυπίας με γραπτή διαβεβαίωση ότι υφίσταται εγγύηση κεφαλαίου, με τον 12ο λόγο)τα όσα προέκυψαν από τις μαρτυρικές καταθέσεις ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και με τον 13ο λόγο)τους προταθέντες ισχυρισμούς τους ότι αποκλειστικός γνώμονας της επιλογής του επίδικου ομολόγου ήταν οι φορτικές και πιεστικές συμβουλές των υπαλλήλων των αναιρεσιβλήτων.

Από τους προεκτεθέντες λόγους, ο υπό στοιχ.1ος λόγος, κατά το αντίστοιχο σκέλος του, είναι απορριπτέος ως αόριστος, διότι, αφενός δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα συγκροτούντα τον ισχυρισμό αυτό πραγματικά περιστατικά, όπως προβλήθηκαν στα δικαστήρια της ουσίας, με καθορισμό του νόμιμου τρόπου προβολής του στο πρωτοβάθμιο και της επαναφοράς του στο δευτεροβάθμιο, δοθέντος ότι η υπόθεση διήλθε και τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, αφετέρου δεν αναφέρεται και ποία επίδραση ασκούσε στην έκβαση της δίκης ο ισχυρισμός αυτός, οι υπό στοιχ.2ος,3ος,4ος και 5ος λόγοι, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους είναι απαράδεκτοι, επειδή δεν αφορούν "πράγματα", αλλά νομικούς ισχυρισμούς που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, και οι υπό στοιχ.11ος και 12ος λόγοι, κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, ομοίως απαράδεκτοι, επειδή, επίσης, δεν αφορούν "πράγματα", τα επικαλούμενα από τους αναιρεσείοντες αποδεικτικά μέσα, που αποδεικνύουν μεν ισχυρισμούς, πλην όμως τα ίδια δεν είναι ισχυρισμοί, αναφέρονται δε, κατά τα λοιπά, σε ισχυρισμούς τους, που αποτελούν επιχειρήματα και συμπεράσματά τους, τα οποία συνάγουν από την εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου αυτών.

Τέλος, και κατά τα αντίστοιχα σκέλη τους, οι υπό στοιχ. 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 8ος, 9ος, 10ος και 13ος λόγοι είναι, επίσης, απαράδεκτοι, και δεν ιδρύονται εκ του αριθμού 8 περ. β' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη όλους τους επικαλούμενους με τα αντίστοιχα τμήματα των ως άνω λόγων ισχυρισμούς και τους απέρριψε, κατ' ουσίαν, δοθέντος ότι, όπως προέκυψε από το επισκοπηθέν παραδεκτά και προεκτεθέν περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης, η απόφαση αυτή περιέχει παραδοχές αντίθετες με τους ισχυρισμούς.

Ειδικότερα, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι δύο πρώτες των αναιρεσειόντων ενημερώθηκαν και έλαβαν τις δέουσες πληροφορίες και διευκρινίσεις για την αγορά του επιδίκου ομολόγου, πριν από την αρχική σύμβαση της 23.8.2007, από τον αρμόδιο υπάλληλο των αναιρεσιβλήτων, και ότι δεν υπήρχαν άλλα πιο κατάλληλα επενδυτικά προϊόντα που αντιστοιχούσαν στο επενδυτικό προφίλ των συμβληθεισών αναιρεσειουσών, ότι ο εν λόγω υπάλληλος δεν ενήργησε σε βάρος των συμφερόντων τους, και ότι αυτός δεν τους απέκρυψε κάποιο άλλο επενδυτικό προϊόν, πιο συμβατό στο επενδυτικό τους προφίλ.

Ότι οι αναιρεσίβλητες εταιρίες ουδέποτε δια των υπαλλήλων τους είχαν διαβεβαιώσει τους αναιρεσείοντες ότι το κεφάλαιο της επένδυσής τους ήταν εγγυημένο οποτεδήποτε ρευστοποιούσαν τούτο, πριν τη λήξη του. Ότι οι αναιρεσείοντες αποφάσισαν να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αν και γνώριζαν ότι αυτό κατά το χρόνο εκείνο, διαπραγματευόταν στη δευτερογενή αγορά με έκπτωση και ότι αυτοί θα απολέσουν μεγάλο ποσό από το επενδεδυμένο σ' αυτό κεφάλαιό τους, διότι λόγω της οικονομικής κρίσης και της, εξαιτίας αυτής, επισφαλούς οικονομικής κατάστασης των Τραπεζών κατά το χρόνο εκείνο, φοβήθηκαν για την μελλοντική οικονομική κατάσταση της εκδότριας του ομολόγου, η οποία είχε εγγυηθεί το κεφάλαιο κατά τη λήξη του.

Ότι γι' αυτό προτίμησαν να το ρευστοποιήσουν και ότι η απόφασή τους αυτή να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο πρόωρα (πριν τη λήξη του) δεν έχει σχέση με τις συμβουλές και προτροπές των υπαλλήλων των αναιρεσιβλήτων κατά την αγορά του ομολόγου, αλλά ήταν μία δική τους καθαρά επενδυτική απόφαση, η οποία υπαγορεύτηκε από την οικονομική κρίση, την επισφαλή οικονομική κατάσταση των Τραπεζών κατά το χρόνο εκείνο, πράγμα για το οποίο ουδεμία ευθύνη μπορούσε να αποδοθεί στους υπαλλήλους της πρώτης αναιρεσίβλητης οι οποίοι δεν μπορούσαν να προβλέψουν τούτο κατά την ημερομηνία αγοράς του ανωτέρω ομολόγου (28-8-2007), και το φόβο τους, ότι από μία ενδεχόμενη χρεοκοπία των Τραπεζών μέχρι το 2017 που έληγε το ομόλογό τους, θα έχαναν το σύνολο του επενδεδυμένου στο ομόλογο κεφαλαίου, γι' αυτό θέλησαν, ρευστοποιώντας το, να "περισώσουν" μέρος του κεφαλαίου τους.

Ότι η ανωτέρω απόφασή τους, ήταν εσφαλμένη, καθ' όσον ο φόβος τους δεν επιβεβαιώθηκε από την πορεία των πραγμάτων και δη των Τραπεζών. Και, τέλος, ότι η επελθούσα στους αναιρεσείοντες ζημιά από την πρόωρη ρευστοποίηση του επίδικου ομολόγου, οφείλεται στην ανωτέρω εσφαλμένη απόφασή τους να ρευστοποιήσουν το επίδικο ομόλογο τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή που αυτό αποτιμάτο στην ιστορικά χαμηλότερη τιμή του, λόγω της οικονομικής κρίσης (γεγονός το οποίο δεν μπορούσε να προβλεφθεί από τους ανωτέρω υπαλλήλους των αναιρεσιβλήτων με βάση τη συνήθη πορεία των πραγμάτων) και δεν θα επήρχετο η ζημία αυτή εάν αυτοί (αναιρεσείοντες) κρατούσαν το ομόλογο μέχρι τη λήξη του, οπότε θα εισέπρατταν το 100% του επενδεδυμένου αυτού κεφαλαίου τους, ήτοι αυτό θα αποπληρωνόταν στην ονομαστική αξία του, σύμφωνα με τους όρους της έκδοσης του ομολόγου, γεγονός για το οποίο είχαν με σαφήνεια ενημερωθεί, όπως προεκτέθηκε, από τον προαναφερόμενο υπάλληλο πριν αποφασίσουν να επενδύσουν σ' αυτό.

Και, ότι, επομένως, στην ένδικη υπόθεση οι υπάλληλοι των αναιρεσιβλήτων εταιριών δεν υπέπεσαν σε κάποια παράβαση (πράξη ή παράβλεψη) προβλεπόμενη στις διατάξεις του Κανονισμού Δεοντολογίας ΕΠΕΥ ή του Ν. 2251/1994 η οποία να συνιστά παρανομία κατά την έννοια του άρθρου 914 του ΑΚ, ήτοι να διαπράχθηκε με υπαιτιότητα και να επέφερε αιτιωδώς ζημία στους ενάγοντες, ούτως ώστε να υποχρεούνται οι αναιρεσίβλητες σε αποζημίωση των αναιρεσειόντων.

Συνεπώς, με βάση και τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, σε κάθε περίπτωση, και καθό μέρος με τους παραπάνω λόγους, υπό την επίκληση των ανωτέρω παραβιάσεων, πλήττεται η ουσιαστική κρίση της προσβαλλόμενης απόφασης, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο(άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ), οι λόγοι αυτοί και εξ αυτής της αιτίας τυγχάνουν απαράδεκτοι.

Ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας αποδίδει σε αποδεικτικό, κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. του ίδιου Κώδικα, έγγραφο περιεχόμενο, προφανώς, διαφορετικό από εκείνο που αναφέρεται στο έγγραφο αυτό, από εσφαλμένη ανάγνωση του εγγράφου ή από παράλειψη ανάγνωσης κρίσιμου μέρους του, όχι δε και όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας το περιεχόμενο του εγγράφου, όπως πράγματι έχει, άγεται σε κρίση διαφορετική από εκείνη την οποία θεωρεί ως ορθή ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση, η οποία ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 25/2011, ΑΠ 1401/2010, ΑΠ 2236/2009, ΑΠ 1176/2008).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της ίδιας, ως άνω, διατάξεως (άρθρ. 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ), λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται όταν το δικαστήριο διαμόρφωσε την κρίση του αποκλειστικώς ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε και όχι όταν το έγγραφο αυτό εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα εκτός αν εξαίρεται, αναφορικά με το πόρισμα του δικαστηρίου της ουσίας, για ύπαρξη ή ανυπαρξία γεγονότος, αφού σε περίπτωση μη συνδρομής της εξαιρέσεως αυτής, δεν είναι δυνατή, εξαιτίας της συνεκτιμήσεώς του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, η διακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας που προσδόθηκε σ' αυτό, ενώ η από τη συνεκτίμησή του μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα κρίση του δικαστηρίου είναι, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 2/2008,ΑΠ 791/2020,ΑΠ 312/2020, ΑΠ 1287/2019, ΑΠ 666/2019, ΑΠ 402/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το αντίστοιχο τρίτο σκέλος του ενδέκατου (11ου) αναιρετικού λόγου, αποδίδεται στο Εφετείο ότι, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, υπέπεσε στην από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ προβλεπόμενη πλημμέλεια, επειδή για τη μόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος παραμόρφωσε το περιεχόμενο της επικαλούμενης τηλεομοιοτυπίας, καθώς δέχεται μόνο το ήμισυ των όσων αναφέρονται σε αυτήν, δηλαδή δέχεται μόνον ότι αφορά μεταφορά των χρημάτων των αναιρεσειόντων σε άλλο επενδυτικό προϊόν με εγγύηση κεφαλαίου, ενώ με αυτό τους παρείχετο και η διαβεβαίωση ότι υπήρχε εγγύηση κεφαλαίου και για το επίδικο ομόλογο.

Ο εν λόγω προβαλλόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και του επίμαχου εγγράφου, το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το επίμαχο ως άνω έγγραφο, το οποίο πράγματι δεν αφορά το επίδικο ομόλογο, του οποίου η διαβεβαιωθείσα από τον αρμόδιο υπάλληλο των αναιρεσιβλήτων εγγύηση του επενδεδυμένου κεφαλαίου των αναιρεσειόντων, κατά το χρόνο λήξης του, ουδόλως αμφισβητήθηκε από τις αναιρεσίβλητες, αλλά αφορά μεταφορά των χρημάτων των αναιρεσειόντων σε άλλο επενδυτικό προϊόν, επίσης, με εγγύηση κεφαλαίου.

Το αποδεικτικό, όμως, πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του περί απώλειας μέρους του επενδεδυμένου στο επίδικο ομόλογο κεφαλαίου των αναιρεσειόντων, χωρίς αξίωση αποζημίωσης των τελευταίων ζημιωθέντων, δεν στηρίχτηκε αποκλειστικά στην αποδεικτική αξία της επίμαχης ως άνω τηλεομοιοτυπίας, αλλά συνεκτιμήθηκε αυτή και με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, που οδήγησαν το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, να καταλήξει, τελικά, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι αναιρεσείοντες θεωρούν ως ορθό, και συγκεκριμένα στο ότι η επελθούσα στους ενάγοντες ζημία οφείλετο στην δική τους εσφαλμένη απόφαση, που δεν επηρεάστηκε από συμβουλές ή προτροπές των υπαλλήλων των αναιρεσιβλήτων, να ρευστοποιήσουν πρόωρα το επίδικο ως άνω ομόλογο, και μάλιστα τη δεδομένη χρονική στιγμή, που αυτό αποτιμάτο στην ιστορικά χαμηλότερη τιμή του, ζημία, ωστόσο, την οποία οι παθόντες δεν θα υφίσταντο αν, όπως δέχτηκε το Εφετείο, αυτοί(αναιρεσείοντες) κρατούσαν το ομόλογο μέχρι τη λήξη του, οπότε θα εισέπρατταν το 100% του επενδεδυμένου σε αυτό κεφαλαίου τους, που ήταν εγγυημένο, δηλαδή θα αποπληρωνόταν στην ονομαστική αξία του, σύμφωνα με τους όρους της έκδοσης του ομολόγου, και η οποία ουσιαστική κρίση του δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως προεκτέθηκε, αφού υπό την ψευδεπίγραφη επίκληση της αποδιδόμενης στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως άνω πλημμέλειας εκ του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλήττεται η εκτίμηση, από το Εφετείο, των αποδείξεων.

Τέλος, μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί, στο σύνολό της, η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκησή της στο δημόσιο ταμείο(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Επίσης πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτών (άρθρ.106, 176,183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 31.07.2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 3480/2017 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τους αναιρεσείοντες για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, συνολικά, για τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 21 Ιουνίου 2023.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ