Supreme Court dismisses appeal on land ownership, ruling exclusive possession not proven by plaintiff.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the first-instance court's rejection of her claim for exclusive ownership of a land strip. The plaintiff failed to prove she acquired the land through original acquisition (adverse possession) or that she transferred exclusive rights to herself after her mother's death. The court found the evidence insufficient to establish her claim and upheld the lower court's decision to reject the appeal as baseless.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 570, 579, 580, 581 of the Code of Civil Procedure; The court held that a claim for exclusive ownership based on original acquisition requires proof of continuous, uninterrupted possession without the owner's consent, which was not established in this case.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 947 / 2021 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 947/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αναστασία Περιστεράκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Μαρία Μουλιανιτάκη - Εισηγήτρια, Μαρουλιώ Δαβίου - Απέργη, Μαρία Κουφούδη και Σοφία Πολύζου - Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Μαΐου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των καλούντων - εφεσιβλήτων - εναγομένων: 1) Α. Α. του Η., 2) Α. συζύγου Α. Α., το γένος Α. και Μ. Θ., κατοίκων …, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Χαρίλαο Κοψαχείλη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Της καθής η κλήση - εκκαλούσας - εναγούσης: Β. συζ. Ν. Α., το γένος Δ. Θ., κατοίκου …, που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Ευριπίδη Κωνσταντίνου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-10-2004 αγωγή της ήδη εκκαλούσας - εναγούσης, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Φαρσάλων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 11/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 318/2006 Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης και την περαιτέρω εκδίκασή της από το Εφετείο διέταξε η 2062/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου.
Εκδόθηκε η 389/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, την αναίρεση της οποίας ζήτησαν οι ήδη εφεσίβλητοι - εναγόμενοι με την από 3-1-2010 αίτησή τους. Επ' αυτής της αιτήσεως εκδόθηκε η 1410/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 389/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και κράτησε την υπόθεση προς ουσιαστική εκδίκαση σε νέα συζήτηση ενώπιόν του. Η υπόθεση επαναφέρεται για νέα συζήτηση με την από 27-1-2020 κλήση των καλούντων.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
I. Με την από 27-01-2020 κλήση των εφεσιβλήτων-εναγομένων - αναιρεσειόντων νόμιμα φέρεται προς συζήτηση, ενώπιον του Τμήματος τούτου, η από 18/7/2005 έφεση της ενάγουσας Β. Α., σύμφωνα με το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, που άσκησε κατά της 11/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Φαρσάλων, μετά την έκδοση της 1410/2019 δεύτερης αναιρετικής απόφασης του Δικαστηρίου αυτού, με την οποία, αναιρέθηκε, για το λόγο του αριθμ. 1α' του άρθρου 560 ΚΠολΔ, η 389/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο.
II. Από το συνδυασμό των άρθρων 570 παρ. 2, 579 παρ. 1, 580 παρ. 3 (όπως το τελευταίο εδάφιο της παρ. 3 είχε τροποποιηθεί με τα άρθρα 12 παρ.4 του ν.4045/2012 και 65 παρ.1 του ν.4139/2013 και αντικαταστάθηκε εκ νέου από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν.4335/2015, η ισχύς του οποίου άρχισε από την 1/1/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 του ν.4335/2015) και 581 παρ. 2 ΚΠολΔ (όπως η παρ. 2 αντικαταστάθηκε από το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015 και άρχισε να ισχύει από την 1/1/2016, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ.4 του ν. 4335/2015) προκύπτει, ότι η απόφαση αναιρείται κατά το μέτρο παραδοχής της αναίρεσης, δηλαδή κατά τα κεφάλαια (αιτήσεις παροχής έννομης προστασίας) που προσβλήθηκαν με την αναίρεση, όχι δε ως προς άλλα κεφάλαιά της, εκτός αν τα τελευταία συνάπτονται αρρήκτως με τα αναιρεθέντα κεφάλαια της προσβαλλόμενης απόφασης,οπότε συναναιρούνται.
Συνεπώς, κατά τη νέα εκδίκαση της έφεσης, οι διάδικοι επανέρχονται στη θέση που ήταν πριν από τη συζήτηση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεθείσα απόφαση και η έφεση επανεξετάζεται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση, αφού κατατεθούν προτάσεις, σύμφωνα με όσα ορίζονται από το άρθρο 237 ΚΠολΔ και, αφού παρασχεθεί η δυνατότητα στους διαδίκους να υποβάλουν νέους ισχυρισμούς και νέα αποδεικτικά μέσα για την ουσιαστική εκδίκαση της υπόθεσης, σύμφωνα με τις ισχύουσες για τα δικαστήρια της ουσίας διατάξεις.
Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι η κατάληξη της υπόθεσης στο παρόν στάδιο είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ενάγουσα ήδη εκκαλούσα Β. Α. ,με την από 06/ 10/2004 αγωγή της, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Φαρσάλων, ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία) της επίδικης εδαφικής έκτασης (οικοπεδικής λωρίδας) εμβαδού 65,34 τ.μ., επικαλούμενη ότι οι εναγόμενοι ήδη εφεσίβλητοι της αμφισβητούν την κυριότητα.
Η αγωγή απορρίφθηκε ως αβάσιμη κατ' ουσίαν με την 11/2005 απόφαση του Ειρηνοδικείου Φαρσάλων. Κατ' αυτής ασκήθηκε από την ενάγουσα η από 18/07/2005 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η 318/2006 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δικάζοντας επί της αγωγής την έκρινε βάσιμη κατ'ουσίαν, αναγνωρίζοντας ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επίδικου ακινήτου με παράγωγο τρόπο.
Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε η από 09/01/2007 αναίρεση από τους εναγομένους Α.Α. και Α. Α., η οποία έγινε δεκτή με την 2062/2009 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου για την πλημμέλεια του άρθρου 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα διότι ,αν και η ένδικη αγωγή δεν διελάμβανε βάση περί παραγώγου τρόπου κτήσεως κυριότητας στο επίδικο, το Εφετείο (Πολυμελές Πρωτοδικείο Λάρισας), εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1192 ΑΚ, χωρίς τα συγκροτούντα αυτές πραγματικά περιστατικά να εκτίθενται στο αγωγικό δικόγραφο και παρέπεμψε την υπόθεση στο ίδιο Εφετείο, για περαιτέρω εκδίκαση, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.
Το τελευταίο με την 389/2010 απόφασή του δέχθηκε τυπικά την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κράτησε και δίκασε την υπόθεση και δέχθηκε ως βάσιμη κατ'ουσίαν την ένδικη αγωγή, αναγνωρίζοντας την ενάγουσα κυρία του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο (έκτακτη χρησικτησία). Την αναίρεση της απόφασης αυτής (389/2010) του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λάρισας, που δίκασε ως Εφετείο, ζήτησαν οι εναγόμενοι Α.Α.
και Α. Α. με την από 3/1/2010 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1410/2019 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου. Με την απόφαση αυτή, κατά παραδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου, εκ του άρθρου 560 αρ. 1α' Κ.Πολ.Δ., αναιρέθηκε η προσβαλλόμενη 389/2010 απόφαση. Ενόψει δε του ότι επρόκειτο για δεύτερη αναίρεση, η υπόθεση κρατήθηκε από το Δικαστήριο αυτό, κατ' εφαρμογή της διάταξης του αρθρ. 580 § 3 εδ.
γ' ΚΠολΔ, (όπως ισχύει) προς ουσιαστική εκδίκαση από το Τμήμα τούτο σε νέα συζήτηση, η οποία θα λάμβανε χώρα μετά από επίσπευση του επιμελέστερου από τους διαδίκους, ο δε Άρειος Πάγος δικάζει πλέον την ουσία της υπόθεσης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο.
Συνεπώς η έφεση αποτελεί αντικείμενο ουσιαστικής έρευνας από το αναιρετικό αυτό Τμήμα του Αρείου Πάγου, στο οποίο παραδεκτά εισήχθη με την προαναφερθείσα από 27-01-2020 κλήση των αναιρεσειόντων - εφεσιβλήτων - εναγομένων(άρθρο 580§3 εδ.δ' ΚΠολΔ).
III. Κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 ΑΚ, όποιος απέκτησε την φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί αυτήν την εξουσία με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με την δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του (άρθρο 1051 ΑΚ).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 980 παρ. 1 ΑΚ, η νομή ασκείται αυτοπροσώπως ή μέσω άλλου. Κατά τη διάταξη αυτή αυτοπρόσωπη άσκηση της νομής υπάρχει όταν ο νομέας είναι συγχρόνως και κάτοχος, δεν έχει δηλαδή παραχωρήσει την κατοχή σε άλλον με βάση κάποια έννομη σχέση (μίσθωση, χρησιδάνειο κλπ). Ο τρίτος που ασκεί τη νομή, ως αντιπρόσωπος του νομέα, είναι εκείνος, προς τον οποίο ο νομέας έχει παραχωρήσει την κατοχή του πράγματος, οπότε ασκεί τη νομή διαμέσου του κατόχου (μισθωτή, χρησαμένου κλπ.).
Αν ο αντιπρόσωπος του νομέα θελήσει να αντιποιηθεί τη νομή, αυτή δεν χάνεται για το νομέα, προτού λάβει γνώση της αντιποίησης (άρθρο 982 ΑΚ). Ως αντιποίηση της νομής νοείται η μεταστροφή της βούλησης του αντιπροσώπου στην άσκηση της νομής, ώστε να το εξουσιάζει ωςκύριος. Η γνωστοποίηση δε της αντιποίησης από τον κάτοχο στο νομέα μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο.(ΑΠ 923/2018, 695/2017, 647/2016).
Επίσης, κατά το άρθρο 983 ΑΚ η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, κατά δε το άρθρο 1051 ΑΚ εκείνος που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή ειδική διαδοχή, μπορεί να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι με το θάνατο του κληρονομουμένου η νομή ακινήτου που είχε αυτός μεταβιβάζεται στον κληρονόμο και χωρίς την αποδοχή της κληρονομιάς και μεταγραφή της σχετικής δήλωσης ή του κληρονομητηρίου (ΑΠ 1127/2008), από δε τις διατάξεις των άρθρων 787, 974, 980-984, 994 και 1113 ΑΚ συνάγεται ότι ο κοινωνός, όπως και ο εξ αδιαιρέτου συγκύριος ακινήτου, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό λογίζεται ότι κατέχει το κοινό πράγμα στο όνομα και των λοιπών κοινωνών-(συγ)κυρίων και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή (έκτακτη χρησικτησία), πριν καταστήσει σ' αυτούς γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο της μερίδας του ή ολόκληρο το κοινό πράγμα αποκλειστικά στο όνομά του, ως κύριος, για δικό του αποκλειστικά λογαριασμό.
Με την ανωτέρω προϋπόθεση, δύναται ο κατέχων ολόκληρο το κοινό πράγμα να αντιτάξει κατά των λοιπών συγκυρίων την κτήση με έκτακτη χρησικτησία, της οποίας αρχίζει τρέχουσα η προθεσμία από της ως άνω γνωστοποίησης. Τέτοια γνωστοποίηση, προς τους συγκυρίους, μπορεί να γίνει είτε ρητώς, είτε σιωπηρώς, με πράξεις που φανερώνουν την ως άνω απόφαση του κατέχοντος το πράγμα συγκυρίου, ενώ η για αντιποίηση της νομής γνώση των λοιπών συγκυρίων μπορεί να προέλθει είτε από δήλωση του αντιποιουμένου τη νομή του κοινού, είτε από οποιονδήποτε άλλον (αντιπρόσωπό τους) και αρκεί η γνώση του συγκυρίου για την αντιποίηση του κατέχοντος το κοινό από οποιονδήποτε και αν προέρχεται.
Οι ως άνω διατάξεις εφαρμόζονται, για την ταυτότητα του λόγου και επί κληρονομιαίων ακινήτων και συνεπώς, ο συγκληρονόμος που κατέχει ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι κατέχει τούτο στο όνομα και των λοιπών συγκληρονόμων και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών αποσβεστική ή κτητική παραγραφή προτού τους καταστήσει γνωστό, ότι νέμεται ποσοστό μεγαλύτερο από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό αποκλειστικώς για δικό του λογαριασμό (ΑΠ 6/2019, 1597/2018, 1378/2014).
Στην προκείμενη περίπτωση από την προσήκουσα εκτίμηση των ένορκων καταθέσεων των μαρτύρων των διαδίκων, Κ. Α. (ενάγουσας) και Ν. Γ. (εναγομένων), που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, Ειρηνοδικείου Φαρσάλων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής του, την αριθμ.
…./…-4-2021 ένορκη βεβαίωση της Κ. Γ., ενώπιον του συμβολαιογράφου Ηρακλείου Ιωάννη Μαναβάκη, που δόθηκε με επιμέλεια της ενάγουσας - εφεσίβλητης, κατ'άρθρο 422 παρ. 1 ΚΠολΔ, μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση των αντιδίκων της (σχετ. οι 7019β' και 7020β' από 26/4/2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Εφετείο Λάρισας Ε.
Π.) και από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που οι διάδικοι νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται, σε μερικά από τα οποία γίνεται παρακάτω ειδική μνεία, χωρίς, πάντως, να παραλείπεται κανένα κατά την εκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, αποδεικνύονται, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
Η ενάγουσα- εκκαλούσα Β. Α. είναι αποκλειστική κυρία, νομέας και κάτοχος δύο ακινήτων, που βρίσκονται στα …, στην περιοχή "…", επί της δημοτικής οδού ..., στο οικοδομικό τετράγωνο Θ.Τ….. Ειδικότερα είναι κυρία: α) ενός οικοπέδου, εμβαδού 542 τμ, το οποίο συνορεύει γύρω, νότια εν μέρει με την οδό …, μέσω ιδιωτικής οδού, πλάτους 3,30 μέτρων, κοινής χρήσεως των θυγατέρων της προικοδότριας, προικοληπτριών Γ.
Τ. και Ε. Γ., εν μέρει με ιδιοκτησία Γ. Τ. - ήδη ιδιοκτησίας εναγομένων-εφεσιβλήτων και εν μέρει με υπόλοιπη περιουσία της τότε προικοδότριας μητέρας της και ήδη ιδιοκτησία της ενάγουσας-εκκαλούσας, βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Δ. και Α. Π. σε πλευρά (22,60) μέτρων, δυτικά με ιδιοκτησία Α. Λ. και Γ. Τ. σε πλευρά (24) μέτρων και ανατολικά με ιδιοκτησία Κ.
Κ. σε πλευρά (240 μέτρων), με ευρισκόμενη σ'αυτό τριώροφη ημιτελή οικοδομή, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, …/1973 συμβολαίου προικοσυμφώνου του συμβολαιογράφου Φαρσάλων Πέτρου Καραμανώλη και β) ενός οικοπέδου, όμορου του προαναφερομένου, εμβαδού 203 τμ, το οποίο συνορεύει κατά τον τίτλο κτήσης του, ανατολικά σε πλευρά (19,80) μέτρων με κοινόχρηστο δρόμο, πλάτους 3,30 μέτρων, δυτικά σε πλευρά (19,80) μέτρων με εκκλησία Παλαιοημερολογιτών και ιδιοκτησία Γ.
Δ., βόρεια σε πλευρά (9,00) μέτρων με το προαναφερόμενο οικόπεδο και νότια σε πλευρά (11,50) μέτρων με την οδό …, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος, …/1978 συμβολαίου πώλησης του συμβολαιογράφου Φαρσάλων Β. Αρμανίδη. Επίσης, οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι έγιναν ( συγ)κύριοι όμορου οικοπέδου, εμβαδού 200 τμ, μετά δε τη ρυμοτόμηση αυτού 192 τμ, το οποίο συνορεύει γύρω ανατολικά με πλευρά (Δ-Δ') ογδόντα εκατοστών του μέτρου (0,80) και (Δ'- Γ) μέτρων δεκαεννέα και είκοσι εκατοστών (19,20) με ιδιωτική οδό, πλάτους 3,30 μέτρων, βόρεια με πλευρά (Β-Γ) μέτρων δέκα (10) με ιδιοκτησία ενάγουσας Β.
Α. και νότια με πρόσοψη (Α'-Δ') μέτρων δέκα (10) με ρυμοτομούμενο τμήμα του οικοπέδου και πέραν αυτού με την οδό …. Το ανωτέρω οικόπεδο περιήλθε στους εναγόμενους- εφεσιβλήτους από την Γ. Τ., αδερφή της ενάγουσας-εκκαλούσας, δυνάμει του, νομίμως μεταγραφέντος στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Φαρσάλων στον τόμο … και με αριθμό …, υπ' αριθμ.
…./2003 συμβολαίου πώλησης της συμβολαιογράφου Φαρσάλων Βασιλικής Παπακωνσταντίνου. Τα πιο πάνω τρία οικόπεδα αποτελούσαν τμήματα ενός ενιαίου οικοπέδου, εμβαδού 1.000 τμ περίπου, που ανήκε στην αποκλειστική κυριότητα της Κ. Δ. Θ., το γένος Δ. και Φ. Ζ., μητέρας της ενάγουσας- εκκαλούσας και της Γ. Τ., δικαιοπαρόχου των εναγομένων- εφεσιβλήτων.
Η Κ. Δ. Θ., στο πλαίσιο μέριμνας για την αποκατάσταση των θυγατέρων της ενόψει των γάμων τους, προέβη αρχικά με το …/1971 προικοσύμφωνο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Φαρσάλων Π. Καραμανώλη, νομίμως μεταγραφέντος, στη μεταβίβαση λόγω προίκας προς τη θυγατέρα της Γ. Τ. του οικοπέδου το οποίο αυτή, στη συνέχεια ,μεταβίβασε, κατά τα προαναφερόμενα, στους εναγόμενους- εφεσιβλήτους.
Το ίδιο έπραξε και με τη θυγατέρα της Β. Α., ενάγουσα-εκκαλούσα, στην οποία ομοίως μεταβίβασε, λόγω προίκας, συμβολαιογραφικώς, όπως προαναφέρθηκε ,το υπό στοιχείο α' οικόπεδο, ενώ το υπό στοιχείο β' οικόπεδο, αν και το προόριζε για προίκα της τρίτης θυγατέρας της Ε. Γ., το πώλησε τελικά στην ενάγουσα, δυνάμει του προαναφερόμενου συμβολαίου.
Όπως , προκύπτει από την επισκόπηση των ανωτέρω συμβολαίων μεταξύ των τριών ανωτέρω οικοπέδων, υπάρχει εδαφική λωρίδα διαστάσεων μήκους 19,80 μέτρων και πλάτους 3,30 μέτρων, εμβαδού 65,34 τμ, η οποία συνορεύει ανατολικά επί πλευράς 19,80 μέτρων με το ως άνω οικόπεδο των εναγομένων- εφεσιβλήτων, δυτικά επί πλευράς 19,80 μέτρων με το ως άνω υπό στοιχείο β' οικόπεδο της ενάγουσας-εκκαλούσας, βόρεια επί πλευράς 3,30μέτρων με το υπό στοιχείο α' οικόπεδο της ενάγουσας- εκκαλούσας, νότια επί πλευράς 3,30 μέτρων με την δημοτική οδό …, τούτο δε είναι το επίδικο.
Στα προαναφερόμενα …/1971 και …/2003 συμβόλαια η επίδικη εδαφική λωρίδα χαρακτηρίζεται ως ιδιωτική δίοδος, με ειδικότερη αναφορά στο δεύτερο εξ αυτών ότι ανήκει αυτή τόσο στην πωλήτρια Γ. Τ. όσο και στην ιδιοκτήτρια του όμορου Β. Α., ενώ στο …/1978 συμβόλαιο αναφέρεται ως κοινόχρηστος διάδρομος. Στο δε …/1973 προικοσύμφωνο συμβόλαιο αναφέρεται ότι το με αυτό μεταβιβαζόμενο οικόπεδο (υπό στοιχείο α') συνορεύει νοτίως με την οδό …, πλάτους (3,30) μέτρων, κοινής χρήσης των "προικοληπτών", της Γ.
Τ. και της Ε. Γ. και με ιδιοκτησία Γ. Τ. και υπόλοιπη ιδιοκτησία της προικοδότριας. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η Κ. Θ. δικαιοπάροχος( μητέρα) της ενάγουσας-εκκαλούσας και απώτερη δικαιοπάροχος των εναγομένων-εφεσιβλήτων κατά την κατάτμηση του ως άνω μείζονος οικοπέδου που είχε στην κυριότητά της προκειμένου να προικοδοτήσει τις θυγατέρες της, θέλησε το υπό στοιχείο α' οικόπεδο που ήταν τυφλό να αποκτήσει πρόσβαση στη δημοτική οδό …, χωρίς, ωστόσο,να αποκλείονται από τη χρήση αυτού οι άλλες δύο θυγατέρες της ήτοι η Γ.
Τ. (δικαιοπάροχος των εναγομένων - εφεσιβλήτων) στην οποία ήδη είχε μεταβιβάσει το πιο πάνω οικόπεδο και η Ε. Γ., στην οποία είχε πρόθεση να μεταβιβάσει το άνω με στοιχείο β'οικόπεδο, πλην όμως, τούτο τελικά μεταβίβασε, κατά τα προαναφερόμενα, το έτος 1978, λόγω πωλήσεως, στην ενάγουσα.Έτσι, μετά την κατάτμηση από την Κ.
Θ. του άνω μείζονος ακινήτου της,τη μεταβίβαση των τριών διακεκριμένων οικοπεδικών τμημάτων, που προέκυψαν από την πιο πάνω κατάτμηση, στις θυγατέρες της Β. Α. (ενάγουσα) και Γ. Τ. (δικαιοπάροχο των εναγομένων) και την παραχώρηση κατά χρήση σ'αυτές της επίδικης εδαφικής λωρίδας, η Κ. Θ., που διέμενε στην ευρισκόμενη παλαιά οικία στο μεταβιβασθέν στην ενάγουσα, λόγω προίκας, ακίνητο,διατήρησε την αποκλειστική κυριότητα και νομή της στην επίδικη εδαφική λωρίδα.
Αποδεικνύεται, επίσης, ότι αφότου περιήλθε στην αποκλειστική κυριότητα της ενάγουσας το άνω τυφλό προικώο ακίνητο, αυτή ασκούσε επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας εμφανείς διακατοχικές πράξεις φυσικής εξουσιάσεώς της και συγκεκριμένα διέρχονταν δια μέσου αυτής προκειμένου να φθάσει στο τυφλό ακίνητό της, μετέφερε δε μέσω αυτής τα οικοδομικά υλικά για την ανέγερση τριωρόφου οικοδομής εντός αυτού.
Αποδείχθηκε, όμως, ότι τις εν λόγω διακατοχικές πράξεις δεν ενεργούσε με διάνοια κυρίας, με τη θέληση, δηλαδή, να γίνει κυρία του επιδίκου αλλά ως αντιπρόσωπος της αποκλειστικής κυρίας και νομέως αυτού Κ. Θ., δηλαδή, της μητέρας της, στην οποία ποτέ δεν είχε γνωστοποιήσει, με οποιοδήποτε τρόπο, τη μεταστροφή της βούλησής της, ότι, δηλαδή, νέμεται το επίδικο στο δικό της όνομα, ως αποκλειστική κυρία, ούτε ποτέ εξεδήλωσε, με οποιοδήποτε τρόπο, την πρόθεσή της να νέμεται το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό της.
Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι μετά τον επελθόντα θάνατο της μητέρας της, γνωστοποίησε, με οποιοδήποτε τρόπο, στις (συγ)κληρονόμους - (συν)νομείς αδελφές της, Γ. Τ. (δικαιοπάροχο των εναγομένων) και Ε. Γ. τη μεταστροφή της βούλησή της, ότι, δηλαδή, νέμεται την επίδικη εδαφική λωρίδα, ως αποκλειστική κυρία,ούτε ποτέ εξεδήλωσε σ'αυτές, με οποιοδήποτε τρόπο, την πρόθεσή της να νέμεται το επίδικο αποκλειστικά για τον εαυτό της.
Σε αντίθετη προ την ως άνω κρίση δεν δύναται να οδηγήσει το ότι με τη συγκατάθεση της ενάγουσας, ως (συγ)κυρίας της επίδικης εδαφικής λωρίδας ο μισθωτής της οικίας του όμορου ακινήτου της αδελφής της Γ. Τ. στάθμευε το αυτοκίνητό του σε υπόστεγο που αυτός κατασκεύασε επί αυτής, ούτε το γεγονός ότι στο ακίνητο της αδελφής της ενάγουσας Γ.
Τ. και ήδη των εναγομένων, που είχε πρόσωπο προς την οδό …, υπήρχε φράχτης που το χώριζε από την επίδικη εδαφική λωρίδα, με άνοιγμα ωστόσο, για την είσοδο και έξοδο σ'αυτήν, και τούτο, διότι, είναι προφανές ότι ο εν λόγω φράκτης έγινε για την ασφάλεια και την οριοθέτηση του εν λόγω ακινήτου, και όχι για την απεμπόληση των δικαιωμάτων των εκάστοτε ιδιοκτητών του επί της επίδικης εδαφικής λωρίδας.
Εξάλλου, η ως άνω κριση του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα της ενάγουσας Κ. Α. και την ένορκη βεβαίωση της Κ. Γ., θείος και ανηψιά της , αντίστοιχα, οι καταθέσεις των οποίων δεν κρίνονται πειστικές.
Συνεπώς, η ενάγουσα, σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν, δεν έγινε αποκλειστική κυρία του επιδίκου, με πρωτότυπο τρόπο, έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, και επομένως η ένδικη αγωγή της είναι αβάσιμη κατ'ουσία. Κατόπιν τούτου το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, Ειρηνοδικείο Φαρσάλων, που με την εκκαλούμενη απόφασή του κατέληξε σε ίδια πορισματική κρίση, και απέρριψε ως ουσία αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική της κυριότητας της επίδικης εδαφικής λωρίδας αγωγή της εκκαλούσας, ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσεως κυριότητας, έκτακτη χρησικτησία, έστω και με ελλιπή αιτιολογία,η οποία, ως προς αυτό, συμπληρώνεται με τις αιτιολογίες της παρούσας απόφασης (άρθρο 534 ΚΠολ), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο, καθώς επίσης εκτίμησε το αποδεικτικό υλικό που τέθηκε στην κρίση του, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η ενάγουσα με τους συναφείς λόγους της έφεσης, ελέγχονται αβάσιμα και απορριπτέα και συνακόλουθα είναι απορριπτέα και η έφεση, στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η εκκαλούσα, που νικήθηκε, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, κατά παραδοχή του σχετικού νόμιμου αιτήματός τους (άρθρα 176,183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.
Δέχεται τυπικά και απορρίπτει κατ'ουσία την έφεση κατά της 11/2005 απόφασης του Ειρηνοδικείου Φαρσάλων.
Και
Καταδικάζει την εκκαλούσα στα δικαστικά έξοδα των εφεσιβλήτων, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 1Η Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 19 Ιουλίου 2021.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ