Legislator Giurisprudenza & Legislazione
947/2020 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal against civil court ruling excluding insurance company liability for traffic accident victim.

Numero d'incarto 947/2020
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the insurance fund's appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's judgment holding the motorcycle driver solely liable for a traffic accident. The court found the lower court's reasoning sufficient to establish the driver's exclusive fault and the insurance company's lack of liability. Consequently, the appeal was rejected as unfounded, and the insurance fund was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(1), 559(19) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal based on alleged violations of the common sense doctrine is inadmissible if the lower court's reasoning is logically sound and sufficient to support its finding of exclusive liability.

Parole chiave

Generato dall'IA
traffic accident liability exclusive fault determination appeal admissibility common sense doctrine insurance company liability civil procedure appeal legal costs award incidente motociclistico

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 189(1) of the Code of Civil Procedure
Article 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 681A of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Decision 3878/2009 of the Thessaloniki Criminal Court
Decision 31656/2008 of the Thessaloniki Single-Member Court
Decision 391/2010 of the Thessaloniki Court of Appeal
Decision 1965/2010 of the Thessaloniki Court of Appeal
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 947 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 947/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Μαρία Τζανακάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 24 Ιανουαρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΑΕΕΓΑ", της οποίας ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Κούρτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Του αναιρεσιβλήτου: Α. Μ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Άγι - Αγάπιο Χρονόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-10-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44567/2007 μη οριστική και 31656/2008 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 391/2010 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1965/2010 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, ζητεί το αναιρεσείον με την από 29-4-2012 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Βρυνιώτης διάβασε την από 8-1-2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 29-4-2012 και με αρ. εκθ. καταθ. 115/2012 κρινόμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 29-4-2012 και με αυξ. αριθμ. κατάθεσης 115/15-5-2012 αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος - εναγομένου (ΝΠΙΔ με την επωνυμία Επικουρικό Κεφάλαιο ασφάλισης ευθύνης από ατυχήματα αυτοκινήτων, ως ειδικού εκ του νόμου διαδόχου της ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία: "... Γενική Ένωση ΑΕΕΓΑ", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά, για παράβαση νόμου), προσβάλλεται η αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού (άρθρ. 681Α ΚΠολΔ), υπ' αριθμ. 391/2010 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1965/2010 απόφαση του ίδιου ως άνω δικαστηρίου, το οποίο δέχθηκε την από 12-2-2009 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου κατά της υπ' αριθμ. 31656/2008 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε απορρίψει την ένδικη με αριθμ.

καταθέσεως 31656/2008, αγωγή του (ενάγοντος), κρίνοντας αποκλειστικά υπαίτιο του ενδίκου αυτοκινητικού ατυχήματος αυτόν (ενάγοντα). Ακολούθως το Εφετείο, μετά την ουσιαστική παραδοχή της άνω έφεσης, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 31656/2008 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας επί της άνω αγωγής, δέχθηκε αυτή κατά ένα μέρος και υποχρέωσε τους εναγομένους καθένα εις ολόκληρον να καταβάλουν στον ενάγοντα το συνολικό ποσό των τριάντα μίας χιλιάδων τριακοσίων (31.300) ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των προβαλλομένων λόγων της. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ενώ κατά το εδ.

β' της πιο πάνω διάταξης η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναιρέσεως μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν στην ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή για να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της ύπαρξης πραγματικών περιστατικών ή για την εκτίμηση της αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίσθηκαν, γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων η οποία δεν ελέγχεται αναιρετικώς.

Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικώς από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αορίστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, εάν διαπιστωθεί συντρέχον πταίσμα αυτού, το Δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρ. 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό αυτής.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός, ως πρόσφορη αιτία της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το Δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί, όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το Δικαστήριο της ουσίας, θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Περαιτέρω, ο από το άρθρ. 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της απόφασης, τα περιστατικά που είναι αναγκαία, για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των όρων και προϋποθέσεων, για την εφαρμογή της εφαρμοσθείσας διάταξης, ή της μη συνδρομής των όρων αυτών, που αποκλείουν την εφαρμογή της, όπως, επίσης και όταν η απόφαση έχει ελλειπείς, αντιφατικές αιτιολογίες, σε ότι αφορά το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν πρόκειται για ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων (ανάλυση - στάθμιση - αξιολόγηση του αποδεικτικού υλικού) και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος (ΑΠ 516/2005).

Ανεπάρκεια και ασάφεια αιτιολογιών υπάρχει όταν από το αιτιολογικό δεν προκύπτουν τα πραγματικά περιστατικά, που είναι αναγκαία για τη δικαιολόγηση της εφαρμοσθείσας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, καθιστώντας, έτσι, ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Περαιτέρω, ελλείψεις αναγόμενες μόνον στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση των αποδεικτικών μέσων και ειδικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, όταν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δε συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες.

Δηλαδή, μόνον το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Εξάλλου, τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με συνεκτίμηση αποδείξεων, δε συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μορφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δε δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, ύστερα από αξιολόγηση και συνεκτίμηση όλων των νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα, κρίσιμα και ουσιώδη σε σχέση με τους αναιρετικούς λόγους, περιστατικά: "Την 8-9-05 και περί ώρα 11.45' ο ενάγων οδηγώντας την υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, κινούνταν στην οδό ..., με κατεύθυνση από την οδό ... προς την Περιφερειακή οδό και με τελικό προορισμό το Νοσοκομείο Γ. Παπανικολάου εξαιτίας της επαγγελματικής του δραστηριότητας. Την ώρα εκείνη η κίνηση στην οδό ... ήταν πυκνή και στα δύο ρεύματα αυτής, και εκ του λόγου αυτού η ταχύτητα του οχήματος που οδηγούσε ο ενάγων ήταν κάτω από το επιτρεπόμενο στην περιοχή αυτή όριο των 50 χιλ/ώρα, κινούνταν δε στο δικό του ρεύμα κυκλοφορίας και στο δεξιό μέρος αυτού.

Και αυτό γιατί ακριβώς στο ρεύμα πορείας του και πριν τη διασταύρωση των οδών ... με την οδό ..., υπήρχαν κάδοι απορριμμάτων πάνω στο οδόστρωμα της οδού ... και αμέσως μετά τη διασταύρωση των οδών υπήρχαν στο άκρο της οδού σταθμευμένα αυτοκίνητα. Όταν ο ενάγων έφτασε στο ύψος όπου η παραπάνω οδός ... διασταυρώνεται από δεξιά σε σχέση με τη δική του πορεία με την οδό ..., ο πρώτος εναγόμενος, οδηγώντας το υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... IX επιβατηγό αυτοκίνητο, κυριότητας της τρίτης εναγόμενης εταιρίας και το οποίο κατά τον χρόνο αυτό ήταν ασφαλισμένο για την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία, κινούνταν στην οδό ... προς την οδό ..., με σκοπό, αφού τη διασχίσει, να εισέλθει στην οδό ... η οποία διασταυρώνεται με την οδό ...

από αριστερά σε σχέση με αυτούς που κινούνται προς την Περιφερειακή οδό. Στην οδό ... στην οποία κινούνταν ο πρώτος εναγόμενος υπάρχει σήμα ΣΤΟΠ. Με βάση λοιπόν το δεδομένο αυτό ο πρώτος εναγόμενος που στην πορεία του υπάρχει το παραπάνω σήμα, θα έπρεπε αυτός να ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό του πριν από τη διασταύρωση της οδού ...

με την οδό ... και αφού βεβαιωθεί, ελέγχοντας προσεκτικά, ότι μπορεί με ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίσει την κίνηση των οχημάτων στην οδό ..., η οποία είναι οδός προτεραιότητας σε σχέση με την οδό ..., να ολοκληρώσει τελικά τον ελιγμό του. Αντίθετα, αυτός, αντί να ενεργήσει όπως παραπάνω αναφέρθηκε, ως συνετός οδηγός, χωρίς έλεγχο και εκμεταλλευόμενος προφανώς το διάστημα που τηρούσε ο ενάγων ως απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο από αυτόν αυτοκίνητο και αγνοώντας το σήμα ΣΤΟΠ που υπήρχε στην πορεία του και παρά το γεγονός ότι για κάποια στιγμή επιβράδυνε την πορεία του, δίνοντας στον ενάγοντα την εντύπωση ότι θα του παραχωρήσει την προτεραιότητα που αυτός είχε, γεγονός που δεν επηρεάζει καθόλου την ευθύνη του και δεν την αναιρεί, στη συνέχεια εκτινάχθηκε κατά τρόπο παράνομο και αντικανονικό, με σκοπό αφού ανακόψει εκβιαστικά την κίνηση του ενάγοντα και των άλλων οδηγών που είχαν την προτεραιότητα, να ολοκληρώσει γρήγορα τον ελιγμό του.

Αυτή η ενέργειά του είχε ως αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων τον αντιλήφθηκε και επιχείρησε με ελιγμό προς τα αριστερά του να τον αποφύγει, δεν το κατάφερε όμως, αφού ο εναγόμενος κατά τη στιγμή εκείνη είχε στραμμένο το βλέμμα του προς την αντίθετη κατεύθυνση ελέγχοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και όχι το ρεύμα πορείας του ενάγοντα και έτσι το αυτοκίνητο του εναγομένου προσέκρουσε με σφοδρότητα στο δίκυκλο μοτοποδήλατο του ενάγοντα και στη δεξιά πλευρά αυτού, παρασύροντάς τον και τραυματίζοντάς τον βαρύτατα.

Ενόψει των όσων αναφέρθηκαν παραπάνω και για τους παραπάνω λόγους και ειδικότερα εξαιτίας της παραβιάσεως του σήματος ΣΤΟΠ από μέρους του πρώτου εναγομένου, το Δικαστήριο αυτό κρίνει ότι αποκλειστικά υπαίτιος του επίδικου ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντα, είναι αυτός ήτοι ο πρώτος εναγόμενος.

Αντίθετα καμία συναπαιτιότητα δεν βαρύνει τον ενάγοντα ο οποίος κινούνταν κανονικά στο ρεύμα πορείας του και με ταχύτητα κάτω από το επιτρεπόμενο για την περιοχή που οδηγούσε ταχύτητα, ήτοι μικρότερη των 50 χιλ/ώρα γι' αυτό και ο σχετικός ισχυρισμός των εναγομένων περί συνυπαιτιότητας του ενάγοντα πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος στην ουσία του.

Αξίζει τέλος να σημειωθεί ότι ο πρώτος εναγόμενος προκειμένου να ισχυροποιήσει τη θέση του περί μη ευθύνης του, προσκομίζει και επικαλείται την υπ' αριθμ. 3878/09 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, σε απόσπασμα, από την οποία προκύπτει ότι αυτός έχει αθωωθεί για τη σωματική βλάβη του ενάγοντα.

Όμως πέρα από το γεγονός ότι αυτή προσκομίζεται σε απόσπασμα και το παρόν Δικαστήριο δεν μπορεί να διαγνώσει τη σκέψη του πλημμελειοδικείου, αφού δεν προσκομίζεται το πλήρες κείμενο αυτής για την ανάγνωση του σκεπτικού της, αυτή δεν αποτελεί εμπόδιο για το αντίθετο και δεν επηρεάζει την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου".

Στη συνέχεια το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 31656/08 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που είχε κρίνει αντιθέτως, κράτησε και δίκασε την αγωγή, την οποία δέχθηκε κατά ένα μέρος. Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, σχετικά με τις συνθήκες του ατυχήματος και την αποκλειστική υπαιτιότητα του πρώτου εναγομένου οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ΙΧΕ αυτοκινήτου, ασφαλισμένου στη δεύτερη εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία ("...", της οποίας η άδεια λειτουργίας ανακλήθηκε οριστικά, για παράβαση νόμου, στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως εκ του νόμου ειδικός διάδοχος, αυτής το αναιρεσείον ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ"), ενώ ορθά ερμήνευσε και υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, στους ουσιαστικούς κανόνες δικαίου που εφάρμοσε, άρθρα 5 και 10 του Ν.

ΓΠΝ/1911, άρθρα 297, 298, 300, 330, 914 ΑΚ, 12 παρ. 1, 19 παρ. 1, 2, 3, 4 παρ. 3, 26 παρ. 4, 21 παρ. 1 και 2 του Ν. 2696/1999 (ΚΟΚ), εφόσον με σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και καταφάσκεται η εφαρμογή των προαναφερθεισών διατάξεων, αφού τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, ως αποδειχθέντα, σε σχέση με την οδηγική συμπεριφορά του οδηγού του εμπλακέντος στο ατύχημα ΙΧΕ αυτοκινήτου συνιστούν παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του και δικαιολογούν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας τον αιτιώδη σύνδεσμο αυτής με το επελθόν επιζήμιο για τον αναιρεσίβλητο αποτέλεσμα.

Ειδικότερα το Εφετείο διέλαβε πλήρη και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του οδηγού του ΙΧΕ αυτοκινήτου για το ένδικο ατύχημα, αναφέροντας με σαφήνεια και πληρότητα τα συγκροτούντα την έννοια της αμέλειας περιστατικά που επέδειξε ο ως άνω οδηγός του ΙΧΕ αυτοκινήτου, στην πρόκληση του εν λόγω τροχαίου ατυχήματος σε συνδυασμό με τις παραβάσεις των διατάξεων του ΚΟΚ, οι οποίες βρίσκονται σε αιτιώδη συνάφεια με το επελθόν αποτέλεσμα, καθόσον κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, ο πρώτος εναγόμενος δεν ακινητοποίησε το όχημά του, προ του υπάρχοντος στην πορεία του, επί της οδού ..., σήματος υποχρεωτικής διακοπής της πορείας (STOP), πριν από τη διασταύρωση επί της προαναφερομένης οδού με την οδό ...

και δεν βεβαιώθηκε ελέγχοντας προσεκτικά ότι μπορεί με ασφάλεια και χωρίς να παρεμποδίσει την κίνηση των οχημάτων στην οδό ..., η οποία είναι οδός προτεραιότητας σε σχέση με την οδό ..., να ολοκληρώσει τελικά τον ελιγμό. Αντίθετα αυτός αντί να ενεργήσει, όπως προαναφέρθηκε, εισήλθε στην οδό ... και εκμεταλλευόμενος το διάστημα που τηρούσε ο ενάγων ως απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο από αυτόν αυτοκίνητο και αγνοώντας το σήμα STOP που υπήρχε στην πορεία του και παρά το γεγονός ότι για κάποια στιγμή επιβράδυνε την πορεία του, δίνοντας στον ενάγοντα την εντύπωση ότι θα του παραχωρήσει την προτεραιότητα που αυτός είχε, γεγονός που δεν επηρεάζει την ευθύνη του και δεν την αναιρεί, στη συνέχεια εκτινάχθηκε κατά τρόπο παράνομο και αντικανονικό με σκοπό αφού ανακόψει εκβιαστικά την κίνηση του ενάγοντα και των άλλων οδηγών που είχαν την προτεραιότητα, να ολοκληρώσει γρήγορα τον ελιγμό του.

Αυτή η ενέργειά του είχε ως αποτέλεσμα, παρά το γεγονός ότι ο ενάγων τον αντιλήφθηκε και επιχείρησε με ελιγμό προς τα αριστερά του να τον αποφύγει, δεν το κατάφερε όμως, αφού ο εναγόμενος κατά τη στιγμή εκείνη είχε στραμμένο το βλέμμα του προς την αντίθετη κατεύθυνση ελέγχοντας το αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και όχι το ρεύμα πορείας του ενάγοντα και έτσι το αυτοκίνητο του εναγομένου προσέκρουσε με σφοδρότητα στο δίκυκλο μοτοποδήλατο του ενάγοντα και στη δεξιά πλευρά αυτού παρασύροντάς τον και τραυματίζοντάς τον βαρύτατα.

Ενόψει των προαναφερομένων και για τους παραπάνω λόγους και ειδικότερα εξαιτίας της παραβιάσεως του σήματος STOP εκ μέρους του πρώτου εναγομένου, αυτός κρίθηκε αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του τραυματισμού του ενάγοντος. Επίσης το Εφετείο αιτιολογεί επαρκώς με σαφήνεια και όχι αντιφάσεις, την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του ενάγοντα οδηγού της μοτοσυκλέτας, δεχόμενο ανελέγκτως ότι αυτός εκινείτο κανονικά στο ρεύμα πορείας του και με ταχύτητα κάτω από το επιτρεπόμενο όριο, ήτοι μικρότερη των 50 χιλ/ώρα.

Οι αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις για ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφαση και ειδικότερα: Ότι η προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου: α) Δεν αναφέρει τις επικρατούσες συνθήκες στον τόπο και κατά τον χρόνο, του ατυχήματος, το πλάτος του οδοστρώματος της οδού ..., αν υπήρχε πεζοδρόμιο ή έρεισμα και αν ναι το πλάτος αυτών, ποια χαρακτηριστικά της οδού (ευθεία, καμπύλη, οριζόντια, ανωφέρεια), την κατάσταση της οδού (υγρή, ξηρή κ.λπ.), τις συνθήκες ορατότητας (αν περιορίζεται από φυσικά ή τεχνητά εμπόδια) και τις επικρατούσες καιρικές συνθήκες, β) αν τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της ως άνω οδού ...

χωρίζονται μεταξύ τους με οριζόντια διαγράμμιση (απλή ή διπλή, συνεχόμενη ή διακεκομμένη γραμμή), γ) πόσες λωρίδες κυκλοφορίας, είχε καθένα από τα δύο ρεύματα της ως άνω οδού, πριν από τον ισόπεδο οδικό κόμβο που σχηματίζεται με την οδό ..., δ) πόσο το πλάτος όλου του οδοστρώματος αλλά και καθενός από τα δύο ρεύματα κυκλοφορίας της ως άνω οδού και των τυχόν υπαρχόντων ερεισμάτων, πριν και μετά από τον ως άνω ισόπεδο οδικό κόμβο, ε) ποια η θέση καθενός από τα δύο οχήματα στο οδόστρωμα της οδού ...

πριν από τη σύγκρουση, δηλαδή σε ποια λωρίδα κυκλοφορίας της προαναφερόμενης οδού εκινείτο καθένα από τα δύο εμπλακέντα οχήματα, σε περίπτωση που κάθε ρεύμα είχε περισσότερες λωρίδες ή στην περίπτωση που είχε μια λωρίδα, ζ) ποια η θέση καθενός από τα δύο οχήματα στο οδόστρωμα της άνω οδού και ποια η τελική τους θέση, η) με ποιά συγκεκριμένη ταχύτητα εκινείτο καθένα από τα δύο οχήματα.

Ακόμη, ότι η προσβαλλόμενη απόφαση δεν διευκρινίζει: α) από ποια απόσταση αντελήφθη ο αναιρεσίβλητος την είσοδο του αυτοκινήτου του Δ. Μ. στην οδό ... και β) σε ποιο ρεύμα κυκλοφορίας της οδού ... έλαβε χώρα η σύγκρουση, αν δηλαδή αυτή έγινε στο ρεύμα κυκλοφορίας, όπου αρχικώς εκινείτο η μοτοσυκλέτα (προς Περιφερειακή Οδό) ή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Ότι περαιτέρω, ενώ δέχθηκε ότι το Εφετείο, ότι η κίνηση οχημάτων επί της ανωτέρω οδού ... ήταν πυκνή και ότι μπροστά από την ανωτέρω μοτοσυκλέτα εκινείτο άλλο όχημα, εντούτοις δεν εξηγεί και δεν διευκρινίζει για ποιο λόγο το προπορευόμενο αυτό όχημα δεν συγκρούσθηκε με το αυτοκίνητο του Δ. Μ., που εισήλθε, όπως δέχεται, από την οδό ...

στον ως άνω οδό .... Επίσης, ενώ δέχθηκε, ότι ο ανωτέρω Δ. Μ.ς εισήλθε από την οδό ... στην ως άνω οδό ... και συγκεκριμένως ότι κατά την είσοδό του αυτή "...για κάποια στιγμή επιβράδυνε την πορεία του, δίνοντας στον ενάγοντα την εντύπωση ότι θα του παραχωρήσει την προτεραιότητα που αυτός είχε...", ακολούθως δέχθηκε αντιφατικώς ότι ο ως άνω Δ.

Μ. "...στη συνέχεια εκτινάχθηκε...". Περαιτέρω, ενώ δέχθηκε ότι η μοτοσικλέτα συγκρούσθηκε με τη δεξιά πλευρά της, εντούτοις δεν διευκρινίζει με ποιο σημείο του προσέκρουσε το πιο πάνω αυτοκίνητο στην μοτοσικλέτα, ώστε να δικαιολογείται η εν συνεχεία παραδοχή, ότι το αυτοκίνητο παρέσυρε και τραυμάτισε τον αναιρεσίβλητο, χωρίς να διευκρινίζει επιπλέον αν τον παρέσυρε στο ρεύμα πορείας της μοτοσικλέτας ή στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.

Τέλος, ενώ δέχθηκε, αναφορικώς με την οδηγική συμπεριφορά του ανωτέρω Δ. Μ. ότι παρεβίασε την επί της πορείας του πινακίδα ΣΤΟΠ, εντούτοις ως προς την οδηγική συμπεριφορά του αναιρεσιβλήτου δεν αναφέρει καν και δεν εξειδικεύει: α) Εάν εκινείτο με την επιβαλλόμενη στη συγκεκριμένη περίπτωση επιμέλεια και προσοχή του μέσου συνετού οδηγού, την οποία όφειλε και μπορούσε, υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες και περιστάσεις να καταβάλει, β) Εάν οδηγούσε με τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της μοτοσικλέτας του, γ) Εάν ασκούσε τη δέουσα εποπτεία και τον έλεγχο του οχήματός του, δ) Εάν ρύθμισε καταλλήλως την ταχύτητά της πλησιάζοντας στο πιο πάνω σημείο της συγκρούσεως.

Ότι, τέλος, το Εφετείο, ενώ έλαβε υπόψη την προσκομισθείσα με επίκληση, υπ' αριθμ. 3878/2009 απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης με την οποία, όπως και με την απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ο εναγόμενος Δ. Μ. κρίθηκε αθώος για το ένδικο ατύχημα, δεν εξειδικεύει και δεν διευκρινίζει σε τι έσφαλε το Ποινικό Δικαστήριο.

Από τις ως άνω παραδοχές του Εφετείου συνάγεται ότι τα περιστατικά που αυτό ανελέγκτως δέχθηκε ως αποδειχθέντα, παρατίθενται με επάρκεια και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και ήταν ικανά για να επιστηρίξουν το πόρισμά του, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου αυτοκινήτου και έλλειψης υπαιτιότητας του οδηγού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας και δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της η παράθεση άλλων και δη των ανωτέρω επικαλούμενων από το αναιρεσείον ως ελλειπόντων περιστατικών, τα οποία αφορούν στην ανάλυση του αποδεικτικού υλικού και στην πληρέστερη κατά την άποψη του αναιρεσείοντος εκτίμηση των αποδείξεων, όπως αβασίμως το αναιρεσείον ισχυρίζεται. Με την κατ' επίφαση δε επίκληση απ' αυτό των ως άνω αναφερόμενων μερικότερων αιτιάσεων περί ανεπαρκών - αντιφατικών αιτιολογιών και παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας επιχειρείται να πληγεί η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, αναφορικά με το πλήρες και σαφές εκτιθέμενο πόρισμα, περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του οδηγού του ζημιογόνου ΙΧΕ αυτοκινήτου στην πρόκληση του ατυχήματος.

Συνεπώς ο σχετικός με τα παραπάνω λόγος αναίρεσης με τις αντίθετες αναιρετικές αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των προαναφερθεισών διατάξεων, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (ΚΠολΔ 495 § 4) και να καταδικαστεί το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (άρθρα 176, 183, 189 § 1, 191 § 2), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-4-2012 και με αυξ. αριθμ. καταθέσεως 115/2012 αίτηση του "Επικουρικού Κεφαλαίου", για αναίρεση της 391/2010 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, όπως αυτή διορθώθηκε με την 1965/2010 απόφαση του ιδίου ως άνω δικαστηρίου.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Και

Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 11 Σεπτεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ