Legislator Giurisprudenza & Legislazione
947/2019 Generato dall'IA

Supreme Court partially allows appeal on contempt fees while dismissing appeal on jurisdiction and ordering costs offset.

Numero d'incarto 947/2019
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Parzialmente accolto (Partially Allowed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court partially allowed the appeal against the Second Instance Court's decision, specifically regarding the award of contempt fees. The appellants argued for the validity of the fee award, while the respondents contended it was improper. The court ruled that since the lower court had already determined the contempt fees were due, no further trial was necessary, leading to the dismissal of the appeal on that specific point and the offsetting of legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Art. 576(2)(a), (c) of the Code of Civil Procedure; Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure: When the Supreme Court annuls a decision, it may issue a final ruling without remitting the case for further trial if the legal issues have been fully resolved, provided there is no procedural ground for further examination.

Parole chiave

Generato dall'IA
contempt fees partial annulment final ruling costs offset procedural economy jurisdiction appeal admissibility canone radiotelevisivo

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Art. 576(2)(a), (c) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(3) of the Code of Civil Procedure
Art. 580(4) of the Code of Civil Procedure
Art. 179 of the Code of Civil Procedure
Art. 183 of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA
Supreme Court, Full Bench, 42/2005
Supreme Court, Full Bench, 25/2001
Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 947 / 2019 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 947/2019

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Τζανάκη, Νικόλαο Πιπιλίγκα Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου - Εισηγήτρια και Λουκά Μόρφη, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 12 Φεβρουαρίου 2019, με την παρουσία και της Γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΟΣ ΡΑΔΙΟΦΩΝΙΚΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ ΚΩ", που εδρεύει στην Κω και εκπροσωπείται νόμιμα από την Πρόεδρό του Βασιλεία Γρηγοριάδου - Παντελίκιζη, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Εμμανουήλ Θαλασσινό, που κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Γ. Β. του Χ., 2)Σ. Β. του Ν., 3)Κ. Γ. του Γ., 4)Γ. Κ. του Η., 5)Γ. Κ. του Κ., 6)Χ. Μ. του Μ., 7)Ε. Ο. του Μ., 8)Μ. Π. του Ν., 9)Α. Ρ. του Γ., 10)Ε. Σ. του Σ., 11)Κ. Σ. του Α., 12)Χ. Τ. του Ν. και 13)Σ. Χ. του Σ., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Παναγιώτη Αβρίθη, που κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 29/6/2015 αγωγές (με αριθμούς κατάθεσης 691/ΜΕΙ97 και 774/ΜΕΙ/112 των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κω και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 2/2018 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 29/3/2018 αίτησή του και τους από 8/1/2019 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 εδάφια α και γ του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος σ' αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.

Στην προκειμένη περίπτωση από τις με αριθμούς ...54 Γ'/14-11-2018, ...55Γ'/10-1-2019, ...97Γ'/23-11-2018 και ...60 Γ'/10-1-2019 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελητρίας Εφετείου Δωδεκανήσου, που επικαλείται και προσκομίζει το αναιρεσείον, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 20-3-2018 αίτησης αναίρεσης και των από 8-1-2019 προσθέτων αυτής λόγων, με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β2 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για την αναγραφομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (12-2-2019), καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε με την επιμέλεια αυτού νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τους Κ.

Γ. και Κ. Σ. (3ο και 11ο των αναιρεσιβλήτων). Κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου όλοι οι αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο Παναγιώτη Αβρίθη. Προς απόδειξη της πληρεξουσιότητός του ο άνω δικηγόρος για τους εκ των αναιρεσιβλήτων που εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο δι'αυτού, προσκομίζει και επικαλείται το …59/8-2-2019 πληρεξούσιο της Σ/φου Ν.

Κ., από το οποίο προκύπτει ότι αυτοί παρέχουν ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα σ'αυτόν να τους εκπροσωπήσει ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων, πλην των άνω αναφερθέντων τους Κ. Γ. και Κ. Σ., ως προς τους οποίους ουδέν νομιμοποιητικό έγγραφο προσκομίζεται.

Επομένως δεν αποδεικνύεται πληρεξουσιότητα του παραστάντος δικηγόρου ως προς τους άνω αναιρεσίβλητους, οι οποίοι πρέπει να θεωρηθούν ως δικονομικώς απόντες και να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήσαν και αυτοί παρόντες.

2. Φέρονται προς συζήτηση η από 29-3-2018 (με αριθμό καταθέσεως 1/2018 Πρωτοδικείου Κω-Μεταβατική έδρα Εφετείου Δωδεκανήσου) αίτηση αναίρεσης του αναιρεσείοντος κατά των αναιρεσιβλήτων, καθώς και οι από 8-1-2019 παραδεκτώς και εμπροθέσμως (ΚΠολΔ 569) ασκηθέντες πρόσθετοι λόγοι της κατά της 2/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, οι οποίοι πρέπει να συνεκδικαστούν (ΚΠολΔ 246).

Με την άνω 2/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατόπιν άσκησης αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων κατά της εκδοθείσας, κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας, 82/2016 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, απορρίφθηκε κατ'ουσίαν η έφεση του εναγομένου και ήδη αναρεσείοντος και έγινε τυπικά και κατ'ουσίαν δεκτή η έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της προαναφερθείσας οριστικής απόφασης του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, με την οποία, μετά συνεκδίκαση των από 29-6-2015(αριθ.

κατ. 691/2015) και 29-6-2015(αριθ. κατ. 774/2015) αγωγών των αναιρεσιβλήτων, είχαν γίνει εν μέρει δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες οι αγωγές αυτές, μετά δε εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγιναν εν όλω δεκτές ως ουσιαστικά βάσιμες( οι αγωγές). Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 και 144 του ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων αυτής και του προσθέτου λόγου(άρθ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

3. Από τη διάταξη του άρθρου 648 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ` εξοχήν για την καταβολή του μισθού) δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής, απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Όμως το δικαίωμα επίσχεσης της μέλλουσας να παρασχεθεί εργασίας του εργαζομένου, όπως και κάθε άλλο δικαίωμα, υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 281 Α.Κ.

Συνεπώς η άσκηση αυτού πρέπει να γίνεται μέσα στα όρια της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αποβλέπει δε στην εξυπηρέτηση του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού για τον οποίο θεσπίσθηκε. Διαφορετικά η άσκησή του είναι καταχρηστική και ως τέτοια είναι παράνομη και δεν παράγει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, δηλαδή δεν καθιστά υπερήμερο τον εργοδότη.

Ως καταχρηστικώς δε ενασκούμενο θεωρείται το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του μισθωτού μεταξύ άλλων και όταν δεν υπάρχει χρονικά αξιόλογη καθυστέρηση της εκπλήρωσης των υποχρεώσεων του εργοδότη (όπως της πληρωμής των ληξιπρόθεσμων μισθών) ή όταν η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε υπαιτιότητα του εργοδότη αλλά σε απρόβλεπτες περιστάσεις ή αντιξοότητες ή σε πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία ή σε εξαιρετικά δυσμενείς γι` αυτόν περιστάσεις ή όταν η επίσχεση προξενεί δυσβάστακτη και δυσανάλογη ζημία στον εργοδότη σε σχέση με το σκοπούμενο αποτέλεσμα ή όταν στρέφεται κατά αξιόπιστου και αξιόχρεου εργοδότη ή όταν αναφέρεται σε ασήμαντη αντιπαροχή του εργοδότη.

Όμως στην περίπτωση που ο μισθωτός απέχει από την εργασία του ύστερα από δήλωση ότι ασκεί το δικαίωμα επίσχεσης, ο εργοδότης δεν έχει το δικαίωμα από μόνη τη δήλωση αυτή να θεωρήσει ότι η σύμβαση έχει λυθεί από το μισθωτό με οικειοθελή αποχώρηση του τελευταίου από την εργασία του, πολύ δε περισσότερο αν ο τελευταίος με ρητή δήλωσή του έχει γνωστοποιήσει στον εργοδότη ότι προτίθεται να παράσχει τις υπηρεσίες του κατά τους όρους της εργασιακής σύμβασης μετά την καταβολή των οφειλομένων δεδουλευμένων αποδοχών για τις οποίες προέβη σε επίσχεση.

Μάλιστα αν ο εργοδότης αποκρούσει την προσφορά των υπηρεσιών του εργαζομένου χωρίς να προβαίνει σε νόμιμη καταγγελία της σύμβασης (έγγραφη καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης) καθίσταται πλέον υπερήμερος, έστω και αν, λόγω της τυχόν προηγουμένης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος επίσχεσης εκ μέρους του μισθωτού, αυτός δεν είχε αρχικά περιέλθει σε υπερημερία (Α.Π. 324/2017).

Περαιτέρω, κατά την έννοια της προαναφερθείσας διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν τη μεταγενέστερη άσκησή του μη ανεκτή κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, απαιτείται να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου σε συνάρτηση και με εκείνη του υποχρέου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υποχρέου και η δημιουργηθείσα από αυτόν κατάσταση, επαγομένη ιδιαιτέρως επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο προς την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκησή του αλλά απαιτείται να συντρέχουν προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υποχρέου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που είχε διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και είχε διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των ορίων που διαγράφονται από την ανωτέρω διάταξη.

Η αδράνεια δε αυτή του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αφού αρκεί η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, κατώτερο όμως του προβλεπόμενου από το νόμο για την παραγραφή του δικαιώματος από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (Ολ.

Α.Π. 10/2012, ΑΠ 653/2018, ΑΠ 1096/2018, ΑΠ 324/2017). 4. Στην προκείμενη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Οι ενάγοντες προσελήφθησαν από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. και δη δημοτική επιχείρηση του Δήμου Κω που συνεστήθη δυνάμει της με αριθμ. 77556/1989 απόφασης του Υπουργείου Εσωτερικών (ΦΕΚ 955 Β') σύμφωνα με την με αριθμό 254/1988 απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου Κω, που από το έτος 1988 εκπέμπει αρχικά ως ραδιοφωνικός σταθμός και ακολούθως από το έτος 1992 ως τηλεοπτικός σταθμός, με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δίκαιου αορίστου χρόνου στις ημεροχρονολογίες, με τις ειδικότητες και μηνιαίες αποδοχές που περιγράφονται για τον καθένα εξ αυτών στις υπό κρίση αγωγές και συνομολογούνται από το εναγόμενο.

Από την πρόσληψη τους απασχολήθηκαν συνεχώς με καθεστώς πλήρους απασχόλησης πενθήμερης εργασίας την εβδομάδα αμοιβόμενοι με μηνιαίες αποδοχές, που καταβάλλονταν την τελευταία ημέρα κάθε μήνα και οι οποίες καταβάλλονταν χωρίς καμία καθυστέρηση έως τον Ιανουάριο του έτους 2015. Εγκαίρως καταβάλλονταν όλα τα έτη απασχόλησής τους και τα επιδόματα αδείας και εορτών χωρίς να υπάρξει κανένα πρόβλημα αφού η εν λόγω επιχείρηση στηρίζονταν οικονομικά στις επιχορηγήσεις που ελάμβανε από τον Δήμο Κω.

Τον Ιανουάριο του έτους 2015 παρατηρήθηκε για πρώτη φορά καθυστέρηση στην καταβολή των μηνιαίων αποδοχών των εργαζομένων της επιχείρησης (εναγόντων) καθώς ανέκυψε ζήτημα με την έγκριση της επιχορήγησης από τον Επίτροπο του Ελεγκτικού Συνεδρίου και συγκεκριμένα του εντάλματος του προϋπολογισμού του Δήμου Κω ποσού 150.000 ευρώ με αριθμό 26 στο οποίο συμπεριλαμβάνονταν και η μισθοδοσία των ανωτέρω εργαζομένων.

Μάλιστα ο Επίτροπος επέστρεψε στις 11-03-2015 αθεώρητο το άνω ένταλμα πληρωμής διότι δεν είχε λάβει χώρα η απαιτούμενη τροποποίηση καταστατικού του εναγομένου, έτσι ώστε να υπάρχει πρόβλεψη σε αυτό της λειτουργίας τόσο του τηλεοπτικού σταθμού όσο και της παραγωγής διαδικτυακού ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού προγράμματος.

Να σημειωθεί ότι κατά το παρελθόν είχε επισημανθεί πολλάκις από τον Επίτροπο η ανάγκη της εν λόγω τροποποίησης. Το ανωτέρω ζήτημα είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία εκ μέρους του εναγομένου καταβολής των αποδοχών των εργαζομένων των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2015. Πραγματοποιήθηκαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων οι οποίες ωστόσο δεν κατέληξαν θετικά, το εναγόμενο αποδέχθηκε την οφειλή των αποδοχών των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2015 (μη επίδικο χρονικό διάστημα) αποδίδοντας ωστόσο την μη καταβολή τους σε αντικειμενική προς τούτο αδυναμία του καταβάλλοντας τον Μάρτιο του 2015 έναντι το ποσό των 338 ευρώ σε καθένα εξ αυτών.

Ακολούθως οι ενάγοντες με την από 02-04-2015 εξώδικη δήλωσή τους γνωστοποίησαν στο εναγόμενο ότι προβαίνουν σε επίσχεση εργασίας λόγω της ανωτέρω οφειλής δεδουλευμένων αποδοχών τους, ήτοι μισθούς Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου, Μαρτίου 2015, το δε εναγόμενο στις 14-04-2015 προέβη σε κοινοποίηση της από 9-04-2015 εξώδικης δήλωσης με την οποία δήλωσε ότι θεωρεί την επίσχεση εργασίας καταχρηστική και επομένως την μη επάνοδό τους για εργασία ως οικειοθελή αποχώρηση ενώ ακολούθησε η από 17-04-2015 εξώδικη απάντηση των εναγόντων ότι πρόκειται για νόμιμο δικαίωμά τους που δεν συνεπάγεται οικειοθελή αποχώρησή τους.

Στη συνέχεια στις 1-07-2015 το εναγόμενο προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων θεωρώντας οικειοθελή αποχώρηση την μη επάνοδο τους προς εργασία, δηλαδή ως σιωπηρή καταγγελία της εργασιακής τους σχέσης από τους ίδιους και όχι από τον εργοδότη τους ώστε ο τελευταίος να υποχρεούται σε καταβολή αποζημίωσης λόγω καταγγελίας.

Οι ενάγοντες αρνούνται το περιεχόμενο της και ισχυρίζονται ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη καθώς όταν πραγματοποιήθηκε οι ίδιοι τελούσαν σε νόμιμη επίσχεση εργασίας, δεν προηγήθηκε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και δεν τηρήθηκε ο όρος καταβολής αποζημίωσης απόλυσης. Το εναγόμενο σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα εξακολούθησε να είναι υπερήμερο ως προς την καταβολή του υπολοίπου των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων των τριών μηνών όπως και των μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα Απριλίου έως και Ιουνίου του έτους 2015.

Συνεπώς υπερήμεροι δεν είναι οι ενάγοντες αλλά το εναγόμενο, το οποίο υποχρεούται όσο διαρκεί η υπερημερία, ήτοι όσο δεν καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές, να καταβάλει στους ενάγοντες τις μηνιαίες αποδοχές τους ωσάν να εργάζονταν κανονικά. Επομένως, οι ενάγοντες, σύμφωνα με τα ανωτέρω, νομίμως άσκησαν το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας τους με δήλωσή τους προς το εναγόμενο ενώ συνέντρεχαν και οι ουσιαστικές προϋποθέσεις για την άσκηση του, εφόσον πραγματοποιήθηκε για την εξασφάλιση της ικανοποίησης ληξιπρόθεσμων αξιώσεων τους κατά του εναγόμενου, τις οποίες καθυστερούσε σημαντικά και αδικαιολόγητα η εργοδότρια επιχείρηση.

Συνεπώς το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας των εναγόντων ασκήθηκε νόμιμα ως προς την αξίωση δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2015. Το εναγόμενο ισχυρίσθηκε ότι το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας ασκήθηκε καταχρηστικά από τους ενάγοντες αφού ήσαν γνώστες των οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε η εργοδότρια επιχείρηση, η οποία άλλωστε ήταν έως τότε μονίμως συνεπής στις υποχρεώσεις της και του γεγονότος ότι η μη καταβολή δεν οφείλονταν σε δυστροπία αλλά σε απρόβλεπτη και πρόσκαιρη οικονομική δυσπραγία που αντιμετώπιζε εξαιτίας της άρνησης έγκρισης του εντάλματος πληρωμής από τον επίτροπο, η καθυστέρηση αυτή δεν ήταν σημαντική αφού το εναγόμενο ήταν φερέγγυο και είχε εξασφαλίσει την εξόφληση της οφειλής αλλά λόγω της επίσχεσης εργασίας υπέστη σημαντική ζημία καθώς αναγκάστηκε να σταματήσει την λειτουργία του και να σφραγίσει τις εγκαταστάσεις του έχοντας έτσι υποστεί σημαντική απώλεια εσόδων από διαφημίσεις.

Ωστόσο η μη έγκριση του εντάλματος πληρωμής από τον Επίτροπο ανεφάνη τον Μάρτιο του 2015 πλην όμως από την ίδρυση του σταθμού το έτος 1992 όφειλε να είχε τροποποιηθεί το καταστατικό-συστατική πράξη του εναγόμενου ώστε να περιλάβει την λειτουργία διαδικτυακού ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σταθμού. Το γεγονός αυτό ήταν γνωστό και υφιστάμενο από το έτος 1992 και σε καμία περίπτωση δεν δύναται να θεωρηθεί απρόβλεπτο.

Και πέραν αυτού δεν υπήρξε μέριμνα από το εναγόμενο ώστε σε εύλογο χρόνο να εγκριθεί πρόσθετη επιχορήγηση έως την ψήφιση νέου προϋπολογισμού. Περαιτέρω από την πλευρά των εναγόντων η τρίμηνη καθυστέρηση των δεδουλευμένων τους λογίζεται σημαντική, αφού επρόκειτο για το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους ενώ από την πλευρά του εναγομένου η μείωση όλων των λειτουργικών εξόδων της επιχείρησης στο ποσό των 150.000 ευρώ με βάση τον καταρτισθέντα προϋπολογισμό του έτους 2015 επηρέαζε την ικανότητά του να καταβάλει τις μισθοδοσίες των εναγόντων.

Λόγω του ότι το κύριο έσοδο του σταθμού προερχόταν από την ετήσια επιχορήγηση, η όποια οικονομική ζημία του εναγομένου προκλήθηκε από απώλεια εσόδων λόγω διαφημίσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε σημαντική ούτε δυσανάλογη με την επιδίωξη από τους ενάγοντες να τους καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές τους, οι οποίες τελικά καταβλήθηκαν με σημαντική καθυστέρηση στις 25-09-2015.

Επομένως εφόσον το εναγόμενο δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στην εργασία τους, δίχως η άρνηση προσέλευσης να θεωρείται οικειοθελής αποχώρηση και εκδήλωσης βούλησης λύσης της εργασιακής τους σύμβασης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο. Επιπλέον, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε πρόθεση των εναγόντων πρόκλησης μεγαλύτερου οικονομικού προβλήματος στο εναγόμενο και απόλυσης τους με σκοπό την είσπραξη της σχετικής νόμιμης αποζημίωσης.

Αντίθετα μόνος στόχος τους ήταν η είσπραξη των δεδουλευμένων αποδοχών τους -που αποτελούσαν και το μόνο εισόδημα βιοπορισμού τους- για την διεκδίκηση των οποίων εξαντλώντας κάθε άλλο μέσο (όπως υπομονή ορισμένων μηνών, επαφή και διαπραγμάτευση με νόμιμους εκπροσώπους εργοδότριας) κατέληξαν στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, το οποίο άσκησαν εντός των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, απορριπτόμενης ως αβάσιμης της ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος, το οποίο επαναφέρει το εκκαλούν με σχετικό λόγο έφεσης.

Και η ένσταση έκπτωσης από τους μισθούς υπερημερίας των αλλαχού κτηθέντων καθόσον οι ενάγοντες αμέσως μετά την απόλυσή τους εργάστηκαν σε άλλες επιχειρήσεις και μέσα ενημέρωσης, που επαναφέρεται με σχετικό λόγο έφεσης, πρέπει να απορριφθεί ως αόριστη εφόσον δεν αναφέρονται ποιοι εργαζόμενοι απασχολήθηκαν, σε ποιον εργοδότη και με ποια αμοιβή κατά το επίδικο χρονικό διάστημα.

Σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε τέτοια απασχόληση αλλά ούτε ότι είχαν την δυνατότητα και παρέλειψαν να απασχοληθούν λόγω οκνηρίας.

Συνεπώς, εφόσον το εναγόμενο προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ενόσω οι τελευταίοι ευρίσκονταν σε επίσχεση της εργασίας τους, δεδομένου ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης ήταν νόμιμη και η απουσία από την εργασία τους δεν ισοδυναμούσε με οικειοθελή αποχώρηση, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη, αφού δε συνοδεύτηκε με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του καθενός εξ αυτών, και λογίζεται μηδέποτε γενομένη.

Οι ενάγοντες προσέφυγαν στην επιθεώρηση εργασίας όπου συντάχθηκε το με αριθμό 56/10-07-2015 δελτίο εργατικής διαφοράς ενώ απέτυχε η προσπάθεια εξώδικης συμβιβαστικής επίλυσής της. Επομένως, το εναγόμενο οφείλει στους ενάγοντες μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 2-04-2015, οπότε και κατέστη υπερήμερο με την νόμιμη άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας, έως την ημερομηνία συζήτησης της αγωγής (27-10-2015) και ακολούθως έως την άρση της υπερημερίας του αυτής.

Ειδικότερα το εναγόμενο οφείλει στον πρώτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.521,87, ευρώ ήτοι 1.217,41 ευρώ Χ 7 μήνες, στον δεύτερο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 11.158 ευρώ, ήτοι 1.594 ευρώ Χ 7 μήνες, στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.100 ευρώ, ήτοι 1.300 ευρώ Χ 7 μήνες, στον τέταρτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.202 ευρώ, ήτοι 1.886 ευρώ Χ 7 μήνες στον πέμπτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 10.143 ευρώ, ήτοι 1.449 ευρώ Χ 7 μήνες, στον έκτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 8.239 ευρώ, ήτοι 1.177 ευρώ Χ 7 μήνες, στον έβδομο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 10.283 ευρώ, ήτοι 1.469 ευρώ Χ 7 μήνες, στον όγδοο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.694,23 ευρώ, ήτοι 1.384,89 ευρώ Χ 7 μήνες, στον ένατο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.121 ευρώ, ήτοι 1.303 ευρώ Χ 7 μήνες, στον δέκατο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 10.839,01 ευρώ, ήτοι 1.548,43 ευρώ Χ 7 μήνες, στον ενδέκατο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 9.793 ευρώ, ήτοι 1.399 ευρώ Χ 7 μήνες, στον δωδέκατο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 13.643,35 ευρώ, ήτοι 1.949,05 ευρώ Χ 7 μήνες και στον δέκατο τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των 7.889 ευρώ ήτοι 1.127 ευρώ Χ 7 μήνες, για το χρονικό διάστημα από 2-04-2015 έως 27-10-2015 καταβλητέο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα καθώς και β) το ποσό των 1.217, 41 ευρώ, στον δεύτερο ενάγοντα το ποσό των ήτοι 1.594 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το συνολικό ποσό των ήτοι 1.300 ευρώ.

στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των ήτοι 1.886 ευρώ, στον πέμπτο ενάγοντα το ποσό των 1.449 ευρώ, στον έκτο ενάγοντα το ποσό των 1.177 ευρώ, στον έβδομο ενάγοντα το ποσό των 1.469 ευρώ, στον όγδοο ενάγοντα το ποσό των 1.384,89 ευρώ, στον ένατο ενάγοντα το ποσό των 1.303 ευρώ, στον δέκατο ενάγοντα το ποσό των 1.548,43 ευρώ, στον ενδέκατο ενάγοντα το ποσό των 1.399 ευρώ, στον δωδέκατο ενάγοντα το ποσό των 1.949,05 ευρώ και στον δέκατο τρίτο ενάγοντα το ποσό των 1.127 ευρώ, για το χρονικό διάστημα από 27-10-2015 και έως την άρση της υπερημερίας του καταβλητέο την τελευταία ημέρα κάθε μήνα, με τον νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλι κατέστη απαιτητό.

Περαιτέρω, το εναγόμενο οφείλει να απασχολεί πραγματικά τους ενάγοντες με τους ίδιους προ της ανωτέρω καταγγελίας της σύμβασης όρους εργασίας. Η δε απασχόληση τους δύναται να πραγματοποιηθεί αφού πρόκειται για επιχείρηση που λαμβάνει πάγια επιχορήγηση. Η δε επικαλούμενη πραγματική αδυναμία απασχόλησης των εργαζομένων εκ μέρους του εναγομένου για τον λόγο ότι ο Δήμος Κω που παραχωρεί και το χώρο λειτουργίας έχει προβεί σε αλλαγή κλειδαριών του κτηρίου είναι αβάσιμη, αφού με την ληφθείσα επιχορήγηση δύναται να μισθώσει νέο χώρο λειτουργίας των εγκαταστάσεών του.

Έξαλλου, δεν προβάλλεται ζήτημα λύσης ή εκκαθάρισης της επιχείρησης, η οποία αντιμετωπίζοντας το πρόσκαιρο κτιριακό της πρόβλημα δύναται να συνεχίσει απρόσκοπτα την λειτουργία της. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο που αναγνώρισε την ακυρότητα της από 1-07-2015 καταγγελίας των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου μεταξύ των εναγόντων και του εναγομένου, την εγκυρότητα της από 2-04-2015 επίσχεσης εργασίας και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται την προσηκόντως προσφερόμενη εργασία των εναγόντων και να καταβάλει σε αυτούς μισθούς υπερημερίας δεν έσφαλε.

Επομένως, όλοι οι λόγοι της από 30-03-2016 έφεσης που υποστηρίζουν τα αντίθετα πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι καθώς και η έφεση στο σύνολο της. Με το να επιδικάσει όμως μισθούς υπερημερίας για χρονικό διάστημα από 01-07-2015 και όχι από 02-04-2015 με την αιτιολογία ότι δεν υπήρχε σχετικό αίτημα εσφαλμένα εφάρμοσε τον νόμο.

Πράγματι από την ορθή εκτίμηση του όλου περιεχομένου των δικογράφων των αγωγών που συνεκδικάστηκαν οι ενάγοντες έχουν συμπεριλάβει στη δικαστική τους διεκδίκηση και το χρονικό διάστημα από 2-04-2015 μέχρι και 30-06-2015. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της από 22-04-2016 έφεσης πρέπει να γίνει δεκτός καθώς και η έφεση στο σύνολο της.

και να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση ως προς όλες τις διατάξεις της, δηλαδή και κατά τις μη ανατρεπόμενες για το ενιαίο της εκτελέσεως και τον εκ νέου επιμερισμό της δικαστικής δαπάνης (ΑΠ 748/1984 ΕλλΔνη 26. 642). 5. Με βάση αυτές τις παραδοχές το εφετείο, αφού απέρριψε την από 30-3-2016 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος, δέχθηκε κατ'ουσίαν την από 22-4-2016 έφεση των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε τις αγωγές, τις δέχθηκε καθ'ολοκληρίαν ως ουσιαστικά βάσιμες και υποχρέωσε το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες τα ποσά των που εκεί αναφέρονται για τον καθένα τους, νομιμότοκα κατά τις εκεί διακρίσεις.

Έτσι που έκρινε το εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ. σχετικά με τη μη καταχρηστικότητα της άσκησης αφενός μεν του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, αφετέρου δε με το να κρίνει ότι η από 1-7-2015 εκ μέρους του εναγομένου καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ήταν καταχρηστική και να υποχρεώσει το εναγόμενο να καταβάλει στους ενάγοντες μισθούς υπερημερίας.

Ειδικότερα, με τις παραδοχές του ότι:

1) ο Επίτροπος επέστρεψε στις 11-03-2015 αθεώρητο το άνω ένταλμα πληρωμής, διότι δεν είχε λάβει χώρα η απαιτούμενη τροποποίηση καταστατικού του εναγομένου, έτσι ώστε να υπάρχει πρόβλεψη σε αυτό της λειτουργίας τόσο του τηλεοπτικού σταθμού όσο και της παραγωγής διαδικτυακού ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού προγράμματος καθώς και ότι κατά το παρελθόν είχε επισημανθεί πολλάκις από τον Επίτροπο η ανάγκη της εν λόγω τροποποίησης,

2) το ανωτέρω ζήτημα είχε ως αποτέλεσμα την αδυναμία εκ μέρους του εναγομένου καταβολής των αποδοχών των εργαζομένων των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2015,

3) πραγματοποιήθηκαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων οι οποίες ωστόσο δεν κατέληξαν θετικά, το εναγόμενο αποδέχθηκε την οφειλή των αποδοχών των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2015 και οι ενάγοντες με την από 02-04-2015 εξώδικη δήλωσή τους γνωστοποίησαν στο εναγόμενο ότι προβαίνουν σε επίσχεση εργασίας λόγω της ανωτέρω οφειλής δεδουλευμένων αποδοχών τους,

4) το εναγόμενο στις 14-04-2015 προέβη σε κοινοποίηση της από 9-04-2015 εξώδικης δήλωσης με την οποία δήλωσε ότι θεωρεί την επίσχεση εργασίας καταχρηστική και επομένως την μη επάνοδο τους για εργασία ως οικειοθελή αποχώρηση ενώ ακολούθησε η από 17-04-2015 εξώδικη απάντηση των εναγόντων ότι πρόκειται για νόμιμο δικαίωμά τους που δεν συνεπάγεται οικειοθελή αποχώρησή τους,

5) στις 1-07-2015 το εναγόμενο προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων θεωρώντας οικειοθελή αποχώρηση την μη επάνοδο τους προς εργασία, δηλαδή ως σιωπηρή καταγγελία της,

6) οι ενάγοντες αρνούνται το περιεχόμενο της και ισχυρίζονται ότι η καταγγελία των συμβάσεων εργασίας τους είναι άκυρη καθώς όταν πραγματοποιήθηκε οι ίδιοι τελούσαν σε νόμιμη επίσχεση εργασίας, δεν προηγήθηκε απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου και δεν τηρήθηκε ο όρος καταβολής αποζημίωσης απόλυσης,

7) το εναγόμενο σε όλο αυτό το χρονικό διάστημα εξακολούθησε να είναι υπερήμερο ως προς την καταβολή του υπολοίπου των δεδουλευμένων αποδοχών των εναγόντων των τριών μηνών όπως και των μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα Απριλίου έως και Ιουνίου του έτους 2015,

8) η επίσχεση εργασίας πραγματοποιήθηκε νόμιμα για την εξασφάλιση της ικανοποίησης ληξιπρόθεσμων αξιώσεών τους κατά του εναγόμενου, τις οποίες καθυστερούσε σημαντικά και αδικαιολόγητα η εργοδότρια επιχείρηση

9) το δικαίωμα επίσχεσης εργασίας των εναγόντων ασκήθηκε νόμιμα ως προς την αξίωση δεδουλευμένων αποδοχών των μηνών Ιανουαρίου, Φεβρουαρίου και Μαρτίου του έτους 2015,

10) η μη έγκριση του εντάλματος πληρωμής από τον Επίτροπο ανεφάνη τον Μάρτιο του 2015 πλην όμως από την ίδρυση του σταθμού το έτος 1992 όφειλε να είχε τροποποιηθεί το καταστατικό-συστατική πράξη του εναγόμενου ώστε να περιλάβει την λειτουργία διαδικτυακού ραδιοφωνικού και τηλεοπτικού σταθμού, γεγονός που ήταν γνωστό και υφιστάμενο από το έτος 1992 και σε καμία περίπτωση δεν δύναται να θεωρηθεί απρόβλεπτο,

11) δεν υπήρξε μέριμνα από το εναγόμενο ώστε σε εύλογο χρόνο να εγκριθεί πρόσθετη επιχορήγηση έως την ψήφιση νέου προϋπολογισμού και από την πλευρά των εναγόντων η τρίμηνη καθυστέρηση των δεδουλευμένων τους λογίζεται σημαντική, αφού επρόκειτο για το μοναδικό μέσο βιοπορισμού τους,

12)η όποια οικονομική ζημία του εναγομένου που προκλήθηκε από απώλεια εσόδων λόγω διαφημίσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε σημαντική ούτε δυσανάλογη με την επιδίωξη από τους ενάγοντες να τους καταβληθούν οι δεδουλευμένες αποδοχές τους, 13)εφόσον το εναγόμενο δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στην εργασία τους, δίχως η άρνηση προσέλευσης να θεωρείται οικειοθελής αποχώρηση και εκδήλωση βούλησης λύσης της εργασιακής τους σύμβασης, ή πρόθεσης των εναγόντων πρόκλησης μεγαλύτερου οικονομικού προβλήματος στο εναγόμενο και απόλυσής τους, αλλά σκοπός τους ήταν η είσπραξη των δεδουλευμένων αποδοχών τους και εξαντλώντας κάθε άλλο μέσο (όπως υπομονή ορισμένων μηνών, επαφή και διαπραγμάτευση με νόμιμους εκπροσώπους εργοδότριας) κατέληξαν στην άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, το οποίο άσκησαν εντός των ορίων που θέτει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, ορθά τις διατάξεις των άρθρων 325, 329, 353, 656 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε καθώς και την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ ερμήνευσε, την οποία επίσης ορθά δεν εφάρμοσε, διότι υπό τα άνω πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε, δεν ήταν εφαρμοστέα στην προκειμένη περίπτωση, διέλαβε δε επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το ζήτημα της καταχρηστικότητας του δικαιώματος επίσχεσης εργασίας των εναγόντων, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού στις αιτιολογίες, που συνιστούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού της συλλογισμού, αναφέρονται με επάρκεια τα άνω πραγματικά περιστατικά, στα οποία στήριξε την κρίση του επί ζητήματος αυτού,(με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης) και, έτσι, μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι των κανόνων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν και άνω αναφέρθηκαν, καθώς και του άρθρου 281 ΑΚ που δεν εφαρμόστηκε.

Συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης από τους αριθμούς 1, 8 και 19, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά με τις λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ). Περαιτέρω μετά τις παραδοχές του το Εφετείο ότι : "

1) Συνεπώς υπερήμεροι δεν είναι οι ενάγοντες αλλά το εναγόμενο, το οποίο υποχρεούται όσο διαρκεί η υπερημερία, ήτοι όσο δεν καταβάλει τις οφειλόμενες αποδοχές, να καταβάλει στους ενάγοντες τις μηνιαίες αποδοχές τους ωσάν να εργάζονταν κανονικά,

2) Επομένως εφόσον το εναγόμενο δεν εκπλήρωσε τις συμβατικές του υποχρεώσεις, οι ενάγοντες δεν προσήλθαν στην εργασία τους, δίχως η άρνηση προσέλευσης να θεωρείται οικειοθελής αποχώρηση και εκδήλωση βούλησης λύσης της εργασιακής τους σύμβασης, όπως αβασίμως ισχυρίζεται το εναγόμενο,

3)Συνεπώς εφόσον το εναγόμενο προέβη σε καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων ενόσω οι τελευταίοι ευρίσκονταν σε επίσχεση της εργασίας τους δεδομένου ότι η άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης ήταν νόμιμη και η απουσία από την εργασία τους δεν ισοδυναμούσε με οικειοθελή αποχώρηση, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη αφού δε συνοδεύτηκε με την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης λόγω καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του καθενός εξ αυτών, και λογίζεται μηδέποτε γενομένη", έκρινε ότι είναι άκυρη η γενομένη την 1-7-2015 καταγγελία των συμβάσεων εργασίας των εναγόντων και επεδίκασε για το μετά την ημερομηνία αυτή χρονικό διάστημα μισθούς υπερημερίας υπέρ των τελευταίων, ορθά τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 5 παρ. 3 του ν. 2112/1920 και 173, 200 και 288 ΑΚ ερμήνευσε και εφάρμοσε και διέλαβε επαρκείς αιτιολογίες σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της δικαιολογημένης αποχής των εναγόντων από την εργασία τους λόγω επισχέσεως εργασίας(εξαιτίας μη καταβολής δεδουλευμένων αποδοχών), η οποία στην συνέχεια οδήγησε το εναγόμενο πάλι σε υπερημερία, ήτοι και μετά την 1-7-2015 καταγγελία των συμβάσεων, την οποία(καταγγελία) έκρινε άκυρη, εφόσον δεν καταβλήθηκε η νόμιμη αποζημίωση.

Συνεπώς και ο σχετικός πρόσθετος λόγος κατ'εκτίμηση από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (και όχι και από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ),είναι αβάσιμος και απορριπτέος. Κατά τα λοιπά με τις λοιπές αιτιάσεις του λόγου αυτού, πλήττεται η επί της ουσίας ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας και επομένως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος (άρθρο 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

6. Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης προσάπτει στην προσβαλλομένη το αναιρεσείον την πλημμέλεια κατ'εκτίμηση από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι ενώ με την από 29-6-2015 και με αριθμό κατάθεσης 691/ΜΕΙ/97/2015 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι αιτήθηκαν επακριβώς "να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει σε ένα έκαστο εξ αυτών .............το ποσό των 1.217,41 ευρώ για τον πρώτο εξ ημών......., σωρευτικά για το χρονικό διάστημα από 1-7-2015 έως την συζήτηση της αγωγής της παρούσας, νομιμοτόκως από............, άλλως για το χρονικό διάστημα από 1-4-2015 έως 30-6-2015 συνολικά το ποσό των 3.652 ευρώ στον πρώτο εξ αυτών, το ποσό των 4.782 ευρώ στην δεύτερη.......", και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο εφόσον έκανε δεκτή την αγωγή ως προς το κύριο αίτημά της περί επιδίκασης μισθών υπερημερίας, δεχόμενο την επικουρικότητα του αιτήματος των εναγόντων, σχετικά με την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών τους του χρονικού διαστήματος από 1-4-2015 έως 30-6-2015 με ειδική μνεία προς τούτο δεν τους τις επεδίκασε, το Εφετείο δεχόμενο την έφεσή τους ως προς τον μοναδικό της λόγο ότι κακώς δεν τους επιδικάστηκε το κονδύλιο αυτό της αγωγής, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια κατά το κεφάλαιό της αυτό και το επεδίκασε.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων και δη της άνω αγωγής προκύπτει ότι υπήρχε πράγματι επικουρικότητα του άνω αιτήματος καταβολής των δεδουλευμένων αποδοχών του χρονικού διαστήματος από 1-4-2015 έως 30-6-2015 και από την επισκόπηση της προσβαλλομένης προκύπτει ότι κατόπιν εφέσεως των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων σχετικά με το κονδύλιο αυτό, αφού την έκανε δεκτή κατ'ουσίαν, εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση κατά το κεφάλαιό της αυτό και κρίνοντάς το ουσιαστικά βάσιμο, το επεδίκασε.

Με την κρίση του αυτή όμως το Εφετείο επεδίκασε πλέον του αιτηθέντος και ο δεύτερος λόγος της αίτησης είναι βάσιμος.

7. Μετά από αυτά, και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει, κατά παραδοχή του δεύτερου λόγου αναίρεσης, που κρίθηκε βάσιμος, να αναιρεθεί εν μέρει η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το κεφάλαιό της που έκανε δεκτή κατ'ουσίαν την από 22-4-2016 έφεση των αναιρεσιβλήτων και εξαφανίζοντας την πρωτοβάθμια απόφαση, επεδίκασε μισθούς υπερημερίας στους ενάγοντες και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2015 έως 30-6-2015 παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε σχετικό αίτημα κατά τα ανωτέρω.

8. Κατά το άρθρο 580 § 3 Κ.Πολ.Δικ "αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα) παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές".

Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με την διάταξη της § 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν" συνάγεται, ότι οσάκις μετά την αναίρεση της απόφασης δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για "περαιτέρω εκδίκαση" της υποθέσεως αλλά υπολείπεται μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως, με βάση το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης αποφάσεως και την έκταση της αναιρέσεως αυτής, η παραπομπή, κατά την παραπάνω διάταξη, σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Άρειο Πάγο (Ολομ.ΑΠ 42/2005, 25/2001).

Έτσι, στην προκείμενη περίπτωση, εφόσον ο Άρειος Πάγος κρίνει δεσμευτικά για το δικαστήριο της παραπομπής ότι επεδίκασε μισθούς υπερημερίας στους ενάγοντες και για το χρονικό διάστημα από 1-4-2015 έως 30-6-2015 παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε σχετικό αίτημα, δεν υπάρχει στάδιο "περαιτέρω εκδικάσεως" της υποθέσεως.

Γι` αυτό παρέλκει η παραπομπή και για λόγους οικονομίας της δίκης το δε παρόν Δικαστήριο, αφού κρατήσει και δικάσει την από 22-4-2016 έφεση των αναιρεσιβλήτων, πρέπει να απορρίψει αυτή κατ'ουσίαν, επικυρουμένης έτσι της πρωτόδικης 82/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, που απέρριψε την από 29-6-2015 και με αριθμό κατάθεσης 691/ΜΕΙ/97/29-6-2015 αγωγή τους ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω, κατά το κεφάλαιό της για επιδίκαση μισθών υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 1-4-2015 έως 30-6-2015.

Τέλος, τα δικαστικά έξοδα ενώπιον του Αρείου Πάγου και της κατ' έφεση δίκης πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (ΚΠολΔ 179, 183), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί εν μέρει την 2/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Δωδεκανήσου κατά το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό.

Κρατεί και δικάζει την από 22-4-2016 έφεση των αναιρεσιβλήτων, κατά της 82/2016 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Κω. Και

Απορρίπτει αυτή.

Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα τόσο για την αναιρετική όσο και την κατ` έφεση δίκη.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 21 Ιουνίου 2019.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 29 Ιουλίου 2019.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ