Employer's management right to appoint superior employee rejected due to clear superiority and lack of good faith.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the bank's appeal against a lower court ruling that ordered it to appoint a superior employee as department head. The plaintiff argued that the defendant's clear superiority in qualifications and experience made the appointment of a less qualified colleague arbitrary and contrary to good faith. The court held that while the employer has broad management rights, these are limited by good faith and social purpose, and the plaintiff's superior profile rendered the appointment abusive.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 648, 652, and 281 of the Civil Code; The employer's management right to organize the enterprise is not arbitrary when the appointed employee is clearly superior in relevant qualifications and experience, as such a decision may be deemed abusive and contrary to good faith.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 947 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 947/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 4η Μαΐου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΜΠΟΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Κλεισιούνη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-6-2002 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 394/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5756/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 16-7-2009 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 20-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Ο εργοδότης ασκώντας το από τα άρθρα 648 και 652 ΑΚ διευθυντικό του δικαίωμα, έχει την εξουσία να εξειδικεύει κάθε φορά την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της (τόπο, χρόνο και τρόπο), εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιορισθεί από κανόνες δικαίου ή από την εργασιακή σύμβαση.
Το δικαίωμα αυτό περιλαμβάνει και την εξουσία του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμετάλλευσης, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρηση του κατά τον προσφορότερο τρόπο. Περιορισμός στην άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την διάταξη του άρθ. 281 ΑΚ. Ειδικότερα, στην περίπτωση που ο εργοδότης, ασκώντας αυτό το δικαίωμα, προβαίνει στην τοποθέτηση συγκεκριμένου εργαζομένου ως προϊσταμένου ενός τμήματος ή ενός καταστήματος της επιχείρησης του και παραλείπει να τοποθετήσει στην θέση αυτή έναν άλλον μισθωτό, μόνη η υπεροχή του τελευταίου σε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος, ακόμη και αν είναι καταφανής, δεν καθιστά άκυρη την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος καταχρηστική, διότι δεν πρόκειται για βαθμολογική ή μισθολογική προαγωγή (για την οποία υφίσταται αντίστοιχο δικαίωμα του μισθωτού), αλλά για απόφαση που αφορά προεχόντως την οργάνωση και διεύθυνση της επιχείρησης.
Επομένως, στην περίπτωση αυτή για να είναι καταχρηστική και ως εκ τούτου παράνομη η άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος (και να θεμελιώνει, εκτός των άλλων, και δικαίωμα αποζημίωσης του μισθωτού) απαιτείται η συνδρομή και άλλων πραγματικών περιστατικών που σε συνδυασμό με την καταφανή υπεροχή του παραλειφθέντος, θεμελιώνουν προφανή υπέρβαση από μέρους του εργοδότη των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικό ή .οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (Ολ.ΑΠ 19/2005).
Περαιτέρω, ο Οργανισμός Προσωπικού της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", που καταρτίσθηκε με την από 11-11-1977 ΕΣΣΕ, η οποία εκδόθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3239/1955, δημοσιεύθηκε με την 46806/1977 ΑΥΕ (ΦΕΚ Β', 1255), κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 15869/1981 απόφαση του ίδιου Υπουργού (ΦΕΚ Β', 446) και έχει ισχύ νόμου, ορίζει ότι (α) στην Γενική Διεύθυνση λειτουργούν Διευθύνσεις και Υπηρεσίες, των οποίων ο αριθμός (αυξανόμενος ή μειούμενος), η δικαιοδοσία, οι αρμοδιότητες και η σύνθεση καθορίζονται με αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου (β) η τοποθέτηση των Προϊσταμένων των Διευθύνσεων, των υπαγομένων στην Γενική Διεύθυνση Υπηρεσιών, των Διευθυντών και των Υποδιευθυντών των Καταστημάτων, καθώς και η ανάκληση των τοποθετήσεων αυτών πραγματοποιείται, άσχετα από τον βαθμό και την αρχαιότητα, με πράξη της Γενικής Διεύθυνσης (γ) επίσης ύστερα από έγκριση της Γενικής Διεύθυνσης πραγματοποιείται και η τοποθέτηση εκείνων που έχουν τον βαθμό του Τμηματάρχη και άνω, έστω και αν αυτοί δεν πρόκειται να τοποθετηθούν σε θέση Προϊσταμένου Υπηρεσίας ή Τμήματος (δ) οι τοποθετήσεις όλου του λοιπού προσωπικού, οι μεταθέσεις και οι μετακινήσεις ενεργούνται με πράξη της Γενικής Διεύθυνσης (ε) σε κάθε περίπτωση για την τοποθέτηση του προσωπικού και την ανάθεση σε κάθε υπάλληλο υπηρεσιακών καθηκόντων δεν λαμβάνονται υπόψη ο βαθμός και οι αποδοχές του, λαμβάνεται όμως πρόνοια για την μη διασάλευση της ιεραρχίας (άρθ. 1 §§3, 4, 5, 6 και 9), ενώ οι εκ του προσωπικού της Τράπεζας οριζόμενοι για την εκτέλεση ειδικής υπηρεσίας και φέροντες από το είδος αυτής ειδικό τίτλο (επιθεωρητής κλπ.) διατηρούν τον τίτλο αυτόν, εφόσον εκτελούν την ανατεθειμένη σ' αυτούς ειδική υπηρεσία, με την διευκρίνιση ότι ο τίτλος αυτός δεν αποτελεί βαθμό και δεν μεταβάλλει την προβλεπομένη από το άρθ. 3 του ίδιου Οργανισμού βαθμολογική τάξη που έχει κάθε υπάλληλος, τέλος δε και η παροχή εξουσιοδότησης ή "δικαιώματος" υπογραφής ή μονογραφής, αποσκοπούσα απλώς και μόνο στην εξυπηρέτηση των υπηρεσιακών αναγκών της τράπεζας, δεν συνεπάγεται δικαίωμα διατήρησης αυτής καθώς και της τυχόν διδομένης γι' αυτήν χρηματικής παροχής, ούτε παρακολουθεί τον βαθμό του υπαλλήλου και μπορεί ν' ανακληθεί οποτεδήποτε, χωρίς τούτο να μπορεί να θεωρηθεί ως υποβιβασμός ή μείωση (άρθ. 15).
Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών, κρίνοντας, ύστερ' από την άσκηση εφέσεων εκ μέρους αμφοτέρων των διαδίκων, επί αγωγής του τώρα αναιρεσιβλήτου κατά της αναιρεσείουσας, με την προσβαλλομένη 5756/2008 απόφαση του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο αναιρεσίβλητος ενάγων προσλήφθηκε από την αναιρεσείουσα εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρεία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" την 22-11-1967 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ως υπάλληλος αυτής και εξελίχθηκε κανονικά στην υπαλληλική ιεραρχία και δη στον βαθμό του Τμηματάρχη Β' από 1-7-1982, του Τμηματάρχη Α' από 1-9-1986, του Υποδιευθυντή Β' απόΐ-1-1991 (με δικαστική απόφαση) και του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-1995, είναι πτυχιούχος ΑΣΟΕΕ και γνωρίζει την αγγλική και γερμανική γλώσσα (χωρίς πτυχίο)έχει παρακολουθήσει 20 επιμορφωτικά σεμινάρια με τραπεζικά θέματα, έχει ασκήσει τα εξής καθήκοντα (1) από 22-11-1967 στο κατάστημα ...
ως απλός υπάλληλος (2) από 1-9-1980 στο Κεντρικό Κατάστημα-Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης ως Επιθεωρητής, διενεργήσας 206 συνολικά ελέγχους σε μονάδες της τράπεζας (3) από 1-7-1985 ως Προϊστάμενος Υπηρεσίας Α' Τμήματος Ελέγχου Περιφερειακών Διευθύνσεων ...-Τμήματος Ελέγχου και Τομέα Γενικής Επιθεώρησης, με προσωρινό δικαίωμα α' υπογραφής από 28-8-1990 (4) από 1-8-1992 ως Τμηματάρχης Τμήματος Ελέγχου Κεντρικών Υπηρεσιών Τομέα Ελέγχου Μονάδων Διοίκησης, με δικαίωμα α' υπογραφής (5) από 1-2-1995 ως Τμηματάρχης του Τμήματος Εργασιών Εξωτερικών και Συναλλάγματος του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών της Διεύθυνσης Εργασιών και Διοικητικού, με δικαίωμα α' υπογραφής και (6) από 25-4-1995 ως Τμηματάρχης Υπηρεσίας Τραπεζικής Μονάδας Μεγάλων Επιχειρήσεων, είχε δε συγκεντρώσει μέσο όρο βαθμολογίας 8,2-8,2-8,1-8,1-8,2-8,6-8,6-8,2 και 8,5 κατά τα έτη 1985,1986, 1987, 1988, 1989, 1990, 1991, 1992, 1993 και 1994 αντίστοιχα (από τον βαθμό του Υποδιευθυντή Β' και άνω οι υπάλληλοι της εναγομένης δεν βαθμολογούνται, σύμφωνα με τον Κανονισμό Συμπλήρωσης δελτίων Αξιολόγησης, η δε βαθμολογία του ενάγοντος από το 1991 και εντεύθεν υφίσταται επειδή στην θέση του Υποδιευθυντή Β' προήχθη μετά από δικαστική απόφαση που εκδόθηκε το 1996), ότι κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-1997 έως 31-12-2001 λόγω της εμπειρίας του ενάγοντος και της εμπιστοσύνης της εναγομένης προς το πρόσωπο του ανατέθηκε σ' αυτόν η διενέργεια 88 συνολικά ανακρίσεων σε διάφορα καταστήματά της, ότι η εναγομένη κατά την διάρκεια του έτους 1999 προέβη σε τοποθετήσεις ομοιοβάθμων συναδέλφων του ενάγοντος σε θέσεις Διευθυντή Διεύθυνσης, χωρίς δημοσιοποίηση των θέσεων και υποβολή υπηρεσιακών σημειωμάτων εκδήλωσης ενδιαφέροντος, λόγω της φύσης των θέσεων αυτών, οι οποίες είναι οι ανώτατες στην ιεραρχία, ιδιαίτερα περιορισμένες και πρέπει να καλύπτονται από τα πλέον ικανά στελέχη της εναγομένης, ανεξάρτητ' από την εκδήλωση ενδιαφέροντος, ειδικότερα δε με την ...εγκύκλιο του διοικητή της τοποθέτησε στην θέση του Διευθυντή Πιστωτικής Πολιτικής Διεύθυνσης Εμπλοκών τον Φ1, ότι αυτός προσελήφθη την 11-6-1968, εξελίχθηκε κανονικά στην υπαλληλική ιεραρχία, έλαβε τον βαθμό του Τμηματάρχη Β' από 1-1-1987, του Τμηματάρχη Α' από 1-4-1990, του Υποδιευθυντή Β' από 1-7-1994 και του Υποδιευθυντή Α' από 1-7-1998, είναι πτυχιούχος μέσης εκπαίδευσης (απολυτήριο Λυκείου), γνωρίζει την αγγλική γλώσσα (χωρίς πτυχίο), έχει παρακολουθήσει 6 σεμινάρια με τραπεζικά θέματα, ο μέσος όρος της βαθμολογίας του κατά τα έτη 1990,1991,1992,1993 και 1994 ήταν 7,8-8,1-8,2-8,6 και 8,8 αντίστοιχα, έχει ασκήσει καθήκοντα (1) από 11-6-1968 στο κατάστημα ...., από 25-4-1983 στο κατάστημα ...και από 23-11-1983 στο κατάστημα ..., ως απλός υπάλληλος (2) από 16-5-1986 στο κατάστημα ...ως Διευθυντής (3) από 1-9-1993 στο κατάστημα ...ως Διευθυντής και (4) από 1-12-1995 ως Διευθυντής Υπηρεσίας Δημοσίων Σχέσεων, έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά με την ποινή της έγγραφης επίπληξης, ενώ στις σχετικές εκθέσεις επιθεώρησης περιέχονται δυσμενή και επικριτικά σχόλια για την πορεία των καταστημάτων της ...και της ...κατά τον χρόνο που αυτά τελούσαν υπό την διεύθυνση του (Φ1), ότι από την αντιπαραβολή και σύγκριση των προσόντων του ενάγοντος και εκείνων του άνω συναδέλφου του προκύπτει ότι ο πρώτος υπερτερεί του δευτέρου και μάλιστα καταφανώς ως προς όλα τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα και ειδικότερα ως προς την γενική υπηρεσιακή αρχαιότητα, την αρχαιότητα στον βαθμό του Υποδιευθυντή Α', τους τίτλους σπουδών, την γνώση ξένων γλωσσών, την παρακολούθηση σεμιναρίων και την πειθαρχική κατάσταση (ο ενάγων δεν έχει τιμωρηθεί πειθαρχικά), κυρίως, όμως, υπερτερεί αυτού ως προς την επιτυχή άσκηση καθηκόντων ευθύνης, καθόσον ο ενάγων από το 1980 ήταν Επιθεωρητής στην Διεύθυνση Γενικής Επιθεώρησης, από το 1985 Προϊστάμενος Α' Τμήματος Ελέγχου Περιφερειακών Διευθύνσεων ..., από το 1992 Τμηματάρχης Τμήματος Ελέγχου Κεντρικής Υπηρεσίας Τομέα Ελέγχου Μονάδων Διοίκησης, από το 1995 Τμηματάρχης Εργασιών του Τομέα Εκτέλεσης Εργασιών και Τμηματάρχης Υπηρεσίας Τραπεζικής Μονάδας Μεγάλων Επιχειρήσεων, σε όλες δε τις ως άνω θέσεις η θητεία του ήταν απόλυτα επιτυχής, ενώ με επιτυχία άσκησε και τα καθήκοντα του Επιθεωρητή και του ανακριτή, τα οποία του ανατέθηκαν λόγω των ικανοτήτων του και της εμπιστοσύνης της εργοδότριας προς το πρόσωπο του, ότι αντίθετα ο Φ1 υπηρέτησε πολλά χρόνια σε μικρό επαρχιακό κατάστημα (της ...), η θητεία του από το 1986 και εντεύθεν δεν ήταν επιτυχής και επιπλέον είχε τιμωρηθεί πειθαρχικά, περιστατικά που οπωσδήποτε θα έπρεπε να είχαν κλονίσει την εμπιστοσύνη της εναγομένης, ότι ενόψει των προαναφερθέντων ο ενάγων υπερτερεί καταφανώς του ως άνω συναδέλφου του, τόσο ως προς τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που είναι κρίσιμα για τις απλές βαθμολογικές κρίσεις, όσο και ως προς την εμπειρία, τις γνώσεις σε ποικίλα τραπεζικά αντικείμενα και την αποδοτικότητα στην άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων ευθύνης που σε συνδυασμό μεταξύ τους καθιστούν καταχρηστική την μη επιλογή του ως Διευθυντή Πιστωτικής Πολιτικής Διεύθυνσης Εμπλοκών και την τοποθέτηση στην θέση αυτή καταφανώς υποδεεστέρου συναδέλφου του, που οπωσδήποτε δεν εξυπηρετούν τα συμφέροντα της εναγομένης Τράπεζας, και ότι επομένως η κρίση του αρμοδίου οργάνου της εναγομένης για την τοποθέτηση στην θέση αυτή του Φ1 από 13-12-1999 με την 963/1999 εγκύκλιο κατά παράλειψη του καταφανώς υπερτερούντος ενάγοντος είναι καταχρηστική ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο (και μετ' απόρριψη της ένστασης της αναιρεσείουσας για καταχρηστική άσκηση της ένδικης αξίωσης λόγω μόνο μακράς αδράνειας του δικαιούχου αναιρεσιβλήτου) απέρριψε τις εφέσεις των διαδίκων κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με την οποία κατά μερική παραδοχή της αγωγής είχε επίσης αναγνωρισθεί ότι η αναιρεσείουσα εναγομένη όφειλε να τοποθετήσει τον αναιρεσίβλητο ενάγοντα στην θέση του Διευθυντή Πιστωτικής Πολιτικής Διεύθυνσης Εμπλοκών από 13-12-1999.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Οργανισμού της αναιρεσείουσας και του άρθρου 281 ΑΚ, αφού υπό τα γενόμενα δεκτά περιστατικά συνέτρεχαν στην συγκεκριμένη περίπτωση και άλλες περιστάσεις, δηλαδή η μεγαλύτερη εμπειρία και εντεύθεν καταλληλότητα του αναιρεσιβλήτου για την θέση του Διευθυντή Πιστωτικής Πολιτικής Διεύθυνσης Εμπλοκών, οι οποίες σε συνδυασμό και με την καταφανή υπεροχή του στα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα έναντι του τοποθετηθέντος στη θέση αυτή, καθιστούσαν πράγματι καταχρηστική την άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, ενώ εξάλλου διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφαση του πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο περί της ορθής ή μη εφαρμογής των διατάξεων αυτών στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι αμφότεροι οι λόγοι αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και η κρινόμενη αίτηση στο σύνολο της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-7-2009 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "Εμπορική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" για αναίρεση της 5756/2008 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Μαΐου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 27 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ