Supreme Court dismisses appeal for vague grounds and failure to cite specific substantive law violations.
Sintesi Legislator
Generato dall'IAThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Athens' decision regarding a boundary dispute. The appellant argued the lower court ignored specific evidence and violated substantive law, but the court found these grounds legally insufficient. The court ruled that the appeal lacked the required specificity under the Code of Civil Procedure, as it failed to clearly identify the violated substantive provisions and the exact legal error committed.
Regesto Legislator
Generato dall'IAArticles 118(4), 566(1), 577(3), 559(1a), 559(19), 335, 338, 339, 340 of the Code of Civil Procedure; An appeal for retrial must explicitly state the substantive law provisions violated and the specific legal error, failing to meet these requirements renders the grounds inadmissible or unfounded.
Parole chiave
Generato dall'IADisposizioni normative citate
Generato dall'IATesto completo
Απόφαση 947 / 2008 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 947/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Φώσκολο, Αντιπρόεδρο, Ελισάβετ Μουγάκου - Μπρίλλη, Μίμη Γραμματικούδη, Λεωνίδα Ζερβομπεάκο και Χαράλαμπο Παπαηλιού, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 5 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Χ1, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κώστα Κυρπόγλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Του αναιρεσίβλητου: ........., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Πόλιο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ. Πολ. Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-3-2000 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 648/2001 προδικαστική, 562/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5587/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 8-3-2006 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 20-2-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, οι διατάξεις του ουσιαστικού δικαίου που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η έννοια που αποδίδει σ` αυτές ο αναιρεσείων, το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφόσον το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο, υπό τα οποία συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναίρεσης δε μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης(άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ),πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο, πλην των άλλων, οι ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η αποδιδόμενη παράβαση και η αιτία συνεπεία της οποίας συμβαίνει τούτο, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, οπότε πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή εάν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, οπότε πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει που είναι αναγκαίο για την επάρκειά τους.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, κατ' εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 1045ΑΚ έκρινε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την ένδικη αναγνωριστική κυριότητας του επίδικου ακινήτου αγωγή της αναιρεσείουσας, που ως βάση της είχε την έκτακτη χρησικτησία.
Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, δεν καθορίζεται στο αναιρετήριο η νομική πλημμέλεια του δικαστηρίου, δηλαδή σε τί συνίσταται ακριβώς το σφάλμα που αποδίδεται στο Εφετείο, το οποίο έκρινε ως ουσιαστικώς αβάσιμη την ένδικη αγωγή, ούτε και αναφέρονται οι κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκαν οι προβαλλόμενες παραβιάσεις της ως άνω ουσιαστικής διάταξης, με συνέπεια να μην καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος.
Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ανεπάρκεια αιτιολογιών, ως προς την απόρριψη της ένδικης αγωγής, χωρίς ωστόσο να αναφέρονται στο αναιρετήριο, σε τί συνίσταται η αποδιδόμενη ανεπάρκεια των αιτιολογιών, ποίο δηλαδή το στοιχείο που λείπει και ήταν αναγκαίο για την επάρκειά τους.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ. β' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα",κατά την έννοια της διάταξης αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.
Αντιθέτως δεν αποτελούν πράγματα με την έννοια της παραπάνω διάταξης οι ισχυρισμοί που αφορούν γεγονότα σχετικά με την πειστικότητα των αποδεικτικών μέσων, διότι η εκτίμηση αυτών ανήκει στην κυριαρχική και επομένως ανέλεγκτη αναιρετικώς εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός αναίρεσης, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.
β ΚΠολΔ, σε περίπτωση μη λήψης υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας κάποιου ισχυρισμού, πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο όλα τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος, και ότι, αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για τον αναιρεσείοντα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με το πρώτο μέρος του δεύτερου λόγου αναίρεσης, προβάλλεται η από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β ΚΠολΔ, αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους αναφερόμενους σ' αυτόν ισχυρισμούς της εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, σχετικούς με τη αξιοπιστία των προσκομισθέντων από τον αναιρεσίβλητο αποδεικτικών μέσων, ήτοι, της απόδειξης πληρωμής, ποσού 12.000 δραχμών, από εκείνον προς τον δικαιοπάροχο της αναιρεσείουσας, προς αγορά του επιδίκου, του από 24-7-1968 ιδιωτικού συμφωνητικού εταιρίας ύδρευσης του επιδίκου, της από το έτος 1995 αναγνωριστικής της κυριότητας του επιδίκου αγωγής του αναιρεσιβλήτου, καθώς και της τεχνικής έκθεσης φωτοερμηνείας, σχετικής με το επίδικο.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν "πράγματα" κατά την έννοια που προεκτέθηκε, αλλά επιχειρήματα ως προς την αποδεικτική δύναμη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων.
Συνεπώς, η μη λήψη αυτών υπόψη δεν ιδρύει τον επικαλούμενο λόγο αναίρεσης, γι' αυτό και ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος. Με τον ίδιο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη του άρθρ. 559 αριθ.8 περ. β ΚΠολΔ, αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ότι παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της εκκαλούσας σχετικώς με την πλαστότητα της ανωτέρω απόδειξης καταβολής ποσού 12.000δραχμών από τον αναιρεσίβλητο προς το δικαιοπάροχό της για δήθεν πώληση του επιδίκου προς εκείνον.
Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αόριστος, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο όλα τα στοιχεία από τα οποία να προκύπτει ότι ο ισχυρισμός προτάθηκε παραδεκτώς στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι ήταν νόμω βάσιμος, και ότι, αν γινόταν δεκτός, θα επηρέαζε ευνοϊκά για την αναιρεσείουσα το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης.
Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 340 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.
Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, από τις καταθέσεις των μαρτύρων, που εξετάσθηκαν ενόρκως ενώπιον του νόμιμα διορισμένου εισηγητή-Δικαστή και περιέχονται στην 632/2001 έκθεσή του, και από όλα, χωρίς καμία εξαίρεσης, τα έγγραφα που νόμιμα μ' επίκληση προσκομίσθηκαν, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, τόσο τις καταθέσεις των μαρτύρων απόδειξης, όσο και το σχεδιάγραμμα, που εκπονήθηκε τον Ιούλιο του έτους 1968 σχετικώς με την περίφραξη του επιδίκου και τις φωτογραφίες του επιδίκου, που προσκομίσθηκαν από την εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα.
Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ ΚΠολΔ (και όχι από τον αριθ. 8 του ίδιου άρθρου, όπως εσφαλμένα αναφέρεται στο αναιρετήριο) με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση ότι δεν έλαβε υπόψη τα ανωτέρω αποδεικτικά στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 8-3-2006 αίτηση της Χ1 για αναίρεση της 5587/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Απριλίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 7 Μαΐου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ