Legislator Giurisprudenza & Legislazione
946/2024 Generato dall'IA

Supreme Court dismisses appeal on burden of proof error regarding salary and allowance calculations in labor dispute.

Numero d'incarto 946/2024
Autorità giudiziaria
Giurisdizione Grecia (EL)
Data della decisione
Esito del giudizio Respinto (Dismissed)

Sintesi Legislator

Generato dall'IA

The Supreme Court dismissed the appeal filed by an anonymous company against a labor court judgment. The appellant argued the lower court erred in allocating the burden of proof regarding the defendant's salary and monthly allowances. The court found the appellate court correctly evaluated the evidence presented by the plaintiff to establish the historical basis for the claim. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Regesto Legislator

Generato dall'IA

Articles 559(13) and 82(g) of the Code of Civil Procedure; The burden of proof remains with the claimant, and an appellate court's evaluation of evidence does not constitute a legal error unless it arbitrarily shifts this burden or fails to form a judicial conviction based on the evidence.

Parole chiave

Generato dall'IA
burden of proof allocation appellate review standard salary calculation evidence allowance amounts labor dispute appeal judicial conviction formation legal costs award

Disposizioni normative citate

Generato dall'IA
Article 82(g) of the Code of Civil Procedure
Article 81(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 568 of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, and 191 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 180(1), 183, and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Giurisprudenza citata

Generato dall'IA

Ti chiedi come si applica questa sentenza alla tua fattispecie?

Analizza questa decisione insieme alla legislazione federale e cantonale, ai commentari e alla giurisprudenza successiva in Legislator AI.

Apri in Legislator →

Testo completo

Απόφαση 946 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 946/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 20 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ... όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Κηφισιά Αττικής και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Αντωνίου, ο οποίος δεν κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Α. Γ. του Κ., κατοίκου … που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Γιολάντας Καραμπούλια, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη: 1) Τριτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία "ΓΕΝΙΚΗ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΕΡΓΑΤΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ (ΓΣΕΕ)", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε δια της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Λαγουβάρδου, η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις. 2) Πρωτοβάθμια συνδικαλιστική οργάνωση με την επωνυμία «Σ. Ε. Κ.-Ξ. & Τ. «Π., που εδρεύει στο Μαρούσι Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Γενικό Γραμματέα του Συμβουλίου, Γεώργιο Χότζογλου, που παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου Γιολάντας Καραμπούλια, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-5-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, τις από 24-3-2014 πρόσθετες παρεμβάσεις, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Αφού συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 392/2021 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 2539/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 7-11-2022 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Οι πληρεξούσιοι του αναιρεσίβλητου και των καθών η κοινοποίηση, ζήτησαν την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 82 εδ. γ Κ.Πολ.Δ, αποφάσεις και δικόγραφα που επιδίδονται στους κύριους διαδίκους πρέπει να επιδίδονται και σε εκείνον που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση. Από τη διάταξη αυτή, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 81 παρ. 3 εδ. α του ίδιου κώδικα, η οποία ορίζει ότι ο παρεμβαίνων καλείται στις επόμενες διαδικαστικές πράξεις από το διάδικο που επισπεύδει τη δίκη, συνάγεται ότι η κλήση προς συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως, που γίνεται είτε κάτω από το αντίγραφο του αναιρετηρίου είτε αυτοτελώς (άρθρο 568 Κ.Πολ.Δ.), πρέπει να επιδίδεται και προς εκείνον που δεν εμφανίσθηκε κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από το πινάκιο και είχε στη δίκη επί της ουσίας, από την οποία προήλθε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση την ιδιότητα του προσθέτως παρεμβαίνοντος υπέρ κάποιου από τους κύριους διαδίκους, πρέπει δε αυτός να καλείται από τον επισπεύδοντα σε κάθε επόμενη διαδικαστική πράξη για να ενημερώνεται αυτός ως προς την εξέλιξη της δίκης, που ανοίγεται με την άσκηση του ένδικου μέσου της αιτήσεως αναιρέσεως και ν' ασκεί τα νόμιμα δικαιώματά του, διότι και αυτός είναι διάδικος.

Έτσι, από τις διατάξεις αυτές σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, που ορίζει ότι "Καθένας έχει δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί να αναπτύξει σ' αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντά του, όπως νόμος ορίζει" και με εκείνη του άρθρου 558 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.

σαφώς προκύπτει ότι η αναίρεση δεν απευθύνεται κατ' αρχήν κατά του προσθέτως παρεμβαίνοντος γιατί αυτός δεν είναι κύριος διάδικος, όμως αυτός πρέπει να καλείται στη συζήτηση της αναίρεσης. Χωρίς την κλήτευσή του παραβιάζεται η θεμελιώδης δικονομική αρχή της εκατέρωθεν ακροάσεως που καθιερώνεται με το άρθρο 110 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ειδική εφαρμογή της οποίας συνιστούν οι προαναφερόμενες διατάξεις, και δημιουργείται απαράδεκτο της συζητήσεως της αιτήσεως αναιρέσεως για όλους τους διαδίκους (άρθρο 576 παρ. 3 εδ.

α Κ.Πολ.Δ.), το οποίο, ως αναφερόμενο στην προδικασία, λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (ΑΠ 937/2023, ΑΠ 1636/2022, ΑΠ 972/2014).

Με την κρινόμενη από 7-11-2022 (αρ.εκθ. καταθ. 8708/970/2022) αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 2539/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών επί της από 20-5-2021 έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, κατά του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, ως και των προσθέτως παρεμβάντων υπέρ του τελευταίου, συνδικαλιστικών οργανώσεων με την επωνυμία ... που παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή η έφεση και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή του αναιρεσιβλήτου. Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου.

Η άσκηση όμως του δικαιώματος αυτού, όπως και κάθε δικαιώματος, υπόκειται στον περιορισμό του άρθρου 281 του ΑΚ, δηλαδή της μη υπέρβασης των ορίων που επιβάλλει η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, η υπέρβαση δε των ορίων αυτών, εφόσον είναι προφανής, καθιστά άκυρη την καταγγελία, σύμφωνα με τα άρθρα 174 και 180 ΑΚ.

Ειδικότερα, η εκ μέρους του εργοδότη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας θεωρείται καταχρηστική, όταν υπαγορεύεται από κίνητρα ξένα προς το σκοπό, για τον οποίο έχει προβλεφθεί, ως δικαίωμα. Αυτό μπορεί να συμβεί σε περιπτώσεις, κατά τις οποίες η καταγγελία γίνεται από εμπάθεια, μίσος ή διάθεση εκδίκησης, ύστερα από προηγηθείσα νόμιμη, αλλά μη αρεστή στον εργοδότη, συμπεριφορά του εργαζόμενου.

Σε κάθε περίπτωση όμως δεν θεωρείται καταχρηστική η καταγγελία, όταν δεν υπάρχει γι' αυτή κάποια αιτία, αφού ενόψει των όσων εκτέθηκαν για τον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας και την άσκηση αυτής κατά προφανή υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ, για να θεωρηθεί η καταγγελία άκυρη ως καταχρηστική, δεν αρκεί ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε γι' αυτήν ο εργοδότης ήταν αναληθείς ή ότι δεν υπήρχε καμία εμφανής αιτία, αλλά απαιτείται η καταγγελία να οφείλεται σε συγκεκριμένους λόγους, που πρέπει να επικαλεστεί και να αποδείξει ο εργαζόμενος, εξαιτίας των οποίων η άσκηση του σχετικού δικαιώματος του εργοδότη υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Η αντικειμενικά αδικαιολόγητη καταγγελία, δηλαδή η καταγγελία η οποία δεν δικαιολογείται από σοβαρούς, συνδεόμενους με το αντικειμενικό συμφέρον της επιχείρησης λόγους, δεν είναι άνευ άλλου τινός καταχρηστική, διότι στην αντίθετη περίπτωση, η καταγγελία από αναιτιώδης θα μετατρεπόταν σε αιτιώδη (ΑΠ 395/2023, 139/2023, 1683/2012, 904/2012).

Εξ άλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 εδ. α` ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται εάν έχει παραβιασθεί κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αντιθέτως, εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις, ως επίσης εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένως, η δε παραβίαση γίνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη υπαγωγή.

Εάν το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση συντελείται ειδικότερα, εάν το δικαστήριο εφήρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία έκρινε ως αποδειχθέντα, δεν ήσαν επαρκή προς τούτο, ή αντιθέτως δεν εφήρμοσε τον νόμο, παρ` ότι τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά ήσαν επαρκή, ως επίσης εάν προέβη σε υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας τα περιστατικά αυτά δεν υπήγοντο.

Ακόμη, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση συγχωρείται εάν η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως και ιδίως εάν στερείται παντελώς αιτιολογιών ή έχει αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες επί ζητήματος ασκούντος ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Τούτο συμβαίνει όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται παντελώς πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, τα οποία απαιτούνται προς εφαρμογή της εφαρμοσθείσης διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου, ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (ΑΠ 572/2023, ΑΠ 1211/2022, 1070/2020).

Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν, δεκτά, κατά το ενδιαφέρον την αναιρετική διαδικασία μέρος, τα ακόλουθα: "Ο ενάγων... προσελήφθη στις 19.5.1983, με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, από την ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ... -τότε ανάδοχο της εκμετάλλευσης του τουριστικού συγκροτήματος ...

προκειμένου να της παρέχει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός επιτραπέζιων παιχνιδιών και με αποδοχές τις προβλεπόμενες από τις οικείες συλλογικές συμβάσεις εργασίας... Ακολούθως... μεταφέρθηκε αυτοδικαίως στην εναγόμενη-εκκαλούσα. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 15.2.2011, στα πλαίσια διαπραγμάτευσης μεταξύ της εναγόμενης και της δεύτερης προσθέτως υπέρ του ενάγοντος παρεμβαίνουσας-τρίτης των εφεσίβλητων -μέλος της οποίας είναι και ο ενάγων- για την κατάρτιση νέας συλλογικής σύμβασης εργασίας, η εναγόμενη προσκάλεσε εγγράφως το προσωπικό της -ήτοι και τον ενάγοντα- σε ανοιχτή συνάντηση με τον τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής Σ..

Θ. στις 17.2.2011 και ώρα 20:30', στο εστιατόριο του προσωπικού... Στην ανωτέρω δε πρόσκληση δεν γινόταν καμία μνεία ότι στην ως άνω συνάντηση δεν θα μετείχαν όσοι εργαζόμενοι είχαν φυλακή (βάρδια) κατά την ώρα της πραγματοποίησης αυτής. Στις 16.2.2011 το Διοικητικό Συμβούλιο της δεύτερης υπέρ του ενάγοντος προσθέτως παρεμβαίνουσας αποφάσισε την κήρυξη δίωρης στάσης εργασίας στις 17.2.2011 και από ώρα 20.00' έως ώρα 22.00' προκειμένου οι εργαζόμενοι-μέλη του -μεταξύ δε αυτών και ο ενάγων- να διευκολυνθούν και να συμμετέχουν στην ανωτέρω συνάντηση.

Στα πλαίσια αυτά, ο ενάγων, ο οποίος είχε προγραμματισμένη φυλακή (βάρδια) από ώρα 21.00' της 17.2.2011, μετέβη αρχικά στο ως άνω εστιατόριο προσωπικού όπου έλαβε χώρα στις 20.30' η συνάντηση των εργαζόμενων στην εναγόμενη με τον ως άνω τότε Διευθύνοντα Σύμβουλο αυτής και μετά το πέρας της ομιλίας του τελευταίου περί ώρα 22.00' ο ενάγων προσήλθε στο χώρο εργασίας του την 22.00' ώρα ήτοι απουσίασε από την εργασία τον εκείνη την ημέρα εξήντα (60) λεπτά της ώρας.

Κατόπιν των ανωτέρω, η εναγόμενη κατήγγειλε εγγράφως, στις 22.2..2011, την ανωτέρω σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, την οποία επέδωσε στον τελευταίο στις 25.2.2011.....καταβάλλοντας ταυτόχρονα στον ενάγοντα, ως αποζημίωση απόλυσης, το ποσό των 107.528,07 ευρώ. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι προέβη στην ανωτέρω καταγγελία λόγω της αντισυμβατικής άρνησης του ενάγοντος να παράσχει εγκαίρως τη συμφωνηθείσα εργασία του στις 17.2.2011.

Ωστόσο, από τα προεκτεθέντα συνάγεται ότι η παροχή της συμφωνηθείσας ως άνω εργασίας του ενάγοντος στις 22:00' αντί για τις 21.00' αφορούσε αποκλειστικά τη συμμετοχή του ενάγοντος στην ανωτέρω συνάντηση, η οποία πραγματοποιήθηκε με πρωτοβουλία της εναγόμενης εργοδότριάς του στο πλαίσιο άσκησης του διευθυντικού της δικαιώματος κι επομένως η εναγόμενη γνώριζε δια του Διευθύνοντος Συμβούλου της αλλά και δια των λοιπών οργάνων της, ότι κατά το χρόνο της ανωτέρω συνάντησης το προσωπικό της δεν θα παρείχε εργασία, αφού η ίδια εναγόμενη με την ανωτέρω, από 15.2.2011, έγγραφη πρόσκλησή της προς τους εργαζόμενους σε αυτή, είχε καθορίσει την ημερομηνία και το χρονικό σημείο έναρξης της συνάντησης αυτής και συνεπώς η εναγόμενη είχε την ευχέρεια να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων από τη διακοπή εργασίας του προσωπικού της, λόγω συμμετοχής του τελευταίου στην ως άνω συνάντηση.

Είναι δε αδιάφορο το γεγονός ότι η δίωρη αυτή διακοπή χαρακτηρίστηκε από τη δεύτερη υπέρ του ενάγοντος προσθέτως παρεμβαίνουσα - η οποία είναι μέλος της πρώτης υπέρ τον ενάγοντος προσθέτως παρεμβαίνουσας- στην από 15.2.2011 απόφαση τον Διοικητικού της Συμβουλίου ως "στάση εργασίας", που συνιστά πράγματι μορφή απεργιακής κινητοποίησης ....

Επομένως, η ανωτέρω καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος από την εναγόμενη - η οποία έγινε εν γνώσει των ανωτέρω γεγονότων από τα αρμόδια όργανα της τελευταίας- βρίσκεται σε προφανή αντίθεση προς την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματος και είναι καταχρηστική και συνεπώς άκυρη σύμφωνα και με τα προεκτεθέντα στην οικεία θέση της νομικής σκέψης της παρούσας.

Η άρνηση δε της εναγόμενης, ύστερα από την άκυρη ως άνω εκ μέρους της καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, να δεχθεί την εργασία του τελευταίου, την κατέστησε υπερήμερη περί την αποδοχή της εργασίας του και συνεπώς αυτή είναι υποχρεωμένη να καταβάλει στον ενάγοντα αποδοχές υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από 22.2.2011 έως και 22.11.2013 ήτοι το νόμιμο μισθό του και όποιο άλλο ποσό αυτός θα εισέπραττε κατά την παροχή των ανωτέρω υπηρεσιών του στην εναγόμενη (......) Οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος ρυθμίζονταν κατά το χρόνο καταγγελίας της ως άνω σύμβασης εργασίας του από τη Δ.Α. 25/2011 και ανέρχονταν, με δεδομένο ότι δυνάμει της ανωτέρω Δ.

Α. αυτές διατηρήθηκαν στο ίδιο ύψος που είχαν διαμορφωθεί στις 31.12.2010 με την από 20.10.2010 Σ.Σ.Ε., στο ποσό των 4.263,73 ευρώ, με αυτές δε έγινε και από την εναγόμενη ο υπολογισμός της καταβληθείσας στον ενάγοντα ως άνω αποζημίωσης απόλυσης (........). Περαιτέρω, στις 7.3.2012 η εναγόμενη προέβη στην καταγγελία της ανωτέρω Δ.Α.

Με βάση τα παραπάνω και κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 2 παρ. 4 της υπ' αριθ. 6/28.2.2012 Πράξης Υπουργικού Συμβουλίου (.....), από τις αρχές Ιουνίου του 2012 ήτοι 3 μήνες μετά την καταγγελία της ανωτέρω Δ.Α. από την εναγόμενη, οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος διαμορφώθηκαν -μετά την αφαίρεση του καταργηθέντος με την πιο πάνω διάταξη επιδόματος γάμου ποσού 101 ευρώ- στο ποσό των 4.162,73 ευρώ.

Ο δε ισχυρισμός της εκκαλούσας- εναγόμενης ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα (από 22.2.2011 έως και 22.11.2013) μειώθηκε σημαντικά το ύψος των διανεμητέων ποσών που συγκεντρώνονται από τα φιλοδωρήματα με συνέπεια οι μηνιαίες αποδοχές του πρώτου των εφεσίβλητων-ενάγοντος να μην υπερβαίνουν το ποσό των 3.000 ευρώ, δεν προέκυψε από κανένα αποδεικτικό μέσο -η δε προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την εκκαλούσα-εναγόμενη, από 5.3.2022, σχετική βεβαίωση της Διευθύντριας Ανθρώπινου Δυναμικού αυτής, ως προερχόμενη από Υπηρεσία της εκκαλούσας-εναγόμενης και μάλιστα όχι από αρμόδια προς τούτο όπως λ.χ.

το Λογιστήριο αυτής, δεν μπορεί να οδηγήσει το παρόν Δικαστήριο σε διαφορετική κρίση, ενόψει μάλιστα του ότι στη βεβαίωση αυτή δεν προσδιορίζεται ο τρόπος υπολογισμού των αναλογούντων στον ενάγοντα φιλοδωρημάτων- και συνεπώς κρίνεται ως ουσιαστικά αβάσιμος και απορριπτέος. Επίσης, αποδείχθηκε ότι η εναγόμενη κατά το επίδικο χρονικό διάστημα επέβαλε μονομερώς σύστημα εκ περιτροπής εργασίας και συγκεκριμένα:

α)από 1.3.2012 έως 31.12.2012, με εξαίρεση το διάστημα από 1.8.2012 έως 31.8.2012 και β)από 1.3.2013 έως 31.12.2013, με εξαίρεση το διάστημα από 1.8 2013 έως 31.8.2013. Σύμφωνα με το ανωτέρω σύστημα εκ περιτροπής εργασίας, οι τεχνικοί επιτραπέζιων παιχνιδιών θα απασχολούνταν κατά 4 εργάσιμες ημέρες λιγότερες κάθε μήνα, με αντίστοιχη μείωση των αποδοχών τους (......).

Η δε επικαλούμενη από την εναγόμενη επιβολή συστήματος εκ περιτροπής εργασίας και για το χρονικό διάστημα από 1.4.2011 έως 30.11.2011, δεν αποδείχθηκε ότι καταλάμβανε και τους τεχνικούς επιτραπέζιων παιχνιδιών, αφού όπως προκύπτει από τη σχετική, από 29.3.2011, απόφαση της εναγόμενης -την οποία η τελευταία προσκομίζει και επικαλείται- αυτή η επιβολή δεν καταλάμβανε το σύνολο του προσωπικού της εναγόμενης αλλά μόνο τους εργαζόμενους που αναφέρονται στην επισυναπτόμενη κατάσταση, χωρίς όμως να προσκομίζεται η τελευταία.

Κατά συνέπεια ο ενάγων, αν δεν μεσολαβούσε η άρνηση της εναγόμενης να αποδέχεται τις ανωτέρω υπηρεσίες του, θα υπαγόταν και αυτός κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων στο ως άνω σύστημα εκ περιτροπήςεργασίας και οι αποδοχές αυτού θα ήταν μειωμένες κατά 4 εργάσιμες ημέρες. Με τα δεδομένα αυτά ο ενάγων δικαιούται:

α) Για το χρονικό διάστημα από 22.2.2011 έως 31.12.2011: 1) για μισθούς το ποσό των [(4.263,73 ευρώ:25 ημέρες Χ 5 ημέρες) 852,74 ευρώ ως αναλογία του Φεβρουάριου του 2011 + (4.263,73 ευρώ Χ10 μήνες)] 43.490,04 ευρώ, 2) για Δώρο Πάσχα του 2011 το ποσό των (4.263,73: 2) 2.131,86 ευρώ (μισό μηνιαίο μισθό), 3) για Δώρο Χριστουγέννων του 2011 το ποσό των 4.263,73 ευρώ (ένα μηνιαίο μισθό), 4) για αποδοχές αδείας του 2011 το ποσό των 4.263,73 ευρώ (ένα μηνιαίο μισθό) και 5) για επίδομα αδείας του 2011 το ποσό των (4.263,73: 2) 2.131,86 ευρώ (μισό μηνιαίο μισθό) και συνολικά το ποσό των.......... 56.281,22 ευρώ.

β) Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2012 έως 31.12.2012: 1) για μισθούς από 1.1.2012 έως 28.2.2012 το ποσό των (4.263,73 X 2 μήνες) 8.527,46 ευρώ, 2) για μισθούς από 1.3.2012 έως 31.5.2012 και ενόψει του ότι, με την εφαρμογή του προεκτεθέντος συστήματος εκ περιτροπής εργασίας οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντας θα ανέρχονταν σε [4.263,73 - (4.263.73 : 25 Χ 4 εργάσιμες ημέρες λιγότερες)] 3.581,57 ευρώ, το ποσό των (3.581,57 X 3 μήνες) 10.744,71 ευρώ, 3) για μισθούς από 1.6.2012 έως 31.7.2012 και ενόψει του ότι από 1.6.2012 οι αποδοχές του ενάγοντας μετά και την κατάργηση του επιδόματος γάμου του, ποσού 101 ευρώ, θα ανέρχονταν σε (4.263,73-101) 4.162,73 ευρώ και στη συνέχεια με την εφαρμογή του προεκτεθέντος συστήματος εκ περιτροπής εργασίας οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος θα ανέρχονταν σε [4.162,73- (4.162,73 : 25 X 4 εργάσιμες ημέρες λιγότερες)] 3.496,70 ευρώ, το ποσό των (3.496,70 X 2 μήνες) 6.993,40 ευρώ, 4) για μισθό του Αυγούστου του 2012 το ποσό των 4.162,73 ευρώ, 5) για μισθούς από 1.9.2012 έως 31.12.2012 το ποσό των (3.496,70 ευρώ Χ 4 μήνες) 13.986,80 ευρώ, 6) για Δώρο Πάσχα του 2012 το ποσό των (3.581,57: 2) 1.790,78 ευρώ (μισό μηνιαίο μισθό), 7) για Δώρο Χριστουγέννων του 2012 το ποσό των 3.496,70 ευρώ (ένα μηνιαίο μισθό), 8) για αποδοχές αδείας του 2012 το ποσό των 3.496,70 ευρώ (ένα μηνιαίο μισθό) και 9) για επίδομα αδείας του 2012 το ποσό των (3,496,70 : 2) 1,748,35 ευρώ (μισό μηνιαίο μισθό) και συνολικά το ποσό των (....) 54.947,63 ευρώ.

γ) Για το χρονικό διάστημα από 1.1.2013 έως 22.11.2013: 1) για μισθούς από 1.1.2013 έως 28.2.2013 το ποσό των (4.162,73 Χ 2μήνες) 8.325,46 ευρώ, 2)για μισθούς από 1.3.2013 έως 31.7.2013 και εφόσον με την εφαρμογή του προεκτεθέντος συστήματος εκ περιτροπής εργασίας οι μηνιαίες αποδοχές του ενάγοντος θα ανέρχονταν κατά το χρονικό αυτό διάστημα σε [4.162,73- (4.162,73 : 25 X 4 εργάσιμες ημέρες λιγότερες)] 3.496,70 ευρώ, το ποσό των (3.496,70 Χ 5 μήνες) 17.483,50 ευρώ, 3) για μισθό του Αυγούστου του 2013 το ποσό των 4.162,73 ευρώ, 4) για μισθούς από 1.9.2013 έως 22.1 1.2013 το ποσό των [(3.496,70 Χ 2 μήνες) + (4.162,73 : 25 X 15 εργάσιμες ημέρες ως αναλογία του Νοεμβρίου του 2013)] 9.490,90 ευρώ, 5)για Δώρο Πάσχα του 2013 το ποσό των (3.496,70 : 2) 1.748,35 ευρώ (μισό μηνιαίο μισθό), 6) για αναλογία Δώρου Χριστουγέννων του 2013 το ποσό των [(3.496,70 X 2/25 X 10,84 19ήμερα διάρκειας της σύμβασης εργασίας από 1.5.2013 έως 22.11.2013) 3.032,33 ευρώ, 7)για αποδοχές αδείας του 2013 το ποσό των 3.496,70 ευρώ (ένα μηνιαίο μισθό) και 8) για επίδομα αδείας του 2013 το ποσό των (3.496,70:2) 1.748,35 ευρώ (μισό μηνιαίο μισθό) και συνολικά το ποσό των (......) 49.488,32 ευρώ..." Μ' αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, καθόσον διέλαβε σε αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που ανταποκρίνεται στο πραγματικό της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 του Α.Κ.

που εφήρμοσε και καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή αυτής, την οποία έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου, αφού αναφέρονται στην απόφαση, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, περί καταχρηστικότητας της καταγγελίας.

Ειδικότερα το Εφετείο, δεχόμενο αφ'ενός ότι η καταγγελία έλαβε χώρα λόγω της απουσίας του ενάγοντος από την εργασία του επί μία μόλις ώρα, ότι η απουσία του έλαβε χώρα σε συμμόρφωσή του με την πρόσκληση της ίδιας της Διοίκησης της αναιρεσίβλητης εργοδότριας προκειμένου να συμμετάσχει στη συνάντηση που εκείνη είχε ορίσει, αφ'ετέρου ότι η αμέσως μετά την εν λόγω συνάντηση επιδειχθείσα συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή του καταλόγισε αντισυμβατική άρνηση να παράσχει εγκαίρως τη συμφωνηθείσα εργασία του κατά την ημέρα εκείνη, προσκρούει στην καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και στον κοινωνικό και οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της και υπερβαίνει προφανώς τα εκ του άρθρου 281 Α.Κ.

διαγραφόμενα όρια, καθιστώντας την καταγγελία καταχρηστική, διέλαβε πλήρεις και σαφείς αιτιολογίες προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα. Η περαιτέρω παραδοχή, στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, ότι κατά το ίδιο χρονικό διάστημα είχε εξαγγελθεί από το σωματείο των εργαζομένων της επιχείρησης δίωρη στάση εργασίας, προκειμένου να διευκολυνθούν τα μέλη του, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, να συμμετάσχουν στη συνάντηση, ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί στο αποδεικτικό της συμπέρασμα, ούτε είναι αντιφατική με τις προηγούμενες παραδοχές της.

Λεκτέον, εξάλλου, ότι, δυνάμει της υπ' αριθμ. 185/2019 απόφασης του δικαστηρίου τούτου, που εκδόθηκε επί αγωγής της αναιρεσείουσας κατά του σωματείου εργαζομένων για κήρυξη άκυρης της στάσης εργασίας, κρίθηκε ότι η στάση αυτή δεν έφερε το χαρακτήρα απεργίας, αλλά ότι ο λόγος διακοπής της εργασίας των απασχολουμένων αφορούσε αποκλειστικά την πραγματοποίηση της συνάντησής τους με τον διευθύνοντα σύμβουλο της αναιρεσίβλητης, την οποία η ίδια, στα πλαίσια του διευθυντικού της δικαιώματος, είχε προγραμματίσει.

Ωσαύτως, με σαφή και πλήρη αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση υπολόγισε τις μηνιαίες αποδοχές του αναιρεσιβλήτου, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά την καταγγελία της 25/2011 Διαιτητικής απόφασης και τις επελθούσες μειώσεις τούτων με βάση την ΠΥΣ 6/2012, αλλά και την εκ περιτροπής εργασία που εφαρμόστηκε μεταγενέστερα από την αναιρεσείουσα για το προσωπικό της, παραθέτοντας αναλυτικά τις επιμέρους αποδοχές εκάστου χρονικού διαστήματος και τον τρόπο εξαγωγής των οφειλομένων και καθιστώντας έτσι εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την υπαγωγή των περιστατικών που δέχθηκε στους προσήκοντες ως άνω ουσιαστικούς κανόνες δικαίου, τους οποίους δεν παραβίασε.

Συνεπώς είναι αβάσιμοι οι πρώτος και δεύτερος λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια των αρ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Η περαιτέρω αιτίαση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, ότι το Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου, άλλως ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 656 ΑΚ, 25/2011 ΔΑ και των σχετικών περί μετενέργειας διατάξεων του ν.1876/1990, με το να δεχθεί συγκεκριμένο ύψος αποδοχών για το χρονικό διάστημα της υπερημερίας της, που ήταν πολλαπλάσιο από εκείνο που η ίδια παρέθεσε, είναι απαράδεκτη, διότι υπό την επίφαση της αναιρετικής αυτής πλημμέλειας, στην πραγματικότητα πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων (άρθρ.561 παρ.1 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο εφάρμοσε εσφαλμένα τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε τους ορισμούς του νόμου αναφορικά με το βάρος της απόδειξης, που ρυθμίζεται από τη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη αυτή, κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του. Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό βάρος προσδιορίζει το διάδικο, στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα απόφασή του για τη διεξαγωγή αποδείξεων, επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, για τη βεβαίωση, στον αναγκαίο βαθμό, των πραγματικών γεγονότων που θεμελιώνουν την αξίωσή του.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος απόδειξης προσδιορίζει το διάδικο, ο οποίος φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια του εσφαλμένου προσδιορισμού του διαδίκου που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, στοιχειοθετεί τον παραπάνω λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης υπάρχει, όταν το δικαστήριο δεν σχηματίζει από τις αποδείξεις που προσκομίστηκαν, τη δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος, για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, αμφιβάλλει, δηλαδή, για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, ο οποίος, σύμφωνα με το νόμο, θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και τον οποίο ισχυρισμό οφείλει να αποδείξει ο διάδικος που υπέβαλε το αίτημα, οπότε το δικαστήριο πρέπει να απορρίψει το αίτημα αυτό.

Αν δεν το απορρίψει, υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της παραπάνω διάταξης. Ήτοι, ο ανωτέρω αναιρετικός λόγος προϋποθέτει ότι το δικαστήριο, μετά την εξάντληση όλων των νόμιμων αποδεικτικών μέσων, αμφιβάλλει, οπότε ελέγχεται αναιρετικά η εσφαλμένη κατανομή ανάμεσα στους διαδίκους του κινδύνου της αμφιβολίας του, αν, δηλαδή, ο αμφίβολος ισχυρισμός ορθά κρίθηκε ως βάσιμος ή αβάσιμος (ΑΠ 258/2023, 181/2020, 59/2017, 847/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για το ότι παραβίασε τις διατάξεις περί κατανομής του βάρους αποδείξεως και συγκεκριμένα ότι, προκειμένου να υπολογίσει τις αποδοχές υπερημερίας του αναιρεσιβλήτου-ενάγοντος, καθόρισε το ύψος τούτων με βάση τα εκτιθέμενα από τον ίδιο, ο οποίος ωστόσο, καίτοι αυτή (αναιρεσείουσα-εναγομένη) το είχε αμφισβητήσει, δεν απέδειξε σε ποιο ποσό ανερχόταν ο μηνιαίος μισθός του, ιδιαίτερα αναφορικά με το ύψος του διανεμητέου κατά μήνα φιλοδωρήματος.

Με τα δεδομένα αυτά η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι συνεπώς ο αναιρεσίβλητος, παρόλο που είχε το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών του, δεν απέδειξε τα γεγονότα, που είναι αναγκαία για να υποστηρίξουν την αγωγή του. Ωστόσο, από τις παραπάνω ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές του Εφετείου, προκύπτει ότι τα αποδεικτικά μέσα που προσκόμισε ο ενάγων-αναιρεσίβλητος, κρίθηκαν επαρκή για την απόδειξη της ιστορικής βάσης της αγωγής του, ειδικότερα δε για τον υπολογισμό των μηνιαίων αποδοχών του κατά το διάστημα της υπερημερίας της αντιδίκου του, όπως αυτές καθορίστηκαν μετά την διαμόρφωσή τους με τις επελθούσες μειώσεις.

Η περαιτέρω δε κρίση του Εφετείου ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός της εκκαλούσας-εναγομένης σε σχέση με τη μείωση του ύψους των φιλοδωρημάτων, αφορά εκτίμηση των αποδείξεων που εισφέρθηκαν στα πλαίσια της ανταπόδειξης και ουδόλως μεταθέτει το βάρος απόδειξης στην αναιρεσίβλητη εναγομένη.

Συνεπώς είναι αβάσιμος και αυτός ο λόγος αναίρεσης. Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα, που ηττάται, (άρθρα 176, 183 και 191 ΚΠολΔ), στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, που κατέθεσε προτάσεις κατά παραδοχή νομίμου σχετικού αιτήματος αυτού (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 7-11-2022 αίτηση για αναίρεση της 2539/2022 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Και

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Ιουνίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 25 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ